Η μελέτη επιδιώκει να εξετάσει στοχευμένα το σύγχρονο θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο των προστατευόμενων περιοχών, αναφέροντας παράλληλα τη σχετική νομολογία των εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Στις μέρες μας είναι δύσκολη η αποστολή εξισορρόπησης μεταξύ της προώθησης της ανθρώπινης ανάπτυξης και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος . Και αυτή η αποστολή απαιτεί καταρχάς μεθοδική και συστηματική ανάγνωση και κατανόηση του νομικού πλαισίου.
Είναι σημαντικό οι συζητήσεις μας οι αντιρρήσεις μας οι διαφωνίες μας να διέπονται τουλάχιστον από έναν κοινό κώδικα κατανόησης.Η προστασία του περιβάλλοντος δεν ήταν πάντα δεδομένη και δεν ήταν δεδομένη ούτε στο δίκαιο. Κατά την ίδρυση της Ένωσης στις ιδρυτικές συνθήκες (1957) δεν υπήρχε καμία αναφορά στο περιβάλλον. Οι πρώτες διατάξεις θεσπίστηκαν με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη το 1987 και αφορούσαν κυρίως τις δράσεις για το περιβάλλον. Χρειάστηκε να περάσουν κάποια χρόνια ώστε με την Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992 να θεσμοθετηθεί για πρώτη φορά μια πολιτική για το περιβάλλον, η οποία διαμορφώθηκε στην τελική της μορφή το 2009 με την Συνθήκη της Λισαβόνας.
Στην Ελλάδα έκτοτε γενικά αρεσκόμαστε σε συνεχείς αλλαγές του Νομικού Πλαισίου. Ειδικά στο Πεδίου του Δικαίου Περιβάλλοντος και του ειδικού πλαισίου περί Προστατευόμενων περιοχών (Δίκτυο Natura) οι αλλαγές συνήθως συνδυάζονται με αναφορές σε μια ευρύτερη μεταρρύθμιση προς όφελος της προστασίας του περιβάλλοντος και της ασφάλειας δικαίου των επενδύσεων στη χώρα. Κάθε νέα νομοθετική παρέμβαση, κάθε νέα δικαστική απόφαση, κάθε νέα ενωσιακή ρύθμιση για το πεδίο των προστατευόμενων περιοχών θα έπρεπε να σηματοδοτεί πρόοδο.Αντίθετα σε πολλές πολλές περιπτώσεις προσθέτει νέα επίπεδα πολυπλοκότητας σε ένα ήδη δυσλειτουργικό σύστημα, ενώ τα βασικά προβλήματα παραμένουν άλυτα.
▪️Πώς θα επιτευχθούν οι στόχοι του αποκατάστασης και διατήρησης όταν δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί ο χαρακτηρισμός και η προστασία των υφιστάμενων προστατευόμενων περιοχών μέσω των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) και των Προεδρικών Διαταγμάτων (ΠΔ) Προστασίας;
▪️Πώς θα μετρηθεί η πρόοδος όταν λείπουν αξιόπιστα δεδομένα βάσης;
▪️Πώς θα επιλυθούν οι συγκρούσεις και η αβεβαιότητα μεταξύ μεταξύ του πολεοδομικού σχεδιασμού (Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια – ΤΠΣ/ΕΠΣ) και ενός προστατευτικού καθεστώτος που παραμένει σε εκκρεμότητα.
Ποια είναι η θέση των ΚΑΖ (Καταφύγια άγρια Ζωής) στο νέο σύστημα των προστατευόμενων περιοχών και ποιοι είναι οι περιορισμοί σε αυτά;
Σε αυτά τα θέματα καλείται να απαντήσει η δεύτερη έκδοση του βιβλίου “Προστατευόμενες Περιοχές: Νομική Θεώρηση του σύγχρονου πλαισίου” που εκδόθηκε από τη Νομική Βιβλιοθήκη με επιμέλεια του Δρ. Κων/νου Καρατσώλη.
Η περιβαλλοντική προστασία πρέπει να μελετάται μαξιμαλιστικά, με γνώμονα την πρωτεύουσα σημασία του φυσικού περιβάλλοντος στη ζωή του ανθρώπου, με την οποία συνδέεται άρρηκτα και άμεσα. Tι σημαίνει δε η φράση να «μελετάται μαξιμαλιστικά»: σημαίνει ότι ενώ σε άλλες εκφάνσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας και ζωής το επίρρημα «μαξιμαλιστικά» τίθεται με αρνητική κυρίως χροιά (μαξιμαλιστής είναι αυτός που προωθεί ζητήματα στα άκρα, που απαιτεί το μέγιστο και διακινδυνεύει την απώλεια ακόμα και του εφικτού), στα θέματα περιβαλλοντικής προστασίας τα αποτελέσματα μίας μαξιμαλιστικής στάσης φαίνεται να έχουν θετικό αντίκτυπο στην ανθρώπινη δραστηριότητα της επόμενης γενιάς, ακόμη και αν στο σήμερα δημιουργούν αρνητικό αντίκτυπο, πολλές φορές μάλιστα αποτελούν και τροχοπέδη σε αναπτυξιακά προγράμματα. Αυτή η οπτική μελέτης φαίνεται καταρχάς να είναι τουλάχιστον κατανοητή και ανεκτή. Κάτι που δεν συμβαίνει σε άλλους κλάδους της επιστήμης.
Η παρούσα μελέτη επιδιώκει να εξετάσει στοχευμένα το σύγχρονο θεσμικό και νομοθετικό πλαίσιο των προστατευόμενων περιοχών, αναφέροντας παράλληλα τη σχετική νομολογία των εθνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.Επιχειρεί επίσης μια κριτική αποτίμηση των δομικών αδυναμιών που εμποδίζουν την αποτελεσματική εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου – αδυναμιών που δεν πλήττουν μόνο την οικολογική ακεραιότητα, αλλά και τη βιωσιμότητα αναπτυξιακών δραστηριοτήτων.
