«Περί Προστατευόμενων περιοχών», άρθρο αναρτημένο στο site της ΝΟΜΙΚΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ-NOMIKI BIBLIOTHIKI Daily.

Η μελέτη επιδιώκει να εξετάσει στοχευμένα το σύγχρονο θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο των προστατευόμενων περιοχών, αναφέροντας παράλληλα τη σχετική νομολογία των εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Στις μέρες μας είναι δύσκολη η αποστολή εξισορρόπησης μεταξύ της προώθησης της ανθρώπινης ανάπτυξης και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος . Και αυτή η αποστολή απαιτεί καταρχάς μεθοδική και συστηματική ανάγνωση και κατανόηση του νομικού πλαισίου.
Είναι σημαντικό οι συζητήσεις μας οι αντιρρήσεις μας οι διαφωνίες μας να διέπονται τουλάχιστον από έναν κοινό κώδικα κατανόησης.Η προστασία του περιβάλλοντος δεν ήταν πάντα δεδομένη και δεν ήταν δεδομένη ούτε στο δίκαιο. Κατά την ίδρυση της Ένωσης στις ιδρυτικές συνθήκες (1957) δεν υπήρχε καμία αναφορά στο περιβάλλον. Οι πρώτες διατάξεις θεσπίστηκαν με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1987 και αφορούσαν κυρίως τις δράσεις για το περιβάλλον. Χρειάστηκε να περάσουν κάποια χρόνια ώστε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 να θεσμοθετηθεί για πρώτη φορά μια πολιτική για το περιβάλλον, η οποία διαμορφώθηκε στην τελική της μορφή το 2009 με την Συνθήκη της Λισαβόνας.
Στην Ελλάδα έκτοτε γενικά αρεσκόμαστε σε συνεχείς αλλαγές του Νομικού Πλαισίου. Ειδικά στο Πεδίου του Δικαίου Περιβάλλοντος και του ειδικού πλαισίου περί Προστατευόμενων περιοχών (Δίκτυο Natura) οι αλλαγές συνήθως συνδυάζονται με αναφορές σε μια ευρύτερη μεταρρύθμιση προς όφελος της προστασίας του περιβάλλοντος και της ασφάλειας δικαίου των επενδύσεων στη χώρα. Κάθε νέα νομοθετική παρέμβαση, κάθε νέα δικαστική απόφαση, κάθε νέα ενωσιακή ρύθμιση για το πεδίο των προστατευόμενων περιοχών θα έπρεπε να σηματοδοτεί πρόοδο.Αντίθετα σε πολλές πολλές περιπτώσεις προσθέτει νέα επίπεδα πολυπλοκότητας σε ένα ήδη δυσλειτουργικό σύστημα, ενώ τα βασικά προβλήματα παραμένουν άλυτα.
▪️Πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι του αποκατάστασης και διατήρησης όταν δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ο χαρακτηρισμός και η προστασία των υφιστάμενων προστατευόμενων περιοχών μέσω των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) και των Προεδρικών Διαταγμάτων (ΠΔ) Προστασίας;
▪️Πώς θα μετρηθεί η πρόοδος όταν λείπουν αξιόπιστα δεδομένα βάσης;
▪️Πώς θα επιλυθούν οι συγκρούσεις και η αβεβαιότητα μεταξύ μεταξύ του πολεοδομικού σχεδιασμού (Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια – ΤΠΣ/ΕΠΣ) και ενός προστατευτικού καθεστώτος που παραμένει σε εκκρεμότητα.
Ποια είναι η θέση των ΚΑΖ (Καταφύγια άγρια Ζωής) στο νέο σύστημα των προστατευόμενων περιοχών και ποιοι είναι οι περιορισμοί σε αυτά;
Σε αυτά τα θέματα καλείται να απαντήσει η δεύτερη έκδοση του βιβλίου “Προστατευόμενες Περιοχές: Νομική Θεώρηση του σύγχρονου πλαισίου” που εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη με επιμέλεια του Δρ. Κων/νου Καρατσώλη.
Η περιβαλλοντική προστασία πρέπει να μελετάται μαξιμαλιστικά, με γνώμονα την πρωτεύουσα σημασία του φυσικού περιβάλλοντος στη ζωή του ανθρώπου, με την οποία συνδέεται άρρηκτα και άμεσα. Tι σημαίνει δε η φράση να «μελετάται μαξιμαλιστικά»: σημαίνει ότι ενώ σε άλλες εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας και ζωής το επίρρημα «μαξιμαλιστικά» τίθεται με αρνητική κυρίως χροιά (μαξιμαλιστής είναι αυτός που προωθεί ζητήματα στα άκρα, που απαιτεί το μέγιστο και διακινδυνεύει την απώλεια ακόμα και του εφικτού), στα θέματα περιβαλλοντικής προστασίας τα αποτελέσματα μίας μαξιμαλιστικής στάσης φαίνεται να έχουν θετικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη δραστηριότητα της επόμενης γενιάς, ακόμη και αν στο σήμερα δημιουργούν αρνητικό αντίκτυπο, πολλές φορές μάλιστα αποτελούν και τροχοπέδη σε αναπτυξιακά προγράμματα. Αυτή η οπτική μελέτης φαίνεται καταρχάς να είναι τουλάχιστον κατανοητή και ανεκτή. Κάτι που δεν συμβαίνει σε άλλους κλάδους της επιστήμης.
Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να εξετάσει στοχευμένα το σύγχρονο θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο των προστατευόμενων περιοχών, αναφέροντας παράλληλα τη σχετική νομολογία των εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.Επιχειρεί επίσης μια κριτική αποτίμηση των δομικών αδυναμιών που εμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου – αδυναμιών που δεν πλήττουν μόνο την οικολογική ακεραιότητα, αλλά και τη βιωσιμότητα αναπτυξιακών δραστηριοτήτων.

Συγκριτική νομική μελέτη με τίτλο: “Πολεοδομικά Κίνητρα: οι Σύγχρονες Ευρωπαϊκές Τάσεις στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας”, δημοσιευμένη στη βάση Qualex των Εκδόσεων της ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

1.Εισαγωγή 

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) οριοθέτησαν εννοιολογικά και ουσιαστικά το περιεχόμενο των ρυθμίσεων του Ν.Ο.Κ.. Σύμφωνα με το ΣτΕ, η Πολιτεία οφείλει να θεσμοθετεί εργαλεία που προάγουν τη βιώσιμη ανάπτυξη με σεβασμό στο εκάστοτε τοπικό και εξειδικευμένο πολεοδομικό καθεστώς. Παράλληλα, η ανταπόκριση της χώρας μας στους στόχους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας παραμένει ένα μεγάλο ζητούμενο, καθώς οι επιλογές πολιτικής προς αυτή την κατεύθυνση θα καθορίσουν τόσο το συνολικό μείγμα μέτρων, όσο και τον βαθμό στον οποίο θα επηρεαστούν οι κοινωνικές ομάδες. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεσμοθέτηση στοχευμένων μέτρων για την ενεργειακή αναβάθμιση των κτιρίων, σε συνδυασμό με την ανάλυση ευρωπαϊκών βέλτιστων πρακτικών, αποτελεί επιτακτική ανάγκη, ιδιαίτερα για τα οικονομικά ευάλωτα νοικοκυριά. Στο πλαίσιο της παρούσας μελέτης και μετά από αυτό το νομολογιακό προηγούμενο, με το οποίο αναδείχθηκε ο προβληματισμός σχετικά με την αναγκαία στάθμιση μεταξύ άλλων, ειδικά, της ενεργειακής αναβάθμισης, της περιβαλλοντικής προστασίας, του πολεοδομικού κεκτημένου και του ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού, καθίσταται σαφές ότι υφίσταται ευθύνη της Πολιτείας να θεσπίσει ένα σαφές και συνεκτικό πλαίσιο. Η θεσμοθέτηση ενός ολοκληρωμένου μηχανισμού για την λελογισμένη παροχή πολεοδομικών κινήτρων προς όφελος της ενεργειακής και περιβαλλοντικής αναβάθμισης δεν μπορεί να παραμείνει ασαφής ή αποσπασματική. 

Αντιθέτως, απαιτείται η διαμόρφωση ενός συνεκτικού συστήματος που θα λαμβάνει υπόψη τις εθνικές ανάγκες αλλά και τις τοπικές ιδιαιτερότητες, διασφαλίζοντας τη συνοχή με τον πολεοδομικό σχεδιασμό και τις συνταγματικές επιταγές του άρθρου 24.Ταυτόχρονα, η Πολιτεία έχει την υποχρέωση να ευθυγραμμιστεί με τις σύγχρονες εξελίξεις στις ευρωπαϊκές έννομες τάξεις, προκειμένου να διαμορφώσει ένα αποτελεσματικό εργαλείο ανάλυσης και κατανόησης των διαφορετικών δικαιικών συστημάτων, με σκοπό την συστηματοποίηση και την ορθολογική εφαρμογή των πολεοδομικών κινήτρων στο εθνικό δίκαιο, διαμορφώνοντας ένα σταθερό και λειτουργικό πλαίσιο για τη μετάβαση σε ένα πιο βιώσιμο και ανθεκτικά δομημένο περιβάλλον, σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις και τις βέλτιστες πρακτικές που εφαρμόζονται σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε.Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αντλήσει στοιχεία από επιτυχημένα μοντέλα χωρικού σχεδιασμού που έχουν εφαρμοστεί σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η ενσωμάτωση κινήτρων ενεργειακής αναβάθμισης σε πολεοδομικά εργαλεία, η χρήση πολεοδομικών «μπόνους» για αειφόρο ανάπτυξη ή η προώθηση αστικών αναπλάσεων με βάση περιβαλλοντικά και κοινωνικά κριτήρια, όπως παρουσιάζονται στη συνέχεια. Η εναρμόνιση με τέτοια πρότυπα θα διασφαλίσει ότι τα πολεοδομικά κίνητρα στην Ελλάδα δεν θα λειτουργούν αποσπασματικά, αλλά ως μέρος μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής που συνάδει με τους ευρωπαϊκούς στόχους για την πράσινη μετάβαση και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η ανάγκη για νομική σαφήνεια και ασφάλεια δικαίου είναι κρίσιμη τόσο για τη διαμόρφωση συνεκτικών δημόσιων πολιτικών όσο και για την προσέλκυση επενδύσεων που προωθούν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Η δημιουργία ενός πλαισίου που θα διασφαλίζει την περιβαλλοντική προστασία και την αναβάθμιση του δομημένου περιβάλλοντος, υπηρετώντας την συνταγματική αρχή του βιώσιμου πολεοδομικού σχεδιασμού, αποτελεί αναγκαίο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Στο πλαίσιο των ανωτέρω, με την παρούσα μελέτη γίνεται παράθεση, σε συνέχεια αναλυτικής έρευνας στο ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ενεργειακή απόδοση και αναβάθμιση κτιρίων, του νομικού πλαισίου ευρωπαϊκών χωρών (Γερμανία, Γαλλία, Αυστρία, Ιταλία, Ελβετία) με ειδική αναφορά στα κίνητρα και τις πολεοδομικές ρυθμίσεις που αφορούν την ενεργειακή αποδοτικότητα και περιβαλλοντική βιωσιμότητα των κτιρίων. 

2.Η έρευνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο 

Σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προβλέπονται διάφορα καταρχάς οικονομικά κίνητρα για την προώθηση της ενεργειακής αναβάθμισης, όπως φορολογικές απαλλαγές και επιδοτήσεις. 

Αυτά τα κίνητρα είναι συνήθως οριζόντια, δηλαδή ισχύουν σε εθνικό επίπεδο, ανεξάρτητα από το συγκεκριμένο έργο ή την περιοχή, με στόχο να ενισχύσουν τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση. Στην Ελλάδα, προγράμματα όπως το «Εξοικονομώ» παρέχουν οικονομική ενίσχυση για ενεργειακές παρεμβάσεις στα κτίρια. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της νομοθεσίας στις έννομες τάξεις που εξετάστηκαν είναι τα κίνητρα πολεοδομικού περιεχομένου που επιτρέπουν παρεμβάσεις με στόχο την αύξηση της περιβαλλοντικής και ενεργειακής ποιότητας των κτιρίων. 

Σε ορισμένες περιπτώσεις, προβλέπονται παρεκκλίσεις από τους πολεοδομικούς κανόνες, όπως η αύξηση του συντελεστή δόμησης, της επιφάνειας και του ύψους των κτιρίων, ειδικά σε αστικές περιοχές με περιορισμένες δυνατότητες επέκτασης ή σε περιοχές που αντιμετωπίζουν υποβάθμιση. Παραδείγματα τέτοιων παρεκκλίσεων εφαρμόζονται σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Αυστρία και η Ελβετία, και φυσικά η Ελλάδα, όπως ήδη αναλύθηκε. Συνολικά, τα νομοθετικά πλαίσια στην Ευρώπη για την ενεργειακή αναβάθμιση και τη βιωσιμότητα των κτιρίων συνδυάζουν οριζόντια μέτρα και συγκεκριμένες πολεοδομικές ρυθμίσεις. Αυτός ο συνδυασμός επιτρέπει τη δημιουργία μιας ολοκληρωμένης και βιώσιμης στρατηγικής που προσαρμόζεται στις τοπικές ανάγκες, αλλά ταυτόχρονα διασφαλίζει ότι υπάρχουν κοινές κατευθυντήριες γραμμές και πρότυπα για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. 

