Τα ύψη του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού και η αλλαγή των πόλεων – Προσαρμογή στις ευρωπαϊκές εξελίξεις ή επιδείνωση των όρων;

Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος, Υπ. Δρ., Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας Ιφιγένεια Τσακαλογιάννη, Δικηγόρος ΜΔΕ, MSc. Δημοσίευση: Νομικό Βήμα, Τεύχος 3 – Μάιος-Ιούνιος 2023 (ΝοΒ 71 2023/3)  

I. Εισαγωγή – Η έννοια της πόλης και οι πρόσφατες εξελίξεις της Νομολογίας

Η πόλη συνιστά το απτό αποτύπωμα της προσπάθειας ετερογενών συλλογικοτήτων και ατομικοτήτων να ανασκευάσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, το αποτέλεσμα των ισορροπιών και των συγκλίσεων που διαμορφώνονται και αποκτούν υπόσταση στον χώρο. Ο άνθρωπος, φτιάχνοντας την πόλη, στην ουσία, επαναπροσδιορίζει τον εαυτό του, οριοθετεί το πλαίσιο της κοινωνικής συνύπαρξης, δημιουργώντας μια κανονιστική τάξη για το περιβάλλον στο οποίο ζει. Μέσα απ’ αυτήν προσδιορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, ο πολιτισμός μας, η αυτοεικόνα του κράτους μας, τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε στην παράδοση και στην προοπτική μας[1].

Το τελευταίο διάστημα, με αφορμή αποφάσεις Δικαστηρίων (2026/2022 και 2028/2022 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών[2]) έχει αρχίσει μία ενδιαφέρουσα αλλά και κρίσιμη για τα δικαιώματα των πολιτών και την ασφάλεια δικαίου συζήτηση περί των υψών των κτιρίων που ανεγείρονται δυνάμει των διατάξεων του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ)[3] σε περιπτώσεις πυκνοδομημένων μεγάλων πόλεων. Τα δύο άρθρα που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία είναι τα άρθρα 10 και 25 ΝΟΚ, με τα οποία ο νομοθέτης θέλησε να προωθήσει τον πολεοδομικό μετασχηματισμό, την ενεργειακή αναβάθμιση και την αστική ανάπλαση στον ελληνικό χώρο.

Μελετώντας το σκεπτικό των αποφάσεων αλλά και των αιτήσεων ακύρωσης που είδαν το φως της δημοσιότητας με αφορμή την έντονη σχετική συζήτηση που έχει ξεκινήσει, διαμορφώνονται τα εξής ερωτήματα:

  1. Οι διατάξεις του ΝΟΚ βελτιώνουν ή δυσχεραίνουν το επίπεδο ζωής των πολιτών ως προς τις προβλέψεις τους για τα ύψη των κτιρίων;
  2. Οι σχετικές διατάξεις περί υψών αποτελούν μέτρα που απαιτούν πολεοδομικό σχεδιασμό ή πρόκειται για μικρές παρεμβάσεις προς όφελος των πόλεων;
  3. Είναι οριζόντιας εφαρμογής ή κάθε περίπτωση εξετάζεται διακριτά και τα διαθέσιμα κίνητρα για αλλαγές και ενεργειακή αναβάθμιση προσδιορίζονται ad hoc;
  4. Προβληματίζουν ως προς την αισθητική των περιοχών και των γειτονιών ή αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την εξέλιξη της πόλης ενόψει της πορείας προς την ενεργειακή ουδετερότητα;
  5. Έρχονται σε αντίθεση ή ρυθμίζουν παράλληλα τον τρόπο ανέγερσης των κτιρίων όπως έχει προβλεφθεί στο παρελθόν από ειδικότερα Διατάγματα, κατόπιν τεχνικής τεκμηρίωσης και αιτιολογίας;
  6. Οι ειδικότερες ρυθμίσεις Νόμων και Διαταγμάτων σε σχέση με τις ρυθμίσεις του ΝΟΚ είναι επιτρεπτές δυνάμει της αρχής της ειδικότητας ή έρχονται σε αντίθεση με τις γενικές του προβλέψεις;

Όλα τα παραπάνω είναι κρίσιμα και θεμελιώδη για την κρίση του Δικαστή ζητήματα, ιδίως ως προς το ζήτημα συνταγματικής αρμονίας των διατάξεων 10 και 25 του ΝΟΚ, δηλαδή των πιο «σύγχρονων» πολεοδομικών ρυθμίσεων αυτού, με το άρθρο 24 του Συντάγματος, υπό το πρίσμα του οποίου θα πρέπει αυτές να εξεταστούν. Φτάνοντας στο σήμερα, ενόψει των διεθνών και ευρωπαϊκών επιταγών για ενεργειακή και κλιματική ουδετερότητα στον ευρωπαϊκό χώρο οι οποίες περιλαμβάνουν και επηρεάζουν το πολεοδομημένο περιβάλλον, όπως η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, καθίσταται σημαντική η σχέση των διατάξεων του ισχύοντος ΝΟΚ με την έννοια του πολεοδομικού κεκτημένου, τις ειδικότερες ρυθμίσεις Προεδρικών Διαταγμάτων που ισχύουν για συγκεκριμένες περιοχές, την ιστορική διαμόρφωση των Οικοδομικών Κανονισμών σε σχέση με τις διεθνείς αλλαγές καθώς και τις σημαντικές εξελίξεις στον τομέα της ενεργειακής αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος.

 

II. Η έννοια του πολεοδομικού κεκτημένου

Ενόψει της Συνταγματικής υποχρέωσης του άρθρου 24, η χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Παράλληλα, οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης, δηλαδή όχι άκριτα ή βάσει εμπειρικών κριτηρίων, αλλά υπαγόμενες σε πολεοδομικούς και χωροταξικούς κανόνες και, σε κάθε περίπτωση, σε επιστημονικά τεκμηριωμένες μελέτες και εισηγήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η θεωρία και η νομολογία αποδέχτηκε την θέσπιση της διάταξης του άρθρου 24 από τον συντακτικό νομοθέτη υπερακοντίζοντας τις προσδοκίες του για την κατά το δυνατόν θεσμική στήριξη και εμπέδωση του συστήματος προστασίας των περιβαλλοντικών αγαθών[4].

Σταχυολογώντας μεταξύ της μακροχρόνιας νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας με την απόφαση υπ’ αριθμ 10/1988 διαμορφώθηκε η έννοια του «πολεοδομικού κεκτημένου».  Αυτή η απόφαση αποτύπωσε με σαφήνεια την θέση πως το οικιστικό περιβάλλον αποτελεί συνταγματικώς προστατευόμενη αξία που επιτάσσει τον κοινό και κανονιστικό νομοθέτη να ρυθμίσει την χωροταξική οργάνωση και πολεοδομική διαμόρφωση της χώρας βάσει ενός ορθολογικού χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, υπαγορευόμενου από χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια[5] ώστε οι οικισμοί να διαμορφώνονται κατά τρόπο λειτουργικό και να εξασφαλίζουν τους καλύτερους, κατά το δυνατό, όρους διαβίωσης.[6]  Για την διατήρηση δε των παραπάνω κριτηρίων, κατά την άσκηση της συναφούς ρυθμιστικής αρμοδιότητας του Κράτους, επιβάλλεται σ’ αυτό η λήψη μέτρων που συντελούν στην αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος προς τον σκοπό της βελτιώσεως της ποιότητας της ζωής, πάντως δε απαγορεύεται η λήψη μέτρων που επιφέρουν την επιδείνωσή του. Με την συγκεκριμένη απόφαση κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις του ΓΟΚ (1985) οι οποίες προέβλεπαν ευνοϊκότερους όρους δόμησης σε περιοχές που ίσχυε το πανταχόθεν ελεύθερο σύστημα δόμησης.[7]

Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας, το κεκτημένο νοείται ως στην παγίωση της εκάστοτε πολεοδομικής κατάστασης, της οποίας επιτρέπεται η μεταβολή -είτε νομοθετικά, είτε πραγματικά- μόνο όταν στοχεύει προς την μεγαλύτερη προστασία του περιβάλλοντος ή βελτίωσή της υφιστάμενης κατάστασης ή της βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών μέσα στα πολεοδομικά σύνολα ή εν πάση περιπτώσει, προς τη διατήρηση του υφιστάμενου ισοζυγίου περιβαλλοντικής προστασίας ή την ισοστάθμισή του[8]. Όπως έχει κριθεί νομολογιακά[9], η βελτίωση του υπάρχοντος φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, η διαφύλαξη και προαγωγή του αποτελεί θεμελιώδη κανόνα και έναν εκ των πρωταρχικών στόχων του οικείου σχεδιασμού της βελτιώσεως οποίου αποτελεί ένα εκ των πρωταρχικών στόχων του οικείου σχεδιασμού. Βέβαια, για πρώτη φορά με την απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ 1071/1994 καταγράφεται μια σχετικοποίηση του πολεοδομικού κεκτημένου, καθώς αναγνωρίστηκε η αναγκαιότητα θέσπισης παρεκκλίσεων σχετικών με τη μεταφορά συντελεστών δόμησης από τους γενικούς όρους δόμησης, τονίζοντας όμως ότι αυτές πρέπει να εντάσσονται στον πολεοδομικό σχεδιασμό, να υπηρετούν τους στόχους και να εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις του.

 

III. Ιστορικό Πλαίσιο περί Οικοδομικών Κανονισμών – Οι διεθνείς και ευρωπαϊκές τάσεις για στροφή του πολεοδομικού σχεδιασμού

Οι προηγούμενοι Γενικοί Οικοδομικοί Κανονισμοί (ΓΟΚ) ακολουθούσαν τις τάσεις της εποχής τους, ο μεν πρώτος (1973) ορίζοντας μια κεντρική πόλη με περικεντρικές περιοχές, ο δε επόμενος (1985) τα “πολλά κέντρα” πόλης. Μέσα από την εφαρμογή του ΝΟΚ και με στόχο την κάλυψη σημερινών αναγκών κρίσιμης αξίας, καλλιεργήθηκε η αντίληψη για την αναγκαιότητα αλλαγής των πολεοδομικών συνηθειών και υιοθέτησης νέων πρακτικών, που θα οδηγήσουν σε επιβράδυνση της κλιματικής υποβάθμισης, βελτίωση των δαπανών χρήσης των κτηρίων και βελτίωση των κοινωνικών παραμέτρων που σχετίζονται με το δομημένο περιβάλλον.  Στόχος του νέου ΝΟΚ ήταν το να συμβαδίσει με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις πολεοδομικής αναβάθμισης και βιοκλιματικού σχεδιασμού, υιοθετώντας σύγχρονη λογική οραματισμού ως προς την αρχιτεκτονική και προστατευτικού για το φυσικό και αστικό περιβάλλον.

Διεθνής και Ευρωπαϊκή Πολιτική

Η σημαντικότερη πρωτοβουλία που έχει πραγματοποιηθεί για τον εντοπισμό των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα και την προώθηση λύσεων ήταν ο καθορισμός και η εφαρμογή των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης, σε παγκόσμιο επίπεδο. Μεταξύ των στόχων αυτών είναι και η πρωτοβουλία για Βιώσιμες Πόλεις και Κοινότητες (αρ. 11), σύμφωνα με τον οποίο οι πόλεις πρέπει να καταστούν ασφαλείς, ανθεκτικές και βιώσιμες, χωρίς αποκλεισμούς. Στις 11 Δεκεμβρίου 2019 παρουσιάστηκε η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, μακροπρόθεσμος στόχος της οποίας, ο οποίος ερείδεται στη σχετική δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της υπογραφής της Διεθνούς Συμφωνίας των Παρισίων για το κλίμα το 2015, είναι να καταστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση κλιματικά ουδέτερη μέχρι το έτος 2050, ήτοι μια οικονομία με μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Εν προκειμένω, για τις πόλεις, το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων τοποθετεί το ζήτημα των κτιρίων στο επίκεντρο των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας για μια σειρά από περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους[10]. Πράγματι, ένας από τους τομείς πολιτικής που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι αυτός της «Οικοδόμησης και ανακαίνισης κτιρίων με αποδοτικό τρόπο ως προς την κατανάλωση ενέργειας», ενώ, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat[11] στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των κτιρίων αναλογεί το 40%[12] της κατανάλωσης ενέργειας.

Επίσης, η Ευρωπαϊκή στρατηγική «Κύμα ανακαινίσεων» που παρουσιάστηκε τον Οκτώβριο του 2020 καθορίζει μέτρα που έχουν ως στόχο να υπερδιπλασιαστεί το ποσοστό ενεργειακών ανακαινίσεων έως το 2030, ενώ ήδη με τον Ν. 4122/2013 (σε ενσωμάτωση της Οδηγίας ΕΕ 2010/31 για την ενεργειακή απόδοση) είχε οριστεί ρητώς η υποχρέωση για όλα τα νέα κτίρια από την 1.1.2021 να είναι κτίρια σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας, ενώ για τα νέα κτίρια που είναι ιδιοκτησίας του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η υποχρέωση αυτή ετέθη σε ισχύ από την 1.1.2019.

Η συμβολή του κτηριακού τομέα στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων με μείωση των ρύπων που προκαλούν την κλιματική αλλαγή, στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην αξιοποίηση Ανανεώσιμων Πηγών καθίσταται έτσι εξαιρετικά σημαντική – παράλληλα, στη διεθνή σφαίρα παρατηρείται συνεχώς η τάση για αύξηση του πρασίνου των κοινόχρηστων χώρων και η βελτίωση του μικροκλίματος σε αστικές περιοχές υψηλής πυκνότητας, καθώς και σε υποβαθμισμένες ή προβληματικές περιοχές της πόλης. Η παροχή μεγαλύτερης ελευθερίας για την παραγωγή ποιοτικής αρχιτεκτονικής -μορφολογικά και λειτουργικά- η ενσωμάτωση στοιχείων που μπορούν να αναβαθμίσουν την ενεργειακή συμπεριφορά των κτηρίων και η χρήση νέων φιλο-περιβαλλοντικών δομικών υλικών, συστημάτων και τεχνολογιών δόμησης αποτελούν τις κυριότερες σύγχρονες τάσεις στον πολεοδομικό αστικό σχεδιασμό.

Γενικά, το δομημένο περιβάλλον θα πρέπει πλέον να προσαρμόζεται στα νέα δεδομένα που τίθενται από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και την αυξημένη ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος. Στα κέντρα των μεγάλων πόλεων και σε περιοχές όπου δεν αλλοιώνεται ο χαρακτήρας της περιοχής, οι συνενώσεις οικοπέδων για τη δημιουργία κτηριακών όγκων με μικρότερη διάσπαση και μεγαλύτερη κλίμακα και ύψος, σε συνάρτηση με το πλάτος των δρόμων, των ελεύθερων χώρων της πόλης και τις μεταξύ τους αποστάσεις επηρεάζουν την κίνηση του αέρα και επιφέρουν βελτίωση του μικροκλίματος στις περιοχές υψηλής πυκνότητας, βελτιώνοντας τη θερμική άνεση και συμβάλλοντας στην απομάκρυνση των αέριων και σωματιδιακών ρύπων. Έτσι, το νομικό πλαίσιο, εκκινώντας με τον ΝΟΚ το 2012, άρχισε να υποστηρίζει την ένταξη στα κτήρια νέων υλικών, τεχνολογιών και δομικών συστημάτων και να πριμοδοτεί το σχεδιασμό με κίνητρα με φιλο-περιβαλλοντικά κριτήρια προς όφελος του κοινωνικού συνόλου και του περιβάλλοντος, ακολουθώντας τις διεθνείς και ευρωπαϊκές κατευθύνσεις.  Παράλληλα επιτρέπει σημαντικές νέες δυνατότητες, λαμβάνοντας υπόψη το ενεργειακό αποτύπωμα των κτηρίων, με στόχους κυρίως τη βελτίωση του μικροκλίματος στα αστικά σύνολα με υψηλή πυκνότητα, την αύξηση των διατιθέμενων χώρων πρασίνου και των χώρων που διατίθεται σε κοινή χρήση.

Εν όψει της Ευρωπαϊκής πολιτικής κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, των πρόσφατων ενεργειακών κρίσεων και της «στροφής» του διεθνούς και ευρωπαϊκού πολεοδομικού σχεδιασμού σε νέα μοντέλα κτιρίων, κρίνεται αναγκαία η «συμπόρευση» της εθνικής νομοθεσίας με κριτήρια τα οποία έχουν ήδη κερδίζουν έδαφος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι (Βιοκλιματικός Σχεδιασμός, επέκταση καθ’ ύψος, αστικά πάρκα – άλση, απόδοση χώρων στην κοινή χρήση κ.α.), με τελικό αποτέλεσμα την εν τοις πράγμασι υιοθέτηση και υλοποίηση αυτών των νέων πρακτικών και στην Ελληνική πραγματικότητα. Με άλλα λόγια, αρχίζει να αποθαρρύνεται η προσκόλληση σε παρωχημένα, συντηρητικά μοντέλα σχεδιασμού και να προωθείται η «στροφή» σε σύγχρονες βιώσιμες πολεοδομικές πρακτικές.

 

IV. Επί της παρ. 5 του άρθρου 1 ΝΟΚ – Οι ειδικότερες ρυθμίσεις Νόμων και Διαταγμάτων σε σχέση με τις ρυθμίσεις του ΝΟΚ

Στο πλαίσιο των ανωτέρω, τέθηκε ο προβληματισμός των ειδικότερων του ΝΟΚ νομοθετικών διατάξεων ή προβλέψεων μέσω Προεδρικών Διαταγμάτων, τα οποία εισήγαγαν διαφορετικές του ΝΟΚ πολεοδομικές προδιαγραφές. Αναφορικά με αυτό, επισημαίνεται το άρθρο 1 παρ.5 ΝΟΚ που ορίζει ότι:

«α) Οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, κατισχύουν των γενικών διατάξεων, που περιέχονται στον παρόντα νόμο. β) Οι διατάξεις του παρόντος κατισχύουν των κανονιστικών πράξεων της Διοίκησης (όπως αποφάσεις Νομάρχη, πράξεις Δημοτικού Συμβουλίου κ.λπ.), με τις οποίες θεσπίζονται όροι δόμησης (όπως ύψος, ποσοστό κάλυψης, αριθμός ορόφων, θέση υπογείου κ.λπ.), εκτός από: 1) οποιουδήποτε είδους διατάγματα και 2) πράξεις, με τις οποίες θεσπίζονται ειδικές και εντοπισμένες ρυθμίσεις (όπως για διατηρητέα κτίρια, μνημεία, ειδικά κτίρια κ.λπ.). Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής μπορεί να διαπιστώνεται η μη εφαρμογή των παραπάνω κανονιστικών πράξεων της διοίκησης.»

Το εν λόγω άρθρο αποτελεί εφαρμογή της αρχής της εκάστοτε λεπτομερέστερης ρύθμισης, με τον ειδικό νόμο να υπερισχύει του γενικού[13]. Με την εν λόγω διάταξη τέθηκε ο γενικός κανόνας ότι οι ειδικότερες πολεοδομικές διατάξεις (νοούμενες ως έχουσες ισχύ τυπικού κανόνα δικαίου) υπερισχύουν των γενικών ρυθμίσεων του ΝΟΚ (υπό την επιφύλαξη των εξαιρέσεων του εδαφίου β). Αυτό σημαίνει πως εάν σε έναν νόμο ή σε Προεδρικό Διάταγμα εκδοθέν βάσει νομοθετικής εξουσιοδότησης ορίζεται πολεοδομική διάταξη που ανατρέπει τις γενικές ρυθμίσεις του ΝΟΚ, αυτή υπερισχύει, βάσει του κανόνα της ειδικότητας.

Συνεπώς, βάσει ρητής αναφοράς του ΝΟΚ,  δύναται Νόμοι ή Προεδρικά διατάγματα να θέτουν ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης, οι οποίοι υπερισχύουν των γενικών ρυθμίσεων του ΝΟΚ, στη βάση της αρχής της ειδικότητας.

Δύο ειδικότερα άρθρα που εμπίπτουν σε αυτή την κατηγορία και άρα εισάγουν ειδικότερες του ΝΟΚ ρυθμίσεις που υπερισχύουν των γενικότερων προβλεπόμενων αυτού είναι τα άρθρα 10 και 25, με τα οποία ο νομοθέτης θέλησε να προωθήσει τον πολεοδομικό μετασχηματισμό, την ενεργειακή αναβάθμιση και την αστική ανάπλαση στον ελληνικό χώρο.

 

1. Επί του άρθρου 10 ΝΟΚ

Τα κίνητρα που έχουν θεσπιστεί με το άρθρο 10 του ΝΟΚ αφορούν, όπως αναφέρει και ο τίτλος του άρθρου, «την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε πυκνοδομημένες και αστικές περιοχές». Δηλαδή, αφορούν συγκεκριμένες περιοχές με αυστηρά πληθυσμιακά κριτήρια, ώστε να επιβεβαιώνεται ο «πυκνοδομημένος» χαρακτήρας τους. Με το εν λόγω άρθρο δίνεται το κίνητρο ποσοστιαίας αύξησης του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης του εκάστοτε οικοπέδου, υπό την προϋπόθεση ποσοστιαίας μείωσης του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου και απόδοσης σε κοινή δημόσια χρήση επιφάνειας ίσης με την αύξηση της επιφάνειας δόμησης δια του συντελεστή δόμησης – δηλαδή, με την απόδοση του συγκεκριμένου πολεοδομικού κινήτρου θα πρέπει να επέρχεται βελτίωση των όρων διαβίωσης. Είναι συνεπώς οι διατάξεις απολύτως σύμφωνες με το Σύνταγμα (ά. 24) και τη συναφή νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας περί «περιβαλλοντικού και πολεοδομικού κεκτημένου», η οποία επιτάσσει σε περίπτωση μεταβολής των όρων δόμησης να επέρχεται βελτίωση των όρων διαβίωσης (πρβλ. Ολ ΣτΕ 4946-4948/1995), με τις οποίες κρίθηκε ad hoc ότι: «επιδείνωση (ενν. των όρων διαβίωσης) δεν συνεπάγεται ούτε η τροποποίηση των όρων δομήσεως, διότι η αύξηση του συντελεστή δόμησης (0,8 έναντι 0,6 που ίσχυε προηγουμένως) αντισταθμίζεται από την αύξηση του ακαλύπτου χώρου, ενώ ο όρος δομήσεως που αναφέρεται στο ύψος δεν συνιστά καθεαυτόν δυσμενή μεταβολή των συνθηκών

Ο ειδικότερος χαρακτήρας της εν λόγω νομοθετικής πρόβλεψης διαφαίνεται και από το ίδιο το λεκτικό της διάταξης του άρθρου 10: «Σε κάθε περίπτωση δίνεται κίνητρο προσαύξησης του επιτρεπόμενου ύψους, έως το ανώτατο επιτρεπόμενο κατά το άρθρο 15 ύψος, για τον προσαυξημένο συντελεστή δόμησης. Όταν το ύψος ορίζεται από ειδικές πολεοδομικές διατάξεις, οι οποίες ισχύουν στην περιοχή, δίνεται κίνητρο προσαύξησης του επιτρεπόμενου ύψους κατά…»

Αυτή η ειδικότερη επιλογή του νομοθέτη, όπως επιτρέπεται από την παρ. 5 του άρθρου 1 ΝΟΚ, δικαιολογείται λοιπόν πλήρως με βάση την γενικότερη πολιτική για επιβράδυνση της κλιματικής καταπόνησης, στη βελτίωση των δαπανών χρήσης των κτηρίων και στην προαγωγή των περιβαλλοντικών και κοινωνικών θεμάτων που σχετίζονται με το δομημένο περιβάλλον.

Η πυκνότητα των κτηρίων, η θέση τους στο οικόπεδο, ο τρόπος ανάπτυξης των κτηριακών όγκων, η κακή σχέση τους με τα πλάτη των δρόμων και η έλλειψη ανοιχτών ιδιωτικών και κοινόχρηστων χώρων, αποτελούν βασικές αιτίες περιβαλλοντικής υποβάθμισης της πόλης.

Με το εν λόγω άρθρο του ΝΟΚ όχι μόνο δεν υποβαθμίζεται ένα ήδη επιβαρυμένο αστικό περιβάλλον, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται δυνατό στις μελέτες για νέα κτήρια να εφαρμόζονται σύγχρονες αρχές δόμησης που είναι εναρμονισμένες με νέες διαπιστώσεις και προβλέψεις για την προστασία του περιβάλλοντος και για απόδοση οφέλους στο κοινωνικό σύνολο.

Από τις συνενώσεις οικοπέδων που θα προκύψουν με την παροχή των παραπάνω κινήτρων, προκύπτει όφελος για την ποιότητα της καθημερινής ζωής, το περιβάλλον, την αισθητική εικόνα της πόλης και την αρχιτεκτονική. Υπό αυτούς τους όρους η προτεινόμενη αύξηση του συντελεστή δόμησης συνοδεύεται από τον περιορισμό του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της δόμησης, και συνεπώς δεν συνιστά επιδείνωση αλλά βελτίωση της ποιότητας διαβίωσης και της ποιότητας του περιβάλλοντος.

 

2. Επί του άρθρου 25 ΝΟΚ

Στο ίδιο πνεύμα με το άρθρο 10 ΝΟΚ, με το άρθρο 25 ορίζεται κίνητρο αύξησης του συντελεστή δόμησης για κτίρια που μέσω του βιοκλιματικού και ενεργειακού σχεδιασμού τους απαιτούν την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση ενεργείας, χρησιμοποιώντας συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας καθώς και συστήματα ΑΠΕ ή παρουσιάζουν ταυτόχρονα εξαιρετική περιβαλλοντική απόδοση. Το ύψος ενός κτιρίου, αυτό καθ’ εαυτό, δεν επιβαρύνει το περιβάλλον, πολλώ δε μάλλον όταν χαρακτηρίζεται από βιοκλιματικό σχεδιασμό και συνοδεύεται με μείωση της επιτρεπόμενης στην περιοχή κάλυψη του οικοπέδου.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να επισημανθεί ότι το ύψος ως ο όρος δόμησης δεν συνιστά καθαυτό δυσμενή μεταβολή των συνθηκών[14], ιδιαίτερα όταν αντισταθμίζεται από την αύξηση του ακαλύπτου χώρου των οικοπέδων – με αποτέλεσμα, όπως αναφέρεται και στην προαναφερθείσα αιτιολογική έκθεση του ΝΟΚ, να αυξάνεται η ροή του ανέμου, να βελτιώνεται η θερμική άνεση και να απομακρύνονται οι αέριοι και σωματιδιακοί ρύποι. Ο περιορισμός του περιβαλλοντικού αποτυπώματος της δόμησης συνιστά λοιπόν επιστημονικώς τεκμηριωμένη βελτίωση της ποιότητας διαβίωσης και της ποιότητας του περιβάλλοντος, όπως προβλέπεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος και, άρα, δεν συγκρούεται με την ιδιότητα  του πολεοδομικού κεκτημένου περί μη χειροτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης εντός πολεοδομημένων περιοχών.

 

V. Συμπεράσματα

Ενόψει των ανωτέρω, κωδικοποιούνται τα συμπεράσματά μας ως εξής:

  • οι κανόνες του ΝΟΚ είναι γενικοί, αφορούν ολόκληρη την Επικράτεια και εφαρμόζονται συμπληρωματικά και μόνο ως προς τα θέματα τα οποία δεν ρυθμίζονται ρητώς από τις κατά περίπτωση ειδικές πολεοδομικές-ρυμοτομικές διατάξεις, βάσει της ρητής πρόβλεψης της παρ. 5 του άρθρου 1 ΝΟΚ.
  • οι κανόνες των άρθρων 10 και 25 ΝΟΚ είναι ειδικότεροι των γενικών διατάξεων του ΝΟΚ, όπως αποδεικνύεται από την ανάγνωση αυτών των διατάξεων.
  • δίνονται μέσω αυτών των ειδικότερων διατάξεων του ΝΟΚ ειδικότερα προαιρετικά πολεοδομικά κίνητρα (αύξηση συντελεστή δόμησης σε πυκνοδομημένες περιοχές, μεγαλύτερο ύψος κτιρίων συνοδευόμενο από μικρότερη κάλυψη): 1) σε περιοχές όπου δεν υπάρχουν ειδικοί περιορισμοί, 2) σύμφωνα με συγκεκριμένη διαδικασία, 3) ειδικότερες, περιοριστικές και αυστηρές προϋποθέσεις και 4) εφαρμόζονται ad hoc – επιλογή η οποία έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά πως δεν επιφέρει αυτή καθαυτή περιβαλλοντική επιβάρυνση, αλλά, αντιθέτως, εξυπηρετεί τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
  • λόγω του εξειδικευμένου χαρακτήρα του (ως ανωτέρω) το πολεοδομικό κίνητρο των ειδικότερων άρθρων του ΝΟΚ τίθεται σε εφαρμογή κατευθύνσεων και προδιαγραφών των σύγχρονων πόλεων με βάση το διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο, το οποίο επιβάλλει εδώ και πολλά χρόνια τέτοιου είδους αστικές αναπλάσεις με βιοκλιματικό σχεδιασμό, επέκταση καθ΄ ύψος και απόδοση χώρων στην κοινή χρήση.

Όπως έχει κριθεί, ο καθορισμός των επιτρεπόμενων χρήσεων γης, από τον οποίο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό η ποιότητα ζωής στην πόλη, πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ορθολογικό, σε συμφωνία προς πολεοδομικά κριτήρια και χάριν του δημοσίου συμφέροντος[15]. Τούτο ουδόλως σημαίνει ότι δεν επιτρέπεται η χρήση θεσπισθέντων πολεοδομικών κινήτρων, οι εκάστοτε, όμως, ρυθμίσεις πρέπει να στηρίζονται σε αντικειμενικά, επιστημονικώς καθορισμένα πολεοδομικά κριτήρια[16] και να συμπορεύονται με το πυρήνα της έννοιας του πολεοδομικού κεκτημένου, υπό το πρίσμα της μη χειροτέρευσης των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών και της προστασίας του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με την ανωτέρω ανάλυση, με την θεσμοθέτηση ειδικών πολεοδομικών διατάξεων περί υψών κτιρίων υπό τις ως άνω προϋποθέσεις καθίσταται σαφές πως δεν μεταβάλλεται a priori το πολεοδομικό κεκτημένο και η φυσιογνωμία της εκάστοτε περιοχής, ούτε αναιρείται ο ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 24 Συντάγματος.

 

VI. Αντί επιλόγου

Μέσα από αυτήν την έντονη συζήτηση που αναπτύσσεται, παρουσιάζεται σίγουρα η αναγκαιότητα μίας ουσιαστικής και εις βάθος συζήτησης του τεχνικού κόσμου και δη των αρχιτεκτόνων για το μέλλον των πυκνοδομημένων περιοχών και το μέτρο και τον βαθμό των σχεδιαζόμενων αλλαγών – πιθανώς και για την επανεξέταση και κωδικοποίηση όλων των σχετικών άρθρων σε σχέση με τη διαμόρφωση των πολεοδομικών μεγεθών που προβλέφθηκαν στον Οικοδομικό Κανονισμό. Είναι σαφές ότι η έντονη αυτή συζήτηση μπορεί να αποτελέσει έναυσμα έρευνας και αναθεώρησης των διατάξεων που αφορούν τον υπολογισμό του συντελεστή δόμησης και την αύξηση του ύψους των κτιρίων, έτσι ώστε να διαφυλαχθεί αφενός το να μη χάσει την ευκαιρία η χώρα για εναρμόνιση με τις νέες κατευθύνσεις περί ενεργειακής αναβάθμισης και βιοκλιματικού σχεδιασμού στο διεθνές περιβάλλον – αφετέρου, να καταστεί σαφές το όριο μέχρι το οποίο δημιουργείται πράγματι η ασφάλεια περί μη ανατροπής του πολεοδομικού κεκτημένου, της αισθητικής και της φυσιογνωμίας των πόλεων, ως έχουν αυτές διαμορφωθεί.