Άρθρο σχετικά με την «Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο», όπως εγκρίθηκε με το Προεδρικό Διάταγμα από 6/17.4.2025 (ΦΕΚ Δ’ 227/2025). Αναδημοσίευση στον ιστότοπο «ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ / Daily».
Η Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ), όπως εγκρίθηκε με την Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ) 6/17.4.2025 (ΦΕΚ Δ’ 227/2025) αποτελεί το πρώτο θεσμικό πλαίσιο θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού (ΘΧΣ) στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 του Ν. 4546/2018 (ΦΕΚ Α΄ 101/12.06.2018), με τον οποίο ενσωματώθηκε η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2014/89/ΕΕ «περί θεσπίσεως πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό». Γενικά, ο ΘΧΣ επιδιώκει να παρέχει τη δυνατότητα στις δημόσιες αρχές να οργανώνουν ανθρώπινες δραστηριότητες σε θαλάσσιες περιοχές, ώστε να επιτευχθούν οικολογι κοί, οικονομικοί και κοινωνικοί στόχοι. Προς τούτο, η Οδηγία απαιτεί από τις χώρες της ΕΕ να εκπονήσουν θαλάσσια χωροταξικά σχέδια, τα οποία θα πρέπει να αποτυπώνουν τις υπάρχουσες ανθρώπινες δραστηριότητες στα θαλάσσια ύδατά τους και να καθορίζουν την πλέον αποτελεσματική μελλοντική χωροταξική ανάπτυξή τους. Κατόπιν της καθυστέρησης της χώρας στην υιοθέτηση ΘΧΣ, εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ, υπόθεση C-128/24, Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, Απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 2025), στην οποία τα επικαλούμενα επιχειρήματα του Ελληνικού Κράτους (η πολυπλοκότητα του νομικού πλαισίου, οι διαπραγματεύσεις για την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη – ΑΟΖ) απορρίφθηκαν, με το Δικαστήριο να τονίζει ότι τα κράτη δεν μπορούν να επικαλούνται εσωτερικές δυσκολίες για να αποφύγουν την εφαρμογή του ευρωπαϊκού δικαίου. Η ΕΧΣΘΧ που αναλύεται στο παρόν αποτελεί ένα ολοκληρωμένο εργαλείο για τη βιώσιμη ανάπτυξη του θαλάσσιου χώρου της Ελλάδας, ενσωματώνοντας περιβαλλοντικές, οικονομικές και γεωπολιτικές παραμέτρους. Φυσικά, όμως, ο εθνικός ΘΧΣ δεν έχει ολοκληρωθεί, καθώς εκκρεμεί η σύνταξη, δημοσίευση, και έγκριση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων των παρ. 4 επ. του άρθρου 6 Ν. 4546/2018, και σύμφωνα με τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 13-14 της ΕΧΣΘΧ. Ποια έκταση καλύπτει ο ΘΧΣ; Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 Ν. 4546/2018, ο ΘΧΣ περιλαμβάνει: α) την Εθνική Χωρική Στρατηγική για τον Θαλάσσιο Χώρο (ΕΧΣΘΧ), η οποία αναλύεται στο παρόν, και β) τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια, τα οποία αντιστοιχούν στο περιφερειακό επίπεδο σχεδιασμού του άρθρου 2 του Ν. 4447/2016 και για τα οποία εφαρμόζεται το άρθρο 8 του Ν. 4546/2018. Εν προκειμένω, η εκδοθείσα ΕΧΣΘΧ εφαρμόζεται στον θαλάσσιο χώρο της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων της αιγιαλίτιδας ζώνης, της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ), με σεβασμό στα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας και τις διεθνείς υποχρεώσεις της. Συγκεκριμένα, το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ και γενικότερα του ΘΧΣ, καθορίζεται στο άρθρο 2 του ν. 4546/2018 ως αυτό που αφορά «στο θαλάσσιο χώρο, δηλαδή στα θαλάσσια ύδατα και στο θαλάσσιο τμήμα της παράκτιας ζώνης…». Τα θαλάσσια ύδατα περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3983/2011 (A’ 144), τα ύδατα, τον θαλάσσιο βυθό και το υπέδαφος στη θαλάσσια πλευρά της γραμμής βάσης από την οποία μετριέται το εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, έως τα όρια της περιοχής όπου η Ελληνική Δημοκρατία έχει κυριαρχικά δικαιώματα ή ασκεί δικαιοδοσία, σύμφωνα με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS), που κυρώθηκε με τον ν. 2321/1995 (A’ 136). Αντίστοιχα, ως παράκτια ζώνη ορίζεται στην παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 4546/2018 «η γεωμορφολογική περιοχή εκατέρωθεν της ακτογραμμής, στην οποία η αλληλεπίδραση μεταξύ του θαλάσσιου και του χερσαίου τμήματος αποκτά τη μορφή πολύπλοκων συστημάτων οικολογικών στοιχείων και πόρων αποτελούμενων από βιοτικές και αβιοτικές συνιστώσες που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν με τις ανθρώπινες κοινότητες και τις σχετικές κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες». Σημειώνεται ότι το πεδίο εφαρμογής της ΕΧΣΘΧ δεν θίγει τη χάραξη και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, όπως αυτές προκύπτουν από την UNCLOS (παρ. 3 άρθρου 2 ν. 4546/2018).