2.1.      Γερμανία 

Η ενεργειακή ζήτηση στον κτιριακό τομέα, ειδικά στη Γερμανία, είναι καθοριστικής σημασίας για την επίτευξη των στόχων μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Νόμο για την Προστασία του Κλίματος (Bundes-Klimaschutzgesetz ή KSG). Ο τομέας των κτιρίων αντιπροσωπεύει ένα μεγάλο ποσοστό της συνολικής τελικής ενεργειακής ζήτησης, και οι προσπάθειες για μείωση των εκπομπών έχουν επικεντρωθεί στην ενεργειακή απόδοση και την αυξανόμενη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Η Πράξη Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων του 2020 (GEG) ενοποιεί προηγούμενους κανονισμούς και θέτει αυστηρά όρια στην πρωτογενή ενεργειακή ζήτηση για νέα και υφιστάμενα κτίρια, απαιτώντας τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης μέσω μονώσεων και την ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών ενέργει- ας. Οι απαιτήσεις αυτές εναρμονίζονται με τα ευρύτερα κλιματικά σχέδια της Γερμανίας για μείωση των εκπομπών κατά 65% μέχρι το 2030.Η γερμανική πολεοδομική νομοθεσία επιτρέπει την προώθηση μέ- τρων προστασίας του κλίματος και ενεργειακής αποδοτικότητας, παρέχοντας τόσο στους δήμους όσο και στους κατασκευαστές εργαλεία για να εφαρμόζουν αυτά τα μέτρα. Ο Ομοσπονδιακός Κανονισμός Δόμησης (BauGB) δίνει με το άρθρο 248 στους δήμους τη δυνατότητα να ενσωματώνουν κανονισμούς προστασίας του κλίματος στα πολεοδομικά τους σχέδια, επιτρέποντας εξαιρέσεις από τους κανονισμούς δόμησης για λόγους ενεργειακής αποδοτικότητας, όπως η εγκατάσταση ηλιακών πάνελ, υπό την προϋπόθεση ότι οι αποκλίσεις είναι συμβατές με τα συμφέροντα των γειτόνων και την αρχιτεκτονική κουλτούρα. Αυτό επιτρέ- πει στους κατασκευαστές να εγκαθιστούν συστήματα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως φωτοβολταϊκά, ακόμη και αν παρεκκλίνουν από τοπικούς κανονισμούς ή περιορισμούς. Επιπλέον, το προ ισχύον άρθρο 24 του Κανονισμού Εξοικονόμησης Ενέργειας (EnEV) προέβλεπε τη δυνατότητα έγκρισης παρεκκλίσεων από τους γενικούς πολεοδομικούς κανονισμούς, εφόσον οι στόχοι ενεργειακής απόδοσης επιτυγχάνονταν με εναλλακτικά μέτρα. Η νομοθεσία, λοιπόν, παρέχει ευελιξία, διασφαλίζοντας ότι τα έργα προστασίας του κλίματος μπορούν να προχωρήσουν, ενώ λαμβάνονται υπόψη τα συμφέροντα της κοινότητας και η αισθητική του αστικού περιβάλλοντος. Με τη συνδυασμένη δράση των νόμων, των πολεοδομικών κανονισμών και οικονομικών κινήτρων, η Γερμανία στοχεύει σε σημαντικές βελτιώσεις στον κτιριακό τομέα, προκειμένου να επιτύχει τους φιλόδοξους κλιματικούς της στόχους. 

2.2.      Γαλλία 

Η Γαλλία, στο πλαίσιο της ΕΕ, έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την επίτευξη ουδετερότητας άνθρακα έως το2050, με ενδιάμεσο στόχο τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 40% έως το 2030 (σε σχέση με τα επίπεδα του 1990). Η νομοθεσία της ενθαρρύνει τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, αν και η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας περιορίζει την επιβολή υποχρεωτικών ανακαινίσεων. Χάρη στη συνταγματική της κουλτούρα, η γαλλική νομοθεσία έχει αναπτύξει ένα σύνολο μηχανισμών που υποτίθεται ότι συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου της ουδετερότητας του άνθρακα έως το 2050. Κυρίως, υπάρχουν κανόνες ενεργειακής συμμόρφωσης που ισχύουν για τα νέα και ανακαινισμένα κτίρια, οι οποίοι ελέγχονται στο πλαίσιο της έκδοσης οικοδομικών αδειών, ενώ πρόσφατα, τα κτίρια συγκεκριμένων οικονομικών τομέων επηρεάστηκαν από υποχρεώσεις ανακαίνισης ή κατασκευής με συγκεκριμένο τρόπο εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, ενώ οι ιδιοκτήτες κλήθηκαν να ανακαινίσουν κτίρια κατοικιών που δεν πληρούν τους στόχους ενεργειακής κατανάλωσης, εάν θέλουν να τα εκμισθώσουν στην αγορά ενοικίασης. Οι νόμοι “Loi Grenelle I” και “II” (2009 και 2010) έθεσαν βάσεις για την ενεργειακή μετάβαση, ενώ η νομοθεσία για την ενεργειακή απόδοση, όπως ο νόμος “Loi Climat et Résilience” (2021), ενισχύει τα μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας και θέτει αυστηρά πρότυπα για ανακαινίσεις, κτίρια και τον τριτογενή τομέα. Ο τελευταίος έχει ως στόχο την επιτάχυνση της οικολογικής μετάβασης στη γαλλική κοινωνία και οικονομία, εισάγοντας αυστηρές προϋποθέσεις για την ενοικίαση ακινήτων. Ιδιαίτερα, απαγορεύει την ενοικίαση κατοικιών που δεν πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια ενεργειακής απόδοσης και απαιτεί από ορισμένα κτίρια να ενσωματώνουν συστήματα παραγωγής ενέργειας και πράσινες στέγες, καθώς και να εξασφαλίζουν σκιασμένα υπαίθρια πάρκινγκ με ηλιακούς συλλέκτες. Ένα σημαντικό στοιχείο του νόμου είναι το άρθρο 202, το οποίο προσφέρει πολεοδομικά κίνητρα για τη φύτευση μέσα στον αστικό ιστό, επι- τρέποντας σε δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς να καταλαμβάνουν δωρεάν δημόσιο χώρο για δράσεις φύ- τευσης, υπό την προϋπόθεση ότι οι δράσεις είναι κοινωφελείς και δεν έχουν κερδοσκοπικό χαρακτήρα. Η δωρεάν χορήγηση άδειας εξαρτάται από την έγκριση του δήμου και τη συμμόρφωση με τους κανονισμούς πολεοδομίας, περιβάλλοντος και πολιτιστικής κληρονομιάς. Συνολικά, το άρθρο αυτό προωθεί την αστική βλάστηση και την περιβαλλοντική ανάπτυξη στις πόλεις, ενθαρρύνοντας τη συμμετοχή φορέων σε πράσινες δράσεις χωρίς οικονομική επιβάρυνση. Ο Γαλλικός Πολεοδομικός Κώδικας (Code de l’Urbanisme9), ως το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη διαμόρφωση και ανάπτυξη του πολεοδομικού περιβάλλοντος στη Γαλλία, αποτελεί τη θεμελιώδη βάση για τον πολεοδομικό σχεδιασμό, καθορίζοντας τις διαδικασίες και τις προϋποθέσεις που αφορούν τη χωροθέτηση και πολεοδόμηση κτιρίων και περιλαμβάνει αρκετά παραδείγματα πολεοδομικών κινήτρων προς την ενεργειακή αναβάθμιση και την ουδετερότητα των κτιρίων. Αρχικά, στο πλαίσιο της ανάλυσης των κινήτρων και της ενεργειακής αναβάθμισης, ο Γαλλικός Πολεοδομικός Κώδικας περιλαμβάνει διατάξεις που ευνοούν την εγκατάσταση εξοπλισμού ανανεώσιμης ενέργειας. Σύμφωνα με το άρθρο 111-16, τίθενται εξαιρέσεις σε πολεοδομικούς κανόνες που θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την ανάπτυξη ή τη χρήση ανανεώσιμων υλικών ή διαδικασιών που μειώνουν τις εκπομπές αερίων του θερμο- κηπίου, ενώ οι οικοδομικές άδειες δεν μπορούν να εμποδίζουν τη χρήση ανανεώσιμων υλικών ή συσκευών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που εγκαθίστανται σε χώρους στάθμευσης. Επιπλέον, το άρθρο R.111–23 του Κώδικα καθορίζει συγκεκριμένα υλικά και διαδικασίες που περιλαμβάνονται στην κατηγορία ανανεώσιμων πηγών, όπως ξύλο και βιολογικά υλικά που χρησιμοποιούνται στην πρόσοψη ή την οροφή, συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές για οικιακή κατανάλωση, εξοπλισμό ανάκτησης βρόχινου νερού, αντλίες θερμότητας και ηλιοπροστασίες. Η πρόβλεψη του άρθρου L-151-28 του Κώδικα εισάγει κίνητρο για την αύξηση του όγκου των κτιρίων, με στόχο την ενίσχυση της περιβαλλοντικής και ενεργειακής υπεροχής. Πιο συγκεκριμένα, για κτίρια που πληρούν τα κριτήρια ενεργειακής ή περιβαλλοντικής υπεροχής, η αύξηση μπορεί να φτάσει το 30%. 

Αυτή η ρύθμιση αποσκοπεί στην προώθηση βιώσιμων κατασκευών και χρήσεων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Ωστόσο, σύμφωνα με το άρθρο L-151-29, για προστατευόμενες περιοχές ή περιοχές πολιτιστικής κληρονομιάς, η υπέρβαση περιορίζεται στο 20%, προκειμένου να διασφαλιστεί η αισθητική και η περιβαλλοντική αξία. Επιπλέον, το συνολικό όριο υπέρβασης δεν μπορεί να ξεπερνά το 50%.Επίσης, στο άρθρο L-151-29-1, προβλέπεται πρόσθετη παρέκκλιση +5% εφόσον το έργο εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον, ενώ στη συνέχεια της ψήφισης των προαναφερθέντων άρθρων δημοσιεύθηκαν διατάγματα που καθορίζουν τα απαιτούμενα κριτήρια για να επωφεληθούν οι κατασκευές από αυτές τις ρυθμίσεις, με στόχο την επίτευξη ενεργειακής και περιβαλλοντικής υπεροχής. Εν συνεχεία, το άρθρο L152-5-2 επιτρέπει σε κατασκευές με περιβαλλοντική υπεροχή να αποκλίνουν από τους περιορισμούς ύψους που ισχύουν στους τοπικούς πολεοδομικούς κανόνες, ιδιαίτερα σε περιοχές που χρειάζονται περιβαλλοντική βελτίωση, και το άρθρο L. 152-5 του νόμου δίνει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή να εγκρίνει παρεκκλίσεις για τη μόνωση και την εγκατάσταση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε υπάρχοντα κτίρια, με σεβασμό στην αρχιτεκτονική κληρονομιά. Μάλιστα, το άρθρο L. 152-6 καθορίζει ότι σε δήμους με πληθυσμό άνω των 50.000 κατοίκων μπορεί να υπάρξουν εξαιρέσεις στους κανόνες δόμησης, προκειμένου να προωθηθεί η κοινωνική μίξη και η δημιουργία ελεύθερων χώρων. Οι παρεκκλίσεις αυτές επιτρέπουν δυνητικά την αύξηση του ύψους και της πυκνότητας κατασκευών, ενθαρρύνοντας τη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ τίθεται πρόβλεψη για επιπλέον 15% απαλλαγή στους κανόνες του μεγέθους των κτιρίων που συμβάλλουν στην ποιότητα του οικιστικού περιβάλλοντος, ενώ τα έργα με δημόσιο ενδιαφέρον μπορούν να επωφεληθούν από επιπλέον 5% απαλλαγή. Συνολικά, αυτές οι ρυθμίσεις στοχεύουν στη διασφάλιση της ποιότητας ζωής και στην προσαρμογή του κτιριακού αποθέματος στις προ- κλήσεις της κλιματικής αλλαγής. Εν συνεχεία, το άρθρο L. 171–4 του Κώδικα Κατασκευών και Κατοικίας ορίζει ότι ορισμένα κτίρια ή μέρη τους πρέπει να ενσωματώνουν διαδικασίες παραγωγής ανανεώσιμης ενέργειας ή συστήματα πράσινου, με τις υποχρεώσεις να ισχύουν για νέα κτίρια πάνω από 500 ή 1.000 τετραγωνικά μέτρα ανάλογα με τη χρήση τους και για επεκτάσεις ή ανακαινίσεις υφιστάμενων κτιρίων. Γενικά, οι πολεοδομικοί κανόνες καθορίζονται από τον κανονιστικό νομοθέτη, και οι δημοτικές αρχές μπορούν να εκδίδουν σχέδια πολεοδομίας ή παρεκκλίσεις από αυτά μόνο με ρητή νομοθετική εξουσιοδότηση. Ένα πα- ράδειγμα είναι το Παρίσι, που αναπτύσσει ένα βιοκλιματικό τοπικό σχέδιο για την προώθηση ενεργειακής αποδοτικότητας και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, με στόχο τη μηδενική εκπομπή άνθρακα έως το 2050. 