Σε αυτή την κατεύθυνση, μία κωδικοποίηση των διατάξεων που επηρεάζουν το ύψος των οικοδομών, ενδεχομένως και μέσω σχεδιαγραμματικής απεικόνισης, θεωρούμε πως θα αναδείκνυε τα θετικά του ΝΟΚ και θα βοηθούσε ουσιωδώς στην περίπτωση που θα κρινόταν απαραίτητη η επανεξέταση κάποιων από των διατάξεών του, προς την ορθή και επιστημονικά τεκμηριωμένη τροποποίησή τους.

Μια σημαντική καταληκτική παρατήρηση: η συστηματική ανάγνωση των πολλών διατάξεων που εφαρμόζονται για την υλοποίηση ενός κτιρίου συνθέτουν ένα ιδιαίτερα τεχνικό πλέγμα, στο πλαίσιο του οποίου η στάθμιση όλων των αναφυόμενων ζητημάτων καθίσταται δύσκολη για τους εφαρμοστές και τους ερμηνευτές του, και μεταξύ άλλων, του Δικαστή. Σε κάθε περίπτωση, το Συμβούλιο της Επικρατείας κάθε άλλο παρά συντηρητικό ρόλο έχει κρατήσει με τη μακρά Νομολογία του, καθώς προστάτεψε τις αλλαγές προς τις σωστές κατευθύνσεις. Εν τέλει, τα περισσότερα θέματα είναι όχι μόνο τεχνικά αλλά απαιτούν αλληλοεξέταση και παράλληλη έρευνα, καθώς μία διάταξη του ΝΟΚ δύναται να επηρεάζει τη νομική διάσταση της κρίσης μας για μία άλλη.


[1] Καρατσώλης Κ. (2020). Εισαγωγή στο Δίκαιο της Πολεοδομίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 1. [2] Οι οποίες βασίστηκαν στις αποφάσεις ΣτΕ 2102/19 και 705-706/20, με τις οποίες το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο όρισε ότι όπου υπάρχουν ειδικά διατάγματα πρέπει να εφαρμόζονται αυτά και όχι οι διατάξεις του ΓΟΚ 1985 και του ΝΟΚ 2012. [3] Ν. 4067/12, ΦΕΚ Α΄ 79/09.04.2012, διορθ. σφαλμ. σε ΦΕΚ Α 99/27.4.2012. [4] Καράκωστας Ι., «Η προστασία του περιβάλλοντος αδιαπραγμάτευτο νομικό και κοινωνικό κεκτημένο», 2007, Νόμος και Φύση. [5] Όπως είναι η ιδιομορφία, ο χαρακτήρας μιας περιοχής ως πόλεως, προαστίου ή χωριού και η εν γένει φυσιογνωμία, καθώς και οι ανάγκες κάθε περιοχής. [6] Βλ. σχετικά νεότερη νομολογία ΣτΕ Ολ 3746/1995, 1260/1999 επταμ., Ολ 376/2014, ΠΕ 28/2015, 1159/1989, 1111/2003, 2808/2004, 2181/2005, 2712/2006.] [7] Ομοίως έκριναν οι αποφάσεις ΣτΕ 643/1988, 941/1988, 948/1988, 3618/1995(Ολ), 2252/2002. [8] Βλ. και ΣτΕ 3478/2000, ΣτΕ 554/2000, ΣτΕ 6070/1996, ΣτΕ 4572/1996, βάσει των οποίων τροποποιήσεις είναι ανεκτές μόνον εφόσον βελτιώνουν τον πολεοδομημένο χώρο ή εφόσον εξασφαλίζουν τουλάχιστον την υφιστάμενη κατάσταση (λειτουργία) του. [9] βλ. ΣτΕ 2258/2014, 4031/2001, 1027/1999, 557/1999, 1507/1997 κ.ά. [10] Βλ. Buildings Should Be At The Heart Of The European Green Deal. Here’s Why. Discussion Paper, Buildings Performance Institute Europe – BPIE, Brussels (2019) [11] Eurostat, Ενεργειακά ισοζύγια, έκδοση 2019 – τελική κατανάλωση ενέργειας το 2017 https://ec.europa.eu/eurostat/documents/3217494/10077623/KS-EN-19-001-EN-N.pdf/59b44e6f-ff33-488b-a85f-9c4f60703afc [12] Το σχετικό ποσοστό παγκοσμίως συνεχίζει να αυξάνεται κυρίως λόγω αύξησης του πληθυσμού και της δομημένης επιφάνειας του πλανήτη. (2018 Global Status Report, Global Alliance for Buildings and Construction – GlobalABC) [13] Με την ΣτΕ 1166/1951 Ολομ. επισημάνθηκε ακριβώς ότι σε περίπτωση «συγκρουομένων μεταξύ τους και συνισχυόντων κανόνων δικαίου, η βούληση του νομοθέτη αναζητείται με βάση το κριτήριο του γενικού προς τον ειδικό κανόνα, υπερισχύοντος του τελευταίου», κανόνας ο οποίος διατρέχει διαχρονικά την εθνική νομολογία. [14] Ολ ΣτΕ 4946-4948/1995. [15] ΣτΕ 4974/2013, 3176/2008. [16] ΣτΕ 1242/16, σκ. 6

Η Φέρουσα Ικανότητα μέσα από τη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας

Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος, Υπ. Δρ. Ομάδα Μελέτης και Τεκμηρίωσης: Βασιλοπούλου Ιωάννα, Δικηγόρος ΜΔΕ Μιχαλακέα Αθηνά, Δικηγόρος ΜΔΕ, Υπ. Δρ. Τσακαλογιάννη Ιφιγένεια, Δικηγόρος ΜΔΕ, MSc   

I. Πρόλογος

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη των στοιχείων που κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας (από τα έτη 1992 και έπειτα) αποτελούν κρίσιμα μεγέθη για τον καθορισμό της Φέρουσας Ικανότητας (στο εξής ΦΙ) και τα οποία θα μπορούσαν να καταγραφούν ως βασικές παράμετροι για την εκτίμησή της, έχοντας ως άξονα τις κατευθύνσεις του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου.  Θεωρούμε ότι το δείγμα επιλογής είναι εξαιρετικά κρίσιμο για την ορθότητα των συμπερασμάτων που αποτυπώνονται.  

II. Η εκτίμηση της ΦΙ βάσει του Συμβουλίου της Επικρατείας

Καταρχάς, δυνάμει της μελέτης και κωδικοποίησης των αποφάσεων και Πρακτικών Επεξεργασίας του ΣτΕ και της καταγραφής των αναφορών στην εκτίμηση της ΦΙ προκύπτει το συμπέρασμα ότι τα ως άνω μπορούν να καταχωρηθούν συστηματικά σε κάποιες κατηγορίες, από τις οποίες δύναται να αντληθούν κριτήρια και δεδομένα για τη δημιουργία προδιαγραφών και κριτηρίων για την εκτίμηση της Φ.Ι.:

Α.1. Οικισμοί και Επεκτάσεις Οικισμών

Πλήθος αποφάσεων του ΣτΕ αναφέρονται στη ΦΙ, ως στοιχείο εκτίμησης της ικανοποίησης των οικιστικών αναγκών, οι οποίες είτε απορροφώνται από τους υπάρχοντες οικισμούς είτε εξυπηρετούνται με την επέκταση των ορίων οικισμών ή τη δημιουργία νέων. Από τη συστηματική ανάλυση προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή πρέπει να μελετηθούν: α) η δυνατότητα απορρόφησης των οικιστικών πιέσεων από τους υφιστάμενους οικισμούς (ΠΕ ΣτΕ 196/2021, ΣτΕ 164/2022), για την οποία λαμβάνονται ως στοιχεία εκτίμησης της ΦΙ, κατά το ΣτΕ:
  • το βάρος του πληθυσμού
  • τα κριτήρια που σχετίζονται με τους νέους οικιστικούς υποδοχείς και προβλέπονται από πολεοδομικά – χωροταξικά σχέδια (π.χ. ΓΠΣ)
  • το οδικό δίκτυο
  • η δυνατότητα του υδρευτικού δικτύου να εξυπηρετήσει τον προσδοκώμενο πληθυσμό και τους νέους οικισμούς, χωρίς υπερεκμετάλλευση των υδατικών πόρων.
β) η προστασία του «πολιτιστικού κεφαλαίου», για την οποία λαμβάνεται, ως στοιχείο εκτίμησης της ΦΙ, κατά το ΣτΕ, η μη μεταβολή της πολεοδομικής φυσιογνωμίας της οικιστικής περιοχής (ενδεικτικά ΣτΕ 585/2014), και γ) η μη υπέρβαση της φυσικής χωρητικότητας της οικιστικής περιοχής, για την οποία λαμβάνονται, ως στοιχεία εκτίμησης της ΦΙ:
  • η προστασία των φυσικών πόρων, και
  • η ικανότητα των υποδομών, τεχνικής και κοινωνικής υφής (ενδεικτικά, ΣτΕ 1037/22).

Α.2 Προδιαγραφές για το νησιωτικό οικοσύστημα

Ειδικά για τα μικρά νησιά, παγίως γίνεται δεκτό από το ΣτΕ ότι είναι δεκτικά μόνο μορφών ήπιας ανάπτυξης, συμβατής με τον ευαίσθητο χαρακτήρα τους. Με άλλα λόγια, ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης επιτάσσει τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και ισχύει κατά μείζονα λόγο για την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων όπως τα μικρά νησιά (ΣτΕ 3920/2010, ΣτΕ 387/2014). Άρα, η φέρουσα ικανότητα των μικρών νησιών αποτελεί μέγεθος που πρέπει να εκτιμηθεί ιδιαιτέρως από τις μελέτες που πρόκειται να εκπονηθούν. Από τη νομολογία του ΣτΕ διαπιστώνεται ότι για τον υπολογισμό της ΦΙ των μικρών νησιών στοιχεία εκτίμησης είναι: α) η πολλαπλή χρήση εγχώριων πόρων των μικρών νησιών, και  β) η προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητάς τους. Επιπλέον, η ΦΙ μπορεί να εκτιμηθεί με τους κάτωθι, ενδεικτικούς κατά το ΣτΕ τρόπους:
  • Προσδιορισμός ΦΙ σε μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σχέδια βιώσιμης ανάπτυξης, ιδίως με έμφαση: α) στην αναθεώρηση των μη βιώσιμων πρακτικών, β) στην προαγωγή περιβαλλοντικώς υγιούς τεχνολογίας και γ) στον αποκλεισμό των τεχνολογιών που δημιουργούν απειλή για το οικοσύστημά τους (ενδεικτικά, ΠΕ ΣτΕ 216/1999, ΠΕ ΣτΕ 355/1999).
  • Υπολογισμός μέτρου διατήρησης βιοποικιλότητας για το εκάστοτε νησί και ανάπτυξη νέων τεχνολογιών προς τον σκοπό αυτό (ενδεικτικά, Π.Ε. ΣτΕ 359/1999, Π.Ε. ΣτΕ 432/2001).
  • εκπόνηση ειδικής μελέτης «χωρητικότητας» (ήτοι το ειδικό εργαλείο χωρικού σχεδιασμού που προβλεπόταν από το Περιφερειακό Πλαίσιο Ν. Αιγαίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, βλ. ΣτΕ 1037/2022).
Τέλος, έχει κριθεί ότι κύριος παράγοντας για τον καθορισμό των ορίων της ΦΙ στα μικρά νησιά είναι το ενεργειακό τους σύστημα (βλ. ΣτΕ 1421/2013, ΣτΕ 1422/2013).

Β.1. Προσεγγίσεις της ΦΙ σε άλλους/ειδικούς τομείς δραστηριοτήτων

Κατά την έρευνα σε αποφάσεις και Πρακτικά Επεξεργασίας του ΣτΕ διαπιστώθηκε ότι η εκτίμηση της ΦΙ θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για την έγκριση Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.) και Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α.), αλλά και για την έγκριση δημιουργίας υποδοχέων αποβλήτων (ΟΕΔΑ – Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διάθεσης Απορριμμάτων), Περιοχών Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (Π.Ο.Α.Υ.) και εγκαταστάσεων ΑΠΕ. Μάλιστα, η νομολογία του ΣτΕ φαίνεται να εκτιμά διαφορετικά το στοιχείο της ΦΙ για την εγκατάσταση ΑΠΕ σε μικρά νησιά σε σύγκριση με την εγκατάστασή τους στον ηπειρωτικό χώρο.

Β.2. Σωρευτικές επιπτώσεις δραστηριοτήτων – Συνεργιστικό αποτέλεσμα

Στην πλειοψηφία των αποφάσεων του ΣτΕ που αφορούν βιομηχανικές δραστηριότητες, εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων, έργα μεταφορών ή παραγωγική δραστηριότητα κρίθηκε πως στο πλαίσιο εκτίμησης της ΦΙ πρέπει να εξετάζονται και οι επιπτώσεις που τυχόν θα έχει μια νέα εγκατάσταση δεδομένης της σώρευσης με υπάρχουσες χρήσεις καθώς και εγκαταστάσεις ίδιων χρήσεων. Επιπλέον, το ΣτΕ έχει επισημάνει πολλές φορές πως για την εκτίμηση της ΦΙ σε μονάδες διαχείρισης αποβλήτων (ΟΕΔΑ), βιομηχανίες, μονάδες κτηνοτροφίας και μεταναστευτικές δομές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σωρευτικές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον από την παράλληλη λειτουργία τέτοιου είδους μονάδων, με επίκεντρο στο αθροιστικό αποτέλεσμα αντιστοίχων διαφόρου είδους οχλήσεων στην περιοχή ενδιαφέροντος [1]. Αντιστοίχως, έχει επισημανθεί το δυνητικό αθροιστικό ζημιογόνο αποτέλεσμα από ομοειδείς εγκαταστάσεις [2] από την ταυτόχρονη λειτουργία εγκαταστάσεων [3].  

III. Η θέση του ορισμού της ΦΙ στον ορθολογικό σχεδιασμό και το πεδίο χωρικής ανάλυσής της

Η φέρουσα ικανότητα αποτελεί στοιχείο και κριτήριο που πρέπει να περιλαμβάνεται μεταξύ άλλων στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό [4]. Η ΦΙ αποτελεί ένα εργαλείο δυναμικό, το οποίο εκτιμάται σε διαφορετικά επίπεδα χωρικού σχεδιασμού και χωρικής ενότητας, ανάλογα με διάφορους παράγοντες, όπως το είδος της εκάστοτε επέμβασης, τις συνθήκες της περιοχής ενδιαφέροντος, τα ιδιαίτερα τοπικά, φυσικά, πολιτιστικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά, κ.α. Κατά κανόνα, όμως, πρέπει να αποφεύγεται η σημειακή και αποσπασματική χωροθέτηση έργων και δραστηριοτήτων, διότι αυτό αντίκειται στη φέρουσα ικανότητα της περιοχής [5] .  

IV. Συμπεράσματα θεωρητικού περιεχομένου

  • Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψιν για τον υπολογισμό της βιώσιμης ανάπτυξης θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν και για τον υπολογισμό της ΦΙ, καθώς συχνά στη Νομολογία του ΣτΕ οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται [6].
  • Η βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη συνίσταται πρωτίστως στην αναζωογόνηση των οικισμών της χώρας που φθίνουν ή εγκαταλείπονται, προς τους οποίους θα πρέπει να κατευθύνεται η αναπτυξιακή δραστηριότητα [7].
  • Η ΦΙ συνδυάζεται και με κριτήρια μη ποσοτικά, όπως ο χαρακτήρας των νησιών ως παραδοσιακών ανθρωπογενών συστημάτων και περιοχών ως ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Άρα, το μέγεθος της ΦΙ πρέπει να ερευνάται και υπό αυτό το πρίσμα. Ιδιαιτέρως, ειδική πρόνοια πρέπει να υπάρχει για την διατήρηση του χαρακτήρα των μικρών νησιών και του νησιωτικού ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και τοπίου τους [8].
  • Ο υπολογισμός και η εκτίμηση της ΦΙ αποτελούν βασικό κριτήριο ορθολογικού ελέγχου των χρήσεων γης [9].
  • Οι αλλαγές ή οι αυξήσεις σε πολεοδομικά μεγέθη (π.χ. αύξηση συντελεστή) επηρεάζουν την ΦΙ και γι’ αυτό πρέπει να την λαμβάνουν υπόψιν [10].
  • Η ΦΙ αφορά ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων: τουρισμό, ενέργεια, πρωτογενή τομέα, υδατοκαλλιέργειες (ΠΟΑΥ), βιομηχανία, κ.α.
Η πλειοψηφία των αποφάσεων συγκλίνει στο ότι η Φ.Ι. αποτελεί πολεοδομικό κριτήριο, το οποίο λαμβάνεται υπόψη κατά τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό.   Πρώτη δημοσίευση: ECOPRESS: https://ecopress.gr/i-ferousa-ikanotita-mesa-apo-ti-nomolo/ ΑΠΕΜΠΕ: https://www.amna.gr/home/article/747799/Ferousa-Ikanotita-Apo-tin-uperdomisi-ton-nision-kai-ti-spatali-fusikon-poron-sti-biosimi-anaptuxi   [1] ΣτΕ 902/2011, 1531/2014 [2] 380/2014, 1973/2017, 1678/22.. [3] ΣτΕ 273/2019 [4] Ενδεικτικά ΠΕ ΣτΕ 246/1992140/2002, 114/2010, 199/2010, 178/2019. [5] Π.Ε. ΣτΕ 194/2011. [6] Ενδεικτικά Π.Ε. ΣτΕ 210/2002, 388/2003, 87/2020. [7] Π.Ε. ΣτΕ 527/2001, 535/2002. [8] Π.Ε. ΣτΕ 210/2002, 87/2020. [9] Π.Ε. ΣτΕ 120/2002, 159/2002. [10] Π.Ε. ΣτΕ 601/2002.

«Παρατηρήσεις στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 2564/2022 – Απόρριψη αίτησης ακύρωσης του Προεδρικού Διατάγματος με τίτλο: “Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ): Το θεσμικό πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, οι εγγυήσεις για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η συμβατότητα με τον πολεοδομικό σχεδιασμό”», δημοσιεύτηκε στο νομικό περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο».

Περίληψη: Αίτηση ακύρωσης κατά Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο εγκρίθηκε Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης στη νήσο Μύκονο. Άρθρο 24 του Συντάγματος. Σημαντικό στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος είναι τα ευαίσθητα νησιωτικά οικοσυστήματα, τα οποία επιδέχονται ήπιας διαχείρισης και σεβασμού της Φέρουσας Ικανότητάς τους. Το θεσμικό πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, μέσω της ΣΜΠΕ που εκπονείται στο στάδιο του ΕΣΧΑΣΕ και της δημόσιας διαβούλευσης επί αυτής, διασφαλίζει, ως πρώτο στάδιο σχεδιασμού, την προστασία του περιβάλλοντος. Επιτρεπτή η θέσπιση διαφοροποιήσεων από τις προβλέψεις της ΖΟΕ υπό προϋποθέσεις. Ανεπίκαιρη η ΖΟΕ Μυκόνου ενόψει παρέλευσης ικανού χρονικού διαστήματος και της θέσπισης νεότερης πολεοδομικής νομοθεσίας. Τα κριτήρια σχεδιασμού και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις, σε συνδυασμό με το σύνολο των σχετικών στοιχείων του θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου, αξιολογήθηκαν με αιτιολογημένη κρίση από την Διοίκηση. Απορρίπτει την αίτηση.   

Αντικείμενο της εν λόγω δικαστικής διαφοράς αποτέλεσε η αίτηση ακύρωσης του Δήμου Μυκόνου κατά του Προεδρικού Διατάγματος περί εγκρίσεως Ειδικού Σχεδίου Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης (ΕΣΧΑΣΕ) του άρθρου 24 ν. 3894/2010 (κατά τον κρίσιμο χρόνο της εγκρίσεως του προσβαλλομένου ΕΣΧΑΣΕ, νυν άρθρου 7 ν. 4864/2021) με την ονομασία «Τουριστική Ανάπτυξη στη Μύκονο» στην θέση «Καραπέτης» στην Δημοτική Κοινότητα Άνω Μεράς του Δήμου Μυκόνου, Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου (Δ΄ 304’/10.06.2020). Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τον δυνητικά βιώσιμο χαρακτήρα των ΕΣΧΑΣΕ ως εργαλείων υλοποίησης επενδύσεων και ταυτόχρονης προστασίας του περιβάλλοντος, υπό προϋποθέσεις, επί περιοχών με ιδιαίτερα πολεοδομικά ή και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, όπως η νήσος της Μυκόνου, απορρίπτοντας την αίτηση ακύρωσης του Δήμου Μυκόνου. 

Συνοπτικά, η συγκεκριμένη επενδυτική πρόταση περιελάμβανε τη δημιουργία πρότυπης ξενοδοχειακής μονάδας 5*, η οποία θα εναρμονιζόταν πλήρως στα ιδιαίτερα φυσικά και ανθρωπογενή χαρακτηριστικά της Μυκόνου, μαζί με συνοδευτικές εγκαταστάσεις (χώροι άθλησης, κέντρο ευεξίας, κ.α.) και πρόταση για χωροθέτηση καταφυγίου τουριστικών σκαφών. Μετά την υπαγωγή της εν λόγω επενδυτικής πρότασης στο καθεστώς των Στρατηγικών Επενδύσεων με την υπ’ αρ. 38/8.05.2019 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Στρατηγικών Επενδύσεων (ΔΕΣΕ) (Β’ 1624), ακολούθησε η διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) της προτάσεως σχεδιασμού του προσβαλλομένου ΕΣΧΑΣΕ και εν συνεχεία η εισήγηση του Κεντρικού Συμβουλίου Διοικήσεως για την Αξιοποίηση της Δημοσίας Περιουσίας (ΚΣΔΑΔΠ) προς τους αρμοδίους Υπουργούς για την έκδοση του Προεδρικού Διατάγματος περί εγκρίσεως του ΕΣΧΑΣΕ. 

Μετά την επεξεργασία του σχεδίου ΠΔ από το Συμβούλιο της Επικρατείας[1] και την ενσωμάτωση σχετικών τροποποιήσεων και διορθώσεων, το ΠΔ δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Δ΄/304/10-06-2020). Με το Προεδρικό Διάταγμα: α) εγκρίθηκε το εν λόγω ΕΣΧΑΣΕ, β) ρυθμίστηκε ο χωρικός προορισμός του αναπτυσσομένου μέσω του ΕΣΧΑΣΕ ακινήτου και καθορίστηκαν χρήσεις γης και όροι δομήσεως,γ) επικυρώθηκαν οι οριογραμμές του διατρέχοντος τμήμα του ακινήτου υδατορέματος, δ) εγκρίθηκε η εκπονηθείσα για το ΕΣΧΑΣΕ Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) και ε) θεσπίστηκαν όροι, περιορισμοί και κατευθύνσεις για την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος εντός και πλησίον του χώρου της επένδυσης. Εν συνεχεία, ο Δήμος Μυκόνου κατέθεσε αίτηση ακύρωσης κατά του Προεδρικού Διατάγματος αυτού, με τον φορέα της επένδυσης να ασκεί σχετική παρέμβαση υπέρ δια-τηρήσεώς της ισχύος του. 

Στη απόφασή της επί της αιτήσεως ακυρώσεως, η οποία τελικώς απερρίφθη, το ΣτΕ προχώρησε σε μία εκτενή ανάλυση του νομικού πλαισίου Στρατηγικών Επενδύσεων, της διαδικασίας χωροθέτησης μέσω ΕΣΧΑΣΕ και της νομοθεσίας περί οργανωμένων υποδοχέων τουριστικών δραστηριοτήτων του ν. 4179/2013 σε αντιδιαστολή με την άναρχη, διάσπαρτη δημιουργία τουριστικών εγκαταστάσεων[2] και επανέλαβε τη διαχρονική στάση του περί προστασίας των ευαίσθητων οικοσυστημάτων των μικρών νησιών[3]. Εν τέλει, η Ολομέλεια του ΣτΕ ανέπτυξε τον συλλογισμό πως επιτρέπεται, μέσω των ΕΣΧΑΣΕ και υπό αυστηρές προϋποθέσεις, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση επενδύσεων με διττό ρόλο: αφενός, την αναβάθμιση και ανάδειξη του τουριστικού προϊόντος και αφετέρου τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος. 

Εξάλλου, ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως αυτή αποτυπώνεται στα άρθρα 24 και 106 του Συντάγματος, δεν αποκλείει την επενδυτική δραστηριότητα σε περιοχές με ιδιαίτερη περιβαλλοντική και πολιτιστική ταυτότητα. Αντιθέτως, επιτάσσει τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό κατά μείζονα λόγο για την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων όπως τα μικρά νησιά – τα οποία αποτελούν οικοσυστήματα ευάλωτα σε εξωγενείς επεμβάσεις και επιδέχονται μόνον ήπια ανάπτυξη, οικιστική, τουριστική και εν γένει οικονομική -επί τη βάσει χωροταξικών σχεδίων- η οποία πρέπει να σέβεται το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον, τον ιδιαίτερο χαρακτήρα και την «Φέρουσα Ικανότητα» κάθε νήσου[4]

Η συλλογιστική επί της αίτησης ακύρωσης, η οποία εισήχθη προς εξέταση από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου λόγω της σπουδαιότητάς της, προσανατολίστηκε γύρω από δύο κύριους άξονες: καταρχάς, δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στην λειτουργία των ΕΣΧΑΣΕ ως ειδικών πολεοδομικών εργαλείων χωροθέτησης δραστηριοτήτων με ταυτόχρονη διασφάλιση της περιβαλλοντικής προστασίας – κατά δεύτερον, εξετάστηκε η συμβατότητα του προσβαλλόμενου σχεδίου με τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και η δυνατότητα θέσπισης εξαιρετικών παρεκκλίσεων από το ισχύον πλαίσιο μέσω του ΕΣΧΑΣΕ. 

II.       Τα ΕΣΧΑΣΕ ως εργαλεία βιώσιμης επενδυτικής ταυτότητας Με την υπό σχολιασμό απόφαση το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο έκρινε τη νομιμότητα του Π.Δ έγκρισης του ΕΣΧΑΣΕ σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3894/2010, όπως ίσχυαν κατά την έκδοση του, και των περιβαλλοντικών όρων αυτού, επικυρώνοντας το θεσμικό πλαίσιο του Ειδικού Σχεδίου Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) αλλά και τη σημασία του στον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Αρχικά, το ΣτΕ στο σκεπτικό του επεσήμανε τον ορισμό των Στρατηγικών Επενδύσεων σύμφωνα με το ν.3894/2010, εργαλείο των οποίων αποτελούν τα ΕΣΧΑΣΕ[5], όπου προβλέπεται ότι ως «Στρατηγικές επενδύσεις νοούνται οι παραγωγικές επενδύσεις που επιφέρουν ποσοτικά και ποιοτικά αποτελέσματα σημαντικής εντάσεως στη συνολική εθνική οικονομία και προάγουν την έξοδο της χώρας από την οικονομική κρίση και αφορούν ιδίως στην κατασκευή…εκσυγχρονισμό υφιστάμενων υποδομών, εγκαταστάσεων και δικτύων», μεταξύ άλλων και στον τομέα του τουρισμού, εφόσον πληρούν επιπροσθέτως προϋποθέσεις ενίσχυσης της εθνικής οικονομίας, προστασίας του περιβάλλοντος και εξοικονόμησης ενέργειας. Εν συνεχεία, επικύρωσε το θεσμικό πλαίσιο του ειδικού πολεοδομικού εργαλείου των ΕΣΧΑΣΕ, επισημαίνοντας σε αντιδιαστολή με το πλαίσιο της διάσπαρτης εκτός σχεδίου δόμησης τα εξής:

  1. Με την έγκριση ΕΣΧΑΣΕ επιτυγχάνεται ο σχεδιασμός ιδιωτικών ακινήτων, τα οποία θα υποδεχτούν επενδυτικές δραστηριότητες στρατηγικής σημασίας και μεγέθους, αφού αξιολογηθούν πρωτίστως τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της προτεινόμενης επένδυσης για το εκάστοτε ακίνητο[6].
  2. Τα ΕΣΧΑΣΕ αποτελούν κατά νόμο οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων[7] και ως εργαλεία πολεοδομικού σχεδιασμού ικανοποιούν την επιδίωξη των χωροταξικών πλαισίων (Γενικού, Ειδικού και Περιφερειακών) για την οργανωμένη εγκατάσταση των παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων εντός εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο σχεδιασμού, αντί της απρογραμμάτιστης, αποσπασματικής και επομένως διάσπαρτης εκτός σχεδίου εγκαταστάσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων, εν προκειμένω τουριστικών δραστηριοτήτων.
  3. Με τα εν λόγω σχέδια τίθενται οι γενικές ρυθμίσεις για τον πολεοδομικό σχεδιασμό των υπό αξιοποίηση ακινήτων, οι δε ρυθμίσεις αυτές αποτελούν τη βάση για την εν συνεχεία υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων.
  4. Μέσω της επιβαλλόμενης εκ της νομοθεσίας διαδικασίας Στρατηγικής Εκτίμησης των Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του προτεινόμενου σχεδίου, επιτυγχάνεται η περιβαλλοντική έγκριση των ΕΣΧΑΣΕ με την ενσωμάτωση σε αυτά κριτηρίων για την προστασία του περιβάλλοντος στην περιοχή της επενδύσεως, τα

οποία είναι δεσμευτικά κατά τη μεταγενέστερη περιβαλλοντική αδειοδότηση των επιμέρους έργων που θα υλοποιηθούν εντός του ακινήτου. 

Εν συνεχεία και αφού ανέλυσε τη διαδικασία έγκρισης τους, το ΣτΕ κατέληξε στην κρίση ότι τα ΕΣΧΑΣΕ εντασσόμενα στο πολεοδομικό στάδιο του χωρικού σχεδιασμού στο ίδιο επίπεδο με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια [8](ΤΠΣ) αποτελούν: 

α) πολεοδομικό σχεδιασμό προς επίτευξη αναπτυξιακού στόχου, β) προϊόν συστηματικής επιστημονικής τεκμηρίωσης, η οποία επιτυγχάνει με την εκπόνηση ΣΜΠΕ και με τη διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης με τους αρμόδιους φορείς και το ευρύ κοινό[9]

Άλλωστε, ως είναι γνωστό εκ της ισχύουσας νομοθεσίας, η έγκριση ΕΣΧΑΣΕ συνιστά το πρώτο στάδιο σχεδιασμού του υπό αξιοποίηση ιδιωτικού ακινήτου, κατά το οποίο προσδίδεται η επενδυτική ταυτότητα σε αυτό με την υπαγωγή σε μια από τις γενικές κατηγορίες των χρήσεων γης [10]. Πρόκειται συνεπώς, για «καταρχήν σχεδιασμό» ενός έργου που στοχεύει στη βιώσιμη ανάπτυξη της προτεινόμενης χρήσης γης και αποτελεί το έρεισμα για τις υπόλοιπες διοικητικές πράξεις των επιμέρους έργων που θα χωροθετηθούν εντός του ακινήτου. 

Συνοψίζοντας, το ΣτΕ κατέληξε στο πολύ ορθό, κατά τη γνώμη μας, συμπέρασμα, πως το θεσμικό πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, μέσω της ΣΜΠΕ που εκπονείται στο πλαίσιο του ΕΣΧΑΣΕ και της εκτενούς δημόσιας διαβούλευσης που ακολουθεί, διασφαλίζει, ήδη από το πρώτο αυτό στάδιο του σχεδιασμού, την μη αλλοίωση και την εν γένει προστασία του περιβάλλοντος της περιοχής της επενδύσεως και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο υπερτερεί του πλαισίου της εκτός σχεδίου δόμησης και δημιουργίας ξενοδοχειακών μονάδων κατά τη διαδικασία Πρότυπων Περιβαλλοντικών Δεσμεύσεων (ΠΠΔ)[11] – διαδικασία που δεν απαιτεί αντίστοιχη περιβαλλοντική μελέτη ή δημόσια διαβούλευση. Έκρινε, συνεπώς, ότι το επενδυτικό σχέδιο δημιουργίας ενός ολοκληρωμένου, υψηλής ποιότητας και αισθητικής τουριστικού συγκροτήματος απόλυτα εναρμονισμένου με τα ιδιαίτερα φυσικά και ανθρωπογενή χαρακτηριστικά της Μυκόνου προγραμματιζόμενο με όρους ήπιας ανάπτυξης, όπως προωθήθηκε με το πολεοδομικό εργαλείο του ΕΣΧΑΣΕ και εγκρίθηκε με Π.Δ., αποτελεί οργανωμένο πολεοδομικό σχεδιασμό βασιζόμενο σε ελεγχόμενο πλαίσιο δόμησης, και άρα είναι συμβατό με την συνταγματική επιταγή του άρθρου 24.