Στόχοι: Ανάπτυξη και βιωσιμότητα στον θαλάσσιο χώρο Κεντρικός άξονας της ΕΧΣΘΧ είναι η ενίσχυση της βιωσιμότητας και της ανθεκτικότητας των οικολογικών και κοινωνικοοικονομικών συστημάτων μέσω οικοσυστημικής προσέγγισης (παρ. 3 του άρθρου 2 του ν. 3983/2011) που προάγει τη βιώσιμη συνύπαρξη και τη συμβατότητα των χρήσεων. Η ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου για τις Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές (ΘΠΠ) με Προεδρικά Διατάγματα και Σχέδια Διαχείρισης αποτελεί κεντρικό στόχο, συνδεόμενη με τις Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ). Δίνεται έμφαση στη ρύθμιση δραστηριοτήτων, με δυνατότητα εξαιρέσεων για ενεργειακά έργα υπό όρους και συμμετοχή των τοπικών φορέων. Η προώθηση της θαλάσσιας ανάπτυξης και της γαλάζιας οικονομίας επικεντρώνεται στις ενεργειακές επενδύσεις μέσω της συμβατότητας με το ΕΣΕΚ, με ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη υπεράκτιων ΑΠΕ, την ηλεκτρική διασύνδεση και τις υποδομές μεταφοράς ενέργειας, καθώς και στον συνδυασμό με υποδομές φυσικού αερίου. Παράλληλα, αναφέρεται η ενίσχυση των θαλάσσιων ενδομεταφορών και των λιμενικών υποδομών, η επιλεκτική εξόρυξη υδρογονανθράκων με περιορισμό των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, καθώς και η βιώσιμη ανάπτυξη του θαλάσσιου τουρισμού, των υδατοκαλλιεργειών και της βιοτεχνολογίας. Σε επίπεδο κοινωνικής και περιβαλλοντικής συνοχής, η Στρατηγική περιλαμβάνει στόχους για την ανάπτυξη υποδομών διασυνδεσιμότητας, την ανάδειξη του θαλάσσιου τοπίου, την αποκατάσταση υποβαθμισμένων οικοσυστημάτων, την προστασία των παράκτιων πληθυσμών από την κλιματική αλλαγή και την εφαρμογή μέτρων θαλάσσιας επιτήρησης και ασφάλειας. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη βιώσιμη διαχείριση παράκτιων υδάτων που εμφανίζουν περιβαλλοντική υποβάθμιση. Περιλαμβάνονται επίσης παρεμβάσεις για την προστασία ειδών και οικοτόπων, τον περιορισμό των ξενικών ειδών και τη ρύθμιση δραστηριοτήτων που προκαλούν υποθαλάσσιο θόρυβο, με διατομεακή συνεργασία και επιστημονική τεκμηρίωση. Ποιες αρχές κατευθύνουν την ΕΧΣΘΧ; Ο ΘΧΣ οφείλει να εξειδικεύει υπερκείμενες επιλογές με βάση τις τοπικές ιδιαιτερότητες, να διαχειρίζεται τον θαλάσσιο χώρο με στόχο την ανθεκτικότητα και να προάγει συνέργειες μεταξύ χρήσεων. Δεν απαιτείται τοπολογική ή διοικητική συνέχεια στις περιοχές εφαρμογής, ενώ ο σχεδιασμός λαμβάνει χώρα σε τρεις διαστάσεις (επιφάνεια, στήλη ύδατος, βυθός), με έμφαση στην πολυχρηστικότητα, τις χρονικές μεταβολές και τις ανάγκες ευελιξίας. Ο ΘΧΣ μπορεί να είναι κανονιστικός ή κατευθυντήριος, ανάλογα με τη φύση και την ένταση των χρήσεων. Οι παράγοντες προσδιορισμού της κανονιστικής ή κατευθυντήριας πυκνότητας είναι: α) ο χαρακτήρας των χρήσεων (οχλούσες, μη οχλούσες), β) η ένταση των χρήσεων (υψηλής ή χαμηλής έντασης), γ) η έκταση των χρήσεων (σημειακές, εκτατικές), δ) η φύση των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των χρήσεων (συμπληρωματικές, ανταγωνιστικές) και ε) η συμβατότητα των χρήσεων με το υφιστάμενο κοινωνικό, οικολογικό και αναπτυξιακό δυναμικό των περιοχών στον θαλάσσιο και χερσαίο χώρο.