2.3.      Αυστρία 

Η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων είναι θεμελιώδης για την κλιματική πολιτική της Αυστρίας, η οποία στοχεύει στη μείωση των εκπομπών CO2 και στην προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Η ομοσπονδιακή νομοθεσία προωθεί τη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, την υποχρεωτική ανακαίνιση κτιρίων και την εξασφάλιση υψηλών προτύπων ενεργειακής απόδοσης, ενώ ομοσπονδιακοί και τοπικοί φορείς συνεργάζονται μέσω χρηματοδοτικών κινήτρων και φορολογικών ελαφρύνσεων για την υποστήριξη της μετάβασης σε ενεργειακά αποδοτικά κτίρια. Συγκεκριμένα, ο Ομοσπονδιακός Νόμος για την Ενεργειακή Απόδοση (EEffG) θεσπίζει υποχρεωτικούς στόχους εξοικονόμησης ενέργειας, ειδικά για δημόσιους φορείς και μεγάλες επιχειρήσεις, και ενθαρρύνει την υιοθέτηση συστημάτων διαχείρισης ενέργειας, ενώ οι τοπικοί πολεοδομικοί κανόνες επιτρέπουν στους Δήμους να καθορίζουν λεπτομερείς κανονισμούς για την οικοδόμηση, με τις πολεοδομικές παρεμβάσεις να απαιτούν συμμόρφωση με τα τοπικά σχέδια. Στην Αυστρία, οι κυβερνήσεις των κρατιδίων έχουν την εξουσία να εφαρμόζουν πράσινες πρωτοβουλίες μέσω κανονισμών σχεδιασμού και χωροταξίας. Οικοδομικοί κώδικες και καθεστώτα σχεδιασμού περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ενεργειακή απόδοση, χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και βιώσιμα υλικά κατασκευής, εστιάζοντας στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η πρόσφατη τροποποίηση του Κώδικα Δόμησης της Βιέννης (BO für Wien) περιλαμβάνει σημαντικές ρυθμίσεις για την προστασία του κλίματος, περιορισμούς στη βραχυχρόνια μίσθωση και άλλες καινοτόμες αλλαγές. Ανάμεσα στις πιο κρίσιμες αλλαγές είναι οι εξής: Εγκατάσταση Πρασίνου και Θερμομόνωσης: Επικεντρώνεται στη διευκόλυνση της εγκατάστασης πρασίνου και θερμομόνωσης σε υφιστάμενα κτίρια, επιτρέποντας την υπέρβαση ύψους μέχρι 15 εκ. για φυτεύσεις σε στέγες. Για κτίρια που κατασκευάστηκαν μετά την 1η Ιανουαρίου 1945, επιτρέπεται συνολική υπέρβαση ύψους έως 45 εκ. Φωτοβολταϊκά Συστήματα: Η κατασκευή φωτοβολταϊκών συστημάτων έως 15 kWp δεν απαιτεί έγκριση, διευκολύνοντας την ενσωμάτωσή τους σε νέα κτίρια. Αυξημένη Υποχρέωση Χρήσης Ηλιακών Πηγών: Η υποχρέωση παραγωγής ηλιακής ενέργειας για νέα κτίρια κατοικιών έχει διπλασιαστεί σε 1 kWp/150m . Υποχρέωση Εγκατάστασης Φωτοβολταϊκών: Νέα κτίρια κατοικιών και οι επεκτάσεις τους πρέπει πλέον να εγκαθιστούν φωτοβολταϊκές μονάδες. Επιπλέον, το άρθρο 69 προσφέρει νέες ευκαιρίες στον κατασκευαστικό τομέα, καθώς επιτρέπει αποκλίσεις από το σχέδιο ανάπτυξης (δηλαδή πολεοδομικές παρεκκλίσεις) για έργα που εξυπηρετούν την κλιματική προστασία και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή, οι οποίες θα είναι εφικτές εφόσον πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η μη υποβάθμιση των γειτονικών οικοπέδων, η διατήρηση της τοπικής εικόνας και η μη επιβάρυνση των μνημείων. Συγκεκριμένα, καθορίζεται ότι οι αποκλίσεις μπορούν να γίνουν αν συνεισφέρουν σε πιο κατάλληλες χρήσεις γης, στη διατήρηση παλαιών κτιρίων και στη στήριξη της κλιματικής προστασίας. 

2.4.      Ιταλία 

Η Ιταλία έχει υιοθετήσει στρατηγικές και πολιτικές ενεργειακής αποδοτικότητας τις τελευταίες δεκαετίες, εναρμονισμένες με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τους στόχους για το κλίμα. Το ενεργειακό πλαίσιο πολιτικής της εστιάζει στη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας, την προώθηση ανανεώσιμων πηγών και τη μείωση των εκπομπών άνθρακα. Το Εθνικό Σχέδιο Ενέργειας και Κλίματος (NECP) για την περίοδο 2021-2030 επιδιώκει να μειώσει την κατανάλωση ενέργειας κατά 43% και τη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο 30% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας έως το 2030, καθώς και να μειώσει τις εκ- πομπές κατά 33% στους τομείς εκτός του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών. Για την εφαρμογή της Οδηγίας για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων, η Ιταλία εισήγαγε το Νομοθετικό Διάταγμα 192/2005, που απαιτεί το Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης (APE) σε περιπτώσεις νέων κατασκευών, μεγάλων ανακαινίσεων και μεταβιβάσεων ακινήτων. Το APE παρέχει πληροφορίες σχετικά με την ενεργειακή απόδοση και πρέπει να ανανεώνεται μετά από εργασίες που επηρεάζουν την απόδοση του κτιρίου. Το Νομοθετικό Διάταγμα 199/2021 ενισχύει την ενεργειακή απόδοση, απαιτώντας οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να καλύπτουν τουλάχιστον το 60% της κατανάλωσης ενέργειας για ζεστό νερό και άλλες ανάγκες στα νέα και πλήρως ανακαινισμένα κτίρια από τον Ιούνιο του 2022. Για τα δημόσια κτίρια, το ποσοστό αυτό αυξάνεται κατά 5%. Οι αιτήσεις οικοδομικών αδειών για νέα και ανακαινισμένα κτίρια πρέπει να αποδεικνύουν τη συμμόρφωση με αυτή την απαίτηση. Περνώντας στην νομοθεσία των περιφερειών, ο Περιφερειακός Νόμος 18 της 26ης Νοεμβρίου 2019 της Λομβαρδίας εισάγει μέτρα για την απλούστευση και προώθηση της αστικής και εδαφικής ανάπλασης, ενθαρρύνοντας έργα που στοχεύουν στην αποκατάσταση και επαναχρησιμοποίηση υφιστάμενων κτιρίων αντί για την επέκταση σε ανεκμετάλλευτα εδάφη. Προβλέπει επίσης κίνητρα για την ενεργειακή αποδοτικότητα, την αντισεισμική ενίσχυση και την αναβάθμιση των περιβαλλοντικών προτύπων. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του νόμου, ο μέγιστος συντελεστής δόμησης μπορεί να αυξηθεί έως 20% για παρεμβάσεις που προάγουν την περιβαλλοντική αναβάθμιση και τη μείωση των ενεργειακών αναγκών. Αυτές οι παρεμβάσεις περιλαμβάνουν τη δημιουργία κοινωνικών κατοικιών, τη βελτίωση της ασφάλειας των κτιρίων, τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτων και τη χρήση πράσινων στεγών. Παράλληλα, οι δήμοι έχουν τη δυνατότητα, με σκοπό την «αναγέννηση» περιοχών και την αποκατάσταση εγκαταλελειμμένων και υποβαθμισμένων κτιρίων που αποτελούν δυνητικό οικοδομικό ή περιβαλλοντικό κίνδυνο να προγραμματίζουν παρεμβάσεις αποκατάστασης, απολαμβάνοντας κίνητρα για αύξηση των οικοδομικών δικαιωμάτων και συγκεκριμένα αύξηση του συντελεστή δόμησης από 5% έως 20%. Αυτές οι ρυθμίσεις στοχεύουν στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και την προώθηση της βιωσιμότητας στις αστικές περιοχές, δημιουργώνταςευνοϊκές συνθήκες για την ενεργειακή αποδοτικότητα και την περιβαλλοντική αναβάθμιση. Ο Νόμος 16 της 4ης Οκτωβρίου 2018 του Πεδεμόντιου 16 ενσωματώνει μέτρα για την επαναχρησιμοποίηση και ανάπλαση κτιρίων, παρόμοια με αυτά της Λομβαρδίας. Στόχος του νόμου είναι η αστική αναγέννηση και η βελτίωση υποβαθμισμένων περιοχών, εστιάζοντας σε κοινωνικές, περιβαλλοντικές και πολιτιστικές ανάγκες. Περιλαμβάνει κίνητρα για ανακαίνιση και ανακατασκευή κτιρίων, επισημαίνοντας τη βιωσιμότητα και τη δημι- ουργία δημόσιων χώρων, τη βελτίωση της κινητικότητας και την ανάπτυξη πράσινων υποδομών. Οι δημοτικές αρχές έχουν την ευχέρεια να προσδιορίζουν κτίρια για παρεμβάσεις αναβάθμισης και οι προτεινόμενες βελτιώσεις στοχεύουν στη βελτίωση της αρχιτεκτονικής, της στατικής και της ενεργειακής ποιότητας των κτιρίων, ενώ παρέχονται ευθέως κίνητρα όπως αυξήσεις όγκου και επιφάνειας σε κτίρια που προορίζονται για κατοικία ή τουριστική χρήση. Συνολικά, ο νόμος προωθεί τη βιωσιμότητα και την αποκατάσταση κτιρίων, βελτιώνοντας την ποιότητα ζωής και την οικονομική βιωσιμότητα των περιοχών, συμβάλλοντας παράλληλα στην ενεργειακή αναβάθμιση και την υλοποίηση της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας. Ο Περιφερειακός Νόμος του Βένετο υπ’ αριθ. 14/201917, στο πλαίσιο του προγράμματος “Veneto 2050”,αποσκοπεί στη βελτίωση της ποιότητας ζωής και στην αναδιοργάνωση των αστικών χώρων μέσω βιώσιμων πρακτικών και της κυκλικής οικονομίας. Ο νόμος προωθεί την ανακαίνιση του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος με έμφαση στη χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη μείωση της κατανάλωσης γης. Περιλαμβάνει επίσης δράσεις για την κατεδάφιση και ανακατασκευή υποβαθμισμένων κτιρίων. Οι παρεμβάσεις οικοδόμησης επιτρέπουν την επέκταση υφιστάμενων κτιρίων έως 15% υπό προϋποθέσεις ενεργειακής απόδοσης και χρήσης ανανεώσιμων πηγών. Η επέκταση μπορεί να φτάσει το 40% με την τήρηση συγκεκριμένων κριτη- ρίων. Παρόμοια, οι παρεμβάσεις αναβάθμισης επιτρέπουν αύξηση όγκου έως 25% για ολική κατεδάφιση και ανακατασκευή, με δυνατότητα αύξησης μέχρι 60% υπό προϋποθέσεις. 

2.5.      Ελβετία – Γενεύη 

Στο πλαίσιο της παρούσας ανάλυσης και παρόλο που δεν πρόκειται για χώρα της Ε.Ε. ώστε να αναμένεται η άμεση ενσωμάτωση κατευθύνσεων ενεργειακής και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στα κτίρια, αξίζει να αναφερθεί το πλεονέκτημα του σχεδιασμού από την αύξηση του ποσοστού χρήσης της γης στο καντόνι της Γενεύης για λόγους ενεργειακής βιωσιμότητας. Συνήθως, στη Γενεύη η επιφάνεια ενός κτιρίου σε ζώνη μονοκατοικίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25% της επιφάνειας του οικοπέδου. 

Όμως, η επιτρεπόμενη επιφάνεια των κτιρίων μπορεί να αυξηθεί με την τήρηση συγκεκριμενών ενεργειακών προτύπων. Συγκεκριμένα, εάν ένα κτίριο συμμορφώνεται με το πρότυπο HPE(Haute Performance Énergétique), η δομήσιμη επιφάνεια μπορεί να αυξηθεί κατά 27,5%, ενώ εάν πληροί το πρότυπο THPE (Très Haute Performance Énergétique), η αύξηση αυτή μπορεί να φτάσει το 30%. Τα ποσοστά αυτά ισχύουν επίσης για έργα ανακαίνισης που πληρούν ένα από αυτά τα πρότυπα. Συνοπτικά, τα εν λόγω ενεργειακά πρότυπα εισήχθησαν με νέες προβλέψεις στον Ενεργειακό Νόμο το 2016 (άρθρο 11), και πρέπει να υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή πριν την εκκίνηση οικοδομικών εργασιών κατασκευής, ανακαίνισης ή προσθήκης προς την έκδοση σχετικής οικοδομικής άδειας. Όσον αφορά το πολεοδομικό κίνητρο που αναφέρθηκε ανωτέρω, συγκεκριμένα, το άρθρο 59 του Νόμου περί κτιρίων και εγκαταστάσεων του Καντονιού της Γενεύης ορίζει ότι το ποσοστό της δόμησης σε ζώνες μονοκατοικιών συνήθως δεν μπορεί να υπερβαίνει το 25% της επιφάνειας του οικοπέδου. Ωστόσο, αυτό το ποσοστό μπορεί να αυξηθεί στο 27,5% όταν το κτίριο συμμορφώνεται με το πρότυπο Haute PerformanceÉnergétique (HPE) και στο 30% όταν τηρεί το πρότυπο Très Haute Performance Énergétique (THPE). Οι ίδιες αυξήσεις ισχύουν και για έργα ανακαίνισης, δίνοντας κίνητρο στους ιδιοκτήτες να εφαρμόσουν πιο ενεργειακά αποδοτικές λύσεις. Σε περιοχές εντατικής ανάπτυξης, το ποσοστό δόμησης μπορεί να φτάσει μέχρι και το 60% της επιφάνειας του οικοπέδου, εφόσον τηρούνται τα πρότυπα THPE και εγκριθεί από τις αρμόδιες αρχές. Αυτή η ευελιξία διευκολύνει την ανάπτυξη έργων μεγάλης κλίμακας που συμβάλλουν στη βιώσιμη αστική ανάπτυξη. Παράλληλα, οι ρυθμίσεις αυτές ισχύουν και για τα υπόγεια, επιτρέποντας την αύξηση της επιφάνειάς τους έως και 24%, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται τα αντίστοιχα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης. Αυτές οι ρυθμίσεις ενσωματώθηκαν στον Ενεργειακό Νόμο του 2016, με σκοπό την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης μέσω της τήρησης υψηλών ενεργειακών προτύπων. Η δυνατότητα αύξησης της επιτρεπόμενης δόμησης αποτελεί ένα σημαντικό κίνητρο για την προσαρμογή των κατασκευών στις σύγχρονες περιβαλλοντικές απαιτήσεις, διασφαλίζοντας την αρμονία με τον χαρακτήρα των περιοχών και συμβάλλοντας στην εξοικονόμηση ενέργειας .Εν τέλει, η στρατηγική της Γενεύης για την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης μέσω πολεοδομικών κινήτρων αποτελεί παράδειγμα μιας σύγχρονης και καινοτόμου προσέγγισης, που συνδυάζει την περιβαλλοντική βιωσιμότητα με τη βελτιστοποίηση της χρήσης της γης. Η εφαρμογή αυτών των πολιτικών δημιουργεί σημαντικές ευκαιρίες για πιο βιώσιμη αστική ανάπτυξη, προσφέροντας κίνητρα σε ιδιοκτήτες και κατασκευαστές να επενδύσουν σε ενεργειακά αποδοτικές λύσεις. 