 III.       Η συμβατότητα χωρικής ανάπτυξης και πολεοδομικής οργάνωσης – Τα Χωροταξικά Πλαίσια 

Ως προς τον λόγο ακύρωσης του προσβαλλόμενου ΠΔ περί αντιθέσεώς του προς τις κατευθύνσεις του Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΠΠΧΣΑΑ) Νοτίου Αιγαίου (ΦΕΚ 1487/Β’/10.10.2003)[12], το Δικαστήριο έκρινε πως ο σχεδιασμός της χωροθέτησης του τουριστικού συγκροτήματος στην ευρύτερη περιοχή ενδιαφέροντος ήταν επαρκής, καθώς έλαβε υπόψη τις κατευθύνσεις και τις προτάσεις του Περιφερειακού Πλαισίου, όπως και τις ρυθμίσεις της μεταγενέστερης αυτού ΖΟΕ[13] η οποία κατά την κατάρτισή της έλαβε με τη σειρά της υπόψη τις σχετικές με τον τουρισμό κατευθύνσεις του Πλαισίου[14] – και η περιοχή ήταν, κατ’ αρχήν, κατάλληλη για την ανάπτυξη τουριστικών δραστηριοτήτων. Επιπλέον, προς την πληρότητα των χωροταξικών κατευθύνσεων, κατά το σκεπτικό, ο σχεδιασμός του έργου ακολούθησε τις κατευθύνσεις του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό, παρόλη την ακύρωσή του από το ΣτΕ[15], καθώς και την μελέτη του υπό εκπόνηση «νέου» ΠΠΧΣΑΑ Νοτίου Αιγαίου. 

Περαιτέρω, επί του ισχυρισμού πως το ισχύον ΠΠΧΣΑΑ Νοτίου Αιγαίου προωθούσε τον περιορισμό της ίδρυσης νέων ξενοδοχειακών μονάδων, το Δικαστήριο διευκρίνισε πως αυτός ο στόχος αφορούσε τις με- μονωμένες εκτός σχεδίου τουριστικές δραστηριότητες και όχι τους οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων, οι οποίοι υλοποιούνται μέσω ενός «μηχανισμού οργανωμένης αναπτύξεως», όπως στην προκειμένη περίπτωση με το εν λόγω ΕΣΧΑΣΕ. 

Εξάλλου, όπως έχει διαπιστώσει επανειλημμένα και το ίδιο το ΣτΕ[16] και όπως επανέλαβε και στη σχολιαζόμενη απόφαση, ο παρωχημένος χαρακτήρας του χωροταξικού πλαισίου ή η τυχόν ολιγωρία της Διοίκησης να εκπονήσει νέο, όπως στην περίπτωση του νέου ΕΧΠ για τον Τουρισμό, το οποίο εκκρεμεί, δεν συνεπάγεται αδυναμία ανάπτυξης τουριστικής δραστηριότητας στη χώρα – αντιθέτως, αυτή θα πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει των προβλέψεων που τυχόν υπάρχουν σε υφιστάμενα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, καθώς και στον σχεδιασμό κατωτέρου ιεραρχικώς επιπέδου, στον οποίο περιλαμβάνεται και η ΖΟΕ Μυκόνου. 

IV.       Η επιτρεπτή καταρχήν μέσω ΕΣΧΑΣΕ θέσπιση παρεκκλίσεων από τον πολεοδομικό σχεδιασμό – Οι τροποποιήσεις στη ΖΟΕ Μυκόνου 

Μία εξαιρετικά σημαντική κρίση του Ανωτάτου Ακυρωτικού αφορούσε την μη ανατροπή του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού από το εργαλείο του ΕΣΧΑΣΕ και, τελικώς, την επιτρεπτή καταρχήν δυνατότητα τροποποίησης των ισχυουσών διατάξεων από αυτό. Συγκεκριμένα, ενόψει του ειδικού και αποκλειστικού για τα ΕΣΧΑΣΕ νομοθετικού καθεστώτος, κατά ρητή πρόβλεψη της παρ. 4 του άρθρου 12 ν. 3986/2011, όπως εφαρμόζεται αναλογικά στην περίπτωση των ΕΣΧΑΣΕ βάσει του της παρ. 2 του άρθρου 24 ν. 3894/2010,δύναται με ΕΣΧΑΣΕ να επιτυγχάνεται η τροποποίηση εγκεκριμένων Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΠΣ), Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ), Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΓΠΣ), Σχεδίων Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ), Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου (όπως εδώ, της ΖΟΕ Μυκόνου) και άλλων σχεδίων χρήσεων γης, εφόσον η τροποποίηση αυτή καθίσταται αναγκαία για την ολοκληρωμένη ανά- πτυξη της επένδυσης – ιδίως στις περιπτώσεις που οι υφιστάμενες ρυθμίσεις και κατευθύνσεις είναι ασαφείς ή απορρέουν από ανεπίκαιρα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια[17]

Συμπληρώνοντας αυτή τη νομοθετική πρόβλεψη με το παράδειγμα του εξεταζόμενου ΕΣΧΑΣΕ, για το οποίο προβλέπονταν ειδικότερες λεπτομέρειες οι οποίες διαφοροποιούνταν σε ένα βαθμό των προβλεπόμενων της ΖΟΕ Μυκόνου[18], το Δικαστήριο τόνισε πως τόσο το θεσμικό πλαίσιο των ΕΣΧΑΣΕ (ν. 3894/10 και αναλο- γικά ο ν. 3986/11) όσο και ο Ν. 4447/2016, κατά τον οποίο τα ΕΣΧΑΣΕ αποτελούν Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (εδάφιο γ’ της παρ. 7 του άρθρου 8) για τα οποία εφαρμόζεται αποκλειστικά το οικείο θεσμικό τους πλαίσιο (εδάφιο ε’ ίδιας παραγράφου) και τα οποία εντάσσονται ιεραρχικά στο ίδιο επίπεδο σχεδιασμού με τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΤΠΣ, εδάφιο δ’ της παρ. 1 του άρθρου 8) συνθέτουν ένα ιδιαίτερο καθεστώς, το οποίο επιτρέπει την τροποποίηση υφισταμένων στην περιοχή της εκάστοτε επενδύσεως ΤΠΣ (ΓΠΣ και ΣΧΟΟΑΠ) καθώς και υφισταμένων ΖΟΕ, εφόσον αυτό κριθεί επιβεβλημένο για την αποτελεσματική αξιοποίηση της επένδυσης. Αυτό όμως υπό την προϋπόθεση, κατά το ΣτΕ, πως για τη θέσπιση των σχεδιαζόμενων τροποποιήσεων λαμβάνονται υπόψη οι γενικότερες «κατευθύνσεις» των Σχεδίων και των ΖΟΕ[19], ώστε να μην ανατρέπεται: α) ο χωροταξικός σχεδιασμός της περιοχής της επένδυσης β) η γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης που τυχόν έχει καθιερωθεί με τα ισχύοντα πολεοδομικά σχέδια της περιοχής και γ) τα περιοριστικά των οικιστικών πιέσεων πολεοδομικά ή άλλης φύσεως μέτρα βάσει ΖΟΕ. Συνεπώς, το Δικαστήριο θεωρεί, καταρχήν, επιτρεπτή τη θέσπιση παρεκκλίσεων από τον υπάρχοντα πολεοδομικό σχεδιασμό μέσω του πολεοδομικού εργαλείου των ΕΣΧΑΣΕ, αρκεί όμως αυτός να μην ανατρέπεται ουσιωδώς ως προς τις κατευθύνσεις και τον σκοπό του – στοιχεία τα οποία αποτελούν το «όριο» διάγνωσης της υπέρβασης ή μη της εκάστοτε σχεδιαζόμενης παρέκκλισης. 

Επί αυτού και πιο συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του Δικαστηρίου έκρινε ρητώς ως ανεπίκαιρες τις ρυθμίσεις της ΖΟΕ Μυκόνου, καθώς δεν είχαν αξιολογηθεί ούτε τροποποιηθεί από το έτος 2005 (έτος θέσπισής της) ενόψει και του ότι ούτε από τις διατάξεις του μεταγενεστέρου της ΖΟΕ ΠΔ της 08.02.2012 τροποποιήθηκαν οι βασικές ρυθμίσεις της[20]. Ταυτόχρονα, είχαν έκτοτε επέλθει μεταβολές στην νομοθεσία για τον χωρικό και τον πολεοδομικό σχεδιασμό (ν. 4447/16 και ν. 4067/2012 – ΝΟΚ), και στην τουριστική νομοθεσία, με την εισαγωγή της έννοιας των οργανωμένων υποδοχέων και του εργαλείου των ΕΣΧΑΣΕ – στοιχεία τα οποία, λόγω της μεταγενέστερης της ΖΟΕ θέσπισής τους και του πλέον σύγχρονου χαρακτήρα τους, καθιστούσαν τις προβλέψεις της δεκτικές τροποποιήσεων – και άρα επέτρεπαν τις μέσω του ΕΣΧΑΣΕ προωθούμενες διαφοροποιήσεις. Υπό τον εν λόγω συλλογισμό και με την κρίση ότι πρόκειται για μια ήπιας μορφής ανάπτυξη που κατά τα λοιπά συνάδει με τους όρους της ΖΟΕ Μυκόνου, το Δικαστήριο έκρινε ότι καταρχήν δικαιολογούνται ο αιτούμενες παρεκκλίσεις και ειδικότερα έκρινε ως αποδεκτή την αιτούμενη παρέκκλιση από τη ΖΟΕ Μυκόνου αναφορικά με την αριθμητική αύξηση των κλινών από 150 (που προέβλεπε ως ανώτατο όριο η ΖΟΕ) σε 192 κλίνες, την αφετηρία μετρήσεως του ύψους των κτιρίων από τη διαμορφωμένη στάθμη του εδάφους και όχι από το φυσικό έδαφος, την κατασκευή υπόγειων υδατοδεξαμενών στα κτίρια ανεξαρτήτως των ορόφων τους (η ΖΟΕ προέβλεπε τη δυνατότητα υπόγειων υδατοδεξαμενών σε διώροφα κτίρια κατοικίας), αποδεχόμενο μάλιστα και την τεκμηρίωση της ΣΜΠΕ ότι τον επιλεγέν σενάριο αποτελεί μια πρόταση «ευμενέστερης χωρικής οργάνωσης από την υφιστάμενη για το οικιστικό, φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον»[21]

Σημειωτέον πως οι διαφοροποιήσεις από τους όρους της ΖΟΕ είχαν ήδη κριθεί από την αρμόδια Υπηρεσία (Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού, ΥΠΕΝ) κατά το στάδιο γνωμοδοτήσεων επί της ΣΜΠΕ ότι επρόκειτο για επαρκώς τεκμηριωμένες «στο πλαίσιο της επιχειρούμενης ολοκληρωμένης ανάπτυξης με βάση τον οργανωμένο σχεδιασμό μέσω ΕΣΧΑΣΕ» αφενός, ως συμβατές με «τις σύγχρονες ανάγκες κτιριολογικές, μορφολογικές και περιβαλλοντικές τις οποίες έχει λάβει υπόψη του ο ΝΟΚ ως μεταγενέστερο και πιο σύγχρονο εργαλείο δόμησης σε σχέση με τη ΖΟΕ» και ότι «συνιστούν ήπια τουριστική ανάπτυξη που σέβεται το περιβάλλον και τη φυσιογνωμία της περιοχής»[22], δεδομένα που επιβεβαίωσε το Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης για την Αξιοποίηση της Δημόσιας Περιουσίας[23]

V.       Η διάγνωση του κορεσμού της Φέρουσας Ικανότητας της νήσου και η σημασία της Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης 

Σε συνέχεια των προηγούμενων σκέψεων του Δικαστηρίου, για την εξασφάλιση της νομοθετικής απαίτησης για επιτρεπτή θέσπιση παρεκκλίσεων υπό την προϋπόθεση μη πλήρους ανατροπής του υπάρχοντος σχεδιασμού, τον σπουδαιότερο ρόλο έχει, εν τέλει, κατά το ΣτΕ, η διαδικασία της Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης μέσω της εκπόνησης ΣΜΠΕ και της θέσης της σε δημόσια διαβούλευση – έτσι ώστε ο σκοπούμενος μέσω των ΕΣΧΑΣΕ πολεοδομικός σχεδιασμός να αποτελεί προϊόν πλήρους συστηματικής επιστημονικής απόδειξης για την ορθότητα και/ή την αναγκαιότητά του και εκτενούς και αιτιολογημένης έγκρισης από τις αρμόδιες Διοικητικές Υπηρεσίες. 

Στο πλαίσιο αυτό, κρίνεται πως η ΣΜΠΕ περιέχει συνολική προσέγγιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του επενδυτικού σχεδιασμού, οι οποίες κρίνονται βάσει, μεταξύ άλλων, της μη επιδείνωσης της διαβίωσης και της μη υπέρβασης της Φέρουσας Ικανότητας της περιοχής υποδοχής του σχεδίου. Στη νομολογία δεν δίνεται ευθύς ορισμός της φέρουσας ικανότητας, παρόλα αυτά επαναλαμβάνεται σε πλήθος αποφάσεων σε συνάρτηση με τη βιώσιμη ανάπτυξη (οικιστική, τουριστική και γενικώς οικονομική), με την οποία τοποθετείται σε μία σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης. Ειδικώς δε για τα νησιωτικά ευπαθή οικοσυστήματα, η μελέτη της επένδυσης θα πρέπει να διαπνέεται από τον κανόνα της «ήπιας αναπτύξεως». Με άλλα λόγια, ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης επιτάσσει τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και ισχύει κατά μείζονα λόγο για την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων όπως τα μικρά νησιά[24]– από τον οποίο κανόνα δεν εξαιρούνται οι οργανωμένοι υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων. 

Εν προκειμένω, το ΣτΕ επεσήμανε πως τα κριτήρια σχεδιασμού της ΣΜΠΕ αξιολογήθηκαν από την Διοίκηση σε συνδυασμό με το σύνολο των σχετικών στοιχείων του θεσμικού και κανονιστικού πλαισίου (περί προστασίας υδάτων, διαχείρισης αποβλήτων κ.α.) και τις θετικές γνωμοδοτήσεις των οικείων καθ’ ύλην αρμοδίων υπηρεσιών, καταλήγοντας στην πρόβλεψη των κατά την κρίση της απαιτούμενων περιβαλλοντικών όρων – κατευθύνσεων, οι οποίες θα εξειδικεύονταν μεταγενέστερα, κατά την έκδοση των λοιπών διοικητικών πράξεων στο επόμενο στάδιο της πραγματοποιήσεως του επενδυτικού σχεδίου (έγκριση χωροθετήσεως του επενδυτικού σχεδίου κατά το άρθρου 13 ν. 3986/2011 κ.λπ.)[25]

Μάλιστα, μέσω της ΣΜΠΕ εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν εναλλακτικά σενάρια χωρικής ανάπτυξης και οργάνωσης με γνώμονα το δημοσιονομικό όφελος, την αναπτυξιακή προοπτική και τις κοινωνικές επιπτώσεις της επένδυσης, με ταυτόχρονη και παράλληλη εκτίμηση της πολεοδομικής συμβατότητας και των περιβαλλοντικών τους επιπτώσεων – και εν τέλει, επελέγη το βέλτιστο περιβαλλοντικά σενάριο. Προχωρώντας, μάλιστα, σε εξέταση των μεμονωμένων παρεκκλίσεων από τις ρυθμίσεις της ΖΟΕ, το ΣτΕ έκρινε πως στο σύνολό τους είχαν τεκμηριωθεί από τις σχετικές μελέτες του ΕΣΧΑΣΕ βάσει των εξειδικευμένων μορφολογικών και περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών του ακινήτου, των συγχρόνων κτιριολογικών αναγκών και των ιδιαιτέρων απαιτήσεων της συγκεκριμένης τουριστικής μονάδας – μάλιστα, η τεκμηρίωση αυτή αξιολογήθηκε από την Διοίκηση ως προς τον χαρακτήρα, την έκταση και την σημασία της και εν τέλει εγκρίθηκε ως μη ανατρέπουσα τον σχεδιασμό της ΖΟΕ, βασιζόμενη σε «απόλυτα ελεγχόμενο πλαίσιο δόμησης», συνιστώντας ήπια τουριστική ανάπτυξη σεβόμενη το περιβάλλον και την φυσιογνωμία της περιοχής υποδοχής του σχεδίου. 

Ειδικώς όσον αφορά τη Φέρουσα Ικανότητα της περιοχής, καταρχάς κατέστη σαφές πως δεν προέκυπτε πως η Φέρουσα Ικανότητα του χώρου του Νοτίου Αιγαίου είχε εξαντληθεί[26], ούτε πως περιοριζόταν υποχρεωτικώς ή απαγορευόταν με οποιονδήποτε τρόπο η τουριστική ανάπτυξη από τον υπάρχοντα χωροταξικό σχεδιασμό. Επιπλέον, η ΣΜΠΕ του προσβαλλόμενου Π.Δ. είχε αξιολογήσει επιστημονικά την Φέρουσα Ικανότητα της Μυκόνου υπό την έννοια των ανθρωπογενών πιέσεων και της επέκτασης της δόμησης τόσο στο σύνολο του νησιού όσο και στην περιοχή επέμβασης, με βάση το τότε ισχύον νομικό πλαίσιο[27] και ελλείψει ειδικότερων θεσμοθετημένων προδιαγραφών, καταλήγοντας πως τα όριά της δεν είχαν κορεστεί[28]– κρίση η οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκε από την Διοίκηση. Κατέληξε λοιπόν το Δικαστήριο στην κρίση ότι η προκύπτουσα από τη ΣΜΠΕ αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας της Μυκόνου και της ευρύτερης περιοχής της επενδύσεως είναι «επαρκής», δεδομένου ότι κατά τον χρόνο καταρτίσεως και εγκρίσεως του προσβαλλόμενου ΕΣΧΑΣΕ δεν υφίσταντο θεσμοθετημένες προδιαγραφές για την εκπόνηση μελετών που αφορούν στη φέρουσα ικανότητα, και ενόψει αυτού δεν ήταν αναγκαία ειδικότερη εκτίμηση των επιπτώσεων του προτεινόμενου δια του ΕΣΧΑΣΕ επενδυτικού σχεδίου στη Μύκονο ως προς τη φέρουσα ικανότητα του νησιού[29]. Περαιτέρω δε, κρίθηκε ότι η επαρκής αξιολόγηση του προτεινόμενου σχεδίου ΕΣΧΑΣΕ ως προς τη φέρουσα ικανότητα δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι μεταγενέστερα από την έγκριση του εν λόγω ΕΣΧΑΣΕ με Π.Δ. αναρτήθηκε σε δημόσια διαβούλευση άλλο ΕΣΧΑΣΕ σε όμορη περιοχή. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το ΣτΕ κατά την επεξεργασία του σχεδίου Π.Δ. του ΕΣΧΑΣΕ στην όμορη περιοχή (σε απόσταση 1.500 μ από την περιοχή επέμβασης) απέρριψε αυτό, μεταξύ άλλων, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε το εάν κατά τον υπολογισμό του δείκτη της φέρουσας ικανότητας ελήφθη υπόψη ο αριθμός κλινών της εν λόγω Στρατηγικής Επένδυσης στην θέση Καραπέτης[30]

VI.       Η γνώμη της μειοψηφίας[31] 

Διαφορετική στον πυρήνα της κρίσης της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου ήταν η άποψη της μειοψηφίας και δη του Αντιπροέδρου και τεσσάρων Συμβούλων. Ειδικότερα, η μειοψηφία εξέφρασε τη γνώμη ότι το προσβαλλόμενο Π.Δ. έγκρισης του ΕΣΧΑΣΕ δεν είναι νόμιμο, διότι επιτρέπει καθ’ υπέρβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων, οι οποίες θα πρέπει να ερμηνευθούν συμφώνως με το Σύνταγμα, τη δημιουργία νέας ξενοδοχειακής μονάδας μεγάλης δυναμικότητας στη Μύκονο – παράλληλα, πως εισάγει χωρικές ρυθμίσεις που δε συνάδουν με την αρχή της ήπιας τουριστικής ανάπτυξης των μικρών νησιών αλλά και των κατευθύνσεων του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού. 

VII.       Αντί επιλόγου 

Με το ανωτέρω εκτεθέν σκεπτικό, το Δικαστήριο επεσήμανε το ρόλο των Στρατηγικών Επενδύσεων στη βιώσιμη ανάπτυξη, το θεσμικό πλαίσιο των οποίων καθιερώνει αφενός την κατάρτιση και έγκριση του ειδικού πολεοδομικού εργαλείου του ΕΣΧΑΣΕ, κατόπιν εκπονήσεως ΣΜΠΕ και εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων αυτού, και αφετέρου τη χωροθέτησή του με ενσωμάτωση των περιβαλλοντικών όρων των επιμέρους έργων. Με την προβλεπόμενη εκ του νόμου διαδικασία έγκρισης ΕΣΧΑΣΕ διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό ήδη από το αρχικό στάδιο του σχεδιασμού των έργων, η περιβαλλοντική προστασία της περιοχής ανάπτυξης της επένδυσης και η μη αλλοίωση του φυσικού, οικιστικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος συμφώνως προς το άρθρο 24 Σ. 

Ιδιαίτερο βάρος, εν είδει συμπεράσματος, έχει, κατά το ΣτΕ, τόσο ο υπερκείμενος χωροταξικός σχεδιασμός[32], ο οποίος αποτελεί εν τέλει το κρίσιμο ειδοποιό στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Πολιτεία και τα διοικητικά της όργανα για τη διακρίβωση, καταρχάς, της δυνατότητας χωροθέτησης νέων επενδυτικών δραστηριοτήτων, όσο και η αξιολόγηση της φέρουσας ικανότητας η οποία στην περίπτωση των νησιών ως ευαίσθητων οικοσυστημάτων φαίνεται ότι πρέπει να ερευνάται όχι μόνο ως προς την ευρύτερη περιοχή της προτεινόμενης επένδυσης αλλά και στο σύνολο της νήσου. 

Συμπερασματικά, το ΣτΕ, απορρίπτοντας την αίτηση ακύρωσης, κατέληξε στην κρίση του πως, εφόσον τα ΕΣΧΑΣΕ αποτελούν κατά νόμο οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων[33], ως εργαλεία πολεοδομικού σχεδιασμού ικανοποιούν την επιδίωξη των χωροταξικών πλαισίων (Γενικού, Ειδικού και Περιφερειακών) για την οργανωμένη εγκατάσταση των παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων εντός εκτάσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο σχεδιασμού, αντί της απρογραμμάτιστης, αποσπασματικής και επομένως διάσπαρτης εκτός σχεδίου εγκαταστάσεως των εν λόγω δραστηριοτήτων, εν προκειμένω τουριστικών δραστηριοτήτων – και παράλληλα πως αποτελούν προϊόν συστηματικής επιστημονικής τεκμηρίωσης, καθώς για την έγκριση τους εκπονείται σειρά επιστημονικών μελετών οι οποίες αξιολογούνται από τη Διοίκηση ειδικά δε ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της προτεινόμενης επένδυσης. 

[1] ΠΕ 87/2020 

[2] Σημειώνεται πως σύμφωνα με το εδ. ιγ της παρ. 1 του άρθρου 1 ν. 4447/2016 «ιγ) Οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων ορίζονται ως οι περιοχές που αναπτύσσονται βάσει ολοκληρωμένου σχεδιασμού, προκειμένου να λειτουργήσουν κατά κύρια ή αποκλειστική χρήση ως οργανωμένοι χώροι ανάπτυξης παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ως οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων νοούνται ιδίως οι Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 (Α΄ 254), οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (ΠΟΑΠΔ) του άρθρου 24 του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), οι Οργανωμένοι Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων της παρ. 4 του άρθρου 41 του ν. 3982/2011 (Α΄ 143), τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) του άρθρου 12 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) και τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) του άρθρου 24 του ν. 3894/2010 (Α΄ 204) και του ν. 4608/2019 (Α΄ 66).» 

[3] ΣτΕ 1429/2022, 1304/2018, 3526/2017, 387/2014, 1421/2013, 878/2012, 3920/2010, ΣτΕ 413 – 414/2005 κ.ά. 

[4] ΣτΕ Ολ. 3920/2010, 2489/2006, 3478/2000. Στη νομολογία δεν δίνεται ευθύς ορισμός της φέρουσας ικανότητας, παρόλα αυτά επαναλαμβάνεται σε πλήθος αποφάσεων σε συνάρτηση με τη βιώσιμη ανάπτυξη (οικιστική, τουριστική και γενικώς οικονομική), με την οποία τοποθετείται σε μία σχέση αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης (βλ. Τσακαλογιάννη Ι. Παρατηρήσεις στην απόφαση ΣτΕ 1429/2022, ΠερΔικ 4/2022, σ. 621). Ο κανόνας αυτός που τίθεται είναι σε εναρμόνιση με τον θεσμοθετημένο επί του παρόντος ορισμό της φέρουσας ικανότητας στο άρθρο 64 του Ν. 4964/2022, σύμφωνα με τον οποίο «Ως Φέρουσα Ικανότητα (ΦΙ) ενός χωρικού συστήματος, νοούνται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία». 

[5] Άρθρο 24 ν. 3894/2010: «1. για την πραγματοποίηση Στρατηγικών Επενδύσεων επί ιδιωτικών ακινήτων δύναται μετά από απόφαση ΔΕΣΕ να καταρτίζονται από τη Γενική Γραμματεία Στρατηγικών Επενδύσεων , Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων…».

[6] Σκ. 34 σχολιαζόμενης 

[7] Άρθρο 1 παρ. 1 περ. β. Ν.4179/2013, άρθρο 1 ν. 4447/2016 και άρθρο 8 παρ. 9 περ. γ ν. 4447/2016. 

[8] Άρθρο 7 Ν. 4447/2016 

[9] Σκ. 34 σχολιαζόμενης. 

[10] Βλ. άρθρο 1 παρ. 1 ν. 3894/2010 και άρθρο 1 Ν. 4864/2021 

[11] Βλ. Υ.Α. 59845/2012 (ΦΕΚ 3438/Β` 24.12.2012), Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις (ΠΠΔ) για έργα και δραστηριότητες της Κατηγορίας Β της 6ης Ομάδας «Τουριστικές εγκαταστάσεις και έργα αστικής ανάπτυξης, κτιριακού τομέα, αθλητισμού και αναψυχής» του Παραρτήματος VI της υπ’ αριθμ. 1958/2012 (ΦΕΚ 21/Β) υπουργικής απόφασης, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, και ειδικότερα για τα έργα και τις δραστηριότητες με α/α 2, 3, 4, 5, 6, 9, 12, 13 και 18. 

[12] Τα τελευταία χρόνια αλλά εντονότερα πρόσφατα (βλ. ΠΕ 196/2021) το ΣτΕ επεσήμανε στην Διοίκηση, ενόψει της συνταγματικής επιταγής για χωροταξικό σχεδιασμό, την αναγκαιότητα για ταχεία έγκριση του νέου Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και του νέου Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό. 

[13] Για μεν τον οικισμό της Χώρας Μυκόνου έχει εγκριθεί ΓΠΣ με την υπ’ αρ. 28783/1406/1987 απόφαση του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ, Δ΄ 656, για δε την εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών προϋφισταμένων του έτους 1923 περιοχή του Δήμου Μυκόνου έχει καθορισθεί Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου με το ΠΔ της 07.03.2005, Δ΄ 243/08.03.2005, όπως τροποποιήθηκε με το ΠΔ της 08.02.2012, ΑΑΠ 65/02.03.2012. 

[14] Με το άρθρο 29 του ν. 1337/1983 προεβλέφθησαν οι Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ), οι οποίες θεσπίζονται με προεδρικά διατάγματα, περιέχουν στοιχεία χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και αποσκοπούν στον άμεσο έλεγχο των χρήσεων γης, προκειμένου να ανασχεθεί η άναρχη οικιστική εξάπλωση και η εξ αυτής υποβάθμιση και καταστροφή του περιβάλλοντος, καθώς και η δημιουργία πραγματικών καταστάσεων που θα είχαν ως συνέπεια να δυσχεραίνεται ο μελλοντικός σχεδιασμός των περιαστικών περιοχών. Κατά την κατάρτιση δε των ΖΟΕ εφαρμόζεται η αρχή της βιωσίμου αναπτύξεως, βλ. ΣτΕ 2974/2010, 3754-5/2009 κ.α. 

[15] Το εγκριθέν Ειδικό Πλαίσιο του 2013 ακυρώθηκε με την 3632/2015 απόφαση του ΣτΕ και το προηγούμενο χρονολογούμενο το έτος 2009 κρίθηκε πως δεν αναβιώνει (σκ.18). 

[16] ΣτΕ 519/2017, σκέψη 6, πρβλ. και ΣτΕ 3043/2011 σκ. 12-14 και ΠΕ 70/2017. 

[17] Ως ανεπίκαιρα νοούνται ιδίως τα χωροταξικά και πολεοδομικά σχέδια που δεν έχουν υπαχθεί σε διαδικασία αξιολόγησης ή/και τροποποίησης ή αναθεώρησης μετά την πάροδο 5 και πλέον ετών από την έγκριση ή την τελευταία αναθεώρηση ή τροποποίησή τους (παρ. 4 του άρθρου 12 ν. 3986/2011). 

[18] Κατά την ΣΜΠΕ: «συντρέχει η ανάγκη ενσωμάτωσης ορισμένων διαφοροποιήσεων από τους όρους και τις ειδικές διατάξεις της ΖΟΕ Μυκόνου, οι οποίες είναι λελογισμένες, πολεοδομικά ορθολογικές και εξασφαλίζουν την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, της φυσιογνωμίας και της αισθητικής της περιοχής (…)» (σελ. 4-15). Οι διαφοροποιήσεις την αυξημένη δυναμικότητα του ξενοδοχειακού συγκροτήματος σε κλίνες (192, αντί των 150), την αφετηρία μετρήσεως του ύψους των κτιρίων από το διαμορφωθέν και όχι από το φυσικό έδαφος, την κάλυψη του πρώτου ορόφου των κτιρίων, η οποία ταυτίζεται με εκείνην του ισογείου, αντί του 70% αυτής, και την κατασκευή υπογείων υδατοδεξαμενών στα κτίρια ανεξαρτήτως των ορόφων τους. 

[19] Παραπέμποντας στο άρθρο 8 παρ. 4 περ. β’ του ν. 4447/2016 ως ίσχυε, προβλεπόταν ρητώς πως «β) Τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια πρέπει να εναρμονίζονται με τα Ειδικά και Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, καθώς και με τις κατευθύνσεις της οικείας αναπτυξιακής πολιτικής και λαμβάνουν υπόψη τις κατευθύνσεις των εγκεκριμένων Τοπικών Χωρικών Σχεδίων και Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου». Στην πρόβλεψη αυτή ως ισχύει (άρθρο 8 παρ. 1 περ. γ’) ορίζεται πως: «γ. Τα Ε.Π.Σ. εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις των Περιφερειακών και των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων και περιέχουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την επίτευξη των σκοπών τους, εντός της περιοχής επέμβασης. Εκτός της περιοχής επέμβασης είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτό τα Ε.Π.Σ. να προσδιορίζουν υποδομές, μέτρα και όρους που είναι αναγκαίοι για την οργανική ενσωμάτωση της περιοχής επέμβασης στην ευρύτερη περιοχή που την περιβάλλει.» 

[20] Ενόψει και της 3628/2009 αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποίαν ακυρώθηκαν ορισμένες διατάξεις της ΖΟΕ Μυκόνου. 