Ειδική σημασία δίνεται στη συμμετοχή τοπικών κοινωνιών και φορέων σε όλα τα στάδια του σχεδιασμού. Προβλέπεται πολυεπίπεδη διαβούλευση (τοπική, περιφερειακή, εθνική) και δημιουργία διυπουργικών επι- τροπών και δομών τακτικής παρακολούθησης (όπως ένα Παρατηρητήριο Θαλάσσιου Σχεδιασμού στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας) και αξιολόγησης. Προτείνεται, επιπλέον, η δημιουργία ενιαίας βάσης γεωχωρικών δεδομένων και η αξιοποίηση ανοικτών δεδομένων από ερευνητικούς φορείς για την υποστήριξη της Στρατηγικής. Ποιες παρεμβάσεις επιτρέπονται στον θαλάσσιο χώρο ανά τομέα; Για τις προστατευόμενες περιοχές και την προστασία της βιοποικιλότητας, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο στις θεσμοθετημένες περιοχές Natura 2000, αλλά και σε μη θεσμοθετημένες περιοχές οικολογικής σημασίας, όπως κρίσιμα ενδιαιτήματα και περιοχές αναπαραγωγής. Επιβάλλεται η συστηματική αξιολόγηση των σωρευτικών και διασυνοριακών επιπτώσεων από δραστηριότητες, καθώς και η εφαρμογή στρατηγικών αποφυγής αρνητικών συνεπειών σε ευαίσθητα οικοσυστήματα μέσω κατάλληλης χωροθέτησης. Η συμβατότητα των οικονομικών δραστηριοτήτων με τους στόχους προστασίας πρέπει να διασφαλίζεται με στοχευμένους κανονισμούς και ολοκλήρωση της εφαρμογής διαχειριστικών σχεδίων και προστατευτικών Προεδρικών Διαταγμάτων. Στον τομέα της άμυνας και εθνικής ασφάλειας απαγορεύεται η χωροθέτηση άλλων δραστηριοτήτων σε στρατιωτικές περιοχές, ενώ προβλέπεται η λήψη μέτρων για την ελαχιστοποίηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων από τις στρατιωτικές δραστηριότητες. Για τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ προτείνεται η αποφυγή εγκατάστασης αιολικών πάρκων σε ευαίσθητες περιοχές. Σε ΘΠΠ, η ανάπτυξη υπεράκτιων αιολικών επιτρέπεται μόνο με σεβασμό στους διαχειριστικούς στόχους και την αποφυγή αρνητικών επιπτώσεων. Η βυθοκόρηση και η απόληψη αδρανών υλικών πρέπει να γίνονται με περιβαλλοντική προσοχή, αποφεύγοντας περιοχές με σημαντικά βενθικά ενδιαιτήματα και προλαμβάνοντας τη διάβρωση. Στις θαλάσσιες οδούς και τη ναυσιπλοΐα ενδείκνυται η χρήση εργαλείων θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, όπως οι περιοχές προς αποφυγή, τα συστήματα διαχωρισμού κυκλοφορίας, και οι περιοχές αποκλεισμού επικίνδυνων φορτίων, για την προστασία περιοχών όπως οι ΘΠΠ, οι ιχθυοκαλλιέργειες, οι τουριστικές ζώνες και οι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι. Επίσης, απαιτούνται μέτρα για την πρόληψη ατυχημάτων και την παρακολούθηση της ναυσιπλοΐας. Η αλιεία απαιτεί συντονισμό για την προστασία των θαλασσών, εφαρμογή εργαλείων περιορισμού (όπως απαγορεύσεις εποχιακής αλιείας), απαγόρευση συρόμενων εργαλείων σε αρχαιολογικούς χώρους και ελαχιστοποίηση των επιπτώσεων σε ευάλωτους οικοτόπους. Οι υδατοκαλλιέργειες πρέπει να διέπονται από σχέδιο βιωσιμότητας και οικοσυστημική προσέγγιση, συμμόρφωση με την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, απαγόρευση σε περιοχές με βλάστηση ή κοραλλιογενείς σχηματισμούς και αυστηρή ρύθμιση στη χρήση ξενικών ειδών εντός ΘΠΠ. Ο θαλάσσιος τουρισμός και οι δραστηριότητες αναψυχής απαιτούν ρύθμιση με στόχο την ελαχιστοποίηση των κινδύνων ατυχημάτων και επιπτώσεων, ει- δικά σε ΘΠΠ και περιοχές ειδικής διαχείρισης. Προβλέπεται αυστηρός περιορισμός της πλεύσης και πρόσδεσης κρουαζιερόπλοιων κοντά σε προστατευόμενες περιοχές και ενάλιες αρχαιότητες, ρύθμιση αδειών ναυσιπλοΐας, εθνική στρατηγική για τη ναυσιπλοΐα αναψυχής που αντιμετωπίζει τις συγκρούσεις χρήσεων και σύστημα κατανομής θέσεων ελλιμενισμού για τον έλεγχο της ροής των προσεγγίσεων. Επίσης, απαιτεί- ται διακρατική συνεργασία, ιδίως για τον έλεγχο των ρύπων στον κλάδο της κρουαζιέρας και την εφαρμογή περιφερειακών ρυθμίσεων σύμφωνα με τη Σύμβαση της Βαρκελώνης. Η χωροθέτηση καταδυτικών πάρκων επιτρέπεται μόνο υπό όρους και περιορισμούς σε περιοχές με φυσικό ή πολιτιστικό ενδιαφέρον. Οι ενάλιοι αρχαιολογικοί χώροι απαιτούν περιορισμούς σε ανθρωπογενείς δραστηριότητες και ειδικά μέτρα για την προστασία και βιώσιμη αξιοποίησή τους μέσω καταδυτικού τουρισμού, ερευνητικών δράσεων και προβολής των υποθαλάσσιων πολιτιστικών πόρων. Στις ΑΠΕ, στόχος είναι η χωροθέτηση υπεράκτιων πλωτών αιολικών και φωτοβολταϊκών σε οργανωμένους υποδοχείς, ενώ μεσοπρόθεσμα προβλέπεται η χωροθέτηση κυματικής και παλιρροϊκής ενέργειας, αλλά και αλγοκαλλιέργειας. Τέλος, προβλέπεται η δημιουργία Καινοτόμων Θαλάσσιων Επιχειρηματικών Πάρκων για τη φιλοξενία μεταποιητικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων στον θαλάσσιο χώρο.