2.6.      Συμπεράσματα 

Τα νομοθετήματα για την ενεργειακή και περιβαλλοντική αναβάθμιση κτιρίων στην Ευρώπη, όπως και στην Ελλάδα, περιλαμβάνουν κυρίως έναν συνδυασμό οριζόντιων μέτρων, με έγκριση της αρμόδιας αρχής(αντίστοιχης των Υπηρεσιών Δόμησης της Ελλάδας) και ενίοτε την εξουσιοδότηση προς ενσωμάτωση των οριζόντιων κινήτρων και «παρεκκλίσεων» σε πολεοδομικά σχέδια κατώτερου επιπέδου (όπως στην περίπτωση της Αυστρίας) ή σε αποφάσεις της αρμόδιας δημοτικής αρχής (όπως στην Ιταλία).Επιχειρώντας να κωδικοποιήσουμε τις σχετικές νομοθετικές προβλέψεις σε κατηγορίες, προκύπτουν οι εξής: Κατηγορία 1: Γενικού περιεχομένου προβλέψεις: Σε αυτή τη γενική κατηγορία τίθενται προβλέψεις της νομοθεσίας κυρίως σε επίπεδο Νόμων-Πλαισίων (π.χ. Κλιματικός Νόμος της Γερμανίας) και με χαρακτηριστικά γενικού περιεχομένου, όπου προβλέπονται στόχοι για την επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας και προκύπτει έναγενικότερο πνεύμα του νομοθέτη προς την προώθηση της ενεργειακής απόδοσης και περιβαλλοντικής βιωσιμότητας στον κτιριακό τομέα. Κατηγορία 2: Προβλέψεις περί προώθησης της ενεργειακής απόδοσης, τεχνικές κατευθύνσεις, φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις: Προς την ενσωμάτωση της Οδηγίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων(EPBD), σε όλα τα κράτη που εξετάστηκαν η εθνική νομοθεσία απαιτεί την έκδοση Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ) για τα κτίρια, το οποίο είναι απαραίτητο για την πώληση, ενοικίαση ή τη χρηματοδότηση ενεργειακών παρεμβάσεων. Το ΠΕΑ προκύπτει από επιθεώρηση του κτιρίου και αποτελεί προϋπόθεση για τη συμμόρφωση με τα ελάχιστα πρότυπα ενεργειακής απόδοσης. Επιπλέον, απαιτείται η εκπόνηση ενεργειακών μελετών και εκτίμηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων σε περίπτωση μίσθωσης ή πώλησης, ενώ πολλά νομοθετήματα απαιτούν τη συμμόρφωση με ενεργειακά πρότυπα ή πρωτόκολλα που επιβλέπουν την ενεργειακή απόδοση κατά το σχεδιασμό νέων έργων ή την ανακαίνιση υπαρχόντων κτιρίων, όπως και τη διεξαγωγή τεχνικών μελετών και αξιολογήσεων της ενεργειακής απόδοσης πριν από την έγκριση έργων αναβάθμισης. Σε όλες τις έννομες τάξεις προβλέπονται εισάγουν γενικά κίνητρα (π.χ. φορολογικές απαλλαγές, επιδοτήσεις) που ισχύουν σε εθνικό επίπεδο για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Κατηγορία 3: Συγκεκριμένα κίνητρα πολεοδομικού περιεχομένου για παρεμβάσεις στον κτιριακό τομέα με στόχο την αύξηση της περιβαλλοντικής και ενεργειακής ποιότητας: Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα νομοθετήματα προβλέπουν οριζόντια μέτρα που αφορούν την αύξηση του συντελεστή δόμησης, της επιφάνειας, του όγκου, του ύψους και γενικά την έγκριση παρεκκλίσεων από τους πολεοδομικούς κανόνες (Γαλλία, Ιταλία, Βιέννη, Γενεύη) ή την προσθήκη παρεκκλίσεων/εξαιρέσεων στο οικείο πολεοδομικό σχέδιο (Αυστρία) προκειμένου να ενισχυθεί η ενεργειακή αποδοτικότητα και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα και να αυξηθούν οι ανοιχτοί, δημόσιοι χώροι και το πράσινο εντός του αστικού ιστού. Συνολικά, τα νομοθετήματα για την ενεργειακή αναβάθμιση και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα των κτιρίων στην Ευρώπη συνδυάζουν στοιχεία οριζόντιων μέτρων εφαρμογής με απαιτήσεις σχεδιασμού και ενσωμάτωσης των κινήτρων στα πολεοδομικά σχέδια ή σε αποφάσεις της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, προκειμένου να διασφαλίσουν μια ολοκληρωμένη και βιώσιμη προσέγγιση στην ενεργειακή και περιβαλλοντική ποιότητα του κτιριακού δυναμικού. Αυτή η προσέγγιση επιτρέπει την προσαρμογή των στρατηγικών ανάλογα με τις τοπικές ανάγκες και τις συνθήκες, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί ορισμένες σταθερές θεσμικές – οριζόντιες – γραμμές για την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης. Οι προβλέψεις που αναφέρθηκαν και ενδιαφέρουν την παρούσα ανάλυση δείχνουν ότι τα κράτη-μέλη της ΕΕ υιοθετούν ποικίλα μέτρα και κίνητρα για την προώθηση της ενεργειακής αποδοτικότητας και της βιώσιμης ανάπτυξης. Η αύξηση του συντελεστή δόμησης, της δομήσιμης επιφάνειας και του ύψους των κτιρίων αποτελούν συχνά μέρος αυτών των κινήτρων που δίνονται κατά παρέκκλιση των γενικών πολεοδομικών ρυθμίσεων, ειδικά σε περιοχές με υψηλή πυκνότητα πληθυσμού, περιορισμένες δυνατότητες οριζόντιας επέκτασης, υποβαθμισμένες περιοχές ή εγκαταλελειμμένα οικοδομικά συγκροτήματα. Τέλος, μάλιστα, υπεύθυνη για την έγκριση του κινήτρου/ παρέκκλισης είναι η τοπική αρχή που είναι αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής άδειας (κατ’ αντιστοιχία των ελληνικών ΥΔΟΜ) η οποία προχωρεί στον προληπτικό έλεγχο περί συνδρομής των προϋποθέσεων που θέτει η οριζόντια νομοθετική διάταξη, και κατά περίπτωση λαμβάνοντας επίσης υπόψη της γνωμοδοτήσεις άλλων υπηρεσιών (π.χ. αρχαιολογικών συμβουλίων, αρχιτεκτονικών επιτροπών, κ.α.).

  1. Επίλογος

Η στάθμιση είναι μια σύνθετη διαδικασία και μάλιστα απαιτεί μια οπτική προοπτικής η οποία πρέπει να λάβει υπόψη της και το δικαιϊκό πολεοδομικό καθεστώς της χώρας μας, τον τρόπο και το χρόνο που δομήσαμε τις πόλεις μας, υπό ποιο πλαίσιο, ποιες συνθήκες και με ποιο όραμα. Η αυτούσια μεταφορά ξένων παραδειγμάτων δεν ωφελεί. Για πρώτη φορά με σαφήνεια και νομοθετική ειλικρίνεια, είναι αναγκαίο να καταγράψουμε τα προβλήματα του συστήματός μας και αντλώντας ιδέες από τα παραδείγματα του ευρωπαϊκού χώρου, να ενσωματώσουμε ρυθμίσεις που ανταποκρίνονται στις σύγχρονες αρχές βιωσιμότητας και βεβαίως στις συνταγματικές μας αρχές.   

**Το παρόν αποτελεί στοχευμένη σύνοψη νομικής μελέτης που συντάχθηκε στο πλαίσιο της δίκης περί συνταγματικότητας διατάξεων του Ν.Ο.Κ ενώπιον της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας (αποφάσεις 146-9/2025 Ολ ΣτΕ) . Η πλήρης μελέτη κατατέθηκε στο ΣτΕ ως συνοδευτικό έγγραφο των απόψεων του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας στις 04.10.2024.

Νομική μελέτη με τίτλο «Το νομοθετικό πλαίσιο για την αξιοποίηση, διαχείριση και προστασία παραθαλάσσιων χώρων, αιγιαλού και παραλίας», η οποία δημοσιεύτηκε στο τεύχος 1/2025 του Νομικού Περιοδικού «Περιβάλλον και Δίκαιο» των Εκδόσεων ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ.

Εισαγωγή 

Η παρούσα νομική μελέτη – κωδικοποίηση αποσκοπεί στην τεκμηριωμένη ανάλυση και επίλυση των νομικών ζητημάτων που ανακύπτουν σχετικά με τη διαχείριση, προστασία και αξιοποίηση του αιγιαλού και της παραλίας. 

Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζεται το ισχύον νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο που διέπει την οριοθέτηση του αιγιαλού και της παραλίας, τη διαδικασία παραχώρησης δικαιωμάτων χρήσης, καθώς και τα ζητήματα ελέγχου και επιβολής κυρώσεων. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο εμπεριέχει ποικίλες ρυθμιστικές διατάξεις που έχουν υποστεί μεταβολές και επικαιροποιήσεις τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατη τη θέσπιση του ν. 5092/2024, ο οποίος εισάγει νέους όρους για την προστασία και αξιοποίηση των παράκτιων περιοχών. Παράλληλα, ανακύπτουν κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τη διαχείριση του χώρου, τη διασφάλιση της κοινόχρηστης φύσης του αιγιαλού και της παραλίας, καθώς και τους περιορισμούς που τίθενται στη χρήση τους. 

Η διαχείριση των θαλάσσιων και παράκτιων περιοχών παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ιδίως όταν αφορά σε χώρες, όπως η Ελλάδα, της οποίας αναντίρρητα κυρίαρχο χαρακτηριστικό συνιστούν οι θάλασσες, οι ακτές, ο αιγιαλός και τα νησιά της. Ειδικότερα, οι παράκτιες περιοχές χρήζουν ιδιαίτερου χειρισμού και αντιμετώπισης λόγω του δυναμικού χαρακτήρα τους ως προς το συνδυασμό χερσαίου χώρου αλλά και του θαλάσσιου χώρου και περιβάλλοντος. Ο παράκτιος χώρος συνιστά μια διακριτή χωρική ενότητα με τα δικά της μοναδικά χαρακτηριστικά και ένα σύνολο από ιδιαιτερότητες που τον διαφοροποιούν από τις υπόλοιπες χωρικές ενότητες. 

Στην Ελλάδα έχει γίνει αρκετή συζήτηση επί των εννοιών και των ορισμών της ακτής/ακτογραμμής, του αιγιαλού και της παραλίας, καθώς και του παλαιού αιγιαλού, ζητήματα τα οποία έχουν απασχολήσει και τα δικαστήρια – διοικητικά και πολιτικά. Πάντως, ξεπερνώντας τα εννοιολογικά ζητήματα που προκύπτουν, είναι γεγονός ότι οι παράκτιες περιοχές είναι ενδιάμεσες περιοχές μεταξύ θάλασσας και ξηράς στις οποίες λαμβάνουν χώρα ποικίλες ανθρώπινες δραστηριότητες αλλά και στις οποίες επιδρούν έντονα φυσικοί παράγοντες όπως το κλίμα, με αποτέλεσμα να υπάρχει μεγάλη σύγκρουση των χρήσεων. Γίνεται, κατ’ αυτόν τον τρόπο, αντιληπτή η κοινωνικοοικονομική σημασία των παράκτιων περιοχών, καθώς αφενός εκεί συγκεντρώνονται αρκετές από τις ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία, ο τουρισμός και οι μεταφορές, αλλά και ο κίνδυνος που προκύπτει για το θαλάσσιο περιβάλλον ακριβώς από αυτή την «υπερσυγκέντρωση δραστηριοτήτων». 