[21] Σκ. 37 σχολιαζόμενης. 

[22] ΠΕ 87/2020, παρατ. 29. 

[23] Πρβλ. ΣτΕ 1705/2017 σκ. 20, ΠΕ 29/2015 παρατ. 4., ΠΕ 219/2019 παρατ. 7. 

[24]ΣτΕ 413/2005, 414/2005, ΣτΕ 3920/2010 και ΣτΕ 387/2014. 

[25] πρβλ. ΣτΕ Ολ 1705/2017. Η ΚΥΑ χωροθέτησης του επενδυτικού σχεδίου δημοσιεύτηκε σε ΦΕΚ στις 19 Ιανουαρίου 2022 (Δ’5). 

[26] πρβλ. ΣτΕ 2940/2017, 380/2014. 

[27] Κατά την τότε ισχύουσα Υ.Α. 27022/2017 (ΦΕΚ 1976/Β` 7.6.2017) «Τεχνικές προδιαγραφές μελετών Ειδικών Χωρικών Σχεδίων (Ε.Χ.Σ) του ν. 4447/2016 (ΦΕΚ Α΄241)» ο χωρικός προορισμός ενός σχεδίου θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του και να υπολογίζει την φέρουσα ικανότητα μίας περιοχής για την προβλεπόμενη ανάπτυξη. Άξιο αναφοράς είναι πως πρόσφατα προβλέφθηκε νομοθετικά ο ορισμός της φέρουσας ικανότητας, ως «τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία», ταυτόχρονα με την παροχή ειδικής νομοθετικής εξουσιοδότησης για έκδοση Προεδρικού Διατάγματος προσδιορισμού της μεθοδολογίας και των βασικών παραμέτρων για την εκτίμηση και τον καθορισμό της, ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου κάθε φορά χωρικού συστήματος και τα ανεκτά όρια των δεικτών – στόχων των βασικών παραμέτρων της βιώσιμης ανάπτυξής του (παρ. 1 -2 του άρθρου 64 Ν. 4964/2022, ΦΕΚ Α’150/30.07.2022). 

[28] Επίσης δεν επηρέαζε την κρίση αυτή το ότι τέθηκε σε διαβούλευση άλλο ΕΣΧΑΣΕ τουριστικής εγκατάστασης, διότι εκείνο ήταν μεταγενέστερο του προσβαλλομένου ΕΣΧΑΣΕ. 

[29]Σκ. 33 σχολιαζόμενης. 

[30] Π.Ε 196/2021. Για τη χρονική αλληλουχία των δεδομένων επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο εκπόνησης της μελέτης ΕΣΧΑΣΕ στην όμορη θέση «Φερά Γκρεμνά Βατούδια» βρισκόταν ήδη σε διαβούλευση με δημοσιευμένα στοιχεία η ΣΜΠΕ του εν λόγω ΕΣΧΑΣΕ στη θέση Καραπέτης, ενώ κατά το στάδιο επεξεργασίας του σχεδίου Π.Δ από το ΣτΕ, το εν λόγω ΕΣΧΑΣΕ στη θέση Καραπέτης εγκρίθηκε με το από 10-06-2020 Π.Δ. 

[31]Σκ. 48-49 σχολιαζόμενης. 

[32]Βλ. ΣτΕ 2038/19: «Επειδή, από τον συνδυασμό των άρθρων 24 παρ. 1 και 2, 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός, ο οποίος αποτελεί τη χωρική έκφραση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πορίσματα της επιστήμης της χωροταξίας, να λαμβάνει τα αναγκαία για τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι κατά το δυνατόν βέλτιστοι όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας…» 

[33] Άρθρο 1 παρ. 1 περ. β. Ν.4179/2013, άρθρο 1 ν. 4447/2016 και άρθρο 8 παρ. 9 περ. γ ν. 4447/2016.

Τα θαλάσσια παράκτια οικοσυστήματα  και η ανθρώπινη δραστηριότητα εν έτει 2022  – Κωδικοποίηση και καταγραφή του ισχύοντος Δικαίου

Πρώτη Δημοσίευση: Περιοδικό Νομικό Βήμα, Τεύχος Μαρτίου – Απριλίου 2022, Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών

Των Κωνσταντίνου Καρατσώλη
Δικηγόρος, Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας.

Ιφιγένειας Τσακαλογιάννη
Δικηγόρος, ΜΔΕ Δ. Περιβάλλοντος ΕΚΠΑ

I. Εισαγωγή – Η ευπάθεια των οικοσυστημάτων και βασικές αρχές δικαίου – Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης

Πράγματι, το επόμενο χρονικό διάστημα, η Ελληνική Πολιτεία θα έρθει αντιμέτωπη με  κρίσιμα διλήμματα ή και αδιέξοδα σχετικά με τη διοικητική και πολιτική στάση της απέναντι σε ζητήματα προστασίας, επεμβάσεων και παρεμβάσεων στα θαλάσσια παράκτια οικοσυστήματα. Ειδικότερα, πρέπει αφενός να αντιμετωπιστεί το ζήτημα των παρατάσεων κατεδαφίσεων και αφετέρου η συζήτηση επί του Πρωτοκόλλου της Βαρκελώνης, αναφορικά με τον τρόπο ενσωμάτωσης προγραμμάτων και σχεδίων βάσει αυτού του Διεθνούς πυλώνα. Ταυτόχρονα, με το άρθρο 111 του ν. 4850/ 2021 ανεστάλη η εκτέλεση, μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2021, όλων των πρωτοκόλλων κατεδάφισης αυθαιρέτων έργων στον αιγιαλό και την παραλία, λόγω καθυστέρησης των διαδικασιών τακτοποίησης εξαιτίας της πανδημίας COVID-19, η οποία προθεσμία παρατάθηκε έως την 31η Μαρτίου 2022[1]. Την ίδια στιγμή που στον ευρωπαϊκό χώρο γίνεται συζήτηση για τη δημιουργία νέων προστατευτέων δικαιωμάτων, όπως αυτό του δικαιώματος στη φύση, συμπεριλαμβανομένης της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτή, θα μπορούσε να λεχθεί πως το τελευταίο εδραιώνεται στην ελληνική έννομη τάξη, όπως θα αναλυθεί στη συνέχεια, υπό το πρίσμα της ελεύθερης πρόσβασης σε αιγιαλό και παραλία και επικοινωνίας του ανθρώπου διά θαλάσσης. Η ανθρώπινη επέμβαση στα παράκτια οικοσυστήματα δύναται να οδηγήσει αφενός μεν σε σπουδαία οικονομικά και κοινωνικά οφέλη[2], όμως η αλόγιστη χωροθέτηση και αδειοδότηση έργων και δραστηριοτήτων με την πάροδο των ετών, σε συνδυασμό με την έντονη οικιστική ανάπτυξη, ασκούν όλο και περισσότερη πίεση στα παράκτια οικοσυστήματα, τα οποία λόγω της ιδιαίτερα ευπαθούς φύσης τους αντιμετωπίζουν πρώτα τις δυσμενείς περιβαλλοντικές συνέπειες, για παράδειγμα μέσω της διάβρωσης των ακτών ή της μόλυνσης λόγω έντονης ανθρώπινης δραστηριότητας.

Τα οικοσυστήματα των ακτών έχουν πρόδηλη και μέγιστη σημασία για κράτη, όπως η Ελλάδα, με έντονο οριζόντιο διαμελισμό, κράτη δηλαδή με εκτεταμένο σύστημα ακτογραμμής και μεγάλο αριθμό νησιών και μάλιστα μικρών[3]. H χώρα μας διαθέτει ακτογραμμή, το συνολικό μήκος της οποίας εκτείνεται περίπου σε 17.000 χιλιόμετρα και αντιστοιχεί σχεδόν στο μισό της συνολικής ακτογραμμής της Μεσογείου, με τους θαλάσσιους μεσογειακούς οικοτόπους και τη σπάνια βιοποικιλότητα που φιλοξενούν οι παράκτιες περιοχές και τα πολυάριθμα νησιά της να αποτελούν ίσως τον μεγαλύτερο φυσικό πλούτο της χώρας[4].

Συνεπώς, η διάσταση της νομικής μεταχείρισης και του τρόπου προστασίας των θαλάσσιων παράκτιων οικοσυστημάτων από την έννομη τάξη αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, – αρχικά, βάσει της ιδιότητάς του στον  Αστικό Κώδικα ως κοινόχρηστο πράγμα και του απορρέοντος δικαιώματος ελεύθερης απόλαυσης και πρόσβασης σε αυτόν. Επιπλέον, εξέχουσας σημασίας είναι η ερμηνεία υπό το πρίσμα του άρθρου 24 του Συντάγματος, με το οποίο η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ανάγεται σε υποχρέωση του κράτους και των οργάνων του, ειδικότερα ως υποχρέωση λήψης προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων προστασίας από τον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση και παροχής επαρκούς και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας σε θέματα προστασίας του περιβάλλοντος[5]. Ενόψει αυτών και της θεμελιώδους αρχής της προφύλαξης, οι θαλάσσιες ή μικτού χαρακτήρα περιοχές ιδιαίτερης οικολογικής, βιολογικής, εν γένει επιστημονικής ή αισθητικής σημασίας λόγω της τοπικής αξιόλογης χλωρίδας ή/και πανίδας, ή των ιδιαίτερων γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών ή γενικότερα των προστατευτέων φυσικών στοιχείων τελούν υπό αυστηρό θεσμικό πλαίσιο προστασίας[6].

Καταρχάς, πρέπει να καταγραφεί η γενική αρχή του Δικαίου περιβάλλοντος, πως τα οικοσυστήματα αυτά, με δεδομένο τον ευπαθή τους χαρακτήρα και την ανάγκη διαφύλαξης της ακεραιότητας της ακτογραμμής, της ιδιαίτερης μορφολογίας αλλά και της αισθητικής τους αξίας ως τοπία, επιδέχονται ήπιας, άλλως βιώσιμης διαχείρισης και ανάπτυξης[7], αποσκοπώντας στη μη μεταβολή του προορισμού τους, την μη επιβάρυνση της χλωρίδας και πανίδας εντός αυτών και την ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση και απόλαυση αυτών από τον πολίτη. Συγκεκριμένα, όταν υπάρχει εύλογη επιστημονική πιθανότητα κινδύνου επέλευσης περιβαλλοντικής ζημίας ή επιστημονική αβεβαιότητα για την πιθανότητα αποφυγής αυτής ή τον βαθμό επικινδυνότητάς μιας σχεδιαζόμενης δραστηριότητας ή έργου, οι αρμόδιες αρχές υποχρεούνται να κρίνουν για το εάν θα επιτραπεί να κατασκευαστεί ή να συνεχίσει τη λειτουργία της μια δραστηριότητα ή έργο που απλώς ενδέχεται να επηρεάσει σε κάποιο βαθμό το περιβάλλον, υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας, της αρχής της αειφορίας, άλλως της βιώσιμης ανάπτυξης ή αειφορικής διαχείρισης και της στάθμισης κόστους – οφέλους[8].

Δευτερευόντως, εφαρμόζοντας την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης ειδικά στην περίπτωση των ευαίσθητων θαλάσσιων παράκτιων οικοσυστημάτων, η επιδίωξη της αναπτυξιακής προόδου, η ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης και η προώθηση της ισόρροπης ανάπτυξης του εθνικού χώρου από την Πολιτεία και η στάθμιση των προστατευόμενων έννομων αγαθών πρέπει να συμπορεύονται με την υποχρέωση αυτής να μεριμνά για την προστασία του περιβάλλοντος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης[9] σύμφωνα με το άρθρο 2 του ν. 2971/01, στο οποίο υπογραμμίζεται το δικαίωμα κυριότητας του Δημοσίου, το οποίο έχει υποχρέωση να καταγράφει, να διαχειρίζεται και να προστατεύει τον αιγιαλό και την παραλία, σύμφωνα με τις αρχές της αειφορίας και του χωροταξικού σχεδιασμού. Διαφορετικά, η δημόσια πολιτική απαιτείται να στοχεύει στο συγκερασμό της προόδου της οικονομίας και της διαχείρισης – διατήρησης του περιβάλλοντος μέσω της μη κατασπατάλησης των διαθέσιμων και παραγόμενων πόρων[10] και της μη υποβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος, ιδιαιτέρως των περισσότερο οικολογικά ευαίσθητων στοιχείων του.

Αν και η προστασία των παράκτιων οικοσυστημάτων αποτελεί διεθνή υποχρέωση της χώρας βάσει της Σύμβασης της Βαρκελώνης για την Προστασία του Θαλάσσιου Περιβάλλοντος και των Παρακτίων Περιοχών της Μεσογείου και του Πρωτοκόλλου της για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παρακτίων ζωνών της Μεσογείου[11], πρέπει να επισημανθεί η μέχρι και σήμερα παράλειψη της Ελλάδας να κυρώσει το Πρωτόκολλο αυτό με τυπικό νόμο. Η Σύμβαση προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων από τα συμβαλλόμενη μέρη, σε μεμονωμένο επίπεδο ή από κοινού, για την προστασία και τη βελτίωση του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των παράκτιων περιοχών της Μεσογείου, για την εφαρμογή ολοκληρωμένης διαχείρισης των παράκτιων ζωνών και για τη μείωση ή εξάλειψη της ρύπανσης των θαλάσσιων και παράκτιων περιοχών με στόχο την αειφόρο ανάπτυξη. Παρόλο που η Σύμβαση συνήφθη εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η μη κύρωση του σημαντικού αυτού Πρωτοκόλλου της, ειδικά για ένα κράτος με τον θαλάσσιο και παράκτιο πλούτο της Ελλάδας, αποτελεί μία εξαιρετικά μεγάλης σημασίας παράλειψη εθνικής και διεθνούς σημασίας.

Ανεξαρτήτως των παρατάσεων κατεδαφίσεως αυθαιρέτων, της έλλειψης κανόνων, του πλήθος των παρανομιών και της λύσεως του προβλήματος στον πυρήνα του, η ύπαρξη αυθαίρετων εγκαταστάσεων δεν τιμά την Ελληνική Πολιτεία. Είναι εξάλλου γνωστό πως αμέτρητες κατά τις τελευταίες δεκαετίες οι περιπτώσεις ανέγερσης αυθαιρέτων κατασκευών ή η παράνομη λειτουργία – τουριστικών κυρίως – εγκαταστάσεων στον αιγιαλό και την παραλία ειδικά στις νησιωτικές περιοχές, παρόλο το νομικό πλαίσιο του άρθρου 27 του ν. 2971/01 που προβλέπει τη σύνταξη Πρωτοκόλλων Διοικητικής Αποβολής, Άμεσης Απομάκρυνσης και Κατεδάφισης. Από την άλλη πλευρά, δεν είναι λίγες οι επείγουσες προστατευτικές επεμβάσεις από ιδιώτες που ενίοτε επιχειρούνται για λόγους ανάσχεσης της υποχώρησης του εδάφους εντός ή πλησίον της ιδιοκτησίας τους, λόγω διάβρωσης που προκαλείται από έντονες βροχοπτώσεις και την αύξηση της στάθμης της θάλασσας λόγω κλιματικής αλλαγής ή από λατομεύσεις παράκτιων υλικών και γενικότερα λόγω ανθρώπινης δραστηριότητας.

Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, είναι πρόδηλο πως το ελληνικό δίκαιο υπόκειται πολύ συχνά σε τροποποιήσεις, αναδιατυπώσεις και προσθήκες σχετικά με τις επεμβάσεις σε αιγιαλό και παραλία, η πολυπλοκότητα και το πλήθος των οποίων καθιστά δυσχερή την κατανόηση του συνόλου του πλαισίου από τον θεωρητικό αλλά και τον εφαρμοστή του δικαίου. Για αυτό τον λόγο αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον η μελέτη του ισχύοντος νομικού πλαισίου και η οριοθέτηση των δυνατοτήτων νόμιμης τουριστικής αξιοποίησης του δυναμικού της παραλίας και του αιγιαλού, όπως και της εκτέλεσης προστατευτικών έργων κατά μήκος του, υπό το πρίσμα των πρόσφατων ν. 4864/2021 περί στρατηγικών επενδύσεων και ν. 4875/2021 περί τουριστικής ανάπτυξης.

II. Ο καθορισμός των ορίων του παράκτιου οικοσυστήματος

Σύμφωνα με τον βασικό ν. 2971/01 για τη προστασία του αιγιαλού και της παραλίας[12], ο οποίος αντικατέστησε τον ν. 2344/1940 «περί αιγιαλού και παραλίας» και έχει υποστεί αρκετές τροποποιήσεις, με σημαντικότερη αυτή του ν. 4607/2019[13]«αιγιαλός είναι η ζώνη ξηράς που βρέχεται από τη θάλασσα κατά τις μεγαλύτερες και συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων της.» Στο ίδιο εδάφιο τονίζεται η σημασία του αιγιαλού ως μέγιστο φυσικό κεφάλαιο, με την αναφορά πως «ο αιγιαλός αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος της Χώρας, που προστατεύεται από την Πολιτεία, η οποία το διαχειρίζεται, σύμφωνα με τη φύση του και τον κοινόχρηστο χαρακτήρα του»[14]. Η οριοθέτηση του αιγιαλού και της παραλίας γίνεται από Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, με την πρόβλεψη για δευτεροβάθμια Επιτροπή Χάραξης στο Υπουργείο Οικονομικών.

Σε κάθε περίπτωση, πριν από τη χάραξη της οριογραμμής του αιγιαλού και της παραλίας, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη της τις φυσικές και λοιπές ενδείξεις, που επηρεάζουν το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας και ιδίως: α) τη γεωμορφολογία του εδάφους, αναφορικά με κατηγορίες υψηλών και χαμηλών ακτών, τη σύστασή του, καθώς και το φυσικό όριο βλάστησης,  β) την ύπαρξη, τα όρια και το είδος των παράκτιων φυσικών πόρων, γ) τα πορίσματα από την εκτίμηση των μετεωρολογικών στοιχείων της περιοχής, δ) τη μορφολογία του πυθμένα, ε) τον τομέα ανάπτυξης κυματισμού σε σχέση με το μέτωπο της ακτής, στ) την ύπαρξη τεχνικών έργων στην περιοχή, που νομίμως υφίστανται, ζ) τις τυχόν εγκεκριμένες χωροταξικές κατευθύνσεις και χρήσεις γης που επηρεάζουν την παράκτια ζώνη, η) την ύπαρξη δημόσιων κτημάτων κάθε κατηγορίας που βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την παράκτια ζώνη,  θ) τυχόν υφιστάμενο Κτηματολόγιο και ι) την ύπαρξη ευπαθών οικοσυστημάτων και προστατευόμενων περιοχών.

1. Ο καθορισμός του αιγιαλού

Άρθρα: 3, 4, 5 και 9 ν. 2971/01

Με το άρθρο 1 § 1 του ν. 2971/2001, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3-5 και 9, θεσπίζεται διοικητική διαδικασία για τον, κατά δέσμια αρμοδιότητα, καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, δηλαδή της μέγιστης αλλά συνήθους αναβάσεως των χειμερίων κυμάτων σε δεδομένη χερσαία ζώνη. Η διαπίστωση αυτή μπορεί να γίνεται με οποιοδήποτε πρόσφορο, κατά τα δεδομένα της κοινής ή της επιστημονικής πείρας, μέσο, όπως και η αυτοψία των μελών της οικείας επιτροπής[15], κατ’ εκτίμηση αντικειμενικών δεδομένων και στοιχείων, που συναρτώνται με φυσικά φαινόμενα και τεχνικές κρίσεις ως προς το πλάτος του αιγιαλού και της παραλίας, τη μορφολογία και τη βαθυμετρία του θαλάσσιου πυθμένα, τον κυματισμό, ο οποίος επηρεάζει την παράκτια ζώνη και τη γεωμορφολογία του εδάφους όπου περιλαμβάνεται η τυχόν ύπαρξη βλαστήσεως, η οποία αποτελεί κατά τεκμήριο τη φυσική θέση της οριογραμμής του αιγιαλού[16]. Δηλαδή, δεν υφίσταται διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης ως προς τον καθορισμό της οριογραμμής του αιγιαλού, αλλά η σχετική κρίση έχει αναγνωριστικό χαρακτήρα, ο οποίος εξαντλείται στην διαπίστωση της πραγματικής υφιστάμενης κατάστασης ύπαρξης αιγιαλού, βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και αυτοψίας[17]. Μάλιστα, στο μέτρο που αμφισβητείται η ορθότητα της ουσιαστικής εκτίμησης της Διοίκησης ως προς τον καθορισμό των ορίων του αιγιαλού, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακύρωσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι ανάγονται σε ουσιαστική κρίση των οικείων διοικητικών οργάνων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του ακυρωτικού δικαστή[18].

Βεβαίως, όπως έχει κρίνει επανειλημμένα ο Άρειος Πάγος, ο καθορισμός του ορίου του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού δεν είναι ικανός να προσδώσει την ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού σε τμήμα γης, το οποίο δεν έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Και αυτό διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ο κύριος του εδάφους, που κατά πλάνη περιλήφθηκε στα όρια του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού θα έχανε την ιδιοκτησία του με απλή πράξη της διοίκησης, κατά παράβαση των προστατευτικών αυτής συνταγματικών ορισμών. Έτσι, η ιδιότητα του αιγιαλού ή του παλαιού αιγιαλού προκύπτει από φυσικά και μόνο φαινόμενα και δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας[19].

2. Ο καθορισμός της παραλίας

Άρθρα: 3,5 και 9 ν. 2971/01

Αντιθέτως, η παραλία, η οποία ορίζεται πλέον ως «η ζώνη της ξηράς η οποία προστίθεται στον αιγιαλό προς εξυπηρέτηση της επικοινωνίας της ξηράς με τη θάλασσα και αντίστροφα, καθώς και για τη διατήρηση και προστασία των ακτών από τη διάβρωση και γενικότερα την προστασία του αιγιαλού», με γενικό κανόνα το πλάτος της να καθορίζεται σε τουλάχιστον τριάντα (30) και μέχρι πενήντα (50) μέτρα από τη γραμμή του αιγιαλού, αποδίδεται ως η προσθήκη με διοικητική πράξη ζώνης ξηράς προς εξυπηρέτηση των ανωτέρω σκοπών, και άρα αποτελεί προϊόν πράξης της Διοίκησης και όχι διαπίστωση αποκλειστικά φυσικών φαινομένων. Προς επίρρωση αυτού, η αρμόδια επιτροπή δύναται να καθορίσει μικρότερο πλάτος παραλίας, μετά από αιτιολογημένη κρίση της, λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, τα ειδικότερα γεωμορφολογικά στοιχεία και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος της περιοχής, όπως και τα υπό εκπόνηση Τοπικά Χωρικά Σχέδια, νυν Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια του άρθρου 10 ν. 4759/ 2020[20], σύμφωνα με την § 1 του άρθρου 99 του ν. 4685/20[21], με το οποίο τροποποιήθηκε το σύστημα Χωρικού – Πολεοδομικού σχεδιασμού σε εθνικό και τοπικό επίπεδο.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως η προσέγγιση του αιγιαλού και της παραλίας από την πλευρά του δικαίου εν γένει, και του χωροταξικού δικαίου ειδικότερα, οφείλει να είναι διττή: αφενός να αναγνωρίζει τη σημασία της διαφύλαξής τους για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος ως εκ των ων ουκ άνευ, αφετέρου να αναδεικνύεται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τους, ο οποίος και συντελεί στη διατήρηση του κοινωνικού χαρακτήρα τους[22].

Σχετικώς, έχει παρατηρηθεί πως εν τοις πράγμασι δεν ενδιαφέρει η νομική διάκριση σε ακτή, αιγιαλό και παραλία, εφόσον βασικό χαρακτηριστικό αυτού του χώρου είναι η εύκολη αποσταθεροποίηση των οικοσυστημάτων του (χερσαία και θαλάσσια, τελώντας σε στενή αλληλεξάρτηση) και η καταστροφή της βιοκοινότητας του, λόγω της ρύπανσης και της μη σχεδιασμένης χρήσης[23].

III.Η κοινοχρησία μέσω της ακώλυτης πρόσβασης

Ο δημόσιος σκοπός αιγιαλού και παραλίας άλλως ο προορισμός τους, συνίσταται στην κοινοχρησία τους, δηλ. στην επικοινωνία της ξηράς με τη θάλασσα και την ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση των ατόμων προς αυτά και προς το θαλάσσιο μέτωπο, με καθένα να έχει δικαίωμα χρήσεώς τους, ως απόρροια του δικαιώματος της προσωπικότητας[24].

1. Η κυριότητα του αιγιαλού και της παραλίας

Άρθρο 1 ν. 2971/01

Ο αιγιαλός, ως χαρακτηρίζεται τόσο από το άρθρο 1 του ν. 2971/01 όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ ως κοινόχρηστο πράγμα, αποτελεί φυσική δημόσια, κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα, δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του είναι δημόσιο κτήμα δυνάμει γενικής και αφηρημένης επιταγής του νόμου[25]. Και η παραλία, παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά στο ΑΚ 967, χαρακτηρίζεται διασταλτικά ως κοινόχρηστο πράγμα, γιατί εξυπηρετεί την κοινή χρήση.

Εν συνεχεία, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του αιγιαλού και της παραλίας οδηγεί στον χαρακτηρισμό τους ως πραγμάτων εκτός συναλλαγής, τα οποία είναι καταρχήν αμεταβίβαστα, ανεπίδεκτα ιδιωτικής κυριότητας και εμπραγμάτων δικαιωμάτων, απαλλοτρίωσης και εν γένει ιδιωτικών συναλλαγών[26]. Όπως έχει κρίνει ο Άρειος Πάγος, ο αιγιαλός ανήκει κατά νομική επιταγή στο Ελληνικό Δημόσιο, η δε κυριότητα, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι εκείνη του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει όταν αυτά παύσουν, κατά τη διάταξη του άρθρου 971 ΑΚ, να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή να είναι εκτός συναλλαγής. Παράλληλα, αφού η ιδιότητα λωρίδας γης ή αιγιαλού αποτελεί συνάρτηση καθαρά φυσικών φαινομένων και, επομένως έστω και αν αυτός απωλέσει το χαρακτήρα του (από φυσικά ή τεχνητά αίτια) και καταστεί παλαιός αιγιαλός, εξακολουθεί ex lege να ανήκει στην κυριότητα του Δημοσίου χωρίς να συντρέχει ανάγκη, μετά από την αλλαγή αυτή, να αναζητηθεί άλλος τρόπος κτήσης ή διατήρησης της κυριότητας του Δημοσίου, όπως με χρησικτησία[27].

2.Η απαγόρευση περιφράξεων και οι κατασκευές στον αιγιαλό

Η ιδιότητα του αιγιαλού και της παραλίας ως κοινόχρηστα έχει επανειλημμένα επισημανθεί κατά τη συζήτηση ζητημάτων που αφορούν στη σημασία της ακώλυτης πρόσβασης του κοινού στο παράκτιο μέτωπο, με την επιταγή η δυνατότητα πρόσβασης κάθε ατόμου προς τη θάλασσα και η απόλαυση της ως κοινού αγαθού να γίνεται από όλους κατά τρόπο άνετο και ανενόχλητο, ανεξαρτήτως του λόγου της παρουσίας τους στην ακτή (επίσκεψη, διέλευση, παραμονή, κολύμβηση).

Προς επίρρωση των ανωτέρω, πάγια θέση της ελληνικής νομολογίας είναι ότι η συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας δεν αποκλείει την επιβολή περιορισμών στο περιεχόμενο και την έκταση του δικαιώματος αυτού, εφόσον οι περιορισμοί θεσπίζονται για λόγους προστασίας του δημοσίου συμφέροντος βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, που δεν καθιστούν αδρανή την ιδιοκτησία σε σχέση με τον προορισμό της, ήτοι το σχετικό δικαίωμα δεν αποδυναμώνεται πλήρως, δεν εκμηδενίζεται ή εξαφανίζεται. Τέτοιου είδους περίπτωση αποτελεί εν προκειμένω η απαγόρευση περίφραξης ιδιόκτητων ακινήτων με την οποία αποκλείεται παντελώς η πρόσβαση στον αιγιαλό και την παραλία, ως φύσει κοινόχρηστα πράγματα, των οποίων η απόλαυση μέσω της ελεύθερης πρόσβασης σε αυτά προστατεύεται βάσει του κοινωνικού χαρακτήρα του δικαιώματος στο περιβάλλον και στο πλαίσιο του δικαιώματος στην προσωπικότητα[28].

Χαρακτηριστική διάταξη του διαχρονικής πεποίθησης του νομοθέτη περί κοινοχρησίας αποτελεί το άρθρο 23 του ν. 1337/1983[29], με το οποίο ο νομοθέτης απαγόρευσε τις περιφράξεις σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του 1923 και σε ζώνη πλάτους 500 μ. από την ακτή, προβλέποντας την επιβολή διακοπής εργασιών κάθε είδους περίφραξης, καθώς και την κατεδάφιση περιφράξεων, εφόσον αυτές παρεμποδίζουν την πρόσβαση προς την ακτή και στο μέτρο που η διακοπή ή η κατεδάφιση εξυπηρετεί την πρόσβαση αυτή ή που συμβάλλει στην προστασία του περιβάλλοντος, καθώς και την επιβολή προστίμου ανέγερσης αυθαιρέτου και προστίμου διατήρησης αυθαιρέτου[30].

Παράλληλα, και στον ν. 2791/01 προβλέπεται πλέον ρητώς πως, αν μεταξύ αιγιαλού και δημόσιας οδού[31] παρεμβάλλεται ιδιωτικό ακίνητο, πρέπει να υπάρχει ελεύθερη δίοδος για την ακώλυτη και ασφαλή πρόσβαση στον αιγιαλό από τη δημόσια οδό, σύμφωνα με την πολεοδομική νομοθεσία, ενώ με τις επείγουσες ρυθμίσεις του άρθρου 52 του ν. 4559/18 δύναται σε περιπτώσεις περιφράξεων σε ζώνη αιγιαλού κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 23 του ν. 1337/1983 να εκδοθεί απόφαση κατεδάφισής τους. Σχετική είναι και η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου 10/10.08.2018[32], με την οποία παρέχονται διευκρινίσεις για τη διαδικασία εκτέλεσης των πράξεων κατεδάφισης από το Τμήμα Επιθεώρησης Δόμησης και Κατεδαφίσεων της Ειδικής Γραμματείας Σώματος Επιθεωρητών και Ελεγκτών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας[33], όπως και το άρθρο 66 του ν. 4602/ 19[34], στο οποίο προβλέπεται πως σε περίπτωση που κατασκευές που περιγράφονται σε υπό εκτέλεση πρωτόκολλο κατεδάφισης έχουν διαφοροποιηθεί βάσει των συγκεκριμένων αναφερόμενων χαρακτηριστικών, θεωρούνται μέρος του υπό εκτέλεση πρωτοκόλλου κατεδάφισης και κατεδαφίζονται με την ήδη εκδοθείσα απόφαση, χωρίς να είναι απαιτητή η έκδοση νέου πρωτοκόλλου κατεδάφισης.

Σχετικώς, με το άρθρο 89 του ν. 4495/17 απαγορεύεται η μεταβίβαση δικαιώματος ακινήτου ή αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας ή η σύσταση εμπράγματου δικαιώματος σε ακίνητο στο οποίο έχει εκτελεστεί αυθαίρετη κατασκευή ή έχει εγκατασταθεί αυθαίρετη αλλαγή χρήσης εφόσον αυτή βρίσκεται σε αιγιαλό ή σε ζώνη παραλίας, με εξαίρεση την ύπαρξη των εν λόγω κατασκευών πριν από την οριοθέτηση της παραλίας.