Συνέργεια Ξηράς και Θάλασσας
Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια θα πρέπει να εναρμονίζονται με τα θεσμοθετημένα χωροταξικά πλαίσια της ξηράς, ειδικά στον παράκτιο χώρο, και να καθορίζουν την ανάπτυξη υποδομών και δραστηριοτήτων στον θαλάσσιο χώρο με αναφορά στην ΕΧΣΘΧ. Σε περιπτώσεις κοινών χερσαίων και θαλάσσιων υποδομών, απαιτείται διαχείριση σύμφωνα με το Πρωτόκολλο ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών (ΟΔΠΖ). Προβλέπεται επίσης (άρθρο 8) ότι τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τόσο τις μεμονωμένες όσο και τις σωρευτικές επιπτώσεις των δραστηριοτήτων, αξιολογώντας τις οικονομικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές συνέπειες, και η αξιολόγηση των επιπτώσεων πρέπει να γίνεται κατά την εκπόνηση των σχεδίων και της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτών (ΣΜΠΕ), λαμβάνοντας υπόψη τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε θαλάσσιας περιοχής. Επιπλέον, αναφέρεται (άρθρο 9) πως τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια εξελίσσουν και επανεκτιμούν τις υπάρχουσες κατευθύνσεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων μέσω ενός συνδετικού μηχανισμού εποπτείας και παρεμβάσεων. Στο άρθρο 10 καθορίζονται κανόνες για την εναρμόνιση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων με τα Ειδικά και Περιφερειακά Πλαίσια, διασφαλίζοντας αμφίδρομη ανατροφοδότηση, δυνατότητα τροποποιήσεων, και αντιμετώπιση αντικρουόμενων ρυθμίσεων μέσω του ΚΕΣΥΧΩΘΑ (Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων). Τέλος, προβλέπεται πως η εφαρμογή των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων πρέπει να ενσωματώνει την ΟΔΠΖ και να συντονίζεται με τις προβλέψεις του πολεοδομικού σχεδιασμού, ενώ η αξιοποίηση γεωχωρικών δεδομένων από διαφορετικά Υπουργεία δύναται να απαιτεί τη σύσταση Επι- τροπής Ελέγχου Γεωχωρικών Δεδομένων σε Εθνικό Επίπεδο.
Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια: Το εργαλείο εφαρμογής
Το άρθρο 13 καθορίζει το περιεχόμενο και τη διαδικασία κατάρτισης των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων, τα οποία βασίζονται στην ΕΧΣΘΧ. Τα Πλαίσια λαμβάνουν υπόψη μια σειρά από παραμέτρους (περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς, πολιτιστικούς, οικονομικούς, αλληλεπιδράσεις ξηράς-θάλασσας, την κλιματική αλλαγή, την ασφάλεια, κ.α.), συνίστανται από κείμενα, χάρτες και διαγράμματα και παρέχουν κατευθύνσεις για τη χωρική ανάπτυξη, τη χωροθέτηση παραγωγικών δραστηριοτήτων και υποδομών, τη διαμόρφωση ζωνών, την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς και την εφαρμογή ενεργών παρεμβάσε- ων. Επιπλέον, δίνεται έμφαση στη διαφάνεια και συμμετοχικότητα, με πρόβλεψη για ουσιαστική δημόσια διαβούλευση από το αρχικό στάδιο σχεδιασμού τους, προωθώντας τη συνεργασία μεταξύ κρατικών φορέων, ερευνητικών ιδρυμάτων, επαγγελματικών και κοινωνικών εταίρων σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 4546/2018 περί δημόσιας διαβούλευσης και συμμετοχής του κοινού. Το τελικό Άρθρο 14 αναφέρεται στα κριτήρια και τις προϋποθέσεις προσδιορισμού των Θαλάσσιων Χωρικών Ενοτήτων (ΘΧΕ) που χρησιμοποιούνται ως μονάδες αναφοράς για την εκπόνηση των Πλαισίων και ορίζονται λαμβάνοντας υπόψη γεωπολιτικά κριτήρια, λόγω της στρατηγικής σημασίας των ελληνικών θαλάσσιων περιοχών, την ανάπτυξη με κριτήρια λειτουργικότητας και κρίσιμης μάζας (π.χ. πληθυσμός, υποδομές, φυσικοί πόροι), την διαφοροποίηση πιέσεων και προτύπων σε κάθε θαλάσσια περιοχή, τα ποιοτικά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, την ανάγκη εξειδικευμένων στρατηγικών ανά περιοχή, την ολιστική προσέγγιση στον νησιωτικό χώρο, καθώς και τις λειτουργικές σχέσεις με τις χερσαίες ενότητες, για συνέργειες και βελτιστοποίηση πολιτικών. Τέλος, καθορίζονται τέσσερις βασικές θαλάσσιες χωρικές ενότητες (περ. β της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 4546/2018), οι οποίες αποτυπώνονται σε σχετικό χάρτη.
«Βιωσιμότητα και Φέρουσα Ικανότητα στον Σχεδιασμό: Αρχή ή Έννοια;» Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LAWYER | The Business Magazine.
Η αρχή της Βιωσιμότητας – Νομοθεσία και Νομολογία (2010-2024)
Στο πεδίο του δικαίου Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος διάγουμε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας (2010 – 2024) η οποία διακρίνεται, αφενός από πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες και αφετέρου από την έκδοση πολλών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που διαμορφώνουν μια έντονη τάση για τη μείωση του φαινομένου της άναρχης δόμησης στην εκτός σχεδίου περιοχή, την προστασία του περιβάλλοντος και διαφύλαξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομίας.
Πράγματι, ειδικά την τελευταία 15ετία, εάν κωδικοποιήσει κανείς το σύνολο των νομοθετημάτων γύρω από αυτά τα ζητήματα της πολεοδομίας, της χωροταξίας και του περιβάλλοντος, θα διαπιστώσει την ψήφιση άνω των 15 σημαντικών κατά το νομοθέτη πρωτοβουλιών, όπου στην αιτιολογική τους έκθεση περιγράφεται η ανάγκη πολεοδομικής μεταρρύθμισης και αλλαγής με στόχο τη βιωσιμότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Αναφέρουμε ιδίως την ψήφιση των Ν. 4030/20111, Ν. 3937/20112, Ν. 4178/20133, 4447/ 20164, 4467/20175, N. 4685/20206, Ν. 4964/20227 και τον πρόσφατο Ν. 5037/20238καθώς και τον τελευταίο νόμο του 2024 «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των πολυεπίπεδων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους τομείς:
α) της διαχείρισης υδάτων,
β) της διαχείρισης και προστασίας των δασών,
γ) της αστικής ανθεκτικότητας και πολιτικής,
δ) της καταπολέμησης της αυθαίρετης δόμησης,
ε) της ενεργειακής ασφάλειας».