Ισχύον πλαίσιο διαχείρισης αιγιαλού και παραλίας και ιστορική εξέλιξη των νομοθετικών διατάξεων

  • Η πρώτη απόπειρα ρύθμισης των πολύπλοκων ζητημάτων του αιγιαλού και της παραλίας έγινε με τον Α.Ν. 2344/1940 (ΦΕΚ Α’ 154) με τίτλο «Περί αιγιαλού και παραλίας», ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον ν. 2971/2001 με τίτλο «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις».
  • Ο ν. 2971/2001 αφορά στο καθεστώς του αιγιαλού, της παραλίας, των όχθεων και παρόχθιων ζωνών, κα- θώς και άλλων συναφών θεμάτων και στόχο έχει να ρυθμίσει τη χρήση, την προστασία και τη διαχείριση αυτών των εκτάσεων.
  • Ο ν. 2971/2001 αναθεωρήθηκε από τον ν. 4281/2014 (ΦΕΚ Α’ 285) με τίτλο «Μέτρα στήριξης και ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, οργανωτικά θέματα Υπουργείου Οικονομικών και άλλες διατάξεις». Μεταξύ πολλών άλλων περιελάμβανε νέες διατάξεις για τη χάραξη αιγιαλού και παραλίας και τον καθορισμό παλαιού αιγιαλού.
  • Εν συνεχεία, ο ν. 2971/2001 υπέστη εκ νέου τροποποίηση με τον ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α’ 65) με τίτλο «Ι. Κύρωση της Συμφωνίας για την Ασιατική Τράπεζα Υποδομών και Επενδύσεων, ΙΙ. Εναρμόνιση του Κώδικα Φ.Π.Α. με την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1065, ΙΙΙ. Ενσωμάτωση των σημείων 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 2 και των άρθρων 4,6, 7 και 8 της Οδηγίας 1164/2016, ΙV. Τροποποίηση του ν. 2971/2001 και άλλες διατάξεις». Το μέρος IV του νόμου επέφερε σημαντικές τροποποιήσεις σε ορισμούς του ν. 2971/2001 (π.χ. αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού), καθώς και σε ζητήματα κυριότητας παράκτιων χώρων αλλά και διαδικασίας καθορισμού του αιγιαλού.
  • Το πιο πρόσφατο νομοθέτημα, το οποίο – εν μέρει – αντικατέστησε τον ν. 2971/2001, είναι ο ν. 5092/2024 (ΦΕΚ Α’ 33) με τίτλο «Όροι αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στις παραθαλάσσιες περιοχές και άλλες διατάξεις». Ο νόμος έχει ως στόχο την προστατευτική μεταχείριση αιγιαλών και παραλιών, τη διασφάλιση του κοινόχρηστου χαρακτήρα αυτών και την αξιοποίησή τους κατά τρόπο επωφελή για την εθνική οικονομία, προστατευτικό για το περιβάλλον και σύμφωνο με το δημόσιο συμφέρον. Προς τούτο, εισάγει ρυθμίσεις σχετικές με τη διαδικασία χαρακτηρισμού αιγιαλού και παραλίας, τη διαδικασία και τη λήψη μέτρων προστασίας και κυρώσεων σχετικά με την παραχώρηση απλής χρήσης, ενώ για πρώτη φορά προστίθενται έννοιες όπως οι «απάτητες παραλίες».

Παρατηρήσεις 

Η διαχείριση του αιγιαλού και της παραλίας στην Ελλάδα έχει εξελιχθεί νομοθετικά μέσα από διαδοχικές ρυθμίσεις, ξεκινώντας από τον Α.Ν. 2344/1940 και φτάνοντας στον πιο πρόσφατο ν. 5092/2024. Ο βασικός νόμος 2971/2001 αποτέλεσε το θεμέλιο για το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, αλλά τροποποιήθηκε σημαντικά με τους ν. 4281/2014 και ν. 4607/2019 και, εν μέρει, αντικαταστάθηκε από τον ν. 5092/2024. Οι νομοθετικές αλλαγές επικεντρώνονται στη ρύθμιση της απλής χρήσης, προστασίας και διαχείρισης των παραθαλάσσιων εκτάσεων, με ιδιαίτερη έμφαση στην προστασία του περιβάλλοντος, τη διασφάλιση του κοινόχρηστου χαρακτήρα των ακτών και την ισορροπία μεταξύ αξιοποίησης και διατήρησης των φυσικών πόρων. 

Η παρούσα μελέτη, πέραν της εισαγωγικής ανάλυσης, διαρθρώνεται σε επιμέρους κεφάλαια που αφορούν, ιδίως, τους κρίσιμους ορισμούς και τις βασικές έννοιες υπό την κείμενη νομοθεσία, το πλαίσιο και τη διαδικασία οριοθέτησης του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού, τον προορισμό τους και το εφαρμοστέο ιδιοκτησιακό καθεστώς, καθώς και το ισχύον πλαίσιο, τη διαδικασία, τους όρους και τους περιορισμούς για την παραχώρηση του δικαιώματος απλής χρήσης αιγιαλών και παραλιών. Περαιτέρω, εξετάζονται οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για την παραχώρηση δικαιώματος χρήσης αιγιαλού και παραλίας για την εκτέλεση έργων, οι αποστάσεις δόμησης από τη γραμμή αιγιαλού και οι απαιτούμενες εγκρίσεις, το σύστημα ελέγχων, τα διοικητικά μέτρα και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, ενώ η μελέτη ολοκληρώνεται με γενική αποτίμηση των ισχυουσών ρυθμίσεων. 

Για την αναλυτική ανάπτυξη των ανωτέρω ζητημάτων γίνεται παραπομπή στο πλήρες κείμενο της μελέτης. 

Η μελέτη είναι διαθέσιμη και μέσω της διαδικτυακής πλατφόρμας Qualex στον σύνδεσμο https://lnkd.in/d9_49DNh

Άρθρο σχετικά με την «Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο», όπως εγκρίθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα από 6/17.4.2025 (ΦΕΚ Δ’ 227/2025). Αναδημοσίευση στον ιστότοπο «ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ / Daily».

Η Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ), όπως εγκρίθηκε με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/17.4.2025 (ΦΕΚ Δ’ 227/2025) αποτελεί το πρώτο θεσμικό πλαίσιο θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (ΘΧΣ) στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 του Ν. 4546/2018 (ΦΕΚ Α΄ 101/12.06.2018), με τον οποίο ενσωματώθηκε η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/89/ΕΕ «περί θεσπίσεως πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό». Γενικά, ο ΘΧΣ επιδιώκει να παρέχει τη δυνατότητα στις δημόσιες αρχές να οργανώνουν ανθρώπινες δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές, ώστε να επιτευχθούν οικολογι κοί, οικονομικοί και κοινωνικοί στόχοι. Προς τούτο, η Οδηγία απαιτεί από τις χώρες της ΕΕ να εκπονήσουν θαλάσσια χωροταξικά σχέδια, τα οποία θα πρέπει να αποτυπώνουν τις υπάρχουσες ανθρώπινες δραστηριότητες στα θαλάσσια ύδατά τους και να καθορίζουν την πλέον αποτελεσματική μελλοντική χωροταξική ανάπτυξή τους. Κατόπιν της καθυστέρησης της χώρας στην υιοθέτηση ΘΧΣ, εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, υπόθεση C-128/24, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025), στην οποία τα επικαλούμενα επιχειρήματα του Ελληνικού Κράτους (η πολυπλοκότητα του νομικού πλαισίου, οι διαπραγματεύσεις για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη – ΑΟΖ) απορρίφθηκαν, με το Δικαστήριο να τονίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να επικαλούνται εσωτερικές δυσκολίες για να αποφύγουν την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου. Η ΕΧΣΘΧ που αναλύεται στο παρόν αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εργαλείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη του θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, ενσωματώνοντας περιβαλλοντικές, οικονομικές και γεωπολιτικές παραμέτρους. Φυσικά, όμως, ο εθνικός ΘΧΣ δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς εκκρεμεί η σύνταξη, δημοσίευση, και έγκριση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων των παρ. 4 επ. του άρθρου 6 Ν. 4546/2018, και σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 13-14 της ΕΧΣΘΧ. Ποια έκταση καλύπτει ο ΘΧΣ; Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 Ν. 4546/2018, ο ΘΧΣ περιλαμβάνει: α) την Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ), η οποία αναλύεται στο παρόν, και β) τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια, τα οποία αντιστοιχούν στο περιφερειακό επίπεδο σχεδιασμού του άρθρου 2 του Ν. 4447/2016 και για τα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 8 του Ν. 4546/2018. Εν προκειμένω, η εκδοθείσα ΕΧΣΘΧ εφαρμόζεται στον θαλάσσιο χώρο της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων της αιγιαλίτιδας ζώνης, της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), με σεβασμό στα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και τις διεθνείς υποχρεώσεις της. Συγκεκριμένα, το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ και γενικότερα του ΘΧΣ, καθορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4546/2018 ως αυτό που αφορά «στο θαλάσσιο χώρο, δηλαδή στα θαλάσσια ύδατα και στο θαλάσσιο τμήμα της παράκτιας ζώνης…». Τα θαλάσσια ύδατα περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3983/2011 (A’ 144), τα ύδατα, τον θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφος στη θαλάσσια πλευρά της γραμμής βάσης από την οποία μετριέται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, έως τα όρια της περιοχής όπου η Ελληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα ή ασκεί δικαιοδοσία, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995 (A’ 136). Αντίστοιχα, ως παράκτια ζώνη ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 4546/2018 «η γεωμορφολογική περιοχή εκατέρωθεν της ακτογραμμής, στην οποία η αλληλεπίδραση μεταξύ του θαλάσσιου και του χερσαίου τμήματος αποκτά τη μορφή πολύπλοκων συστημάτων οικολογικών στοιχείων και πόρων αποτελούμενων από βιοτικές και αβιοτικές συνιστώσες που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν με τις ανθρώπινες κοινότητες και τις σχετικές κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες». Σημειώνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ δεν θίγει τη χάραξη και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, όπως αυτές προκύπτουν από την UNCLOS (παρ. 3 άρθρου 2 ν. 4546/2018).

Στόχοι: Ανάπτυξη και βιωσιμότητα στον θαλάσσιο χώρο Κεντρικός άξονας της ΕΧΣΘΧ είναι η ενίσχυση της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας των οικολογικών και κοινωνικοοικονομικών συστημάτων μέσω οικοσυστημικής προσέγγισης (παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3983/2011) που προάγει τη βιώσιμη συνύπαρξη και τη συμβατότητα των χρήσεων. Η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου για τις Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές (ΘΠΠ) με Προεδρικά Διατάγματα και Σχέδια Διαχείρισης αποτελεί κεντρικό στόχο, συνδεόμενη με τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ). Δίνεται έμφαση στη ρύθμιση δραστηριοτήτων, με δυνατότητα εξαιρέσεων για ενεργειακά έργα υπό όρους και συμμετοχή των τοπικών φορέων. Η προώθηση της θαλάσσιας ανάπτυξης και της γαλάζιας οικονομίας επικεντρώνεται στις ενεργειακές επενδύσεις μέσω της συμβατότητας με το ΕΣΕΚ, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη υπεράκτιων ΑΠΕ, την ηλεκτρική διασύνδεση και τις υποδομές μεταφοράς ενέργειας, καθώς και στον συνδυασμό με υποδομές φυσικού αερίου. Παράλληλα, αναφέρεται η ενίσχυση των θαλάσσιων ενδομεταφορών και των λιμενικών υποδομών, η επιλεκτική εξόρυξη υδρογονανθράκων με περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς και η βιώσιμη ανάπτυξη του θαλάσσιου τουρισμού, των υδατοκαλλιεργειών και της βιοτεχνολογίας. Σε επίπεδο κοινωνικής και περιβαλλοντικής συνοχής, η Στρατηγική περιλαμβάνει στόχους για την ανάπτυξη υποδομών διασυνδεσιμότητας, την ανάδειξη του θαλάσσιου τοπίου, την αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων, την προστασία των παράκτιων πληθυσμών από την κλιματική αλλαγή και την εφαρμογή μέτρων θαλάσσιας επιτήρησης και ασφάλειας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη βιώσιμη διαχείριση παράκτιων υδάτων που εμφανίζουν περιβαλλοντική υποβάθμιση. Περιλαμβάνονται επίσης παρεμβάσεις για την προστασία ειδών και οικοτόπων, τον περιορισμό των ξενικών ειδών και τη ρύθμιση δραστηριοτήτων που προκαλούν υποθαλάσσιο θόρυβο, με διατομεακή συνεργασία και επιστημονική τεκμηρίωση. Ποιες αρχές κατευθύνουν την ΕΧΣΘΧ; Ο ΘΧΣ οφείλει να εξειδικεύει υπερκείμενες επιλογές με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες, να διαχειρίζεται τον θαλάσσιο χώρο με στόχο την ανθεκτικότητα και να προάγει συνέργειες μεταξύ χρήσεων. Δεν απαιτείται τοπολογική ή διοικητική συνέχεια στις περιοχές εφαρμογής, ενώ ο σχεδιασμός λαμβάνει χώρα σε τρεις διαστάσεις (επιφάνεια, στήλη ύδατος, βυθός), με έμφαση στην πολυχρηστικότητα, τις χρονικές μεταβολές και τις ανάγκες ευελιξίας. Ο ΘΧΣ μπορεί να είναι κανονιστικός ή κατευθυντήριος, ανάλογα με τη φύση και την ένταση των χρήσεων. Οι παράγοντες προσδιορισμού της κανονιστικής ή κατευθυντήριας πυκνότητας είναι: α) ο χαρακτήρας των χρήσεων (οχλούσες, μη οχλούσες), β) η ένταση των χρήσεων (υψηλής ή χαμηλής έντασης), γ) η έκταση των χρήσεων (σημειακές, εκτατικές), δ) η φύση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των χρήσεων (συμπληρωματικές, ανταγωνιστικές) και ε) η συμβατότητα των χρήσεων με το υφιστάμενο κοινωνικό, οικολογικό και αναπτυξιακό δυναμικό των περιοχών στον θαλάσσιο και χερσαίο χώρο.