Μάλιστα, με το άρθρο 41 του ν. 4607/19[35] ορίστηκε η υποχρέωση κατεδάφισης όλων των παρανόμων κατασκευών που εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση σε αιγιαλό και παραλία μέσα σε προθεσμία 6 μηνών από την δημοσίευση του νόμου αυτού, η οποία βέβαια είναι αμφίβολο το κατά πόσο έχει τύχει ουσιαστικής εφαρμογής μέχρι σήμερα, ειδικά έχοντας υπόψη το άρθρο 247 του ν. 4782/  2021[36], με το οποίο ανεστάλη η εκτέλεση μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2021 των πρωτοκόλλων κατεδάφισης και διοικητικής αποβολής για έργα κάθε είδους που έχουν κατασκευαστεί στον αιγιαλό και την παραλία, χωρίς να υφίσταται απόφαση παραχώρησης της χρήσης αυτών και που υφίστανται κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, με την αιτιολογία καθυστέρησης της νομιμοποίησης/τακτοποίησης ή/και επισκευής από τους ιδιοκτήτες τους λόγω της μη ομαλούς λειτουργίας των αρμόδιων Διοικητικών Υπηρεσιών κατά τη διάρκεια της συνεχιζόμενης πανδημίας COVID-19.

1. Το θέμα των περιφράξεων

Άρθρο 21 ν. 4495/17, περ. γγ)

α) Οι περιφράξεις ξενοδοχείων

Μία εξαιρετική διάταξη σχετική με τις περιφράξεις, η οποία χρήζει σχολιασμού, είναι η περίπτωση γγ του άρθρου 21 του ν. 4495/17[37], σύμφωνα με την οποία περιλαμβάνεται στις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), μεταξύ άλλων, η γνωμοδότηση για την κατ’ εξαίρεση περίφραξη ξενοδοχείων. Συγκεκριμένα, αν και ο παλαιός νόμος 1337/1983 απαγόρευε πλήρως τις περιφράξεις σε περιοχές εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών προ του 1923 και σε ζώνη πλάτους 500 μ. από την ακτή, είχε συμπεριληφθεί στο άρθρο 23 αυτού εξουσιοδοτική διάταξη για έκδοση π.δ., με το οποίο θα προβλέπονταν κατ’ εξαίρεση επιτρεπτές περιφράξεις σε περίπτωση που κρίνονταν αναγκαίες για την προστασία καλλιεργειών ή για άλλες ειδικές χρήσεις. Το Προεδρικό Διάταγμα που ακολούθησε αυτής της διάταξης, ήτοι το π.δ. 236/18.5/22.6.1984[38] προέβλεπε αρκετές περιπτώσεις επιτρεπτών περιφράξεων σε ζώνη πλάτους 500 μ. από την ακτή, με τις περιφράξεις να τοποθετούνται σε απόσταση μόλις 50 μέτρων από τη γραμμή αιγιαλού, μεταξύ άλλων, σε περιπτώσεις όχι μόνο ειδικών καλλιεργειών και εγκαταστάσεων γεωργικών, κτηνοτροφικών, αλιευτικών και λοιπών αγροτικών δραστηριοτήτων, αλλά για ένα εξαιρετικά ευρύ κύκλο δραστηριοτήτων, εντός του οποίου περιλαμβάνονται οι τουριστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, τα κτίρια κοινωνικής πρόνοιας και περίθαλψης, σωφρονιστικά ιδρύματα, εγκαταστάσεις τεχνικής εξυπηρέτησης οικισμών κ.α., υπό τις προϋποθέσεις βέβαια να αφήνεται απερίφρακτο τμήμα γηπέδου πλάτους 2,5 ή 3 μέτρων τουλάχιστον στο ένα όριο του γηπέδου και με συνολικό ύψος περίφραξης έως 2,5 μέτρα.

Σε κάθε περίπτωση, με την προαναφερθείσα εν ισχύ διάταξη του ν. 4495/17, δίνεται η δυνατότητα, παρόλο το αυστηρό τυπικό πλαίσιο απαγόρευσης των περιφράξεων λόγω της κοινοχρησίας αφενός και της ευαισθησίας αφετέρου του αιγιαλού και της παραλίας, για περίφραξη ακόμα και στα 50 μέτρα από τη γραμμή αιγιαλού για τουριστικές – ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις. Λόγω της πρόβλεψης της παραπάνω εξαιρετικής δυνατότητας, κρίσιμη θεωρείται εν προκειμένω η γνωμοδότηση του ΣΥΠΟΘΑ, το οποίο θα κληθεί να κρίνει για το αναγκαίο της εκάστοτε περίφραξης σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση.

β) Η παροχή γνώμης από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής

Άρθρο 7 § 1 ν. 4495/17, στ. ιβ

Παράλληλα, σύμφωνα με το στοιχείο ιβ της § 1 του άρθρου 7 του ν. 4495/17, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 46 ν. 4759/2020, προβλέπεται πως στις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής που συγκροτούνται με απόφαση του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης περιλαμβάνεται η  παροχή σύμφωνης γνώμης επί των αρχιτεκτονικών μελετών για κάθε οικοδομική εργασία σε απόσταση μικρότερη των εκατό (100) μέτρων από τη γραμμή παραλίας. Σημειώνεται πως τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής αποτελούν εν τοις πράγμασι το διάδοχο συλλογικό όργανο των Επιτροπών Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (Ε.Π.Α.Ε), όσον αφορά στην αρμοδιότητα γνωμοδότησης επί αρχιτεκτονικών μελετών και στις περιπτώσεις όπου η έγκριση των αρχιτεκτονικών μελετών από τις Ε.Π.Α.Ε επιβάλλεται από διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος πολεοδομικού κανονιστικού πλαισίου (όπως πολεοδομικό σχεδιασμό πρώτου επιπέδου, αποφάσεις οριοθέτησης και καθορισμού όρων δόμησης οικισμών, π.δ. Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου όπως και π.δ. Προστασίας)[39].

IV. Η παρέκκλιση στην απόλυτη προστασία αιγιαλού και παραλίας

Κατά παρέκκλιση του πλαισίου αυστηρής προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας, ήτοι της γενικότερης απαγόρευσης παραχώρησης της αποκλειστικής χρήσης τους[40], χορηγείται εκ του νομοθέτη η δυνατότητα μερικής εξαίρεσης από τη γενική αυτή απαγόρευση, με την παραχώρησης του δικαιώματος απλής χρήσης και της χρήσης για εκτέλεση έργων, η οποία εννοείται ως κάθε χρήση, εφόσον από αυτή δεν παραβιάζεται ο προορισμός του αιγιαλού/της παραλίας ως κοινόχρηστων πραγμάτων και δεν επέρχεται αλλοίωση στη φυσική μορφολογία τους και τα βιοτικά στοιχεία τους. Η παραχώρηση συντελείται ύστερα από στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων, υπό την προϋπόθεση ότι:

α) Οι όποιες επεμβάσεις δεν θα επιφέρουν ουσιώδη και, κυρίως, ανεπίστρεπτη βλάβη των παράκτιων οικοσυστημάτων, βάσει της αρχής της προφύλαξης και της ιδιότητας του φυσικού περιβάλλοντος ως υπέρτατο δημόσιο αγαθό,

β) θα θεμελιώνονται σε επιστημονικές μελέτες, όπως η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), η ακτομηχανική και κάθε είδους τεχνική μελέτη,

γ) θα εξυπηρετούν υπέρτερους λόγους δημοσίου συμφέροντος,

δ) θα υπακούουν σε ένα ευρύτερο χωροταξικό πλαίσιο ρύθμισης των χρήσεων γης και δεν θα συνιστούν ευκαιριακές ή σημειακές παρεμβάσεις[41], στο πλαίσιο της ενότητας της έννομης τάξης και

ε) θα εξυπηρετείται, ή τουλάχιστον δεν θα αναιρείται η κοινοχρησία του αιγιαλού και της παραλίας ως απόρροια της ιδιότητάς τους ως δημόσια πράγματα.

V. Η νομική φύση της παραχώρησης

 Άρθρο 15 ν. 2971/01

Γενικά, το άρθρο 15 του ν. 2971/01 ορίζει πως η πράξη παραχώρησης υπόκειται πάντοτε σε μονομερή ανάκληση από το Δημόσιο για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, είναι πράξη προσωποπαγής, άρα απαγορεύεται η μερική ή ολική μεταβίβασή της, με εξαίρεση την αξιοποίηση δημοσίων ακινήτων του άρθρου 14 του ν. 3986/11, και ανακαλείται εάν διαπιστωθεί παράβαση νόμου ή όρων της πράξης παραχώρησης.

Η διαχείριση των κοινόχρηστων πραγμάτων και άρα, εν προκειμένω, η παραχώρησή τους, αντιδιαστέλλεται προς τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου και έχει επανειλημμένα κριθεί πως αποτελεί άσκηση δημόσιας εξουσίας[42]. Συγκεκριμένα, έχει κριθεί από το ΣτΕ πως η πράξη, με την οποία, στα πλαίσια της διαχειρίσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων, παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί αυτών, ανήκει στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, αφού η παραχώρηση αυτή έχει ως άμεση και αναγκαία συνέπεια την ευθεία επέμβαση στο δικαίωμα των τρίτων προς ακώλυτη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος, σύμφωνα με τον προορισμό του. Ενόψει αυτού, τέτοιου είδους διοικητικές πράξεις, με τις οποίες παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί κοινοχρήστων πραγμάτων, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό[43], και άρα υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Για παράδειγμα, κρίθηκε ότι όταν η ΕΤΑΔ, κρατικό νομικό πρόσωπο που διέπεται από το ιδιωτικό δίκαιο, εκδίδει μονομερείς πράξεις που αφορούν τη διαχείριση του αιγιαλού, στο πλαίσιο κατάρτισης σύμβασης παραχώρησης σε ιδιώτες, τότε η πράξη της αυτή αποτελεί διοικητική πράξη που εκδίδεται από διφυές νομικό πρόσωπο, στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας και προς επιδίωξη δημοσίου σκοπού[44].

VI. Οι περιπτώσεις παραχώρησης

Ευλόγως, όταν στην παραχωρούμενη έκταση περιλαμβάνονται αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία και ιστορικοί τόποι, απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, ενώ όταν περιλαμβάνονται προστατευόμενες περιοχές[45], απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Παρακάτω, γίνεται μία προσπάθεια να καταγραφεί υπό τη μορφή πινάκων, για πρώτη φορά, το πλέγμα όλων των διατάξεων που αφορούν επεμβάσεις σε αιγιαλό και παραλία, με την παράθεση των συγκεκριμένων κατηγοριών έργων και δραστηριοτήτων, του οικείου άρθρου και σχετικών παρατηρήσεων.

Ακολουθούν σχηματοποιημένα τα έργα και οι δραστηριότητες για την κατασκευή και λειτουργία των οποίων παραχωρείται η απλή χρήση και η χρήση για εκτέλεση έργων σε αιγιαλό και παρα­λία:

 

Α/Α

 

Έργο/δραστηριότητα

 

Διαδικασία

(Άρθρο/

Νόμος)

 

Παρατήρηση

1.                    

 

Αντιδιαβρωτικά έργα

Τεχνικά έργα για την αποτροπή / αντιμετώπιση της διάβρωσης

12

ν. 2971/01

Ιδιώτες

 

Εκ μέρους του Δημοσίου κατά τις διατάξεις περί δημόσιων έργων.

2.                    

 

Επείγοντα έργα για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών πολιτικής προστασίας 12Α

ν. 2971/01

Προηγείται η κήρυξη μιας περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή ετοιμότητας πολιτικής προστασίας.
3.                     Παραχώρηση απλής χρήσης για:

3.1. άσκηση δραστηριοτήτων που εξυπηρετούν τους λουόμενους ή την αναψυχή του κοινού (ιδίως εκμίσθωση θαλάσσιων μέσων αναψυχής, ξαπλωστρών, ομπρελών, λειτουργία αναψυκτηρίου, τραπεζοκαθισμάτων)

 

 

3.2. Ειδικές περιπτώσεις:

3.2.1.                       Υδατοκαλλιέργειες για εναπόθεση εξοπλισμού

3.2.2.                       Ναυταθλητικά σωματεία, αθλητικοί φορείς, ΟΤΑ για διενέργεια αθλητικών αγώνων

3.2.3.                       Πρόσβαση ΑΜΕΑ

3.2.4.                       Ενημερωτικές εκπαιδευτικές εκδηλώσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια

3.2.5.                       Πολιτιστικές/κοινωνικές εκδηλώσεις

3.2.6.                       -Λήψεις με οπτικοακουστικά μέσα

3.2.7.                       Περιβαλλοντικοί ερευνητικοί σκοποί

 

13

ν. 2971/01

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

13Α

ν. 2971/01

Με πλειοδοτική ηλεκτρονική δημοπρασία ή απευθείας παραχώρηση.

 

 

Εξειδίκευση της διαδικασίας με την ΚΥΑ 47458/ ΕΞ2020/20 (ΦΕΚ 1864 Β/ 15.5.2020)[46]

4.                     Παραχώρηση για εκτέλεση έργων:

4.1.    για κοινωφελείς σκοπούς,  προστασίας του περιβάλλοντος, ερευνητικά έργα

4.2.    ναυταθλητικά έργα

4.3.    έργα ανάπλασης

4.4.    έργα εξυπηρέτησης ή εγκατάστασης νόμιμων υδατοκαλλιεργειών

4.5.    Εγκατάσταση σταθερών ή πλωτών εξεδρών, κατασκευή προβλητών και κρηπιδωμάτων, εγκατάσταση ανυψωτικών και φορτοεκφορτωτικών μέσων για βιομηχανικές, εξορυκτικές κ.α. επιχειρήσεις

4.6.    Έργα και εγκαταστάσεις υποδομής για εξυπηρέτηση συγκοινωνιών

4.7.    Έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ)

4.8.    Έργα εξυπηρέτησης νομίμως λειτουργουσών επιχειρήσεων ξύλινων σκαφών

4.9.    Συνοδά έργα των ανωτέρω (πχ. αγωγοί, εξέδρες, καλώδια)

4.10. Έργα καθαρισμού αποκατάστασης λειτουργικών βαθών

4.11. Έργα δικτύων κοινής ωφέλειας

4.12. Εκτέλεση δειγματοληπτικών γεωτρήσεων

4.13. Έργα εξεδρών, αγωγών, καλωδίων και τοποθέτησης ναυδέτων στα πλαίσια της αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων βάσει των συμβάσεων των αναδόχων με το Ελληνικό Δημόσιο

 

14

ν. 2971/01

Βλ. κάθε επιμέρους παράγραφο του άρθρου για ειδικότερες προϋποθέσεις.
5.                     Ειδικά για Τουριστικά Καταλύματα:

 

5.1.    Κατασκευή ή μετασκευή υφισταμένων εξεδρών επί πασάλων ή πλωτών προβλητών ή μόλων για την επιβίβαση και αποβίβαση από σκάφη πελατών τουριστικού καταλύματος.

5.2.    Κατασκευή (ξύλινων) διαδρόμων επί πασάλων που καταλήγουν σε εξέδρα φέρουσα κινητά ή μόνιμα στέγαστρα, πέργκολες, στοιχεία ανάπαυσης και εξυπηρέτησης λουομένων

5 §§ 5 – 6Α

ν. 4179/13

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

6.                     Αξιοποίηση Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ)

 

6.1.    Για την αξιοποίηση των δημοσίων ακινήτων επιτρέπεται η απευθείας παραχώρηση στον κύριο της επένδυσης ή στον έλκοντα εξ αυτού δικαιώματα, της χρήσης αιγιαλού και παραλίας, ή και του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης, ήδη υφιστάμενων στην περιοχή, λιμενικών εγκαταστάσεων επί αιγιαλού και παραλίας για την εξυπηρέτηση της επένδυσης.

6.2.    Δημιουργία τουριστικής λιμενικής εγκατάστασης ή η χρήση υφισταμένης.

14-14Α

3986/11

 

5

4864/21

Μέχρι 50 έτη η διάρκεια της παραχώρησης.

 

 

Δυνατή η παράταση αυτής για άλλα 49 έτη.

7.                     Στρατηγικές Επενδύσεις (ΕΣΧΑΣΕ)

 

7.1.    Για την πραγματοποίηση Στρατηγικών Επενδύσεων επί ιδιωτικών ακινήτων, δύναται να καταρτίζονται Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ).

24 § 2

3984/10

 

5

4864/21

Αναλογική εφαρμογή των άρθρων 14 – 14Α του 3986/11.
8.                     Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΕΠΣ)

 

8.1.    Παραχώρηση και στις περιπτώσεις που προβλέπεται από ΕΠΣ δια του οποίου πραγματοποιείται σχεδιασμός γης επί του αιγιαλού ή της παραλίας και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται σε αυτό.

8

4447/16

 

5

4864/21

 
9.                     Δημιουργία ζωνών αγκυροβολίων και καταφυγίων τουριστικών σκαφών

 

9.1.    Η ζώνη αγκυροβολίου και το καταφύγιο τουριστικών σκαφών αποτελούν είδη τουριστικού λιμένα, των οποίων η ζώνη μπορεί να περιλαμβάνει αιγιαλό και παραλία. Σε περίπτωση χωροθέτησής τους ύστερα από αίτηση οποιουδήποτε τρίτου, παραχωρείται η χρήση και η εκμετάλλευση στον οικείο φορέα διαχείρισης έναντι ανταλλάγματος, με απόφαση του Υπουργού Τουρισμού.

 

34 – 35

ν. 2160/93

 

 

I. Η ειδική διαδικασία στην Τουριστική Αξιοποίηση

Η τουριστική ανάπτυξη, ως ένας από τους κυριότερους μοχλούς οικονομικής ανάπτυξης της χώρας, έχει οδηγήσει στην πρόβλεψη εξειδικευμένων ρυθμίσεων κατά τη διαδικασία παραχώρησης της χρήσης αιγιαλού και παραλίας για τους οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων, όσο και στην περίπτωση αξιοποίησης μέσω των Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ), στο πρότυπο των Ειδικών Σχεδίων Χωροταξικής Αξιοποίησης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ).

1. Ειδικές διατάξεις για οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων

Άρθρο 5 ν. 4179/13

Στους οργανωμένους υποδοχείς τουριστικών δραστηριοτήτων, δηλαδή στις περιοχές που αναπτύσσονται, βάσει ενιαίου σχεδιασμού, με κύρια χρήση την ανάπτυξη δραστηριοτήτων τουρισμού-αναψυχής και άλλων συνοδευτικών του τουρισμού δραστηριοτήτων[47], επιτρέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4179/13, σε απόσταση τουλάχιστον 30-50 μέτρων από τη γραμμή αιγιαλού η τοποθέτηση τουριστικών κατοικιών και κτιρίων καταλυμάτων, όπως και η υπό προϋποθέσεις εγκατάσταση χώρων εστίασης και αναψυχής, αποδυτηρίων, συγκροτημάτων υγιεινής, αθλητικών εγκαταστάσεων μέγιστου ύψους 3,5 μέτρων μέχρι τη γραμμή παραλίας ή σε απόσταση δέκα μέτρων τουλάχιστον από τη γραμμή αιγιαλού, εφόσον δεν έχει καθορισθεί παραλία.

Ειδικότερα,  επιτρέπεται η παραχώρηση για τη κατασκευή ή μετασκευή υφισταμένων εξεδρών επί πασάλων ή πλωτών προβλητών ή μόλων για την επιβίβαση και αποβίβαση από σκάφη πελατών έμπροσθεν σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων ή άλλων καταλυμάτων υπό προϋποθέσεις δυναμικότητας και τοποθεσίας, όπως και η παραχώρηση για την κατασκευή (ξύλινων) διαδρόμων επί πασάλων υπό προϋποθέσεις μήκους και πλάτους έως 3 μέτρα, που καταλήγουν σε εξέδρα φέρουσα κινητά ή μόνιμα στέγαστρα, πέργκολες, στοιχεία ανάπαυσης και εξυπηρέτησης λουόμενων[48].

Εύλογο είναι πως η κατασκευή, εφόσον είναι μόνιμη, ακολουθείται η διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και έκδοσης σχετικής απόφασης ΑΕΠΟ. Επί παραδείγματι, η κατασκευή προβλητών εντάσσεται στον 6ο α/α της Υποκατηγορίας Α2 ή της Κατηγορίας Β (αναλόγως του μήκους, βλ. και άρθρο 5Α) του Παραρτήματος Ι της ΥΑ περιβαλλοντικής κατάταξης ΔΙΠΑ/οικ. 37674/2016 (ΦΕΚ 2471/Β` 10.8.2016) και άρα απαιτεί την έκδοση ΑΕΠΟ από την οικεία Αποκεντρωμένη Διοίκηση ή την υπαγωγή του έργου σε Πρότυπες Περιβαλλοντικές Δεσμεύσεις αντίστοιχα, σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 8 του ν. 4014/11. Σημειώνεται πως στην περίπτωση που η κατασκευή ενσωματώνεται σε υφιστάμενο τουριστικό κατάλυμα με εγκεκριμένους περιβαλλοντικούς όρους, υποβάλλεται φάκελος τροποποίησης ΑΕΠΟ του τουριστικού καταλύματος σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 4014/2011.

Η διαδικασία παραχώρησης ολοκληρώνεται με απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ύστερα από γνωμοδότηση της αρμόδιας λιμενικής αρχής και κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, συνοδευόμενη από τοπογραφική αποτύπωση κατάλληλης κλίμακας, έκθεση τεχνικής περιγραφής των εργασιών και την εκδοθείσα ΑΕΠΟ ή υπαγωγή σε ΠΠΔ.[49]

2. Ειδική διάταξη περί απαλλοτρίωσης για τουριστικά καταλύματα

 Άρθρο 7, § 3 ν. 2971/01

 Αντίστοιχα, με το άρθρο 67 ν. 4875/2021 (ΦΕΚ Α’250/23.12.2021) τροποποιήθηκε η παρ.3 του άρθρου 7 του ν. 2971/01 ειδικά για την επίσπευση της απαλλοτρίωσης τμημάτων ζωνών παραλίας που βρίσκεται έμπροσθεν και κατά μήκος ιδιοκτησίας ξενοδοχειακού καταλύματος. Συγκεκριμένα, ιδιοκτήτες/διαχειριστές ξενοδοχείων, οργανωμένων τουριστικών κατασκηνώσεων (camping) και σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων[50] των υποπερ. αα’, ββ’ και δδ’ αντίστοιχα της περ. α’ της § 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 δύνανται να υποβάλλουν σχετική αίτηση προς την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης για την επίσπευση της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης του συγκεκριμένου τμήματος της ζώνης παραλίας, καταβάλλοντας το σύνολο της προβλεπόμενης αποζημίωσης, χωρίς να προκαλείται εκ του γεγονότος αυτού καμία οικονομική ή άλλη υποχρέωση του οικείου Δήμου ή του Δημοσίου. Σε κάθε περίπτωση, η οικεία ΥΔΟΜ υποχρεούται να ολοκληρώσει την διαδικασία άμεσα και κατά προτεραιότητα και το αργότερο εντός τεσσάρων μηνών από την παραλαβή της σχετικής αίτησης, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον γνωμοδοτήσεις φορέων ή άλλων υπηρεσιών, ενώ, τέλος, μετά από την ολοκλήρωση της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης το τμήμα της ζώνης παραλίας περιέρχεται στην κοινή χρήση, η παραχώρηση της χρήσης του οποίου απαιτεί την τήρηση των προϋποθέσεων παραχώρησης χρήσης των άρθρων 13 έως και 16Α του ν. 2971/2001, κατ’ αντιστοιχία με τις προαναφερθείσες περιπτώσεις.

3. Η παραχώρηση στα Ειδικά Εργαλεία του Χωροταξικού – Πολεοδομικού Δικαίου

Άρθρο 5 ν. 4864/21

Σύμφωνα με το άρθρο 5 του νέου ν. 4864/2021 περί Στρατηγικών Επενδύσεων, για την πραγματοποίηση αυτών επιτρέπεται η παραχώρηση στον φορέα της επένδυσης του δικαιώματος χρήσης αιγιαλού, παραλίας, συνεχόμενου ή παρακείμενου θαλάσσιου χώρου ή του πυθμένα, το αίτημα για την παραχώρηση του οποίου συνυποβάλλεται μαζί με τον φάκελο του φορέα της εκάστοτε επένδυσης,  κατά την υποβολή του επενδυτικού του φακέλου στην Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου Α.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 12 ν. 4864/2021. Η απόφαση παραχώρησης κατά τις διαδικασίες των Στρατηγικών Επενδύσεων  περιλαμβάνει και απλή χρήση αιγιαλού και παραλίας για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών των Στρατηγικών Επενδύσεων, καθορίζει τους λοιπούς όρους της παραχώρησης και τεκμηριώνει τους λόγους, για τους οποίους η παραχώρηση αυτή θεωρείται δημόσιας ωφέλειας,

Για την έκδοση της απαιτούμενης ΚΥΑ περί χρήσης του αιγιαλού απαιτείται η γνώμη του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού και η τήρηση της κατά το δυνατόν ευρύτερης δημόσιας διαβούλευσης (με ελάχιστη χρονική διάρκεια τις επτά ημέρες) σχετικά με τους όρους παραχώρησης. Η απόφαση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει και απλή χρήση αιγιαλού και παραλίας για την εξυπηρέτηση λειτουργικών αναγκών των συγκεκριμένων Στρατηγικών Επενδύσεων, να καθορίζει τους λοιπούς όρους της παραχώρησης και να τεκμηριώνει τους λόγους για τους οποίους η παραχώρηση θεωρείται δημόσιας ωφέλειας, βάσει του ίδιου του ορισμού των Επενδύσεων ως Στρατηγικές. Επί αυτού, σημειώνεται πως ως «Στρατηγικές Επενδύσεις» νοούνται οι επενδύσεις, οι οποίες, λόγω της στρατηγικής τους βαρύτητας για την εθνική ή την τοπική οικονομία, δύνανται να ενισχύσουν την απασχόληση, την παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάδειξη του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της Χώρας, σύμφωνα με τις αρχές της κοινωνικά δίκαιης, δίχως αποκλεισμούς, ισόρροπης και αειφόρου ανάπτυξης. Δηλαδή, οι επενδύσεις που συνδυάζουν την περιβαλλοντική, οικονομική και κοινωνική βιωσιμότητα υπό το πρίσμα της προώθησης της καινοτομίας, της πράσινης τεχνολογίας και της ανάπτυξης.

1. Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ)

 Άρθρο 14-14Α ν. 3986/11

Η απόδοση βιώσιμης επενδυτικής ταυτότητας σε δημόσια ακίνητα,[51] με σκοπό την αξιοποίησή τους ως λόγο εντόνου δημοσίου συμφέροντος, γίνεται μέσω του καθορισμού του χωρικού προορισμού αυτών με την κατάρτιση και έγκριση Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12 του ν. 3986/11. Για την αξιοποίηση των δημοσίων αυτών ακινήτων επιτρέπεται η απευθείας παραχώρηση στον κύριο της επένδυσης ή στον έλκοντα εξ αυτού δικαιώματα, της χρήσης αιγιαλού, και παραλίας ή και του δικαιώματος εκτέλεσης, χρήσης και εκμετάλλευσης λιμενικών έργων ή επέκτασης, ήδη υφιστάμενων στην περιοχή, λιμενικών εγκαταστάσεων επί αιγιαλού και παραλίας για την εξυπηρέτηση της επένδυσης.

Συγκεκριμένα, αν πρόκειται για παραχώρηση απλής χρήσης, η απόφαση απευθείας παραχώρησης εκδίδεται από τον Υπουργό Οικονομικών ύστερα από εισήγηση της Γενικής Γραμματείας Δημόσιας Περιουσίας, μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία και η παραχώρηση δίνεται με αντάλλαγμα που καθορίζεται με Υπουργική Απόφαση ανά πενταετία. Ενισχυτικό στοιχείο της σημασίας που δίνεται εκ του νόμου στην επενδυτική δραστηριότητα είναι πως η παραχώρηση γίνεται για χρονικό διάστημα μέχρι πενήντα έτη και μπορεί να παραταθεί για περαιτέρω σαράντα εννέα έτη με τους όρους και προϋποθέσεις που ορίζονται σε Κοινή Υπουργική Απόφαση. Άξιο αναφοράς είναι επίσης, πως στην περίπτωση που εκτελεστούν, βάσει της παραχώρησης, λιμενικά έργα τα οποία εμπεριέχουν πρόσχωση θαλάσσιου χώρου, μετά την ολοκλήρωσή τους κινείται η διαδικασία επανακαθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού – παραλίας και το γήπεδο που δημιουργείται καταγράφεται ως δημόσιο κτήμα, το οποίο δύναται να παραχωρείται κατά χρήση ή να εκμισθώνεται απευθείας στον κύριο της επένδυσης ή στον έλκοντα εξ αυτού δικαιώματα.

Σημειωτέον πως για την εκτέλεση έργων στον αιγιαλό ή στην παραλία τηρείται η διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις του βασικού νόμου 2971/2001 και της παραγράφου 6β του άρθρου 14 του ν. 3986/11, ενώ επαναλαμβάνεται η γενική επιταγή για ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση των λουσμένων στην παραλία και αιγιαλό[52]

2. Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ)

 Άρθρο 14-14Α ν. 3986/11

Τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) του άρθρου 24 του ν. 3894/2010[53], τα οποία είναι ταυτοχρόνως χωροταξικά, πολεοδομικά και περιβαλλοντικά εργαλεία, έχουν οικονομικό και αναπτυξιακό σκοπό και είναι ικανά να υποβοηθήσουν την εθνική οικονομία και να συμβάλουν στην άμεση αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, όπως έχει δεχθεί και το ΣτΕ. Συγκεκριμένα, έχει νομολογιακά λεχθεί, με αφορμή την επεξεργασία του σχεδίου π.δ. για την έγκριση του ΕΣΧΑΣΕ «Ίτανος Γαία» στη θέση «Χερσόνησος Σίδερο» της Κρήτης, πως το ΕΣΧΑΣΕ δεν εντάσσεται σε κανένα από τα προβλεπόμενα είδη χωροταξικού σχεδιασμού, δηλαδή στα αναφερόμενα σε συγκεκριμένη υποδιαίρεση του εθνικού χώρου σχέδια, γνωστή και καθορισμένη με κριτήρια εκ των προτέρων γνωστά (π.χ. γεωγραφικά ή μορφολογικά) ή αναγόμενα σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα δυνάμενη να ασκείται από οποιονδήποτε, της οποίας καλούνται να ρυθμίσουν τους όρους και τις προϋποθέσεις ανάπτυξης στο χώρο. Επίσης, πως δεν αποτελεί εργαλείο πολεοδομικού σχεδιασμού, προσομοιάζει, όμως, προς τον πολεοδομικό σχεδιασμό στην ειδική περίπτωση που η στρατηγική επένδυση προσλαμβάνει μορφή πολεοδόμησης ειδικού τύπου, αν και διαφοροποιείται και τότε ως προς τον στόχο που είναι πάντα αναπτυξιακός, ενώ αυτός του πολεοδομικού σχεδίου είναι γενικός και αφορά την ανάπτυξη των πόλεων και των οικισμών[54]. Η εμβέλεια, επομένως, του ΕΣΧΑΣΕ, σύμφωνα με το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο, ως εργαλείου σχεδιασμού εξαντλείται στη ρύθμιση της σχέσεως συγκεκριμένης στρατηγικής επένδυσης με το χώρο, εντός του οποίου θα υλοποιηθεί, ο σχεδιασμός δε αυτός κατατείνει στην πραγματοποίηση της επένδυσης, μεγάλης, κατά τα προαναφερόμενα, οικονομικής και αναπτυξιακής σημασίας, κατά τρόπο ώστε αυτή να εναρμονίζεται με τη συνταγματική επιταγή της βιωσιμότητας και αειφορίας[55].

Στο πεδίο της παραχώρησης της χρήσης επί του αιγιαλού και της παραλίας για ΕΣΧΑΣΕ εφαρμόζονται αντίστοιχα οι ρυθμίσεις που ισχύουν για τα ΕΣΧΑΔΑ, σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 3984/2010.

3. Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΕΠΣ)

 Άρθρο 8 ν. 4447/16

Με τον πρόσφατο Νόμο 4864/2021 περί στρατηγικών επενδύσεων έγινε δυνατή η παραχώρηση χρήσης αιγιαλού ή παραλίας όταν αυτό προβλέπεται από Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΕΠΣ) του άρθρου 8 ν. 4447/2016, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 ν. 4759/2020. Μέσω των ΕΠΣ διενεργείται η χωρική οργάνωση και ανάπτυξη περιοχών ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων που μπορεί να λειτουργήσουν ως υποδοχείς σχεδίων, έργων και προγραμμάτων υπερτοπικής κλίμακας ή στρατηγικής σημασίας και για τις οποίες απαιτείται ειδική ρύθμιση των χρήσεων γης και των λοιπών όρων ανάπτυξής τους. Και σε αυτές τις περιπτώσεις, η παραχώρηση χρήσης αιγιαλού ή παραλίας γίνεται εφόσον προβλέπεται από ΕΠΣ, δια του οποίου πραγματοποιείται σχεδιασμός γης επί του αιγιαλού ή της παραλίας και σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που προβλέπονται σε αυτό.

II. Τα Αντιδιαβρωτικά Έργα

Άρθρο 12 ν. 2971/01

Επίσης, μεγάλο ενδιαφέρον προκαλεί τόσο στον θεωρητικό και εφαρμοστή του δικαίου, όσο και στον εκάστοτε επενδυτή, η ιδιαίτερη διαδικασία παραχώρησης για την εκτέλεση έργων αποτροπής και/ή αντιμετώπισης της διάβρωσης των ακτών που προκαλείται εξαιτίας της σφοδρότητας των κυμάτων, της σαθρότητας του εδάφους λόγω των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής ή άλλων παραγόντων. Η εκτέλεση τεχνικών έργων επί του αιγιαλού ή της παραλίας, εν προκειμένω η εκτέλεση αντιδιαβρωτικών έργων, επιτρέπεται μόνον εφόσον τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 12 του ν. 2971/2001, αναλόγως της φύσης του έργου και με την προϋπόθεση ότι θα τηρηθούν οι όροι προστασίας της ακτής, που αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του φυσικού περιβάλλοντος[56]. Σε περίπτωση δε που η διαδικασία αυτή δεν τηρηθεί, τα επί του αιγιαλού ή της παραλίας ανεγερθέντα κτίσματα είναι αυθαίρετα και κατεδαφιστέα.

1.Η κατασκευή εκ μέρους του Δημοσίου

Συγκεκριμένα, προβλέπεται ειδική διαδικασία, κατά τις διατάξεις των δημοσίων έργων, εκ μέρους της αρμόδιας Επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας της § 1 του άρθρου 3 του ν. 2971/01, σε περίπτωση που διαπιστώσει η ίδια ότι προκαλείται ή απειλείται διάβρωση επί ακτών και αφού λάβει υπόψη τις προβλέψεις του Περιφερειακού Σχεδίου για την Προσαρμογή στην Κλιματική αλλαγή του άρθρου 43 του ν. 4414/2016 για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή[57], εφόσον αυτό έχει εγκριθεί.

Αντιστοίχως, στην § 4 του άρθρου 12 του ν. 2971/01 προβλέπεται η δυνατότητα να επιτραπεί με απόφαση του Συντονιστή της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, εάν από τη διάβρωση απειλούνται με καταστροφή αρχαία και η ακεραιότητα των εγκαταστάσεων αρχαιολογικών χώρων, η εκτέλεση των αναγκαίων προστατευτικών έργων των αρχαίων με βάση ακτομηχανική και τεχνική μελέτη, που θεωρούνται από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι η διάβρωση προήλθε από μη νόμιμες ενέργειες ή έργα, επιβάλλονται διοικητικές και ποινικές κυρώσεις του άρθρου 29 του ίδιου νόμου.

2. Η κατασκευή εκ μέρους ιδιώτη

Αν από τη διάβρωση απειλείται ιδιωτικό ακίνητο, μπορεί, σύμφωνα με τις §§ 2-3 του άρθρου 12 να επιτραπεί στον κύριό του να κατασκευάσει με δαπάνη του και με την επίβλεψη μηχανικού τα απαιτούμενα προστατευτικά έργα.

Σχηματοποιημένα[58], η διαδικασία παραχώρησης για την κατασκευή αντιδιαβρωτικών έργων έχει ως εξής:

 

Στάδιο

 

Αντιδιαβρωτικά έργα

 

Παρατήρηση

 

1.

Εκπόνηση ακτομηχανικής μελέτης, θεωρημένη από τη Διεύθυνση Λιμενικών Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών  
 

2.

Εκπόνηση τεχνικής μελέτης του έργου θεωρημένη από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών της οικείας Περιφέρειας Η οποία έχει και τον έλεγχο του έργου, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της ίδιας Περιφέρειας σχετικά με τη συμβατότητα του συγκεκριμένου έργου με το Περιφερειακό Σχέδιο για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (ΠΕΠΣΚΑ).
3. Αίτηση στην αρμόδια περιβαλλοντική αρχή  για έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) κατά την διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης  
4. Υποβολή στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία αίτησης και πλήρους φακέλου ο οποίος και περιλαμβάνει τα ανωτέρω 1-3, μαζί με τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:500, στο οποίο απεικονίζονται οι οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας και παλαιού αιγιαλού, αν υπάρχει, και τα προς κατασκευή έργα, με συντεταγμένες και με αλφαβητική ή αριθμητική περιγραφή των κορυφών τους και υπόμνημα, στο οποίο αναφέρεται αναλυτικά το εμβαδόν των προς αδειοδότηση έργων στη στάθμη της Μέσης Στάθμης Θάλασσας (ΜΣΘ).

 

 
5. Έκδοση απόφασης του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από σύμφωνη γνώμη των Υπουργείων Εθνικής Άμυνας, Πολιτισμού και Αθλητισμού και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, του οικείου Περιφερειακού Συμβουλίου και απλή γνώμη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής της οικείας Περιφερειακής Ενότητας. Για λόγους επίσπευσης της διαδικασίας, αποφυγής περιττής γραφειοκρατίας και επανάληψης διενέργειας όμοιων διοικητικών διαδικασιών προβλέπεται πως εάν οι υπηρεσίες αυτές έχουν ήδη γνωμοδοτήσει κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης του έργου (στάδιο 3ο), οι ήδη εκδοθείσες γνωμοδοτήσεις τους μπορεί να συνυποβληθούν από τον ενδιαφερόμενο μαζί με την αίτηση.

Εδώ πρέπει να σημειωθεί πως, νομολογιακά, σε περίπτωση κατά την οποία η οικεία Επιτροπή του άρθρου 3 προέβη σε αυτοψία για την εξακρίβωση επί του πραγματικού της διάβρωσης και συνέταξε σχετικό πρακτικό μη διαπίστωσης διάβρωσης, αυτό φέρει εκτελεστό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η διαπίστωση από την Επιτροπή ότι ή ακτή διαβρώνεται από τη θάλασσα αποτελεί προϋπόθεση για την χορήγηση από το αρμόδιο όργανο της άδειας κατασκευής τεχνικού έργου για την προστασία της από τη διάβρωση και συνεπώς πρέπει να φέρει προσήκουσα αιτιολογία. Συγκεκριμένα, στην απόφαση ΣτΕ 885/2019 αναφέρεται πως η Επιτροπή, «με το πρακτικό αυτό, δεν συνεκτίμησε, εν όψει και των ισχυρισμών των αιτούντων, την προσκομισθείσα ενώπιόν της έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία, κατ’ επίκληση ειδικών και συγκεκριμένων στοιχείων, (…) χωρίς να διαλάβει ιδιαίτερη επιστημονική τεκμηρίωση ή να αντικρούσει, κατά τρόπο ειδικό, ως όφειλε, το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής.», με το Δικαστήριο να ακυρώνει το σχετικό πρακτικό και να αναπέμπει την υπόθεση στη Διοίκηση για νέα αιτιολογημένη κρίση.

Σχετική είναι και η κρίση του ΣτΕ στην απόφαση 855/2018, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση ακύρωσης κατά ΑΕΠΟ αντιδιαβρωτικών έργων, απορρίπτοντας τον προβαλλόμενο λόγο για ελλιπή Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ), κρίνοντας πως η μελέτη όχι μόνο εξέτασε τις εναλλακτικές λύσεις, αλλά διερεύνησε και την πιθανότητα της λεγόμενης «μηδενικής λύσης», δηλαδή μη εκτέλεσης του έργου, αναφέροντας: «Η άσχημη όμως κατάσταση και εικόνα των διαβρωμένων και κατακερματισμένων ακτών καθώς και των υφιστάμενων έργων προστασίας ήταν τέτοια, που δημιουργούσε πέραν της οπτικής ρύπανσης και θέματα που σχετίζονται με την ασφάλεια και προστασία των επισκεπτών και των εργαζομένων. Παράλληλα η θέση του έργου θα έμενε εντελώς απροστάτευτη από την κυματική δράση και τη διάβρωση που αυτά προκαλούν στην ακτή. Για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους, δεν προκρίθηκαν οι εναλλακτικές λύσεις, αλλά ούτε η μηδενική στο σχεδιασμό των θαλάσσιων προστατευτικών έργων …» Καταλήγοντας, το Δικαστήριο απεφάνθη πως η ΜΠΕ διερεύνησε τις πιθανές λύσεις και κατέληξε στην προταθείσα λύση για την αποτροπή της διάβρωσης της ακτής, η λύση δε αυτή αξιολογήθηκε και εγκρίθηκε από τη Διοίκηση ως η πλέον αποτελεσματική και φιλική προς το περιβάλλον.

 

I. Ο ρόλος της Θαλάσσιας Χωροταξίας

Σε κάθε περίπτωση, θετική νομοθετική εξέλιξη σε εθνικό επίπεδο θα αποτελούσε η έγκριση ενός Ειδικού Χωροταξικού Σχεδίου για την Παράκτια Ζώνη, όπως και η έγκριση Εθνικού Πλαισίου Θαλάσσιου Χωροταξικού Σχεδιασμού και των αντίστοιχων Θαλάσσιων Χωροταξικών Σχεδίων, με στόχο τον πλήρη κατευθυντήριο και ρυθμιστικό σχεδιασμό του παράκτιου χώρου, βασική αρχή της αποτελεσματικότητας του οποίου είναι η εξασφάλιση συνοχής μεταξύ του χερσαίου και του θαλάσσιου σχεδιασμού, με έμφαση στις παράκτιες ζώνες, οι οποίες αποτελούν και το συνδετικό χώρο[59].

Βέβαια, μετά την πρόσφατη τροποποίηση του ν. 4546/2018[60] από τον ν. 4759/2020 για τον Εκσυγχρονισμό της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Νομοθεσίας, με τον οποίο ενσωματώθηκε η Οδηγία 2014/89/ΕΕ «περί θεσπίσεως πλαισίου για το θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό» για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, αφαιρέθηκε πλήρως η έννοια της «παράκτιας ζώνης» από το πεδίο εφαρμογής του νόμου (άρθρο 2), τα «παράκτια ύδατα» του άρθρου 3, όπως και οι «παράκτιες χωρικές ενότητες» ως αντικείμενο σχεδιασμού των Θαλάσσιων Πλαισίων του άρθρου 6 (§ 4).

Ελλείπει δηλαδή πλέον στον νόμο το συνδετικό στοιχείο μεταξύ ξηράς και θάλασσας, άλλως το στοιχείο αλληλεπίδρασης της μεν και της δε, το οποίο μετουσιώνεται στην έννοια της παραλίας και του αιγιαλού και αποτυπώνεται στον ορισμό της «παράκτιας ζώνης» στον προαναφερθέντα νόμο, ως «[τ]η γεωμορφολογική περιοχή εκατέρωθεν της ακτογραμμής, στην οποία η αλληλεπίδραση μεταξύ του θαλάσσιου και του χερσαίου τμήματος αποκτά τη μορφή πολύπλοκων συστημάτων οικολογικών στοιχείων και πόρων αποτελούμενων από βιοτικές και αβιοτικές συνιστώσες που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν με τις ανθρώπινες κοινότητες και τις σχετικές κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες».

Παρόλα αυτά, αυτή ακριβώς η αλληλεπίδραση έχει παραμείνει, ακόμα και μετά την ανωτέρω τροποποίηση, στο άρθρο αναφοράς των στόχων του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, μεταξύ των οποίων αναφέρεται συγκεκριμένα «η στήριξη και προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και της χωρικής συνοχής μεταξύ του θαλάσσιου και του παράκτιου χώρου, μέσα από τη σύνθεση των οικολογικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών παραμέτρων, λαμβάνοντας υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ξηράς – θάλασσας, την οικοσυστημική προσέγγιση και γενικότερα τις αρχές της αειφορικής διαχείρισης.». Δηλαδή, παρόλο που αφενός εντοπίζεται η προσπάθεια του νομοθέτη να συμπεριλάβει στην έννοια της συστημικής οργάνωσης την παραλία και τον αιγιαλό, αφετέρου αυτή αποδυναμώνεται μετά τις τροποποιήσεις του ν. 4759/20, προκαλώντας ανασφάλεια στον αναγνώστη και ερμηνευτή του δικαίου.

Σημειωτέον πως τον Δεκέμβρη του 2021 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απέστειλε προειδοποιητική επιστολή στις αρμόδιες αρχές της Ιταλίας, της Κύπρου, της Ελλάδας, της Κροατίας και Ρουμανίας, καλώντας για ορθή εφαρμογή της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ περί θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, υπό το πρίσμα της ανάπτυξης μιας βιώσιμης γαλάζιας οικονομίας, της βιώσιμης χρήσης των θαλάσσιων πόρων και της διατήρησης υγιών θαλάσσιων οικοσυστημάτων και βιοποικιλότητας, σύμφωνα με τους όρους της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας[61].

Απαραίτητη κρίνεται λοιπόν, σε πρώτο στάδιο, η έγκριση Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για τον Θαλάσσιο Χώρο, η οποία θα προτείνει, δίνοντας κατευθύνσεις χωρικής οργάνωσης, την οργάνωσή του και τις υποδιαιρέσεις του. Με αυτό τον τρόπο, σε συνδυασμό με τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια, αποτέλεσμα θα είναι η σύνθεση ενός εθνικού, πολυεπίπεδου μεν, συνεκτικού δε θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, ο οποίος θα δρα ως δικλείδα ασφαλείας του περιβάλλοντος σε περίπτωση επεμβάσεων στις περιοχές εφαρμογής του.

II. Τελικές παρατηρήσεις

Σε κάθε περίπτωση, οι ανθρώπινες δραστηριότητες, οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι κίνδυνοι φυσικών καταστροφών και η δυναμική των ακτογραμμών, όπως διάβρωση ή προσχώσεις, μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη και πρόοδο της παραλίας, καθώς και στα θαλάσσια οικοσυστήματα, οδηγώντας σε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, απώλεια βιοποικιλότητας και υποβάθμιση των οικοσυστημικών υπηρεσιών, συνεπώς σε γενικότερη χειροτέρευση των παραγόντων που αποτελούν το φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον[62].

Καταλήγοντας, εντοπίζουμε, ως γενική αρχή, την ανάγκη να έχει προηγουμένως εξασφαλισθεί, πριν από οποιοδήποτε επέμβαση, το συμβατό του εκάστοτε έργου ή δραστηριότητας προς τα οικεία οικοσυστήματα και τη λειτουργία και μορφολογία της ακτής, βάσει ενός συνολικού προγραμματισμού της επεμβάσεως, έχοντας υπόψη την ευαισθησία του θαλάσσιου παράκτιου οικοσυστήματος, το οποίο λόγω της φύσης του και της κατά προορισμό χρήσης του χρήζει ιδιαίτερης και εξειδικευμένης προστασίας[63], καθιστώντας επιβεβλημένη την αυστηρή προστασία του πυρήνα του.

Για την επίτευξη της συνολικής προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας αλλά και ταυτοχρόνως της βιώσιμης αξιοποίησής τους, είναι αναγκαία πρωταρχικά η στοιχειοθέτηση ειδικής νομοθετικής μέριμνας, με την οποία θα εξισορροπείται η σύγκρουση μεταξύ της ανάγκης για οικονομική ανάπτυξη και για διατήρηση της ακεραιότητας των πολύτιμων αυτών φυσικών και αισθητικών πόρων[64]. Αυτή πρέπει να απορρέει εκ των από το άρθρο 24 του Συντάγματος και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρχών της προστασίας του περιβάλλοντος ως υπέρτερο δημόσιο αγαθό, της βιώσιμης ανάπτυξης και της φέρουσας ικανότητας του οικοσυστήματος, καθώς και των αρχών της έγκαιρης εκτίμησης, της συνολικής ή σφαιρικής εκτίμησης και της διαβάθμισης των επιπτώσεων της ΜΠΕ[65], όταν αυτή απαιτείται. Στο ίδιο πνεύμα, η στασιμότητα που εντοπίζεται εν προκειμένω στην κατάρτιση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Σχεδίων ενισχύει την αβεβαιότητα του εφαρμοστή του δικαίου και επιτρέπει τις αυθαιρεσίες στον θαλάσσιο και παράκτιο χώρο.

Κρίσιμο, εν κατακλείδι, είναι η αντιμετώπιση των αυθαιρεσιών, η επενδυτική και τουριστική αξιοποίηση, όπως και η εκτέλεση έργων στην παραλία και τον αιγιαλό να μην αντιμετωπίζεται αυτοτελώς, αλλά η οποιαδήποτε επέμβαση να αποτελεί τμήμα Ολοκληρωμένης Διαχείρισης της Παράκτιας Ζώνης, ως συνδετικό στοιχείο της αλυσίδας του συστήματος που συνθέτει το παράκτιο οικοσύστημα, στο οποίο η συμπληρωματική και αλληλεξαρτώμενη φύση του θαλάσσιου και του χερσαίου τμήματος συναποτελούν μια ενιαία οντότητα[66].

 

[1]. ΦΕΚ Α’208/05.11.2021.

[2]. Ενδεικτικές ανθρώπινες δραστηριότητες αποτελούν η αλιεία, οι υδατοκαλλιέργειες, έργα ΑΠΕ, η εκμετάλλευση ορυκτών πόρων, οι τουριστικές και οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις.

[3]. Σιούτη Γ., Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος, Β Έκδοση 2011, Εκδόσεις Σάκκουλα, σ. 278.

[4]. Παπακωνσταντίνου Α., Δόμηση στον Αιγιαλό; Προστασία Αιγιαλού και Περιβαλλοντικό Σύνταγμα, ΠερΔικ, 1/2015. 9.

[5]. Πρβλ. ΣτΕ 3974/2010, σκ. 11: «Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω συνταγματικών και κοινοτικού δικαίου διατάξεων, εφόσον ο συντακτικός και ο κοινοτικός νομοθέτης, έχοντας επίγνωση του οικολογικού προβλήματος, ανήγαγε το φυσικό περιβάλλον σε αντικείμενο ιδιαίτερης έννομης προστασίας, η προστασία αυτή πρέπει να είναι πλήρης και αποτελεσματική. Κατά συνέπεια, η ως άνω συνταγματική διάταξη καθιστά υποχρεωτική για μεν τον κοινό νομοθέτη και τη Διοίκηση τη λήψη των προς τούτο αναγκαίων προληπτικών και κατασταλτικών μέτρων, και δη είτε κανονιστικών είτε γενικών ατομικών είτε ατομικών, για δε τα δικαστήρια την παροχή αποτελεσματικής προστασίας στο φυσικό περιβάλλον. Εντεύθεν έπεται ότι παράλειψη της Διοικήσεως προς λήψιν των μέτρων αυτών είναι, παράλειψη οφειλομένης ενεργείας υποκειμένη σε ακύρωση από το Συμβούλιο της Επικρατείας, κατά την έννοια του άρθρου 45 § 4 του κωδ. π.δ. 18/1989, εφόσον άλλως η μεν συνταγματική επιταγή θα μετέπιπτε σε άλλη θεωρητική διακήρυξη αρχής, το δε φυσικό περιβάλλον θα παρέμενε άνευ προστασίας, εκτεθειμένο σε ανεπανόρθωτη καταστροφή, εναντίον της σαφούς βουλήσεως του συνταγματικού νομοθέτη» (βλ. και ΣτΕ 2818/1997, 1978/2002, 1242/2008).

[6]. Ν. 1650/86, άρθρο 18.2.

[7]. Πρβλ. ΣτΕ 2795/2012 (επταμ.), 978/2005, 1500/ 2000, 2993/1998, 1434/1998, 3346/1999, 1588/1999.

[8]. Βλ. ΣτΕ 480/2019: «Εξάλλου, οσάκις αποδεικνύεται αδύνατο να προσδιοριστεί με βεβαιότητα η ύπαρξη ή η έκταση του κινδύνου πρόκλησης ζημίας λόγω της ανεπαρκούς, αλυσιτελούς ή ανακριβούς φύσεως των αποτελεσμάτων της αξιολογήσεως της επικινδυνότητος ενός αποβλήτου, και η πιθανότητα ενός πραγματικού κινδύνου για το περιβάλλον ή τη δημόσια υγεία εξακολουθεί να υπάρχει στην υποθετική περίπτωση που ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε να επέλθει, η αρχή της προφυλάξεως δικαιολογεί τη λήψη περιοριστικών μέτρων».

[9]. ΣτΕ 978/05 σκ. 7, πρβλ. ΟλΣτΕ 613/2002, 1507/ 2000, 4634/1997.

[10]. Τσακαλογιάννη Ι., Νομικά εργαλεία ελέγχου της κρατικής δράσης στον τομέα της κλιματικής αλλαγής, Διπλωματική Εργασία, Νοέμβριος 2020, Νομική ΕΚΠΑ, Ψηφιακό Αποθετήριο Πέργαμος, σ. 13.

[11]. OJ L 240, 19.9.1977, σ. 3–11. Η Σύμβαση συνήφθη από το Συμβούλιο εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τις αποφάσεις 77/585/ΕΟΚ και 1999/802/ΕΚ ενώ το Πρωτόκολλο υπεγράφη με την 2009/89/ΕΚ Απόφαση του Συμβουλίου.

[12]. ΦΕΚ Α΄285/19.12.2001.

[13]. ΦΕΚ Α΄65/24.04.2019.

[14]. Όπως τροποποιήθηκε με την § 1  του άρθρου 23 του ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α’ 65/24.04.2019).

[15]. ΣτΕ 1389/2016 σκ. 8-9. Πρβλ. ΣτΕ 2245/2014, 4513/2009, 2402/2009, 3288/2008, 3615/2007 7μ., 3951/ 2009, 3923/2008, 3869/2008, 2688/2007, 3778/2004.

[16]. ΣτΕ 660/2019 σκ. 7.

[17]. Βλ. και ΣτΕ 1668/19 σκ. 15: «ο αιγιαλός, όπως και ο παλαιός αιγιαλός, [σημ. πως «παλαιός αιγιαλός» είναι η ζώνη ξηράς η οποία προκύπτει από τη μετακίνηση της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, οφείλεται σε φυσικές προσχώσεις ή νόμιμα τεχνικά έργα και προσδιορίζεται από τη νέα γραμμή αιγιαλού και το όριο του παλαιότερα υφιστάμενου αιγιαλού] είναι φυσικό φαινόμενο το οποίο δεν δημιουργείται με πράξη της Πολιτείας, όπως η παραλία, αλλά διαπιστώνεται και καθορίζεται εγκύρως με τη διαδικασία και τα όργανα που ορίζει ο νόμος.» Ο  παλαιός αιγιαλός, ο οποίος προσδιορίζεται από το φυσικό φαινόμενο της μέγιστης συνήθους ανάβασης των χειμερίων κυμάτων, είναι ανεπίδεκτος κτήσης ιδιωτικών δικαιωμάτων και καθίσταται, με την επέκταση των ορίων της ακτογραμμής προς τη θάλασσα, τμήμα της δημόσιας κτήσης (βλ. ΣτΕ 2482/2017,1684/2015, 1870/2010 κ.ά.).

[18]. ΣτΕ 1870/10 σκ. 5. Πρβλ. ΣτΕ 2574/2011, 3462/ 2007, 1446/2003, 1977/2002, 3085/2000, 2644, 2645/ 1999, 1185/1996, 1329/ 1993, 3143/1992, 951/1988, 523/1977 Ολ.

[19]. Βλ. ΑΠ 566/12, 598/16, 217/19, 1141/19 τμ. Γ’ πολιτικό.

[20]. ΦΕΚ Α’ 245/9.12.2020

[21]. ΦΕΚ Α’92/7.5.2020

[22]. Καρατσώλης Κ., Εισαγωγή στο Δίκαιο της Πολεοδομίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο, 2020, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 50

[23]. Ανωτ. υποσ. 2, σ. 282

[24]. Βλ. άρθρο 2 § 3 ν. 2971/01 : «Κύριος προορισμός των κοινοχρήστων πραγμάτων της παραγράφου 1 είναι η ελεύθερη και ακώλυτη πρόσβαση του κοινού προς αυτά, καθώς και η επικοινωνία της ξηράς με τη θάλασσα, λιμνοθάλασσα, λίμνη ή ποταμό».

[25]. Βλ. ΑΠ 562/2016 (Α1 Πολιτικό Τμήμα), 721/ 2001, 1522/2002, 573/2008, 1334/2010, 1441/2011, 301/ 2013 (Γ’ Πολιτικό Τμήμα).

[26]. Τσούση Ι. Η προστασία των παράκτιων οικοσυστημάτων, Διπλωματική Εργασία, Νοέμβριος 2020, Νομική ΕΚΠΑ, Ψηφιακό Αποθετήριο Πέργαμος, σ. 29.

[27]. ΑΠ 1141/19 τμ. Γ’ πολιτικό.

[28]. Καρατσώλης Κ./Τσακαλογιάννη Ι./Κολο­βέντζου Ε., Προστατευόμενες περιοχές: Νομική θεώρηση του σύγχρονου πλαισίου, 2021, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 28. Ενδεικτικά βλ. ΣτΕ 2993/81, 1069/84, 4617/ 86, 3521/92, 2161/94 και 3944/15, σκ. 12: «[…] οι ρυθμίσεις των άρθρων 13 και 15 του ν. 2971/2001 έχουν την έννοια ότι η παραχώρηση δικαιωμάτων απλής χρήσης επί του αιγιαλού και της παραλίας, στους πρωτοβάθμιους ΟΑ για την άσκηση δραστηριοτήτων που είναι, καταρχήν, ήπιες και συμβατές με τον προορισμό των στοιχείων αυτών του φυσικού περιβάλλοντος ως κοινοχρήστων, πρέπει να γίνεται μεμονωμένα και κατά περίπτωση, ύστερα από εξατομικευμένη κρίση της Διοικήσεως, συνοδευόμενη από τα αναγκαία διαγράμματα, με την οποία θα τίθενται και οι αναγκαίοι όροι και περιορισμοί ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του υπό παραχώρηση συγκεκριμένου τμήματος του αιγιαλού, προκειμένου να διασφαλισθεί και η κατά προορισμό χρήση του ως κοινόχρηστου αγαθού, […] δεδομένου ότι οι μόνιμες κατασκευές, πέραν της αλλοίωσης που επιφέρουν στη μορφολογία του αιγιαλού, συνδέονται με δραστηριότητες μη συμβατές με το χαρακτήρα και τον προορισμό του αιγιαλού, ως κοινόχρηστου φυσικού αγαθού, και ως εκ τούτου αποτελούν μη επιτρεπόμενη χρήση εκ του νόμου».

[29]. ΦΕΚ Α’33/14.03.1983.

[30]. Βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 3111/1990, 3682/1986.

[31]. Κατά την έννοια των άρθρων 2, 3 και 4 του ν. 3155/1955 (Α΄ 63) και του άρθρου 1 του π.δ. 347/1993 (Α΄146).

[32]. ΦΕΚ 149 Α/10.08.2018, κύρωση με το άρθρο 4 του ν. 4576/18, ΦΕΚ Α’196/27.11.18.

[33]. Βλ. διευκρινιστική Εγκύκλιος ΥΠΕΝ/ΣΕΝΕ/ 1162/96/7.1.19 (ΑΔΑ: ΩΕΩΗ4653Π8-ΩΔ9) «Σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 52 του ν.4559/2018 (142) υπό το πρίσμα της ΠΝΠ».

[34]. ΦΕΚ A’ 45/09.03.2019

[35]. ΦΕΚ Α’65/24.04.2019.

[36]. ΦΕΚ Α 36/9.3.2021.

[37]. Η περίπτωση εισήχθη με την § 12 του άρθρου 34 ν. 4546/2018.

[38]. ΦΕΚ Α’ 95/22.06.1984.

[39]. Βλ. το υπ’ αριθ. ΥΠΕΝ/∆ΕΣΕ∆Π/119196/1353/ 10.12.2020 έγγραφο: «Διευκρινήσεις ως προς τις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.) σε σχέση με τις αρμοδιότητες των πρώην Επιτροπών Πολεοδομικού και Αρχιτεκτονικού Ελέγχου (Ε.Π.Α.Ε)», Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΑΔΑ: ΨΕΟΟ4653Π8-7ΧΒ).

[40]. Εκτός αν επιβάλλεται για λόγους υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, εθνικής άμυνας, δημόσιας τάξης, ασφάλειας, προστασίας αρχαιοτήτων, υγείας ή προστασίας του περιβάλλοντος, βλ. άρθρο 2 § 3 και άρθρο 15 ν. 2971/01.

[41]. Ανωτ. υποσ. 3, σ. 11.

[42]. Πρβλ. 1152/2015, 1155/2016, 2449/2017, 21/ 2019 (επταμ.).

[43]. ΣτΕ 891/2008 σκ. 5: «από τις διατάξεις του άρθρου 970 ΑΚ, ερμηνευομένου υπό το φως των άρθρων 5 και 24 του Συντάγματος συνάγεται ότι η πράξη, με την οποία, στα πλαίσια της διαχειρίσεως των κοινοχρήστων πραγμάτων, παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί αυτών, ανήκει στον πυρήνα της κρατικής εξουσίας, αφού η παραχώρηση αυτή έχει ως άμεση και αναγκαία συνέπεια την ευθεία επέμβαση στο δικαίωμα των τρίτων προς ακώλυτη χρήση του κοινοχρήστου πράγματος, σύμφωνα με τον προορισμό του. Ενόψει των ανωτέρω, πράξεις της Διοικήσεως, με τις οποίες παραχωρούνται ιδιαίτερα δικαιώματα επί κοινοχρήστων πραγμάτων, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες με τις οποίες παραχωρείται η συνολική διαχείριση και εκμετάλλευση αυτών, καθώς και εκείνες, με τις οποίες καθορίζεται χρηματικό ποσό ως αντάλλαγμα για την παραχώρηση τέτοιου δικαιώματος, αποτελούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, διότι εκδίδονται κατ’ ενάσκηση δημοσίας εξουσίας και αποβλέπουν σε δημόσιο σκοπό».

[44]. ΟλΣτΕ 895/08, 2685/10, 2793/12, 2404/14 Ολ.

[45]. Ενδεικτικά: Περιοχές Προστασίας της Βιοποικιλότητας, Ειδικές Ζώνες Διατήρησης, Ζώνες Ειδικής Προστασίας, Εθνικά Πάρκα, Καταφύγια άγριας ζωής, Προστατευόμενα τοπία και προστατευόμενοι φυσικοί σχηματισμοί κ.α., βλ. άρθρο 19 ν. 1650/86 (ΦΕΚ Α 160/ 16.10.1986) όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

[46]. Όπως έχει τροποποιηθεί με τις 56468ΕΞ2020/5.6.2020 (Β΄ 2198), 66404ΕΞ2020/29.06.2020 (Β΄ 2697), 77616ΕΞ2020/16.07.2020 (Β΄ 3072) και 51872 ΕΞ 2021 – ΦΕΚ 1798/Β/29.4.2021 ΚΥΑ.