Γεννάται επιπλέον το ερώτημα: Oι νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπου στο αιτιολογικό και στο σκεπτικό τους έχουν ως στόχο την πολεοδομική μεταρρύθμιση, έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Η αλήθεια είναι, ότι διακρίνεται συνεχής, εγγενής προβληματισμός τόσο στον τυπικό νομοθέτη όσο και στον εφαρμοστή του δικαίου και στους πολίτες.
Παράλληλα, ιστορικά ενώ προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε δια νομοθετικών πρωτοβουλιών κενά του παρελθόντος και να ενσωματώσουμε τη νομολογία του ΣτΕ, στον ευρωπαϊκό χώρο τελούνται σημαντικές και εξαιρετικές αλλαγές που αλλάζουν και τοποθετούν τον πήχη ακόμα πιο ψηλά σε σχέση με τις δικές μας προοπτικές και μεταρρυθμίσεις. Με φάρο την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία διαμορφώνεται το νέο πεδίο του «Δικαίου της Βιωσιμότητας» και αναπτύσσονται ταχύτατα εξειδικεύσεις της νομικής επιστήμης (Φυσικοί Πόροι – Προστασία της Φύσης, Κυκλική οικονομία, Προστασία του Κλίματος – Ενεργειακή ουδετερότητα – Αστική βιωσιμότητα, κινητικότητα κ.α).
Περαιτέρω, ενσωματώνονται στο πεδίο των νομικών μελετών και ελέγχων οι εκθέσεις βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας (legal sustainability report) και φέρεται το δίκαιο βιωσιμότητας (Sustainability law) να διαμορφώνει ένα ευρύτερο κλάδο δικαίου από τον παραδοσιακό τομέα του Δικαίου Περιβάλλοντος.
Υπό αυτό το πρίσμα και υπό αυτή την ιστορική συνθήκη, ως αναλύθηκε, ο σύγχρονος νομικός καλείται να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα: «Πώς το εθνικό δίκαιο μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή των Ευρωπαϊκών εξελίξεων για τη βιωσιμότητα;»
Το ειδικό ζήτημα της «φέρουσας ικανότητας»
Αν και η ρητή νομοθετική αποτύπωση του ορισμού της Φ.Ι. είναι εξαιρετικά πρόσφατη, το ΣτΕ ήδη από την δεκαετία του 1990 επικαλούταν την έννοια αυτή είτε κατά την κρίση επί αιτήσεων ακυρώσεως αποφάσεων είτε κατά την έκδοση πρακτικών επεξεργασίας (ΠΕ) επί σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων στο πλαίσιο άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων.
Η έννοια της Φ.Ι. έχει, μεταξύ άλλων, οριστεί ως η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων, ώστε να μην επέλθει σοβαρή επιδείνωσή τους10. Ο προσδιορισμός της απαιτεί συνεκτίμηση παραμέτρων του τρίπτυχου κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον και δεν εξαρτάται μόνο από μετρήσιμα ποσοτικά δεδομένα (τεχνικά, οικονομικά, επιστημονικά), αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών παραγόντων που συνδέονται με τις πολιτιστικές αξίες, τις παραδόσεις, τη φυσιογνωμία της περιοχής.
Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι., στην παρ. 1 του άρθρου 64 του πρόσφατου Ν. 4964/202212 δόθηκε ο νομοθετικός ορισμός της ως εξής: «Ως Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος, νοού- νται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία».
Ενσωμάτωση νέων αρχών και τάσεων στο σχεδιασμό και στο Δίκαιο
Κυρίαρχο συμπέρασμα των ανωτέρων δεδομένων καθίσταται ότι, πέραν του γενικότερου «βάρους» των πολεοδομικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, πρέπει να ενσωματώσουμε νέες νομικές έννοιες, νέα πεδία εξειδίκευσης και σαφώς να επαναπροσδιορίσουμε τις απαιτήσεις νομικών ελέγχων και εκθέσεων υπό το φως των σημαντικών νομικών εξελίξεων.
Πρώτο μεγάλο πεδίο ενσωμάτωσης των αλλαγών αποτελεί ο σχεδιασμός και ιδίως το πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά σε εκατοντάδες Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια που εκπονούνται για το σύνολο σχεδόν της χώρας.
Ζητήματα, όπως η ενσωμάτωση στο εσωτερικό μας δίκαιο και στις διαδικασίες σχεδιασμού των υποχρεωτικών εκθέσεων βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας τουλάχιστον για σχέδια ή προγράμματα, καθώς και η νομική αξιολόγηση και η ένταξη στο σχεδιασμό των αρχών της φέρουσας ικανότητας θα μας απασχολήσουν ως προαπαιτούμενα την επόμενη ιστορική περίοδο.
Εντασσόμενοι σε αυτό το νέο ιστορικό κύκλο που μας δεσμεύει ως φαίνεται α) να αποκαταστήσουμε την ασφάλεια δικαίου συμφώνως με τις αποφάσεις του ΣτΕ και β) να μελετήσουμε νέες διεθνείς νομικές τάσεις, ώστε να ακολουθήσουμε την πορεία της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, θεωρούμε ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο μέρος της νομικής επιστήμης.