Ειδική σημασία δίνεται στη συμμετοχή τοπικών κοινωνιών και φορέων σε όλα τα στάδια του σχεδιασμού. Προβλέπεται πολυεπίπεδη διαβούλευση (τοπική, περιφερειακή, εθνική) και δημιουργία διυπουργικών επι- τροπών και δομών τακτικής παρακολούθησης (όπως ένα Παρατηρητήριο Θαλάσσιου Σχεδιασμού στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας) και αξιολόγησης. Προτείνεται, επιπλέον, η δημιουργία ενιαίας βάσης γεωχωρικών δεδομένων και η αξιοποίηση ανοικτών δεδομένων από ερευνητικούς φορείς για την υποστήριξη της Στρατηγικής. Ποιες παρεμβάσεις επιτρέπονται στον θαλάσσιο χώρο ανά τομέα; Για τις προστατευόμενες περιοχές και την προστασία της βιοποικιλότητας, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο στις θεσμοθετημένες περιοχές Natura 2000, αλλά και σε μη θεσμοθετημένες περιοχές οικολογικής σημασίας, όπως κρίσιμα ενδιαιτήματα και περιοχές αναπαραγωγής. Επιβάλλεται η συστηματική αξιολόγηση των σωρευτικών και διασυνοριακών επιπτώσεων από δραστηριότητες, καθώς και η εφαρμογή στρατηγικών αποφυγής αρνητικών συνεπειών σε ευαίσθητα οικοσυστήματα μέσω κατάλληλης χωροθέτησης. Η συμβατότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων με τους στόχους προστασίας πρέπει να διασφαλίζεται με στοχευμένους κανονισμούς και ολοκλήρωση της εφαρμογής διαχειριστικών σχεδίων και προστατευτικών Προεδρικών Διαταγμάτων. Στον τομέα της άμυνας και εθνικής ασφάλειας απαγορεύεται η χωροθέτηση άλλων δραστηριοτήτων σε στρατιωτικές περιοχές, ενώ προβλέπεται η λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τις στρατιωτικές δραστηριότητες. Για τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ προτείνεται η αποφυγή εγκατάστασης αιολικών πάρκων σε ευαίσθητες περιοχές. Σε ΘΠΠ, η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών επιτρέπεται μόνο με σεβασμό στους διαχειριστικούς στόχους και την αποφυγή αρνητικών επιπτώσεων. Η βυθοκόρηση και η απόληψη αδρανών υλικών πρέπει να γίνονται με περιβαλλοντική προσοχή, αποφεύγοντας περιοχές με σημαντικά βενθικά ενδιαιτήματα και προλαμβάνοντας τη διάβρωση. Στις θαλάσσιες οδούς και τη ναυσιπλοΐα ενδείκνυται η χρήση εργαλείων θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, όπως οι περιοχές προς αποφυγή, τα συστήματα διαχωρισμού κυκλοφορίας, και οι περιοχές αποκλεισμού επικίνδυνων φορτίων, για την προστασία περιοχών όπως οι ΘΠΠ, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι τουριστικές ζώνες και οι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι. Επίσης, απαιτούνται μέτρα για την πρόληψη ατυχημάτων και την παρακολούθηση της ναυσιπλοΐας. Η αλιεία απαιτεί συντονισμό για την προστασία των θαλασσών, εφαρμογή εργαλείων περιορισμού (όπως απαγορεύσεις εποχιακής αλιείας), απαγόρευση συρόμενων εργαλείων σε αρχαιολογικούς χώρους και ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων σε ευάλωτους οικοτόπους. Οι υδατοκαλλιέργειες πρέπει να διέπονται από σχέδιο βιωσιμότητας και οικοσυστημική προσέγγιση, συμμόρφωση με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, απαγόρευση σε περιοχές με βλάστηση ή κοραλλιογενείς σχηματισμούς και αυστηρή ρύθμιση στη χρήση ξενικών ειδών εντός ΘΠΠ. Ο θαλάσσιος τουρισμός και οι δραστηριότητες αναψυχής απαιτούν ρύθμιση με στόχο την ελαχιστοποίηση των κινδύνων ατυχημάτων και επιπτώσεων, ει- δικά σε ΘΠΠ και περιοχές ειδικής διαχείρισης. Προβλέπεται αυστηρός περιορισμός της πλεύσης και πρόσδεσης κρουαζιερόπλοιων κοντά σε προστατευόμενες περιοχές και ενάλιες αρχαιότητες, ρύθμιση αδειών ναυσιπλοΐας, εθνική στρατηγική για τη ναυσιπλοΐα αναψυχής που αντιμετωπίζει τις συγκρούσεις χρήσεων και σύστημα κατανομής θέσεων ελλιμενισμού για τον έλεγχο της ροής των προσεγγίσεων. Επίσης, απαιτεί- ται διακρατική συνεργασία, ιδίως για τον έλεγχο των ρύπων στον κλάδο της κρουαζιέρας και την εφαρμογή περιφερειακών ρυθμίσεων σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βαρκελώνης. Η χωροθέτηση καταδυτικών πάρκων επιτρέπεται μόνο υπό όρους και περιορισμούς σε περιοχές με φυσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον. Οι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι απαιτούν περιορισμούς σε ανθρωπογενείς δραστηριότητες και ειδικά μέτρα για την προστασία και βιώσιμη αξιοποίησή τους μέσω καταδυτικού τουρισμού, ερευνητικών δράσεων και προβολής των υποθαλάσσιων πολιτιστικών πόρων. Στις ΑΠΕ, στόχος είναι η χωροθέτηση υπεράκτιων πλωτών αιολικών και φωτοβολταϊκών σε οργανωμένους υποδοχείς, ενώ μεσοπρόθεσμα προβλέπεται η χωροθέτηση κυματικής και παλιρροϊκής ενέργειας, αλλά και αλγοκαλλιέργειας. Τέλος, προβλέπεται η δημιουργία Καινοτόμων Θαλάσσιων Επιχειρηματικών Πάρκων για τη φιλοξενία μεταποιητικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον θαλάσσιο χώρο.

Συνέργεια Ξηράς και Θάλασσας

Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια θα πρέπει να εναρμονίζονται με τα θεσμοθετημένα χωροταξικά πλαίσια της ξηράς, ειδικά στον παράκτιο χώρο, και να καθορίζουν την ανάπτυξη υποδομών και δραστηριοτήτων στον θαλάσσιο χώρο με αναφορά στην ΕΧΣΘΧ. Σε περιπτώσεις κοινών χερσαίων και θαλάσσιων υποδομών, απαιτείται διαχείριση σύμφωνα με το Πρωτόκολλο ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών (ΟΔΠΖ). Προβλέπεται επίσης (άρθρο 8) ότι τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τόσο τις μεμονωμένες όσο και τις σωρευτικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων, αξιολογώντας τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες, και η αξιολόγηση των επιπτώσεων πρέπει να γίνεται κατά την εκπόνηση των σχεδίων και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτών (ΣΜΠΕ), λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε θαλάσσιας περιοχής. Επιπλέον, αναφέρεται (άρθρο 9) πως τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια εξελίσσουν και επανεκτιμούν τις υπάρχουσες κατευθύνσεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων μέσω ενός συνδετικού μηχανισμού εποπτείας και παρεμβάσεων. Στο άρθρο 10 καθορίζονται κανόνες για την εναρμόνιση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων με τα Ειδικά και Περιφερειακά Πλαίσια, διασφαλίζοντας αμφίδρομη ανατροφοδότηση, δυνατότητα τροποποιήσεων, και αντιμετώπιση αντικρουόμενων ρυθμίσεων μέσω του ΚΕΣΥΧΩΘΑ (Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων). Τέλος, προβλέπεται πως η εφαρμογή των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων πρέπει να ενσωματώνει την ΟΔΠΖ και να συντονίζεται με τις προβλέψεις του πολεοδομικού σχεδιασμού, ενώ η αξιοποίηση γεωχωρικών δεδομένων από διαφορετικά Υπουργεία δύναται να απαιτεί τη σύσταση Επι- τροπής Ελέγχου Γεωχωρικών Δεδομένων σε Εθνικό Επίπεδο.

Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια: Το εργαλείο εφαρμογής

Το άρθρο 13 καθορίζει το περιεχόμενο και τη διαδικασία κατάρτισης των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων, τα οποία βασίζονται στην ΕΧΣΘΧ. Τα Πλαίσια λαμβάνουν υπόψη μια σειρά από παραμέτρους (περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, οικονομικούς, αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας, την κλιματική αλλαγή, την ασφάλεια, κ.α.), συνίστανται από κείμενα, χάρτες και διαγράμματα και παρέχουν κατευθύνσεις για τη χωρική ανάπτυξη, τη χωροθέτηση παραγωγικών δραστηριοτήτων και υποδομών, τη διαμόρφωση ζωνών, την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και την εφαρμογή ενεργών παρεμβάσε- ων. Επιπλέον, δίνεται έμφαση στη διαφάνεια και συμμετοχικότητα, με πρόβλεψη για ουσιαστική δημόσια διαβούλευση από το αρχικό στάδιο σχεδιασμού τους, προωθώντας τη συνεργασία μεταξύ κρατικών φορέων, ερευνητικών ιδρυμάτων, επαγγελματικών και κοινωνικών εταίρων σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 4546/2018 περί δημόσιας διαβούλευσης και συμμετοχής του κοινού. Το τελικό Άρθρο 14 αναφέρεται στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις προσδιορισμού των Θαλάσσιων Χωρικών Ενοτήτων (ΘΧΕ) που χρησιμοποιούνται ως μονάδες αναφοράς για την εκπόνηση των Πλαισίων και ορίζονται λαμβάνοντας υπόψη γεωπολιτικά κριτήρια, λόγω της στρατηγικής σημασίας των ελληνικών θαλάσσιων περιοχών, την ανάπτυξη με κριτήρια λειτουργικότητας και κρίσιμης μάζας (π.χ. πληθυσμός, υποδομές, φυσικοί πόροι), την διαφοροποίηση πιέσεων και προτύπων σε κάθε θαλάσσια περιοχή, τα ποιοτικά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, την ανάγκη εξειδικευμένων στρατηγικών ανά περιοχή, την ολιστική προσέγγιση στον νησιωτικό χώρο, καθώς και τις λειτουργικές σχέσεις με τις χερσαίες ενότητες, για συνέργειες και βελτιστοποίηση πολιτικών. Τέλος, καθορίζονται τέσσερις βασικές θαλάσσιες χωρικές ενότητες (περ. β της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 4546/2018), οι οποίες αποτυπώνονται σε σχετικό χάρτη.

«Βιωσιμότητα και Φέρουσα Ικανότητα στον Σχεδιασμό: Αρχή ή Έννοια;» Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LAWYER | The Business Magazine.

Η αρχή της Βιωσιμότητας – Νομοθεσία και Νομολογία (2010-2024)

Στο πεδίο του δικαίου Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος διάγουμε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας (2010 – 2024) η οποία διακρίνεται, αφενός από πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες και αφετέρου από την έκδοση πολλών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που διαμορφώνουν μια έντονη τάση για τη μείωση του φαινομένου της άναρχης δόμησης στην εκτός σχεδίου περιοχή, την προστασία του περιβάλλοντος και διαφύλαξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομίας.

Πράγματι, ειδικά την τελευταία 15ετία, εάν κωδικοποιήσει κανείς το σύνολο των νομοθετημάτων γύρω από αυτά τα ζητήματα της πολεοδομίας, της χωροταξίας και του περιβάλλοντος, θα διαπιστώσει την ψήφιση άνω των 15 σημαντικών κατά το νομοθέτη πρωτοβουλιών, όπου στην αιτιολογική τους έκθεση περιγράφεται η ανάγκη πολεοδομικής μεταρρύθμισης και αλλαγής με στόχο τη βιωσιμότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Αναφέρουμε ιδίως την ψήφιση των Ν. 4030/20111, Ν. 3937/20112, Ν. 4178/20133, 4447/ 20164, 4467/20175, N. 4685/20206, Ν. 4964/20227 και τον πρόσφατο Ν. 5037/20238καθώς και τον τελευταίο νόμο του 2024 «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των πολυεπίπεδων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους τομείς:

α) της διαχείρισης υδάτων,

β) της διαχείρισης και προστασίας των δασών,

γ) της αστικής ανθεκτικότητας και πολιτικής,

δ) της καταπολέμησης της αυθαίρετης δόμησης,

ε) της ενεργειακής ασφάλειας».

Γεννάται επιπλέον το ερώτημα: Oι νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπου στο αιτιολογικό και στο σκεπτικό τους έχουν ως στόχο την πολεοδομική μεταρρύθμιση, έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Η αλήθεια είναι, ότι διακρίνεται συνεχής, εγγενής προβληματισμός τόσο στον τυπικό νομοθέτη όσο και στον εφαρμοστή του δικαίου και στους πολίτες.

Παράλληλα, ιστορικά ενώ προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε δια νομοθετικών πρωτοβουλιών κενά του παρελθόντος και να ενσωματώσουμε τη νομολογία του ΣτΕ, στον ευρωπαϊκό χώρο τελούνται σημαντικές και εξαιρετικές αλλαγές που αλλάζουν και τοποθετούν τον πήχη ακόμα πιο ψηλά σε σχέση με τις δικές μας προοπτικές και μεταρρυθμίσεις. Με φάρο την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία διαμορφώνεται το νέο πεδίο του «Δικαίου της Βιωσιμότητας» και αναπτύσσονται ταχύτατα εξειδικεύσεις της νομικής επιστήμης (Φυσικοί Πόροι – Προστασία της Φύσης, Κυκλική οικονομία, Προστασία του Κλίματος – Ενεργειακή ουδετερότητα – Αστική βιωσιμότητα, κινητικότητα κ.α).

Περαιτέρω, ενσωματώνονται στο πεδίο των νομικών μελετών και ελέγχων οι εκθέσεις βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας (legal sustainability report) και φέρεται το δίκαιο βιωσιμότητας (Sustainability law) να διαμορφώνει ένα ευρύτερο κλάδο δικαίου από τον παραδοσιακό τομέα του Δικαίου Περιβάλλοντος.