[47]. Και νοούνται κυρίως: α) Οι Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (ΠΟΤΑ) του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 (Α΄ 254), β) Οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων Τουρισμού ΠΟΑΠΔ του άρθρου 10 του ν. 2742/1999 (Α΄ 207), στις οποίες η αποκλειστική ή η κύρια χρήση είναι η χρήση τουρισμού-αναψυχής, Οι Περιοχές Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης (ΠΕΡΠΟ) του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 (Α΄ 124), στις οποίες επιτρέπονται χρήσεις τουρισμού-αναψυχής, δδ) Τα Δημόσια Ακίνητα, των οποίων ο βασικός χωρικός προορισμός, σύμφωνα με τα οικεία εγκεκριμένα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (ΕΣΧΑΔΑ) του άρθρου 12 του ν. 3986/2011 (Α΄ 152) είναι ο τουρισμός – αναψυχή ή η δημιουργία παραθεριστικού -τουριστικού χωριού ή ο συνδυασμός των παραπάνω χρήσεων και ε) Περιοχές, για τις οποίες εκδίδονται Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (ΕΣΧΑΣΕ) του άρθρου 24 του ν. 3894/2010 (Α΄ 204) για επενδύσεις στον τομέα του τουρισμού.

[48]. Βλ. § 5 και 6 άρθρου 5 ν. 4179/2013. Σημειώνεται πως αναφέρονται τα νησιά της Ομάδας Ι του άρθρου 4 της υπ’ αριθ. 67659/9.12.2013 (ΦΕΚ Β’ 3155/12.12.2013) ΚΥΑ, δηλαδή του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό, το οποίο ακυρώθηκε με την απόφαση 3632/2015 ΣτΕ, ενώ στην μεταγενέστερη Απόφαση ΣτΕ 519/17 επί του προηγούμενου Πλαισίου (της υπ’ αριθ. 24208/4.6.2009 ΚΥΑ, ΦΕΚ Β΄ 1138/09), αναφέρεται πως η Διοίκηση έχει υποχρέωση να προβεί σε έγκριση νέου Ειδικού Πλαισίου.

[49]. Άρθρο 6Α ν. 4179/13.

[50]. Σύνθετα τουριστικά καταλύματα είναι τα ξενοδοχειακά καταλύματα της υποπερ. αα΄ της περ. α΄ της § 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 που ανεγείρονται σε συνδυασμό α) με τουριστικές επιπλωμένες κατοικίες της υποπερ. ββ΄ της περ. β΄ της § 2 και β) με εγκαταστάσεις ειδικής τουριστικής υποδομής.

[51]. Δηλαδή σε ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή ν.π.δ.δ. ή ΟΤΑ ή σε εταιρεία της οποίας το μετοχικό κεφάλαιο ανήκει εξ ολοκλήρου, άμεσα ή έμμεσα, στο Δημόσιο ή σε ν.π.δ.δ. ή σε ΟΤΑ, βλ. άρθρο 10 ν. 3986/11.

[52]. Βέβαια με την επιφύλαξη λόγων εθνικής άμυνας, δημόσιας τάξης και ασφάλειας, προστασίας αρχαίων, του περιβάλλοντος ή της δημόσιας υγείας, και εφόσον προβλέπεται στην οικεία σύμβαση  παραχώρησης,  βλ. § 3 άρθρου 14 ν. 3986/11.

[53]. ΦΕΚ Α΄204/2.12.2010

[54]. ΟλΣτΕ 29/2015 σκ. 3 επ.

[55]. Προς επίρρωση της αρχής, απαραίτητο στοιχείο της διαδικασίας έκδοσης απόφασης έγκρισης ΕΣΧΑΣΕ είναι η υποβολή και έγκριση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) ως προς την εκτίμηση, αξιολόγηση και αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων του ΕΣΧΑΣΕ. Γενικά, στη ΣΜΠΕ εξετάζονται και αντιμετωπίζονται οι επιπτώσεις στα ύδατα, το έδαφος, την ατμόσφαιρα και το κλίμα, το ακουστικό περιβάλλον, το τοπίο, τον αιγιαλό, την παραλία, τη βιοποικιλότητα, τη χλωρίδα, την πανίδα, τον πληθυσμό, την ανθρώπινη υγεία, την τοπική οικονομία, τον πολιτισμό, την αστική ανάπτυξη και τις χρήσεις γης (θετική συνέργεια με όλα τα επίπεδα χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού), βλ. ενδεικτικά πρακτικό γνωμοδότησης ΣτΕ 87/20 σκ. 10.

[56]. ΣτΕ 3733/10 σκ. 8. Πρβλ. ΣτΕ 826/2009, 4222/ 2005, 3253/2005, ΣτΕ 3937/2014.

[57]. ΦΕΚ Α’ 149/09.08.2016

[58]. Βλ. και εγκύκλιο ΔΔΠ Β 0005692 ΕΞ 2018/ 30.03.2018 της Διεύθυνσης Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου Οικονομικών (ΑΔΑ: 6760Η-ΕΨ7) με τίτλο: «Παροχή οδηγιών για την εκτέλεση έργων και τη νομιμοποίηση αυθαίρετων κατασκευών (άρθρο 14 & 27 του ν. 2971/2001)».

[59]. Rempis, N., Tsilimigkas G. & Pavlogeor­gatos G. (2018). Παράκτιες ζώνες και θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός. Η περίπτωση του Δήμου Ιεράπετρας, Κρήτη, 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης.

[60]. ΦΕΚ Α΄ 101/12.06.2018.

[61]. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή, December [2021] infringements package: key decisions, διαθέσιμο στον ακόλουθο σύνδεσμο: https://ec.europa.eu/com­mis­sion/presscorner/detail/en/inf_21_6201. Η Οδηγία απαιτούσε από τα παράκτια κράτη μέλη να καταρτίσουν θαλάσσια χωρικά σχέδια το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου 2021 και να υποβάλουν αντίγραφα των σχεδίων στην Επιτροπή και σε άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη εντός τριών μηνών από τη δημοσίευσή τους. Βλ. και Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με μια νέα προσέγγιση για τη βιώσιμη γαλάζια οικονομία στην ΕΕ (17.05.2021), COM(2021) 240 final.

[62]. Όπως αναφέρεται στο προοίμιο της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ.

[63]. ΣτΕ 885/2019 σκ. 4.

[64]. Ό.π. υποσ. 19, σ. 61.

[65]. ΣτΕ 855/2018, σκ. 22.

[66]. Ό.π. υποσημ. 5, άρθρο 6 Πρωτοκόλλου.

Οι λύσεις που βασίζονται στη φύση παρέχουν τον καλύτερο τρόπο παροχής αυτών των χερσαίων επιλογών, μέσω της προστασίας, της αποκατάστασης και της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων

Πρώτη δημοσίευση Περιοδικό e RED , Ιούνιος 2022

Του Κων/νου Καρατσώλη, Δικηγόρος. Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας.

Οι λύσεις που βασίζονται στη φύση παρέχουν τον καλύτερο τρόπο παροχής αυτών των χερσαίων επιλογών, μέσω της προστασίας, της αποκατάστασης και της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων

Ενεργειακά Ουδέτερες πόλεις

Σε μια κρίσιμη συγκυρία για την Ευρώπη και με αφορμή το πρωτεύων ζήτημα της Ενέργειας, παράλληλα εξελίσσονται οι συζητήσεις για την ενεργειακή ουδετερότητα, τις αλλαγές στις πόλεις και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Παρακολουθώντας τις εξελίξεις στον Ευρωπαϊκό χώρο του δικαίου και της ανάγκης για τον «Πράσινο μετασχηματισμό των πόλεων» προς συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές φαίνεται ότι καθίσταται απαραίτητη αν όχι απαιτητή η εφαρμογή λύσεων που βασίζονται στη φύση (Nbs).

Σύμφωνα με το πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον, τα σενάρια της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) για τη μείωση των εκπομπών είναι σαφή. Προκειμένου να διατηρηθεί η άνοδος της θερμοκρασίας κοντά στον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για 1,5°C, πρέπει να επιτευχθούν καθαρές μηδενικές εκπομπές CO2 έως το 2050. Τα σενάρια δείχνουν ότι αυτό θα απαιτήσει, εκτός από μια μαζική και ταχεία απανθρακοποίηση, σημαντική συμβολή από επιλογές βασισμένες στο έδαφος. Οι λύσεις που βασίζονται στη φύση παρέχουν τον καλύτερο τρόπο παροχής αυτών των χερσαίων επιλογών, μέσω της προστασίας, της αποκατάστασης και της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων.

Η αξία και η σημασία της φύσης πρέπει να αντικατοπτρίζονται καλύτερα στη λήψη οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων και σε μια ισχυρότερη ολοκλήρωση μεταξύ της βιοποικιλότητας, της κλιματικής αλλαγής και της ατζέντας ανάπτυξης. Πιθανή αποτυχία θα επιδεινώσει την κλιματική αλλαγή και άλλες σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις.

Σύμφωνα με τον ορισμό που υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση είναι «δράσεις για την προστασία, τη βιώσιμη διαχείριση και την αποκατάσταση φυσικών ή τροποποιημένων οικοσυστημάτων, που αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές προκλήσεις αποτελεσματικά και προσαρμοστικά, παρέχοντας ταυτόχρονα οφέλη για την ανθρώπινη ευημερία και τη βιοποικιλότητα» (IUCN 2016).

Συνοπτικά, μετά την εξέταση αναφορών του NBS όπως έχουν διαμορφωθεί ως σήμερα, οι ενέργειες βασισμένες στη φύση προσδιορίζονται ως παρεμβάσεις που:

  • εμπνέονται και τροφοδοτούνται από τη φύση
  • αντιμετωπίζουν (κοινωνικές) προκλήσεις ή επιλύουν προβλήματα
  • παρέχουν πολλαπλές υπηρεσίες/οφέλη, συμπεριλαμβανομένου του κέρδους βιοποικιλότητας· και είναι υψηλής αποτελεσματικότητας και οικονομικής αποδοτικότητας.

Τα βασικότερα πεδία εφαρμογής μέχρι στιγμής είναι τα πάρκα και τα αστικά δάση καθώς και η «πρασίνωση» των κτιρίων. Ειδικά με την αναφορά της πρώτης κατηγορίας πεδίου εφαρμογής προτείνεται η χρήση γρασιδιού, η δενδροφύτευση και η δημιουργία συστημάτων σκίασης.
Εν όψει της συζήτησης για το ενεργειακό πρόβλημα και τις μεγάλες και θεσμικές αλλαγές που απαιτούνται, η χώρα μας πρέπει να προσαρμόσει την εθνική νομοθεσία της στα ανωτέρω κριτήρια (ΝΟΚ Ν.4067/2012, Δασική Νομοθεσία – Νομοθεσία περί αστικών πάρκων – αλσών – pocket Park, Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια, Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια). Παράλληλα για την ενσωμάτωση των Νbs απαιτείται η στήριξη και ευαισθητοποίηση του πολίτη.

«Κλιματική Αλλαγή: Απαραίτητες οι  λύσεις που βασίζονται στη φύση (Nbs)» – «Η αναγκαιότητα των Nature-Basedsolutions στην ελληνική έννομη τάξη» – Τα βασικότερα πεδία εφαρμογής των λύσεων που βασίζονται στη φύση μέχρι στιγμής είναι τα πάρκα και τα αστικά δάση καθώς και η «πρασίνωση» των κτιρίων.

Των Κωνσταντίνου Καρατσώλη Δικηγόρος, Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας. Ευαγγελίας Κολοβέντζου Δικηγόρος, LL.M. Candidate in Law and Sustainability in Europe, Utrecht University

«Κλιματική Αλλαγή: Απαραίτητες οι  λύσεις που βασίζονται στη φύση (Nbs)» – «Η αναγκαιότητα των Nature-Basedsolutions στην ελληνική έννομη τάξη» – Τα βασικότερα πεδία εφαρμογής των λύσεων που βασίζονται στη φύση μέχρι στιγμής είναι τα πάρκα και τα αστικά δάση καθώς και η «πρασίνωση» των κτιρίων.

Πρώτη δημοσίευση: ecopress.gr

Σε μια κρίσιμη συγκυρία για την Ευρώπη και με αφορμή το πρωτεύων ζήτημα της Ενέργειας, παράλληλα εξελίσσονται οι συζητήσεις για την ενεργειακή ουδετερότητα, τις αλλαγές στις πόλεις και την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.   Παρακολουθώντας τις εξελίξεις  στον Ευρωπαϊκό χώρο  του δικαίου και της ανάγκης για τον «Πράσινο μετασχηματισμό των πόλεων» προς συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές φαίνεται ότι  καθίσταται απαραίτητη αν όχι απαιτητή η εφαρμογή λύσεων που βασίζονται στη φύση (Nbs).

Σύμφωνα με το πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον, τα σενάρια της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (Intergovernmental Panel on Climate Change- IPCC) για τη μείωση των εκπομπών είναι σαφή. Προκειμένου να διατηρηθεί η άνοδος της θερμοκρασίας κοντά στον στόχο της Συμφωνίας του Παρισιού για 1,5°C, πρέπει να επιτευχθούν καθαρές μηδενικές εκπομπές CO2 έως το 2050. Τα σενάρια δείχνουν ότι αυτό θα απαιτήσει, εκτός από μια μαζική και ταχεία απανθρακοποίηση, σημαντική συμβολή από επιλογές βασισμένες στο έδαφος. Οι λύσεις που βασίζονται στη φύση παρέχουν τον καλύτερο τρόπο παροχής αυτών των χερσαίων επιλογών, μέσω της προστασίας, της αποκατάστασης και της βιώσιμης διαχείρισης των φυσικών πόρων(European Commission, 2010).

Η αξία και η σημασία της φύσης πρέπει να αντικατοπτρίζονται καλύτερα στη λήψη οικονομικών και πολιτικών αποφάσεων και σε μια ισχυρότερη ολοκλήρωση μεταξύ της βιοποικιλότητας, της κλιματικής αλλαγής και της ατζέντας ανάπτυξης. Πιθανή αποτυχία να επιτευχθεί αυτό θα επιδεινώσει την κλιματική αλλαγή και άλλες σημαντικές κοινωνικές προκλήσεις και οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης δεν θα επιτευχθούν.

Τι σημαίνουν όμως και πως ερμηνεύονται οι λύσεις που βασίζονται στη φύση. (Ορισμός).

Σύμφωνα με τον ορισμό που υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (International Union for Conservation of Nature -IUCN) στο Παγκόσμιο Συνέδριο Διατήρησής της, το 2016, οι λύσεις που βασίζονται στη φύση είναι:

 «δράσεις για την προστασία, τη βιώσιμη διαχείριση και την αποκατάσταση φυσικών ή τροποποιημένων οικοσυστημάτων, που αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές προκλήσεις αποτελεσματικά και προσαρμοστικά, παρέχοντας ταυτόχρονα οφέλη για την ανθρώπινη ευημερία και τη βιοποικιλότητα»  (IUCN 2016).

Συνοπτικά, μετά την εξέταση αναφορών του NBS όπως έχουν διαμορφωθεί ως σήμερα, οι ενέργειες βασισμένες στη φύση προσδιορίζονται ως παρεμβάσεις που:

  • εμπνέονται και τροφοδοτούνται από τη φύση
  • αντιμετωπίζουν (κοινωνικές) προκλήσεις ή επιλύουν προβλήματα
  • παρέχουν πολλαπλές υπηρεσίες/οφέλη, συμπεριλαμβανομένου του κέρδους βιοποικιλότητας· και
  • είναι υψηλής αποτελεσματικότητας και οικονομικής αποδοτικότητας.

Πεδίο εφαρμογής

Τα βασικότερα πεδία εφαρμογής των λύσεων που βασίζονται στη φύση μέχρι στιγμής είναι τα πάρκα και τα αστικά δάση καθώς και η «πρασίνωση» των κτιρίων.

Ειδικά με την αναφορά της πρώτης κατηγορίας πεδίου εφαρμογής προτείνεται η χρήση γρασιδιού, η δενδροφύτευση και η δημιουργία συστημάτων σκίασης και ειδικών συστημάτων άρδευσης και στραγγίσεων.

Τα αστικά πάρκα είναι κατά μέσο όρο 0,94 ° C πιο δροσερά κατά τη διάρκεια της ημέρας από τις κατοικημένες περιοχές, με δέντρα που έχουν πιο ουσιαστικό αποτέλεσμα ψύξης. Τα δάση μπορούν επίσης να ρυθμίσουν τα νερά της καταιγίδας και έτσι να μετριάσουν τους κινδύνους πλημμύρας παρεμποδίζοντας τις βροχοπτώσεις, οι οποίες στη συνέχεια εξατμίζονται, διεισδύουν στο έδαφος ή καθυστερούν με άλλο τρόπο να συμβάλουν στην απορροή. Για παράδειγμα, ενώ τα αστικά τοπία με αδιαπέραστη κάλυψη 50-90% χάνουν το 40-83% των βροχοπτώσεων στην απορροή της επιφάνειας, ένα δασικό τοπίο συνήθως χάνει περίπου το 13% των βροχοπτώσεων μετά από παρόμοια γεγονότα βροχόπτωσης.

Σχετικά με την προσπάθεια για «πράσινα κτίρια» προτείνεται η πρασινοποίηση (πρασίνωση)  του κελύφους του κτιρίου (π.χ. πράσινες στέγες, πράσινοι τοίχοι ή προσόψεις, διαχείριση της θερμότητας, φυτεμένες στέγες που μειώνουν την ενεργειακή ζήτηση κλιματισμού (40-60%) και μπορούν να δροσίσουν τους γύρω δρόμους μεταξύ 0,03 ° C και 3 ° C.) Έχει αποδειχθεί ότι η διαχείριση του νερού και οι πράσινες στέγες μπορούν να συγκρατήσουν μεγαλύτερες ποσότητες νερού από τις συμβατικές στέγες και να καθυστερήσουν την απορροή του νερού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα  ένα συμβάν ισχυρής βροχής μικρής διάρκειας (π.χ. 30 λεπτά) μπορεί ακόμη και να διατηρηθεί πλήρως από μια ξηρή πράσινη στέγη και γενικά να μειώσει τον όγκο απορροής έως και 70% και τον όγκο ροής αιχμής έως 96 %.

Αξίζει να σημειωθεί ότι παρόλο που η εγκατάσταση και  η συντήρηση των συστημάτων πρασίνου ενδέχεται να φαίνεται δαπανηρή στην αρχή, το κόστος σε σύγκριση με το συνολικό κόστος κατασκευής είναι μικρό (0,4% του συνολικού κόστους κατασκευής για πολυώροφα κτίρια κατοικιών) και το κόστος κύκλου ζωής άνω των 40 ετών έχει βρεθεί να είναι παρόμοιο με εκείνo των «μαύρων» στεγών.

Συμπεράσματα-Προτάσεις

Εν όψει της όλης συζήτησης για το ενεργειακό πρόβλημα και τις μεγάλες και θεσμικές αλλαγές που απαιτούνται, η χώρα μας πρέπει να προσαρμόσει την εθνική νομοθεσία της στα ανωτέρω κριτήρια τα οποία ήδη κερδίζουν έδαφος στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι (ΝΟΚ Ν.4067/2012, Δασική Νομοθεσία – Νομοθεσία περί αστικών πάρκων – αλσών – pocketpark, Τοπικά Πολεοδομικά  Σχέδια-ΤΠΣ, Ειδικά Πολεοδομικά  Σχέδια –Ε.Π.Σ).

Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να αναθεωρηθούν οι προδιαγραφές αναφορικά με τα πάρκα και τα άλση και τους κοινοχρήστους χώρους εν γένει , να προβλεφθούν κατευθύνσεις μέσω των Τ.Π.Σ και των Ε.Π.Σ για την εφαρμογή των Nbs,να δοθούν κίνητρα στον αναπτυξιακό τομέα για την προστασία του οικοσυστήματος, να γίνει υποχρεωτική η δάσωση και τέλος να  τεθεί σε εφαρμογή ένα μεγάλο πρόγραμμα αναδασώσεων με μέθοδο,  συστηματοποίηση, χρονοδιάγραμμα και ανάλυση των ωφελειών.

Παράλληλα για την ενσωμάτωση των Νbs απαιτείται η στήριξη και ευαισθητοποίηση του πολίτη. Στο πλαίσιο διεθνών παραδειγμάτων  προτείνεται να υλοποιηθούν  δράσεις εντός των Δήμων και των σχολείων (πχ. Ερωτηματολόγια ενημέρωσης, δράσεις για δενδροφύτευση εντός του Δήμου, συνεργασία-συμμετοχή των πολιτών στην δημιουργία χώρων πρασίνου) με σκοπό να λειτουργήσουν ομαδικά για τον κοινό στόχο της ενσωμάτωσης Nbs εργαλείων – στον κοινόχρηστο χώρο της γειτονιάς , στην πολεοδομική ενότητα , στον Δήμο.

Πηγές:    

Ταυτότητα Κτιρίου ή Βεβαίωση Μηχανικού;

Των:

Καλλιόπης Εμμ. Κουρουπάκη, Δικηγόρος LLM. Εξειδίκευση στα Δίκαια Πολεοδομίας & Χωροταξίας, Οικονομίας & Επιχειρήσεων, kkouroupaki@gmail.com

και:

Ελευθερίας Ι. Βολάκη, Δικηγόρος, Μετ/κό πρόγραμμα «Δίκαιο Περιβάλλοντος» της Νομικής Σχολής Αθηνών, e.volaki@dtklawfirm.gr, Νομικό Γραφείο DTK LAW FIRM.

“Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας” – H νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Με αφορμή την ψήφιση στη Βουλή, την Τέτάρτη 20 Οκτωβρίου 2021, της διάταξης νόμου για την «παράταση» εφαρμογής της υποχρέωσης σύνταξης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου /Αυτοτελούς Διηρημένης ιδιοκτησίας, είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστούν και να απαντηθούν βασικά ερωτήματα και να απαλειφθούν τυχόν υπερβολές ή αμφιβολίες, που γεννήθηκαν για την εφαρμογή αυτής.

“Τι σημαίνει η φημολογούμενη «παράταση» της υποχρέωσης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου; Να επιλέξω σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας ή βεβαίωση μηχανικού κατά τη μεταβίβαση ακινήτου μου; Πώς διασφαλίζεται το περιουσιακό μου δικαίωμα;”

 

Α. Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας – το Πλαίσιο

H Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου ή αυτοτελούς Διηρημένης Ιδιοκτησίας, όπως αυτή θεσμοθετήθηκε με τα άρθρα 52 έως 62 του ν. 4495/2017, αποτελεί έναν μηχανισμό ο οποίος συνάδει άρρηκτα με την συνταγματική επιταγή προς την Πολιτεία που θέτει το άρθρο 24 του Συντάγματος για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Η υποχρέωση αυτή του Κράτους εκδηλώνεται με τη θέσπιση κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, στην ορθολογική και σύμφωνη με το νόμο διάταξη των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο χώρο, στη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της αισθητικής των οικιστικών περιοχών, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε μιας, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης για τους πολίτες, συμφώνως προς το πολεοδομικό κεκτημένο και την αειφόρο ανάπτυξη. Άλλωστε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθμ. 1858/2015 ΣτΕ Ολ. απόφασή του έκρινε ότι «ορθώς ο νομοθέτης προέβη σε ανασύνταξη των μεθόδων αντιμετώπισης της αυθαίρετης δόμησης, με τη χρήση νέων τεχνολογιών, δίνοντας το προβάδισμα στην αποτροπή και την πρόληψη, με την ανάπτυξη ελεγκτικών μηχανισμών κατά το στάδιο της κατασκευής και, ιδίως, με την πρόβλεψη τριών ελέγχων, κατά το στάδιο κατασκευής των κτιρίων και με τη θεσμοθέτηση της ηλεκτρονικής ταυτότητας του κτιρίου», αναγνωρίζοντας τον θεσμό της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας ως ελεγκτικό μηχανισμό πρόληψης και αποτροπής των αυθαιρέτων.

 

Β. Από την έναρξη λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου της Ταυτότητας έως σήμερα

Η αναγκαιότητα εφαρμογής της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας κατέστη εμφανής από το μέγεθος της αυθαίρετης δόμησης, την ανάκληση οικοδομικών αδειών λόγω λαθών, αναληθών και ψευδών στοιχείων και έλλειψης ορθών και άρτιων μελετών, καθώς και από την περιβαλλοντική βλάβη που παρατηρήθηκε εντόνως τις τελευταίες δεκαετίες. Λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας αυτής, με την Υπουργική Απόφαση ΥΠΕΝ/ΔΕΣΕΔΠ/7547/104 «Έναρξη λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου Ταυτότητας Κτιρίου, της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4495/2017» (ΦΕΚ Β 287/27.1.2021), ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου, της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4495/2017, στο οποίο τηρούνται στοιχεία, σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, η 1η.2.2021. Πράγματι, την ημερομηνία αυτή εκκίνησε η λειτουργία της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου και Αυτοτελών Διηρημένων Ιδιοκτησιών και των υποχρεώσεων που απορρέουν εκ του νόμου 4495/2017 για τη σύνταξη και ενημέρωση αυτής. Οι ιδιοκτήτες, δηλαδή, προκειμένου να μεταβιβάσουν ακίνητο τους από την 1η.2.2021 όφειλαν να προβούν σε σύνταξη ταυτότητας κτιρίου ή αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας. Μοναδική εξαίρεση η περίπτωση που είχε πραγματοποιηθεί από το μηχανικό αυτοψία στο ακίνητο για έκδοση βεβαίωσης του άρθρου 83 του ν. 4495/2017 τον Ιανουάριο του 2021, δηλαδή προ της έναρξης λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου Ταυτότητας Κτιρίου. Η ισχύς της σχετικής βεβαίωσης μηχανικού με ημερομηνία αυτοψίας Ιανουαρίου παρατάθηκε με αλλεπάλληλες διατάξεις μέχρι προσφάτως, την 30ή.9.2021, οπότε έληξε η ισχύς της.

Η σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας άρχισε να εφαρμόζεται δειλά δειλά από τους πολίτες, καθώς αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία. Ενίοτε θεωρήθηκε ως ένα επιπλέον οικονομικό βάρος που βαραίνει τη διαδικασία μιας αγοραπωλησίας ή κάθε άλλης μεταβίβασης ακινήτου. Η πεποίθηση αυτή πιθανότητα δημιουργήθηκε καθώς δεν είχε γίνει κατανοητό ότι το πιστοποιητικό πληρότητας που θα εκδίδεται από το Ηλεκτρονικό Μητρώο Ταυτότητας αντικαθιστά την βεβαίωση του μηχανικού περί ύπαρξης ή μη αυθαιρεσιών στο υπό μεταβίβαση ακίνητο του άρθρου 83 ν.4495/2017. Άπαξ και συμπληρωθούν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που ορίζει ο νόμος για τη συμπλήρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας, τότε σε κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση για το εκάστοτε ακίνητο το όποιο θα έχει λάβει μοναδικό αριθμό ταυτότητας, θα εκδίδεται, χωρίς νέες ενέργειες, το πιστοποιητικό πληρότητας (ΠΠΤΚ) αυτού, από το σύστημα του Μητρώου της ηλεκτρονικής ταυτότητας του κτιρίου ή της αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας.

Η ανωτέρω δυσπιστία σε συνδυασμό με την μη εξοικείωση με τον θεσμό φαίνεται να αποτέλεσαν, όπως καταδεικνύεται και στην σχετική ανάλυση συνεπειών της νέας ρύθμισης, την αιτία μιας ακόμα νομοθετικής αλλαγής σχετικά με την υποχρεωτικότητα της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας.

 

Γ. Η νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Με την νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που εντάχθηκε στο νόμο «Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση», προσαρμογή στον Κανονισμό 2018/1999/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 σχετικά με τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα και στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 2019/826/ΕΕ της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 2019, «για την τροποποίηση των Παραρτημάτων VIII και IX της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το περιεχόμενο των περιεκτικών αξιολογήσεων του δυναμικού αποδοτικής θέρμανσης και ψύξης» και συναφείς ρυθμίσεις για την ενεργειακή απόδοση στον κτιριακό τομέα, καθώς και την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας» επί της ουσίας δεν υφίσταται «παράταση» της ημερομηνίας έναρξης της υποχρέωσης σύνταξης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου, αλλά παρέχεται μια εναλλακτική δυνατότητα με στόχο την διευκόλυνση των πολιτών προκειμένου να προβούν σε μεταβιβάσεις ακινήτων, όπως γονικές παροχές για τις οποίες προσφάτως ανακοινώθηκαν ευνοϊκές ρυθμίσεις.

Ειδικότερα, με τη νέα διάταξη δίδεται η δυνατότητα στους πολίτες που επιθυμούν την μεταβίβαση ακινήτου τους έως και την 31.12.2021 είτε να προβούν σε σύνταξη ηλεκτρονικής ταυτότητας από τον μηχανικό τους και έκδοση σχετικού πιστοποιητικού είτε να ακολουθήσουν την παλαιά διαδικασία της επισύναψης στην συμβολαιογραφική πράξη βεβαίωσης μηχανικού. Η ειδοποιός διαφορά της νέας ρύθμισης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας συγκριτικά με τις προγενέστερες παρατάσεις της ισχύος των βεβαιώσεων μηχανικού με ημερομηνία αυτοψίας Ιανουαρίου 2021 είναι ότι για πρώτη φορά μετά την έναρξη λειτουργίας της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας τίθεται στην διακριτική ευχέρεια των ιδιοκτήτων άνευ άλλων κριτηρίων να επιλέξουν αν επιθυμούν να προβούν σε σύνταξη ταυτότητας προκειμένου να μεταβιβάσουν το ακίνητο τους ή να επισυνάψουν στο συμβόλαιο βεβαίωση μηχανικού. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ο ιδιοκτήτης επιλέξει να μην προχωρήσει στη σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας, θα πρέπει να ζητήσει από τον μηχανικό του να προβεί σε πρόσφατη αυτοψία και να εκδώσει τη σχετική βεβαίωση του άρθρου 83 του ν. 4495/2017. Απαιτείται δηλαδή πρόσφατη αυτοψία και έκδοση βεβαίωσης, καθώς δεν πρόκειται για άλλη μια παράταση της ισχύος των βεβαιώσεων με ημερομηνία αυτοψίας Ιανουαρίου, όπως προέβλεπαν προηγούμενες ρυθμίσεις. Ιδιαίτερη προσοχή, ωστόσο, απαιτείται για τις βεβαιώσεις που θα εκδοθούν μετά τον Νοέμβριο, καθώς παρ’ ότι εκ του νόμου η ισχύς τους είναι δίμηνη αυτές θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν το αργότερο έως 31.12.2021.

Η εν λόγω διάταξη δεν φαίνεται να επηρεάζει τον χρόνο εκκίνησης της πενταετίας εντός της οποίας πρέπει να συνταχθεί Ταυτότητα για τα κτίρια που ανήκουν στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., αυτά που στεγάζουν υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ., τα κτίρια συνάθροισης κοινού, τα πρατήρια υγρών καυσίμων και συνεργεία αυτοκινήτων, τα τουριστικά καταλύματα άνω των τριακοσίων (300) τ.μ., τα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια προσχολικής, πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κτίρια περίθαλψης και τα καταστήματα κράτησης, όπως αυτά αναφέρονται στην περ. α της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4495/2017, ούτε τις περιπτώσεις υποχρέωσης ενημέρωσης της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας.

 

Δ. Να επιλέξω σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου/ Διηρημένης Ιδιοκτησίας ή Βεβαίωση μηχανικού του άρθρου 83 του ν. 4495/2017; Ποιές οι αλλαγές;

Το ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι με ποιά κριτήρια θα επιλέξει ο ιδιοκτήτης μεταξύ της σύνταξης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας ή της βεβαίωσης μηχανικού για να πραγματοποιήσει μεταβίβαση ακινήτου.

Ο ιδιοκτήτης -μη έχοντας εξειδίκευση στην πολεοδομική νομοθεσία- ασφαλώς είναι αδύνατο να εντοπίσει την σημασία και τον λόγο της θέσπισης των ανωτέρω ρυθμίσεων με αποτέλεσμα να επηρεάζεται συχνά από τον διάχυτο «πανικό» που δημιουργείται ιδιώς από δημοσιεύματα.

Από τη μία η βεβαίωση μηχανικού είναι μια διαδικασία γνώριμη έως σήμερα σε μηχανικούς και συμβολαιογράφους καθώς εφαρμόζεται συναπτά τα τελευταία έτη. Πρόκειται για μια απλή διαδικασία με την οποία έχει αναπτυχθεί η απαιτούμενη εξοικείωση.