Οι νέες διεθνείς νομικές τάσεις καθώς και η νομολογία του ΣτΕ αναδεικνύουν την αναγκαιότητα όχι μόνο επεξεργασίας – δημιουργίας και ακολουθίας των νόμων per se, αλλά πολύ περισσότερο, τη δημιουργία «attitude» – αντίληψης και κουλτούρας, ώστε να διέπονται όλες οι δράσεις, οι ενέργειές μας και οι ενσωματώσεις στο δίκαιό μας από συνεκτικότητα και κοινό στόχο. Η εδραίωση νομικών εργαλείων (sustainability reports, αξιολόγηση ενσωμάτωσης αρχών της φέρουσας ικανότητας στο σχεδιασμό) θα υποβοηθήσουν αυτή την πρόοδο, ώστε από την έννοια της υποχρεωτικότητας και της «αρχής» να οδηγηθούμε στην έννοια της κοινής κατανόησης και στοχοθεσίας για την βιωσιμότητα. Στην έννοια της «αντίληψης».
«ESG: Προκλήσεις στην εφαρμογή τους», άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό LAWYER | The Business Magazine
H Νομοθεσία για τα κριτήρια ESG (Environmental, Social, Governance) έχει αναδειχθεί ως κρίσιμος παράγοντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων, την προώθηση υπεύθυνων πρακτικών και την προτεραιοποίηση στη χρηματοδότηση επενδύσεων. Σημαντικός κρίνεται ο εντοπισμός των προκλήσεων και των κενών που εμφανίζονται κατά την εφαρμογή των ΕSG, ώστε με τα κατάλληλα εργαλεία αυτά να αντιμετωπίζονται και να ελαχιστοποιούνται.
Greenwashing και ESG
Υπό αυτό το πρίσμα, και με δεδομένο ότι τα κριτήρια ESG και οι εκθέσεις βιωσιμότητας συνεχίζουν να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις επενδυτικές ευκαιρίες, το Greenwashing φαίνεται να παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο πρόβλημα παγκοσμίως, αποτελώντας σημαντικό εμπόδιο για τις εταιρείες επενδύσεων που στοχεύουν να εφαρμόσουν τη βιωσιμότητα στην επενδυτική τους στρατηγική.
Τι είναι όμως το «Greenwashing» – Ο όρος του «πράσινου ξεπλύματος»;
«Παραπληροφόρηση που διαδίδεται από έναν οργανισμό, ώστε να παρουσιάζεται μια δημόσια εικόνα περιβαλλοντικής ευθύνης που δημοσιεύεται από ή για έναν οργανισμό, αλλά θεωρείται ως αβάσιμη ή σκόπιμα παραπλανητική», ή «πρακτική της προώθησης φιλικών προς το περιβάλλον προγραμμάτων για την εκτροπή της προσοχής από τις μη, ή λιγότερο, φιλικές προς το περιβάλλον δραστηριότητες ενός οργανισμού»[1].
Έλλειψη Καταρτισμένου Προσωπικού
Η έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού με γνώση και εμπειρία στον τομέα ESG και βιωσιμότητας μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην αποτελεσματική υλοποίηση των πολιτικών συμμόρφωσης και πρακτικών. Πλέον καθίσταται απαραίτητο εταιρίες που ασχολούνται ειδικά με την ανάπτυξη ακινήτων και την αδειοδότηση επενδύσεων να διαθέτουν καταρτισμένη νομική και τεχνική ομάδα στο δίκαιο της βιωσιμότητας, του περιβάλλοντος, στις πρακτικές και στα ESG κριτήρια. Είναι σαφές πιά πως η διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας και αντίληψης εντός των εταιριών για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται πλέον οι επενδύσεις και οι κάθε είδους αναπτύξεις είναι αναγκαία.
Ελλείψεις στα υπάρχοντα πολεοδομικά εργαλεία
Αναφορές των κριτηρίων ESG στην ελληνική νομοθεσία, αναφορικά με τον πολεοδομικό σχεδιασμό εμφανίζονται στον Ν. 4864/2021 (ΦΕΚ 237/Α/2.12.2021) περί Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου στην περίπτωση έγκρισης του ειδικού πολεοδομικού εργαλείου του Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. ορίζεται ότι «Επενδυτικά σχέδια για τα οποία εγκρίνεται Ε. Σ.Χ.Α.Σ.Ε., οφείλουν από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας τους να εφαρμόζουν σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης στη βάση των κριτηρίων ESG και να καταρτίζουν ετήσιο απολογισμό Βιωσιμότητας («sustainability reporting») για την παράθεση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών στο πλαίσιο των ESG, σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα.» Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει την έκδοση ΚΥΑ, με την οποία θα καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή από τον επενδυτή σχεδίου αρχών βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα το εν λόγω σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης, ώστε να αναλύονται με περισσότερες λεπτομέρειες η εξέταση και η εφαρμογή των ESG και Sustainability κριτηρίων, στο πλαίσιο επιλογής ενός πολεοδομικού εργαλείου για την ανάπτυξη μιας έκτασης. Παρόλο που στο νομοθετικό πλαίσιο υπάρχουν αναφορές και κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα προς την επιτακτική ανάγκη αξιολόγησης των επενδύσεων υπό το νέο πρίσμα της βιωσιμότητας, η εξειδίκευση αυτού του πλαισίου δεν έχει πλήρως θεσπιστεί, δημιουργώντας σημαντικά κενά και προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν για την εν τοις πράγμασι βιώσιμη και υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική, ελαχιστοποιώντας τον «φόβο» για την υιοθέτηση Greenwashing πρακτικών.
[1] Οι εν λόγω πολιτικές “Greenwashing” θεωρούνται ότι αποτελούν μια νέα τάξη πραγμάτων στις δικαστικές διαφορές για το κλίμα (climate litigation) [βλ. την ολλανδική υπόθεση «FossielVrij NL v. KLM» σχετικά με τις διαφημίσεις «Greenwashing»].