Υπό αυτό το πρίσμα και υπό αυτή την ιστορική συνθήκη, ως αναλύθηκε, ο σύγχρονος νομικός καλείται να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα: «Πώς το εθνικό δίκαιο μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή των Ευρωπαϊκών εξελίξεων για τη βιωσιμότητα;»

Το ειδικό ζήτημα της «φέρουσας ικανότητας»

Αν και η ρητή νομοθετική αποτύπωση του ορισμού της Φ.Ι. είναι εξαιρετικά πρόσφατη, το ΣτΕ ήδη από την δεκαετία του 1990 επικαλούταν την έννοια αυτή είτε κατά την κρίση επί αιτήσεων ακυρώσεως αποφάσεων είτε κατά την έκδοση πρακτικών επεξεργασίας (ΠΕ) επί σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων στο πλαίσιο άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων.

Η έννοια της Φ.Ι. έχει, μεταξύ άλλων, οριστεί ως η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων, ώστε να μην επέλθει σοβαρή επιδείνωσή τους10. Ο προσδιορισμός της απαιτεί συνεκτίμηση παραμέτρων του τρίπτυχου κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον και δεν εξαρτάται μόνο από μετρήσιμα ποσοτικά δεδομένα (τεχνικά, οικονομικά, επιστημονικά), αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών παραγόντων που συνδέονται με τις πολιτιστικές αξίες, τις παραδόσεις, τη φυσιογνωμία της περιοχής.

Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι., στην παρ. 1 του άρθρου 64 του πρόσφατου Ν. 4964/202212 δόθηκε ο νομοθετικός ορισμός της ως εξής: «Ως Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος, νοού- νται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία».

Ενσωμάτωση νέων αρχών και τάσεων στο σχεδιασμό και στο Δίκαιο

Κυρίαρχο συμπέρασμα των ανωτέρων δεδομένων καθίσταται ότι, πέραν του γενικότερου «βάρους» των πολεοδομικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, πρέπει να ενσωματώσουμε νέες νομικές έννοιες, νέα πεδία εξειδίκευσης και σαφώς να επαναπροσδιορίσουμε τις απαιτήσεις νομικών ελέγχων και εκθέσεων υπό το φως των σημαντικών νομικών εξελίξεων.

Πρώτο μεγάλο πεδίο ενσωμάτωσης των αλλαγών αποτελεί ο σχεδιασμός και ιδίως το πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά σε εκατοντάδες Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια που εκπονούνται για το σύνολο σχεδόν της χώρας.

Ζητήματα, όπως η ενσωμάτωση στο εσωτερικό μας δίκαιο και στις διαδικασίες σχεδιασμού των υποχρεωτικών εκθέσεων βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας τουλάχιστον για σχέδια ή προγράμματα, καθώς και η νομική αξιολόγηση και η ένταξη στο σχεδιασμό των αρχών της φέρουσας ικανότητας θα μας απασχολήσουν ως προαπαιτούμενα την επόμενη ιστορική περίοδο.

Εντασσόμενοι σε αυτό το νέο ιστορικό κύκλο που μας δεσμεύει ως φαίνεται α) να αποκαταστήσουμε την ασφάλεια δικαίου συμφώνως με τις αποφάσεις του ΣτΕ και β) να μελετήσουμε νέες διεθνείς νομικές τάσεις, ώστε να ακολουθήσουμε την πορεία της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, θεωρούμε ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο μέρος της νομικής επιστήμης.

Οι νέες διεθνείς νομικές τάσεις καθώς και η νομολογία του ΣτΕ αναδεικνύουν την αναγκαιότητα όχι μόνο επεξεργασίας – δημιουργίας και ακολουθίας των νόμων per se, αλλά πολύ περισσότερο, τη δημιουργία «attitude» – αντίληψης και κουλτούρας, ώστε να διέπονται όλες οι δράσεις, οι ενέργειές μας και οι ενσωματώσεις στο δίκαιό μας από συνεκτικότητα και κοινό στόχο. Η εδραίωση νομικών εργαλείων (sustainability reports, αξιολόγηση ενσωμάτωσης αρχών της φέρουσας ικανότητας στο σχεδιασμό) θα υποβοηθήσουν αυτή την πρόοδο, ώστε από την έννοια της υποχρεωτικότητας και της «αρχής» να οδηγηθούμε στην έννοια της κοινής κατανόησης και στοχοθεσίας για την βιωσιμότητα. Στην έννοια της «αντίληψης».

«ESG: Προκλήσεις στην εφαρμογή τους», άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό LAWYER | The Business Magazine

H Νομοθεσία για τα κριτήρια ESG (Environmental, Social, Governance) έχει αναδειχθεί ως κρίσιμος παράγοντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων, την προώθηση υπεύθυνων πρακτικών και την προτεραιοποίηση στη χρηματοδότηση επενδύσεων. Σημαντικός κρίνεται ο εντοπισμός των προκλήσεων και των κενών που εμφανίζονται κατά την εφαρμογή των ΕSG, ώστε με τα κατάλληλα εργαλεία αυτά να αντιμετωπίζονται και να ελαχιστοποιούνται.

Greenwashing και ESG

Υπό αυτό το πρίσμα, και με δεδομένο ότι τα κριτήρια ESG και οι εκθέσεις βιωσιμότητας συνεχίζουν να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις επενδυτικές ευκαιρίες, το Greenwashing φαίνεται να παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο πρόβλημα παγκοσμίως, αποτελώντας σημαντικό εμπόδιο για τις εταιρείες επενδύσεων που στοχεύουν να εφαρμόσουν τη βιωσιμότητα στην επενδυτική τους στρατηγική.

Τι είναι όμως το «Greenwashing» – Ο όρος του «πράσινου ξεπλύματος»;

«Παραπληροφόρηση που διαδίδεται από έναν οργανισμό, ώστε να παρουσιάζεται μια δημόσια εικόνα περιβαλλοντικής ευθύνης που δημοσιεύεται από ή για έναν οργανισμό, αλλά θεωρείται ως αβάσιμη ή σκόπιμα παραπλανητική», ή «πρακτική της προώθησης φιλικών προς το περιβάλλον προγραμμάτων για την εκτροπή της προσοχής από τις μη, ή λιγότερο, φιλικές προς το περιβάλλον δραστηριότητες ενός οργανισμού»[1].

Έλλειψη Καταρτισμένου Προσωπικού

Η έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού με γνώση και εμπειρία στον τομέα ESG και βιωσιμότητας μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην αποτελεσματική υλοποίηση των πολιτικών συμμόρφωσης και πρακτικών. Πλέον καθίσταται απαραίτητο εταιρίες που ασχολούνται ειδικά με την ανάπτυξη ακινήτων και την αδειοδότηση επενδύσεων να διαθέτουν καταρτισμένη νομική και τεχνική ομάδα στο δίκαιο της βιωσιμότητας, του περιβάλλοντος, στις πρακτικές και στα ESG κριτήρια. Είναι σαφές πιά πως η διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας και αντίληψης εντός των εταιριών για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται πλέον οι επενδύσεις και οι κάθε είδους αναπτύξεις είναι αναγκαία.

Ελλείψεις στα υπάρχοντα πολεοδομικά εργαλεία

Αναφορές των κριτηρίων ESG στην ελληνική νομοθεσία, αναφορικά με τον πολεοδομικό σχεδιασμό εμφανίζονται στον Ν. 4864/2021 (ΦΕΚ 237/Α/2.12.2021) περί Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου στην περίπτωση έγκρισης του ειδικού πολεοδομικού εργαλείου του Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. ορίζεται ότι «Επενδυτικά σχέδια για τα οποία εγκρίνεται Ε. Σ.Χ.Α.Σ.Ε., οφείλουν από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας τους να εφαρμόζουν σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης στη βάση των κριτηρίων ESG και να καταρτίζουν ετήσιο απολογισμό Βιωσιμότητας («sustainability reporting») για την παράθεση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών στο πλαίσιο των ESG, σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα.» Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει την έκδοση ΚΥΑ, με την οποία θα καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή από τον επενδυτή σχεδίου αρχών βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα το εν λόγω σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης, ώστε να αναλύονται με περισσότερες λεπτομέρειες η εξέταση και η εφαρμογή των ESG και Sustainability κριτηρίων, στο πλαίσιο επιλογής ενός πολεοδομικού εργαλείου για την ανάπτυξη μιας έκτασης. Παρόλο που στο νομοθετικό πλαίσιο υπάρχουν αναφορές και κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα προς την επιτακτική ανάγκη αξιολόγησης των επενδύσεων υπό το νέο πρίσμα της βιωσιμότητας, η εξειδίκευση αυτού του πλαισίου δεν έχει πλήρως θεσπιστεί, δημιουργώντας σημαντικά κενά και προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν για την εν τοις πράγμασι βιώσιμη και υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική, ελαχιστοποιώντας τον «φόβο» για την υιοθέτηση Greenwashing πρακτικών.

[1] Οι εν λόγω πολιτικές “Greenwashing” θεωρούνται ότι αποτελούν μια νέα τάξη πραγμάτων στις δικαστικές διαφορές για το κλίμα (climate litigation) [βλ. την ολλανδική υπόθεση «FossielVrij NL v. KLM» σχετικά με τις διαφημίσεις «Greenwashing»].

«Οι Στρατηγικές Επενδύσεις στον Τουρισμό», δημοσιευμένο στην εφημερίδα Καθημερινή

Είναι οι Στρατηγικές Επενδύσεις απαραίτητα και «μεγάλες επενδύσεις»;

Στρατηγικές Επενδύσεις, οι επενδύσεις οι οποίες λόγω της στρατηγικής τους βαρύτητας για την εθνική ή τοπική οικονομία, με κύρια χαρακτηριστικά την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και την εξοικονόμηση φυσικών πόρων, δύνανται να ενισχύσουν την ανάδειξη φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της Χώρας και την ανασυγκρότηση, σύμφωνα με τις αρχές της ισόρροπης και αειφόρου ανάπτυξης.

Ολοένα και περισσότερο παρατηρείται, σπουδαίες επενδύσεις στον τουρισμό στη χώρα μας, να αναπτύσσονται μέσω του οργανωμένου πλαισίου των Στρατηγικών Επενδύσεων.

Παράλληλα ωστόσο φαίνεται να γεννάται από τις τοπικές κοινωνίες ο προβληματισμός, ίσως και η γνώμη, ακόμη πιο έντονα για τα μικρά νησιά των Κυκλάδων, ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις συντελούν στην υπερανάπτυξη, στην απώλεια της πολιτιστικής ταυτότητας, και στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Αυτό που θα πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι ο θετικός ρόλος των Στρατηγικών επενδύσεών στη βιώσιμη ανάπτυξη απορρέει από το πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, το οποίο παρέχει αποκλειστικά τη δυνατότητα έγκρισης, επιστημονικά και τεκμηριωμένα, ενιαίου πολεοδομικού σχεδιασμού με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους, μέσω της εκπόνησης ΕΣΧΑΣΕ και ΣΜΠΕ και έγκρισης αυτών με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Με την εν λόγω διαδικασία και την προηγούμενη επεξεργασία του Π.Δ. από το Συμβούλιο της Επικρατείας, παρέχεται ασφάλεια δικαίου τόσο στην ίδια την επένδυση όσο και στην προστασία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, κάθε Στρατηγική Επένδυση υποχρεούται να εκπονεί σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης βάσει των κριτηρίων «ESG », καθώς και ετήσιο απολογισμό βιωσιμότητας «sustainability reporting».

Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έχει κρίνει θετικά το πολεοδομικό εργαλείο του ΕΣΧΑΣΕ ως «εργαλείο βιώσιμης ανάπτυξης» που ικανοποιεί την επιδίωξη του Συντάγματος για την οργανωμένη εγκατάσταση δραστηριοτήτων, αντί της «απρογραμμάτιστης και διάσπαρτης» εκτός σχεδίου δόμησης (βλ. ΣτΕ 2564/2022).

Προκύπτει συνεπώς ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις μέσω του ενιαίου πολεοδομικού σχεδιασμού και του ολιστικού διοικητικού ελέγχου που λαμβάνει χώρα σε κάθε στάδιο της αδειοδότησής τους (από την υπαγωγή στο νόμο των Στρατηγικών Επενδύσεων, την επεξεργασία του σχεδίου Π.Δ. έγκρισης του ΕΣΧΑΣΕ από το ΣτΕ, έως την έκδοση της οικοδομικής άδειας), μπορούν να αποτελέσουν μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης, ειδικά σε περιοχές με ευαίσθητο οικοσύστημα, όπως είναι τα μικρά νησιά, σε σχέση με τη δημιουργία ενός 5* ξενοδοχείου με τις διατάξεις της εκτός σχεδίου δόμησης.

Ενδιαφέρον, επιπλέον, παρουσιάζει πώς λαμβάνει υπόψη του το νέο (υπό διαβούλευση) Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τον Τουρισμό την τουριστική ανάπτυξη. Εκτός άλλων, το σχέδιο φαίνεται να προσδίδει την χωροταξική κατεύθυνση της τουριστικής ανάπτυξης στις «οργανωμένες αναπτύξεις» (ΕΣΧΑΣΕ, ΣΤΚ, ΠΟΤΑ), ενώ σε κάποια νησιά προτείνει τις οργανωμένες αναπτύξεις “ήπιας ανάπτυξης” (ανώτατος συντελεστή δόμησης στο ½ του ισχύοντος).