«Οι Στρατηγικές Επενδύσεις στον Τουρισμό», δημοσιευμένο στην εφημερίδα Καθημερινή
Είναι οι Στρατηγικές Επενδύσεις απαραίτητα και «μεγάλες επενδύσεις»;
Στρατηγικές Επενδύσεις, οι επενδύσεις οι οποίες λόγω της στρατηγικής τους βαρύτητας για την εθνική ή τοπική οικονομία, με κύρια χαρακτηριστικά την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και την εξοικονόμηση φυσικών πόρων, δύνανται να ενισχύσουν την ανάδειξη φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της Χώρας και την ανασυγκρότηση, σύμφωνα με τις αρχές της ισόρροπης και αειφόρου ανάπτυξης.
Ολοένα και περισσότερο παρατηρείται, σπουδαίες επενδύσεις στον τουρισμό στη χώρα μας, να αναπτύσσονται μέσω του οργανωμένου πλαισίου των Στρατηγικών Επενδύσεων.
Παράλληλα ωστόσο φαίνεται να γεννάται από τις τοπικές κοινωνίες ο προβληματισμός, ίσως και η γνώμη, ακόμη πιο έντονα για τα μικρά νησιά των Κυκλάδων, ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις συντελούν στην υπερανάπτυξη, στην απώλεια της πολιτιστικής ταυτότητας, και στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος.
Αυτό που θα πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι ο θετικός ρόλος των Στρατηγικών επενδύσεών στη βιώσιμη ανάπτυξη απορρέει από το πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, το οποίο παρέχει αποκλειστικά τη δυνατότητα έγκρισης, επιστημονικά και τεκμηριωμένα, ενιαίου πολεοδομικού σχεδιασμού με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους, μέσω της εκπόνησης ΕΣΧΑΣΕ και ΣΜΠΕ και έγκρισης αυτών με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Με την εν λόγω διαδικασία και την προηγούμενη επεξεργασία του Π.Δ. από το Συμβούλιο της Επικρατείας, παρέχεται ασφάλεια δικαίου τόσο στην ίδια την επένδυση όσο και στην προστασία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, κάθε Στρατηγική Επένδυση υποχρεούται να εκπονεί σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης βάσει των κριτηρίων «ESG », καθώς και ετήσιο απολογισμό βιωσιμότητας «sustainability reporting».
Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έχει κρίνει θετικά το πολεοδομικό εργαλείο του ΕΣΧΑΣΕ ως «εργαλείο βιώσιμης ανάπτυξης» που ικανοποιεί την επιδίωξη του Συντάγματος για την οργανωμένη εγκατάσταση δραστηριοτήτων, αντί της «απρογραμμάτιστης και διάσπαρτης» εκτός σχεδίου δόμησης (βλ. ΣτΕ 2564/2022).
Προκύπτει συνεπώς ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις μέσω του ενιαίου πολεοδομικού σχεδιασμού και του ολιστικού διοικητικού ελέγχου που λαμβάνει χώρα σε κάθε στάδιο της αδειοδότησής τους (από την υπαγωγή στο νόμο των Στρατηγικών Επενδύσεων, την επεξεργασία του σχεδίου Π.Δ. έγκρισης του ΕΣΧΑΣΕ από το ΣτΕ, έως την έκδοση της οικοδομικής άδειας), μπορούν να αποτελέσουν μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης, ειδικά σε περιοχές με ευαίσθητο οικοσύστημα, όπως είναι τα μικρά νησιά, σε σχέση με τη δημιουργία ενός 5* ξενοδοχείου με τις διατάξεις της εκτός σχεδίου δόμησης.
Ενδιαφέρον, επιπλέον, παρουσιάζει πώς λαμβάνει υπόψη του το νέο (υπό διαβούλευση) Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τον Τουρισμό την τουριστική ανάπτυξη. Εκτός άλλων, το σχέδιο φαίνεται να προσδίδει την χωροταξική κατεύθυνση της τουριστικής ανάπτυξης στις «οργανωμένες αναπτύξεις» (ΕΣΧΑΣΕ, ΣΤΚ, ΠΟΤΑ), ενώ σε κάποια νησιά προτείνει τις οργανωμένες αναπτύξεις “ήπιας ανάπτυξης” (ανώτατος συντελεστή δόμησης στο ½ του ισχύοντος).
Λαμβάνοντας υπόψη τη νέα χωροταξική κατεύθυνση που φαίνεται να υιοθετείται, βεβαιώνεται ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις και το ΕΣΧΑΣΕ, αποτελούν ήδη ένα παράδειγμα για το πώς μπορούν να τεθούν όρια στην εκτός σχεδίου δόμηση και να προωθηθούν βιώσιμες επενδύσεις που προστατεύουν τη φύση. Άλλωστε αυτό που ελέγχεται πρωταρχικά για τον χαρακτηρισμό μιας επένδυσης ως Στρατηγικής είναι εάν φέρει έντονα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας.
Σε κάθε περίπτωση βέβαια αξίζει να τονιστεί ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ιδιωτική πρωτοβουλία στον σχεδιασμό, ώστε η πρόταση και υλοποίηση της Στρατηγικής Επένδυσης να έχει χαρακτήρα ήπιας ανάπτυξης που σέβεται το περιβάλλον.
Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται σαφές ότι οι Στρατηγικές επενδύσεις δεν είναι απαραίτητα «μεγάλες» επενδύσεις και δεν θα πρέπει να μας «φοβίζουν». Αντίθετα, πρέπει να τις βλέπουμε ως ευκαιρία οργανωμένης και βιώσιμης ανάπτυξης των τουριστικών επενδύσεων και του περιβάλλοντος αυτών.