Λαμβάνοντας υπόψη τη νέα χωροταξική κατεύθυνση που φαίνεται να υιοθετείται, βεβαιώνεται ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις και το ΕΣΧΑΣΕ, αποτελούν ήδη ένα παράδειγμα για το πώς μπορούν να τεθούν όρια στην εκτός σχεδίου δόμηση και να προωθηθούν βιώσιμες επενδύσεις που προστατεύουν τη φύση. Άλλωστε αυτό που ελέγχεται πρωταρχικά για τον χαρακτηρισμό μιας επένδυσης ως Στρατηγικής είναι εάν φέρει έντονα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια αξίζει να τονιστεί ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ιδιωτική πρωτοβουλία στον σχεδιασμό, ώστε η πρόταση και υλοποίηση της Στρατηγικής Επένδυσης να έχει χαρακτήρα ήπιας ανάπτυξης που σέβεται το περιβάλλον.

Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται σαφές ότι οι Στρατηγικές επενδύσεις δεν είναι απαραίτητα «μεγάλες» επενδύσεις και δεν θα πρέπει να μας «φοβίζουν». Αντίθετα, πρέπει να τις βλέπουμε ως ευκαιρία οργανωμένης και βιώσιμης ανάπτυξης των τουριστικών επενδύσεων και του περιβάλλοντος αυτών.

«Ρυθμιστικό Πλαίσιο για Έργα Υδρογόνου: Εθνική και Ευρωπαϊκή Προσέγγιση.» Δημοσιεύτηκε στο energypress.gr

Addressing climate change and achieving decarbonisation are primary objectives of contemporary energy policies worldwide. The European Union has set the goal of achieving climate neutrality by 2050, with the reduction of greenhouse gas emissions at the core of its efforts. In this context, hydrogen is emerging as a central tool for supporting the energy transition and achieving these objectives. The development of hydrogen projects, whether relating to production, storage, or use, creates new prospects but also challenges for national and European legal systems. Among the gaps and problematic issues on the agenda are, inter alia, the following questions:

  • Under which specific category of environmental permitting do hydrogen installations and their ancillary works fall?
  • What land uses can accommodate such installations, and according to which nuisance/disturbance classifications are they recorded?

This article constitutes a preliminary publication of a detailed legal study, which will examine the regulatory framework for hydrogen projects at European level, with a thorough review of the relevant legal framework in approximately 15 countries of the European continent. By placing emphasis on these legislative directions, depending on their level of maturity, and on Greece’s strategy to date for promoting hydrogen, the study seeks to crystallise the challenges faced by hydrogen projects from a legal and environmental perspective in Greece. The study concludes with policy proposals aimed at strengthening the national legislative basis, enabling the faster penetration of hydrogen into the energy market, while at the same time promoting sustainable development and the energy transition.

The role of hydrogen in the energy transition

Hydrogen is considered the fuel of the future, as it is clean, environmentally friendly, and can be used in various applications across the economy. The production of hydrogen through renewable energy sources (RES), known as “green hydrogen,” is one of the main technological solutions promoted for reducing carbon emissions. Green hydrogen is produced through electrolysis, a process in which water is split into oxygen and hydrogen using electricity generated from RES such as wind and solar power. This type of production makes green hydrogen a zero-emission product, since no greenhouse gases are released during the process. As a result, green hydrogen plays a significant role in Europe’s effort to achieve climate neutrality. The use of hydrogen extends to many sectors. In transport, hydrogen is already used in vehicles powered by fuel cells, while its prospects for heavy-duty vehicles, aircraft, and ships are considered promising. In industry, hydrogen can replace fossil fuels in processes requiring high energy input, such as steel and cement production, while its capacity for storing energy from RES adds further value to the energy system, as it can balance the intermittent generation from sources such as wind and solar, thereby enhancing energy stability.

However, despite its significant potential, hydrogen faces challenges relating to production cost and infrastructure. At present, the production of green hydrogen is more expensive than “grey” hydrogen, which is produced from natural gas. Nevertheless, technological developments and investments are expected to reduce costs, making green hydrogen more competitive in the coming years.

European hydrogen strategy and examples from across Europe

The European Union has recognised hydrogen as a key tool for achieving its climate neutrality objectives. By 2030, the EU aims to produce 10 million tonnes of green hydrogen, while by 2050 the full integration of hydrogen into the Union’s energy system is envisaged.

Various European countries have adopted ambitious strategies to promote the production and use of hydrogen, with their legal frameworks largely following rules applied by analogy from those governing natural gas and industrial activities:

  • Germany: Germany is considered a leader in hydrogen policy, with its regulatory framework focusing on integrating hydrogen into its energy network. Hydrogen installations are subject to specific permitting procedures under the Federal Emission Control Act (BImSchG), while safety and environmental protection rules are strict, contributing to the long-term sustainable development of the hydrogen industry.
  • France: Hydrogen in France is subject to a specific legal framework established in the Energy Code, with clear distinctions between “renewable” hydrogen and “low-carbon” hydrogen. In addition, hydrogen production and storage infrastructure requires environmental permitting and strict safety standards due to the flammability of hydrogen, ensuring that the development of the technology takes place under conditions of environmental safety.
  • Spain and Portugal: These countries are promoting the use of hydrogen in transport and industry, while developing infrastructure for the large-scale production and distribution of hydrogen within the energy network. In particular, Spain aims to develop renewable hydrogen, linking it to the country’s ambitions for achieving climate neutrality.
  • Netherlands: In the Netherlands, the regulatory framework for hydrogen is still under development, with local authorities applying different approaches depending on the area and type of installation. The country promotes the adoption of technical standards and the use of “safe by design” installations for the safe development of hydrogen projects, a fact that highlights the Netherlands’ leading role in innovation.
  • Denmark: Denmark has set ambitious goals for hydrogen development through Power-to-X (PtX) technology, aiming to create an electrolysis capacity of 4-6 GW by 2030. For this reason, its legal framework focuses on ensuring environmental sustainability and facilitating investment, making Denmark a model for the development of green technologies.
  • Norway: Although the regulatory framework in Norway has not yet fully matured, the country promotes the production of green hydrogen from RES, with strict regulatory frameworks ensuring safety and compliance with environmental requirements.
  • Sweden: Sweden focuses on the production of green hydrogen to reduce carbon emissions, while the legal framework for hydrogen relies on existing natural gas regulations, with provisions for environmental protection, while also focusing on infrastructure development and reducing production costs.
  • Austria: Although Austria has adopted relevant legislation providing incentives for the production of renewable gases and hydrogen, the legal framework remains a work in progress. Hydrogen installations remain central to the energy strategy, given that exemptions for such installations are maintained within the RES framework. Furthermore, the provisions support hydrogen production from RES and the creation of infrastructure, ensuring compliance with applicable legislation.
  • Slovakia: Slovakia is examining the possibility of adapting its natural gas network for the storage and distribution of hydrogen, with emphasis on studies regarding the technical suitability of pipelines and the potential effects of blending hydrogen with natural gas on corrosion. Furthermore, it is expected to proceed with the introduction of new legislation to support hydrogen projects, including provisions on safety, infrastructure, and hydrogen transport.
  • Poland: In Poland, hydrogen is classified as a hazardous substance or fuel gas under various legislative provisions. Installing a hydrogen production unit in Poland requires compliance with strict environmental rules, as well as obtaining multiple permits, which ensure that the unit’s activities meet standards of environmental protection, safety, and sustainable resource management.
  • Belgium: Belgium has adopted a strategy aimed at achieving complete decarbonisation by 2050, with hydrogen playing a central role. The country’s regulatory framework relies mainly on European directives, such as the Pressure Equipment Directive (PED) and the ATEX Directive on explosive atmospheres. Harmonisation with European regulations strengthens the development of the hydrogen market, while the government places emphasis on international cooperation for infrastructure development.
  • Finland: Finland promotes the development of the hydrogen economy as part of its goal of climate neutrality by 2035, with particular emphasis on research and innovation. However, the country faces challenges in hydrogen storage, as it lacks geological formations for low-cost storage. The legal framework is evolving, while the country focuses on participation in European initiatives and on taxation measures to support hydrogen-based mobility.
  • United Kingdom: The United Kingdom has set as a central goal the integration of hydrogen into transport and industry. Existing regulations, such as the Gas Act 1986, govern the transport and storage of hydrogen, while large-scale projects are subject to environmental assessments by Ofgem, supporting the development of the hydrogen market.
  • Luxembourg: Luxembourg’s legal framework is characterised by strict licensing procedures and environmental impact assessments, given that hydrogen is classified among hazardous substances. However, the government encourages the simplification of procedures, in order to facilitate the development of the hydrogen market and support the transition to green energy.

By comparison, Germany and France stand out for developing the most comprehensive legal frameworks, with strong state support and strategies aiming at leadership in the hydrogen sector. They are followed by countries such as the Netherlands, Sweden, and Finland, which, although they do not have a fully developed legislative framework, demonstrate significant progress in research and technology development. By contrast, countries such as Poland and Slovakia face challenges due to the absence of specialised legislation and the slow development of infrastructure. Denmark, Austria, Belgium, and Norway focus on sustainable development through the use of renewable sources, while Finland, Portugal, Spain, and the United Kingdom focus on more innovative solutions for the storage and industrial use of hydrogen.

Codification of directions for the institutional framework of hydrogen

At European level, the inclusion of green hydrogen in the RES category creates more favourable conditions for its development. The regulatory framework governing natural gas infrastructure is used as the main starting point, with adjustments that take into account the particular characteristics of hydrogen. The codification of legal directions includes, among other things, the application by analogy of the provisions relating to the licensing of natural gas or RES installations, the management of industrial waste, the monitoring of emissions, as well as compliance with European safety standards.

Greece on the path to hydrogen: the national strategy and the NECP

Greece has set ambitious goals for the development of hydrogen projects, within the framework of its decarbonisation strategy and the achievement of climate neutrality by 2050. The National Hydrogen Strategy is incorporated into the National Energy and Climate Plan (NECP) and aims at the rapid integration of green hydrogen into the country’s energy mix by 2050, in order to achieve the climate objectives. The development of hydrogen is expected to take place in three phases:

Period 2025-2030: During this period, Greece aims at the rapid penetration of RES and the development of the first green hydrogen production infrastructure. The first pilot installations are expected to begin operating, with the aim of testing and adapting the technologies on an industrial scale.

Period 2030-2040: The second phase of the strategy involves the rapid electrification of final energy consumption, with hydrogen acquiring a leading role in the production of clean energy. The infrastructure created during the first phase will be further developed, while the use of hydrogen will expand into transport and industry.

Period 2040-2050: In the final phase, hydrogen is expected to constitute a significant component of the country’s energy infrastructure, with extensive use across various sectors and the development of synthetic fuels. This strategy is based on the development of sustainable technologies and export capabilities, with the creation of an appropriate licensing framework for hydrogen production and storage installations. Greece is oriented towards adopting European standards for the full integration of this technology.

Overall, Greece’s hydrogen strategy is based on promoting innovation and exports. The development of sustainable technologies is a priority, while the country aspires to become a hub for the production and export of green hydrogen in Europe.

Legal framework for hydrogen projects in Greece

Greece’s national legal framework for hydrogen has begun to take shape in recent years, with various legislative initiatives including provisions on hydrogen, such as:

  • Law 5037/2023: Defines green hydrogen as a renewable gas, placing it on an equal footing with other forms of RES energy, thereby ensuring more favourable licensing and financing conditions.
  • Law 4864/2021: Within the framework of strategic investments, green hydrogen is defined as hydrogen produced from RES, provided that the electricity generated by the power generation plant is used exclusively for hydrogen production.
  • Law 4710/2020: Defines the use of hydrogen as an alternative fuel in transport. As a fuel contributing to decarbonisation, it has the potential to improve the environmental performance of the transport sector.
  • Law 4936/2022: Under the NECP, hydrogen is classified among the renewable gases that will gradually replace natural gas, mainly in the transport and industrial sectors. Together with biomethane, green hydrogen is considered critical for the country’s gradual move away from fossil fuels.
  • Joint Ministerial Decision 36060/1155/E.103/2013 (Official Gazette B’ 1450/14.6.2013), as in force, concerns the management of industrial waste, including waste arising from activities involving the storage of hazardous substances such as hydrogen. Article 5 provides that undertakings involved in the storage or use of hydrogen are obliged to ensure that the hazardous waste generated by these activities is managed in a safe and environmentally friendly manner.

The main objective of these legislative initiatives is to establish a regulatory framework that will facilitate investment in hydrogen projects, although this framework is still at an early stage of maturity.

Land uses, environmental permitting, and compliance: gaps in the national framework

On the one hand, hydrogen installations in Greece, under Presidential Decree 59/2018, appear primarily to fall under specific spatial planning regulations concerning industrial zones of low, medium, and high nuisance/disturbance, or, in certain cases, within the siting framework applicable to RES. The siting of hydrogen production units, as regards industrial zones, should of course provide flexibility to businesses interested in developing hydrogen infrastructure, while environmental compliance remains a central issue.

On the other hand, environmental permitting for hydrogen projects may be governed either by the general framework for the licensing of industrial installations or by the framework applicable to RES, particularly with respect to the storage of green hydrogen. The SEVESO Directive on the storage of hazardous substances imposes, in any case, strict safety specifications for installations storing more than 5 tonnes of hydrogen, which requires the adoption of special measures and the preparation of an Environmental Impact Assessment (EIA) in accordance with Law 4014/2011 for hydrogen installations, in order to ensure the safety and viability of such projects.

Conclusions and proposals for Greece

Greece is moving in the right direction towards developing a sustainable hydrogen strategy. However, the legislative framework needs to be revised so as to fully incorporate new technologies and ensure clarity in siting and licensing procedures.

Key issues that need to be addressed for the success of the national strategy include the integration of hydrogen into the national natural gas network, the adaptation of existing industrial facilities, the clarification of the framework for the application of RES-related provisions, and, in general, the updating of spatial planning and environmental legislation.

Alignment with European practices, the strengthening of international cooperation, and the promotion of green technology are also essential if Greece is to become a pioneer in hydrogen development in the wider region. At the same time, during this period all Member States are formulating and developing their institutional licensing frameworks.