Από την άλλη η σύνταξη της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου, όπως προαναφέρθηκε, τέθηκε για πρώτη φορά ως υποχρέωση την 1η.2.2021 με αποτέλεσμα να αποτελεί μια σχετικά νέα διαδικασία, η οποία ωστόσο περιγράφεται αναλυτικά τόσο στην υπ’ αριθμ. ΥΠΕΝ/ΔΕΣΕΔΠ/7577/105/2021 απόφαση «Διαδικασία συμπλήρωσης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου για την έκδοση Πιστοποιητικών Πληρότητας Ταυτότητας Κτιρίου και Ελέγχου Κατασκευής και σχετικά έντυπα» (B’ 334), αλλά και στον σχετικό οδηγό που εξέδωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Κάθε νέα διαδικασία δημιουργεί προσωρινά λόγω της μη εξοικείωσης με αυτή μια άρνηση ως προς την εφαρμογή της. Ωστόσο τα οφέλη της σύνταξης της είναι αυτά που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση της. Ειδικότερα, μέσα από την σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας α) θωρακίζεται η ιδιοκτησία των πολιτών, καθώς θα είναι καταγεγραμμένες όλες οι τυχόν μεταβολές του ακινήτου και ο νέος ιδιοκτήτης θα έχει πλήρη εικόνα του ακινήτου που αποκτά, β) η σύνταξη της ταυτότητας απαιτείται μόνο μια φορά, ενώ μεταγενέστερα δύναται να απαιτηθεί μόνο ενημέρωση αυτής, οπότε διευκολύνει το νέο ιδιοκτήτη σε μεταγενέστερες μεταβιβάσεις, γ) επιτυγχάνεται η διαφάνεια στις μεταβιβάσεις, δ) μειώνεται εφεξής δραστικά η γραφειοκρατία καθώς ο πολίτης –ιδιοκτήτης έχοντας εν συνεχεία ψηφιακά τα πλήρη στοιχεία και έγγραφα που αφορούν στο ακίνητο του, δεν χρειάζεται να αναζητά αυτά εκ νέου σε δημόσιες υπηρεσίες, ε) επιταχύνονται οι επενδύσεις, καθώς η ψηφιοποίηση των πληροφοριών των ακινήτων (κτιρίων ή οικοπέδων / γηπέδων) συνεπάγεται την σύντμηση του χρόνου διερεύνησης και εξέτασής τους από υποψήφιους επενδυτές.

Επιπροσθέτως, αν μελετήσει κανείς τις διατάξεις για την Ηλεκτρονική Ταυτότητα κτιρίου σε σχέση με τις διατάξεις περί βεβαίωσης μηχανικού, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για περαιτέρω έλεγχο ή περαιτέρω διαδικασία, αλλά με το νέο μέτρο καταγράφονται και συστηματοποιούνται όλα τα στοιχεία του ακινήτου με πιο μεθοδικό τρόπο.

 

Ε. Διαδικασία Ηλεκτρονικής Ταυτότητας

Το νομικό πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου προβλέπεται στο δεύτερο κεφάλαιο του τμήματος Β’ του Ν. 4495/2017. Σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, στη διαδικασία της ηλεκτρονικής ταυτότητας υπάγονται τα κτίρια ή διηρημένες ιδιοκτησίες επί κτιρίων που έχουν ανεγερθεί ή ανεγείρονται με βάση οικοδομική άδεια, καθώς και τα κτίρια ή οι διηρημένες ιδιοκτησίες, για τα οποία επιτρέπεται η διενέργεια εμπραγμάτων δικαιοπραξιών, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 82 Ν. 4495/2017, ήτοι ακίνητα στα οποία έχουν εκτελεστεί αυθαίρετες κατασκευές ή έχουν εγκατασταθεί αυθαίρετες χρήσεις αλλά ανήκουν σε μια από τις κατηγορίες που προβλέπει η παρ. 2 και εξαιρούνται από την απαγόρευση μεταβίβασης και σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτών. Η δήλωση γίνεται ανά κτίριο ή ανά διηρημένη ιδιοκτησία από τον εξουσιοδοτημένο από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη μηχανικό. Αν έχουν συσταθεί οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, ο εξουσιοδοτημένος μηχανικός δύναται κατόπιν αποφάσεως της πλειοψηφίας των κοινωνών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία, να υποβάλλει δήλωση για το σύνολο του κτιρίου. Με την καταχώρηση της αίτησης, λαμβάνεται αυτόματα από το πληροφοριακό σύστημα μοναδικός αριθμός Ταυτότητας. Εφόσον εκδοθεί από τον εξουσιοδοτημένο μηχανικό το Πιστοποιητικό Πληρότητας Ταυτότητας Κτιρίου (Π.Π.Τ.Κ.), δίνεται από το πληροφοριακό σύστημα μοναδικός ηλεκτρονικός κωδικός. Ο μοναδικός ηλεκτρονικός κωδικός παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου γνησιότητας του πιστοποιητικού, καθώς και επανέκδοσης του. Τα σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτότητα κτιρίου ή αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας στοιχεία, τους κυρίους του έργου, τους εξουσιοδοτημένους μηχανικούς, τα πιστοποιητικά ελέγχου και το πιστοποιητικό πληρότητας, τηρούνται σε ηλεκτρονικό μητρώο και συνδέεται με τη βάση δεδομένων του Ελληνικού Κτηματολογίου, μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 84 του ν. 4727/2020 (Α` 184). Άλλωστε, σκοπός του μέτρου της ταυτότητας του κτιρίου είναι ο έλεγχος και η καταγραφή της δόμησης, προς εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές ακινήτου και προς το σκοπό περιορισμού του διαχρονικού φαινομένου της αυθαίρετης δόμησης.

 

ΣΤ. Προστασία περιβάλλοντος και περιουσίας

Αυτό που πιθανώς δεν έχει καταστεί ακόμη πλήρως σαφές είναι ότι αφού καταρτισθεί η Hλεκτρονική Ταυτότητα του ακινήτου, ο κάθε ιδιοκτήτης ακινήτου θα γνωρίζει την εικόνα του ακινήτου του από πολεοδομικής απόψεως, ώστε εάν υπάρχει τυχόν αυθαιρεσία να δύναται κατά τις κείμενες διατάξεις να την τακτοποιήσει, ή οποιοδήποτε σχετικό με το ακίνητο ζήτημα να το διορθώσει, προκειμένου κατά τη μεταβίβαση αυτού να μην αντιμετωπίσει ζητήματα απαγόρευσης μεταβίβασης ή και χρονικής καθυστέρησης στην κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου. Η όποια δυσπιστία βέβαια απέναντι στο νέο αυτό μέτρο δικαιολογείται από την άποψη ότι δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί στην πράξη ούτε έχουν γίνει γνωστά τα αποτελέσματα του. Η σημασία του και τα αποτελέσματα του θα γίνουν εμφανή τα επόμενα χρόνια.

Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη θετικότητα του μέτρου, γίνεται εμφανές ότι η εφαρμογή του μέτρου της ηλεκτρονικής ταυτότητας κτιρίου / αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας θα συντελέσει στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος ελέγχου του δομημένου περιβάλλοντος, το οποίο θα συνδράμει στην επιβεβλημένη πλέον όχι μόνο εκ του Συντάγματος αλλά και από την κοινωνία άμβλυνση του φαινομένου της αυθαίρετης δόμησης, η οποία ταλανίζει τη χώρα δεκαετίες δημιουργώντας ανισότητες μεταξύ των πολιτών, λόγω του ότι κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την ανοχή του νόμου και της Πολιτείας ενισχύουν με την δημιουργία και διατήρηση αυθαιρέτων την οικονομική αξία των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων. Με το μέτρο της Ηλεκτρονική Ταυτότητας, θα καταγράφονται όλα τα σχετικά πολεοδομικά και εμπραγμάτου δικαίου στοιχεία για κάθε ακίνητο, καθώς και όποια μεταβολή σε αυτά κατά τη διάρκεια του χρόνου ζωής κάθε κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και η ασφάλεια των συναλλαγών, ενώ παράλληλα θα ενισχύεται η εφαρμογή του ορθού χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, υποχρέωση του κράτους που απορρέει εκ του Συντάγματος (αρ. 24 Σ). Πέραν όμως της περιβαλλοντικής διάστασης σημαντική είναι η προστασία του περιουσιακού δικαιώματος κάθε πολίτη. Η Ηλεκτρονική Ταυτότητα είναι το πιστοποιητικό της ιδιοκτησίας μας και η ηλεκτρονική απόδειξη της αξίας της για την επόμενη γενιά.

Πρώτη δημοσίευση : https://ecopress.gr/taftotita-ktiriou-i-vevaiosi-michanikou/

Να μην χάσουμε το τρένο για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία

Του Κων/νου Καρατσώλη, Δικηγόρος. Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας [1].
(Έρευνα: Kων/νος Καρατσώλης , Αθηνά Μιχαλακέα [2])

Η έννοια της συναίνεσης στα βασικά περιβαλλοντικά ζητήματα στην Ελλάδα.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: στον τομέα του περιβάλλοντος της χωροταξίας και της πολεοδομίας η χώρα μας υστερεί, όχι τόσο σε θεωρητικό επίπεδο γνώσης και καταγραφής, όσο στο επίπεδο εφαρμογής και ελέγχου της δόμησης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα εκατομμύρια των αυθαιρέτων που δρουν καταλυτικά στην αναγκαιότητα του ανασχεδιασμού και της ορθής καταγραφής της δόμησης.

Συνήθως οποιαδήποτε πρωτοβουλία για τον μετασχηματισμό των πόλεων ακολουθούν   εξαντλητικές  συζητήσεις,  αντικρουόμενες απόψεις, ιδεολογικές συγκρούσεις και εν τέλει διαξιφισμοί  διαφορετικών συμφερόντων (ιδιοκτήτες γης, συλλογικότητες, μηχανικοί, Κράτος και  θεσμοί. ). Θεμιτό, δίκαιο, και στο πλαίσιο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Άλλωστε, η πόλη συνιστά το απτό αποτύπωμα της προσπάθειας ετερογενών συλλογικοτήτων και ατομικοτήτων να ανακατασκευάσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Και η συναίνεση επί υλικών ζητημάτων που προκύπτουν βάσει δεδομένων, συχνά αυταπόδεικτα; Όπως προκύπτει κατά το στάδιο διαβούλευσης σχεδίων νόμων, αλλά και από τα fora συζητήσεων  γύρω από τα ζητήματα του Περιβάλλοντος,  διαχρονικά,  διαφαίνεται ότι αδυνατούμε ως κοινωνία και ως πολιτεία να συμφωνήσουμε σε πολύ απλά ζητήματα που αφορούν το χώρο και το σχεδιασμό: παρεκκλίσεις στην εκτός σχεδίου δόμηση, προστασία κοινοχρήστων χώρων, άμεση εφαρμογή της ηλεκτρονικής ταυτότητας του κτιρίου προσβασιμότητα για όλους, κίνητρα στις επενδύσεις με περιβαλλοντικό πρόσημα , περιβαλλοντικά πρόστιμα και κατεδαφίσεις αυθαιρέτων  κ.α.. Ο δρόμος προς τη διαμόρφωση αναγκαίων συναινέσεων μοιάζει μακρύς.

Πρέπει, ωστόσο, την  προσεχή περίοδο να ρυθμίσουμε και να καλύψουμε πολλά νομικά κενά του παρελθόντος: το ζήτημα της οριοθέτησης των ρεμάτων εν όψει της κλιματικής αλλαγής, τις προδιαγραφές του σχεδιασμού, τους χρόνους αδειοδότησης, τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στις πόλεις μας, την προσβασιμότητα για όλους, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας μας. . Ζητήματα που ενώ όλοι κατανοούμε τη σημασία τους, είναι δύσκολο να διαμορφωθούν συγκλίσεις για την επίλυσή τους.

Ωστόσο, η επίλυση επιμέρους ζητημάτων που μπορεί να μοιάζουν μικρά, είναι ενδεικτική της αντιμετώπισης των πιο σύνθετων ζητημάτων. Για αυτό ακριβώς το λόγο είναι ασφαλές κάποιος να πει ότι, αν δεν καταφέρουμε σύντομα να βάλουμε σε τάξη τα απλά, θα χάσουμε το τρένο για τα σύνθετα και τα σημαντικά. Αυτό το τρένο στο οποίοήδη έχουν «επιβιβαστεί» οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες·το τρένο που ξεκινά με γενναίες μεταρρυθμίσεις, και έχει τερματικό σταθμό  την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία(“The GreenNewDeal for Europe”), και ειδικότερα το πλαίσιο που διαμορφώνεται για τις  κλιματικά ουδέτερες ενεργειακά πόλεις. [3]

Τι κάνουν οι ευρωπαϊκές πόλεις και πως επιτυγχάνουν συναινέσεις – Το Κλιματικό Σύμφωνο.

Η μετάβαση προς τις ουδέτερες ενεργειακά πόλεις απαιτεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τη συνεργασία πολιτείας και πολιτών, δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, σε τέτοιο βαθμό που δεν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν. Τα εθνικά, περιφερειακά και τοπικά επίπεδα πρέπει να εργαστούν από κοινού προς την ίδια κατεύθυνση για να επιτύχουν την κλιματική μετάβαση. Και οι διαδικασίες αυτές πρέπει να επιταχυνθούν.

Το Κλιματικό Σύμφωνο για τις Πόλεις αποτελεί μια πολυεπίπεδη και συν-δημιουργική διαδικασία -προβλεπόμενη από το MissionBoardγια την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία-, η οποία μπορεί να προσαρμόζεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε πόλης, παραμένοντας προσηλωμένο στον κοινό σκοπό της ενεργειακής μετάβασης. Η στρατηγική και το σχέδιο δράσης, καθώς και οι επιμέρους ευθύνες των ενδιαφερόμενων μερών θα προσδιορίζονται adhoc. Σε κάθε περίπτωση, στόχος είναι οι πολίτες να καταστούν παράγοντες της αλλαγής, μέσω πρωτοβουλιών από τα κάτω προς τα πάνω, και της εισαγωγής καινοτόμων, νέων μορφών συμμετοχικής διακυβέρνησης.

Το Σύμφωνο δεν προορίζεται ως κλειστό, νομικά δεσμευτικό έγγραφο σε μια πορεία δράσης έως το 2030. Αντ ‘αυτού, τονίζει την υψηλή φιλοδοξία, τις συμμετοχικές προσεγγίσεις και την πολυεπίπεδη συνεργασία διακυβέρνησης που θα προκαλέσει  καινοτομία και αλλαγή προς την ουδετερότητα του κλίματος. Πρόκειται περισσότερο για ένα πολιτικά δεσμευτικό έγγραφο, τονίζοντας την αναγκαιότητα για συμμετοχικήπροσέγγιση και την πολυεπίπεδη συνεργασία, το οποίο όμως κατά τ’ άλλα θα παραμένει ανοιχτό σε προτάσεις και σε μια διαρκή διαδικασία ζωντανής επεξεργασίας. Τα τοπικά οικοσυστήματα, το εύρος των τοπικών δραστηριοτήτων, αλλά και το χρονοδιάγραμμα του μετασχηματισμού, θα τυγχάνουν ειδικής επεξεργασίας από τους φορείς κάθε πόλης και θα ενσωματώνονται στο κάθε Σύμφωνο ξεχωριστά. Δίνεται προτεραιότητα σε πέντε βασικούς παράγοντες: νέες μορφές συμμετοχικής διακυβέρνησης, ένα νέο οικονομικό και χρηματοδοτικό μοντέλο, ολοκληρωμένος αστικός σχεδιασμός, ψηφιακές τεχνολογίες και διαχείριση καινοτομίας.

Το  πρώτο παράδειγμα της Σουηδίας.

Στη Σουηδία, διαμορφώθηκε το Klimatkontrakt 2030 [4], μια συγκεντρωτική προσπάθεια της κεντρικής κυβέρνησης και εννέα πόλεων (Enköping, Järfälla, Γκέτενμπορκγκ, Στοκχόλμη, Μάμ, Lund, Umeå, Uppsala και Växjö), με την οποία όλα τα μέρη δεσμεύονται να συνεισφέρουν με συγκεκριμένους τρόπους στην ενεργειακή μετάβαση προς τις βιώσιμες πόλεις. Πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη δέσμευση, η οποία όμως δεν έχει σαφή τρόπο ανάπτυξης, γι’ αυτό και θα αναθεωρείται κάθε χρόνο. Το Σύμφωνο έχει ένα μέρος που είναι κοινό για όλες τις πόλεις που εμπλέκονται: τις δεσμεύσεις των κρατικών υπηρεσιών και των Βιώσιμων Πόλεων (των πόλεων που εντάσσονται σε αυτό το σχήμα). Το μέρος του Συμφώνου που αφορά τις πόλεις διαφέρει ανά περίπτωση, δεδομένου ότι έχει προσαρμοστεί στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Οι πόλεις διαφέρουν μεταξύ τους σε μέγεθος, δεν έχουν την ίδια γεωγραφία, βιομηχανία και πολιτική διακυβέρνηση. Αρκετές από τις πόλεις έχουν προσθέσει επίσης ένα παράρτημα στο σύμφωνο, με περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πώς εργάζονται για τη μετάβαση στο κλίμα.

Εν συντομία:

Οι πόλεις θα εργαστούν για τη μείωση ενεργειακών εκπομπών και για την αύξηση της ικανότητας καινοτομίας τους, δηλαδή την ικανότητα συνεργασίας με νέους και αποτελεσματικούς τρόπους εντός του δήμου και μαζί με άλλους στην κοινωνία. Επίσης, οι πολίτες θα εμπλακούν στο έργο των κλιματικά ουδέτερων και βιώσιμων πόλεων.

Οι τέσσερις κυβερνητικές υπηρεσίες θα αναθεωρήσουν τους νόμους και τους κανονισμούς ώστε να διευκολύνουν τους δήμους να ηγηθούν της ενεργειακής μετάβασης, και θα δημιουργήσουν μια ειδική πλατφόρμα που θα διευκολύνει τους δήμους να χρηματοδοτούν πρωτοβουλίες και να επενδύουν στην ενεργειακή και κλιματική μετάβαση.

Οι Βιώσιμες Πόλεις θα υποστηρίξουν την αστική κλιματική μετάβαση με διάφορους τρόπους.Για παράδειγμα, υποστηρίζοντας τις διαδικασίες για αλλαγές στους κανόνες και τις πολιτικές, διευκολύνοντας τη μακροπρόθεσμη και συστηματική καινοτομία, συντονίζοντας ευκαιρίες χρηματοδότησης και υποστηρίζοντας πιθανές εφαρμογές καλεσμάτων της ΕΕ.

Όλες οι προσπάθειες που καταβάλλονται πρέπει να συμβάλλουν στην αποστολή: Πόλεις κλιματικά ουδέτερες έως το 2030–«με καλή ζωή για όλους, εντός των πλανητικών ορίων» [5].

Το σουηδικό Κλιματικό Σύμφωνο για τις Πόλεις είναι το πρώτο στην Ευρώπη και φιλοδοξεί ότι θα εμπνεύσει τις επερχόμενες ανταποκρίσεις στην πρόσκληση της Ε.Ε. για πόλεις με ουδέτερο κλίμα, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κλιματικού Συμφώνου για τις Πόλεις. Μέσω του σουηδικού Συμφώνου, οι εννέα πόλεις είναι καλά προετοιμασμένες να υποβάλουν αίτηση για χρηματοδότηση από την ΕΕ και να συνεργαστούν με ευρωπαϊκές πόλεις που αγωνίζονται προς μια ήπειρο ουδέτερη από το κλίμα, που είναι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

Σύμφωνα με τον AllanLarsson, Πρόεδρο του Συμβουλίου τωνΒιώσιμων Πόλεων, “Οι δήμοι πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή της μετάβασης του κλίματος και στη συμμετοχή πολιτών, βιομηχανίας, ακαδημαϊκών και κοινωνίας των πολιτών. Οι πόλεις αποτελούν μόνο το 3% της γης της γης, αλλά αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 70% των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Επιπλέον, οι πόλεις αναπτύσσονται ραγδαία. Μέχρι το 2050, το 85% του πληθυσμού της ΕΕ θα ζει σε πόλεις. Σε πόλεις πρέπει να πραγματοποιηθεί η μετάβαση του κλίματος – και οι πολίτες πρέπει να διαδραματίσουν πολύ ενεργό ρόλο σε αυτήν “.  Η διευθύντρια του προγράμματος OlgaKordasσυμπληρώνει ότι «η κλιματική μετάβαση θα πρέπει να συμβάλει σε περισσότερη πρασινάδα, καλύτερο αέρα, καλύτερη ψυχική και σωματική υγεία και ασφαλέστερες πόλεις όπου παιδιά και ενήλικες μπορούν να ζήσουν, να παίξουν και να διασκεδάσουν». «Αυτές οι εννέα πόλεις που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση για την Κλιματική Πόλη σήμερα αποτελούν πηγή έμπνευσης για όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις που θέλουν να γίνουν ουδέτερες από το κλίμα. Το 2021-2027, το πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας της ΕΕ Horizon Europe θα βοηθήσει τις πόλεις της ΕΕ στην πορεία  μετάβασης και ελπίζουμε για πολλές ακόμη ευρωπαϊκές συμβάσεις για το κλίμα της πόλης», αναφέρει ο ChristianDanielsson, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Σουηδία.

Προβληματισμοί έχουν τεθεί σχετικά με το πώς η πανδημία του κορονοϊού θα επηρεάσει την υπό εξέλιξη διαδικασία. Η κλιματική αλλαγή είναι μια διαρκής, αδιάλειπτη πρόκληση, για τον λόγο αυτό και οι πόλεις συνέχισαν τις εργασίες τους για την ενεργειακή μετάβαση στο πλαίσιο του Κλιματικού Συμφώνου για την Πόλη 2030 παρά την τεταμένη κατάσταση.Η κλιματική μετάβαση θα απαιτήσει σημαντικές επενδύσεις. Τόσο γι’ αυτήν, όσο και για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, κινητοποιείται νέο επενδυτικό κεφάλαιο, γνωστό ως κεφάλαιο ανάκαμψης και μετατροπής. Το ClimateCityContract 2030 θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι αυτές οι επενδύσεις θα ωφελήσουν λύσεις για βιώσιμες, ασφαλείς και ευχάριστες πόλεις για όσους ζουν και εργάζονται σε αυτές. «Εργαζόμαστε για να κάνουμε την ανάκαμψη μετά την πανδημία μια έξυπνη επανεκκίνηση του κλίματος, έχουμε μόνο έναν πλανήτη», τονίζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας των Βιώσιμων Πόλεων [6]. Σε τελική ανάλυση, το Σύμφωνο είναι μια συλλογή από κοινές δεσμεύσεις, δράσεις και διαδικασίες που μαζί θα συμβάλουν στη βαθιά κοινωνική αλλαγή που πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε λίγα χρόνια, καθώς επιταχύνεται η κατάσταση έκτακτης ανάγκης για το κλίμα. Η πανδημία και οι συνέπειές της δείχνουν ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει γρήγορα όταν απαιτείται.

Tώρα το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα είναι πώς και με ποια θεσμικά και δικαιϊκά εργαλεία θεσμικά θα διαμορφώσει, για πρώτη φορά, το απαιτούμενο πλαίσιο συναινέσεων, και πώς θα ακολουθήσουμε τα παραδείγματα χωρών όπως η Σουηδία που έχει επιδείξει εξαιρετική πρόοδο.

Βεβαίως, πρέπει να είμαστε έτοιμοι αν θέλουμε να προλάβουμε το τρένο για τη μετάβαση, όχι απλά να συμφωνήσουμε ότι θέλουμε περισσότερο πράσινο, καλύτερο αέρα, καλύτερη υγεία και βιώσιμες πόλεις, αλλά με ποιο πρόγραμμα, δράσεις και ουσιαστικές παρεμβάσεις θα το πετύχουμε.

[1] Επιστημονικός Συνεργάτης Ελληνικών και Ξένων Πανεπιστημίων ( Δίκαιο  Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας ) Υπ.Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών ‘’ Εργαλεία Δικαίου και Πράσινος Μετασχηματισμός των Πόλεων’’

[2] Δικηγόρος , Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Λονδίνου

[3] https://ec.europa.eu/info/strategy/priorities-2019-2024/european-green-deal_en

[4] https://en.viablecities.se/klimatkontrakt-2030

[5] Ο.π.

[6] Ο.π.

Πρώτη δημοσίευση : https://ecopress.gr/na-min-chasoume-to-treno-gia-tin-evropaiki-prasini-symfonia/

Αρχές Περιβαλλοντικού Δικαίου κατά την Οριοθέτηση των Ρεμάτων

Συγγραφείς :

Κ. ΚΑΡΑΤΣΩΛΗΣ, Δικηγόρος, Δίκαιο Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΒΟΛΑΚΗ, Δικηγόρος, Μετ/κό πρόγραμμα «Δίκαιο Περιβάλλοντος» της Νομικής Σχολής Αθηνών

Α. Εισαγωγή

Τα επόμενα χρόνια τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής θα μας απασχολήσουν ιδιαίτερα τόσο σε τεχνικό όσο και σε νομικό επίπεδο.

Σε τεχνικό, καθώς στο πλαίσιο εκτέλεσης έργων και υποδομών η επακόλουθη αύξηση των φαινομένων φυσικών καταστροφών θα έχει σαν αποτέλεσμα τον έλεγχο και των επανασχεδιασμό αυτών και σε νομικό, καθώς θα πρέπει με φάρο τη νομολογία του ΣτΕ και το σύγχρονο Ενωσιακό Δίκαιο  να διαμορφωθούν τροποποιήσεις στο Εθνικό Δίκαιο ως αναγκαιότητα θωράκισης της προστασίας της ανθρώπινης ζωής και  της περιβαλλοντικής προστασίας.

  1. Ειδικότερα, ενόψει της κλιματικής αλλαγής που παρατηρείται εντόνως τα τελευταία χρόνια και της επακόλουθης αύξησης των φυσικών καταστροφών έχει αναδειχθεί το ζήτημα της ευπάθειας των έργων και των υποδομών. Υπό το πρίσμα αυτό, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί επιτακτική ανάγκη για το μέλλον της Ευρώπης και του κόσμου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας 2019 (EU GREEN DEAL[1]) και του Ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα[2] (Οκτώβριος 2020) καθόρισε τον στόχο μιας κλιματικά ουδέτερης ΕΕ έως το 2050, ως επακόλουθο των δεσμεύσεων που ανέλαβαν η ΕΕ και τα κράτη μέλη της κατά την υπογραφή της Συμφωνίας των Παρισίων το 2015. Η δράση της ΕΕ και των κρατών μελών για το κλίμα έχει ως στόχο την προστασία των ανθρώπων και του πλανήτη, την ευεξία, την ευημερία, την υγεία, την ακεραιότητα των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας από την απειλή της κλιματικής αλλαγής, να αυξήσει την ανθεκτικότητα και να μειώσει την ευπάθεια[3] της κοινωνίας στην κλιματική αλλαγή.
  2. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των ευρωπαϊκών συμφωνιών και οδηγιών που έχουν εκδοθεί και ενόψει των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ) που έχουν προγραμματιστεί να εκπονηθούν σε διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα τα επόμενα 10 χρόνια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα παρουσιάζει κατά το εθνικό δίκαιο το εξειδικευμένο ζήτημα της οριοθέτησης και διευθέτησης των ρεμάτων.

Τα υδατορέματα (ρέματα)[4] αποτελούν ειδικότερο στοιχείο του υδάτινου περιβάλλοντος, το οποίο τυγχάνει ιδιαίτερης αντιμετώπισης τόσο εκ της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας όσο και εκ της νομολογίας του ανωτάτου δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η προστασία των ρεμάτων παρουσιάζει έντονο τεχνικό αλλά και νομικό ενδιαφέρον λόγω των πολύ σοβαρών επιπτώσεων που αποφέρουν οι επεμβάσεις σε αυτό και οι οποίες πρέπει να λαμβάνουν χώρα μόνο μετά την οριοθέτηση της κοίτης τους και την κατάρτιση και έγκριση των απαιτούμενων εκ του νόμου μελετών, κατόπιν εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Κατά πάγια νομολογία στα ρέματα επιτρέπονται μόνο οι απολύτως απαραίτητες επεμβάσεις και δη αυτές για την διευθέτηση της κοίτης και των πρανών τους, ώστε να διευκολύνεται η ελεύθερη ροή των υδάτων και η επιτέλεση της λειτουργίας τους, απαγορεύεται δε οποιαδήποτε επέμβαση θίγει  αυτές τις λειτουργίες, ενώ για την πραγματοποίηση επιτρεπτών επεμβάσεων και τεχνικών έργων απαιτείται η προηγούμενη οριοθέτηση του ρέματος (ΣτΕ 2629/2001, ΣτΕ 453/2003). Συνεπώς, ο καθορισμός της οριογραμμής τους αποτελεί κατά νόμον προϋπόθεση για την έκδοση πράξεων χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου πλησίον ρέματος (ΣτΕ 2752/2013, ΣτΕ 3561/2014)[5]. Στην περίπτωση, όμως, που η οριοθέτηση υδατορέματος δεν έχει ακόμη λάβει χώρα, είναι, τουλάχιστον, υποχρεωτική η μελέτη και η κατασκευή του έργου κατά τρόπο ο οποίος δεν θα επηρεάζει τη φυσική λειτουργία του υδατορέματος.[6]

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεδομένης της κλιματικής αλλαγής  και  της αύξησης των ακραίων περιβαλλοντικών φαινομένων και φυσικών καταστροφών, ιδιαίτερη σημασία έχει ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός, ώστε να εξασφαλίζεται πρωτίστως όσο το δυνατόν υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας του πληθυσμού, των κατασκευών και των δραστηριοτήτων  και συνακόλουθα μείωση  των αναμενόμενων επιπτώσεων και αποτροπή φυσικής καταστροφής[7].

  1. Ενόψει της εκπόνησης των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ) στις διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα, στα εδαφικά πλαίσια των οποίων εντάσσονται και εκτάσεις που υπάγονται σε ειδικά νομικά καθεστώτα προστασίας (ΠΕΚ), όπως η περίπτωση των ρεμάτων, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η αναφορά στις αρχές περιβαλλοντικού δικαίου που λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά τη διαδικασία εκπόνησης της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) / Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και της Μελέτης οριοθέτησης ρεμάτων, δεδομένης της ευθείας εκ του Συντάγματος προστασίας που απολαμβάνουν τα ρέματα ως φυσικά οικοσυστήματα, χαρακτηριζόμενα από τη νομολογία ως ουσιώδη στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό που έχει τη δέουσα σημασία είναι ότι οι εκτάσεις των ρεμάτων πρέπει να ενταχθούν στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωρίς να μεταβάλλεται το προστατευτικό τους καθεστώς.

Στην παρούσα μελέτη  λαμβάνει χώρα η απόπειρα  ανάλυσης κατάστρωσης και καταγραφής  αρχών του δικαίου περιβάλλοντος που πηγάζουν τόσο από το ενωσιακό δίκαιο όσο και από το δίκαιο της εθνικής έννομης τάξης και την πρόσφατη νομολογία, οι οποίες κρίνεται αναγκαίο να εφαρμόζονται στις ως άνω μελέτες.

 

 Β. Βασικές  αρχές  περιβαλλοντικής προστασίας  περί προστασίας ρεμάτων

1. Η αρχή της διατήρησης της φυσικής  κατάστασης των ρεμάτων

Τα ρέματα είναι στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος που αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας και αποβλέπουν στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων (ΣτΕ 1990/2007). Η εν λόγω προστασία, η οποία βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 24 Συντ., «αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους καταστάσεως και στη διασφάλιση της επιτελουμένης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων»[8] (ΣτΕ 319/2002[9]).

Πώς όμως θα εφαρμοστεί αυτή αρχή;

Στο πλαίσιο της μελέτης οριοθέτησης των ρεμάτων η τήρηση της αρχή της διατήρησης της φυσικής κατάστασης των ρεμάτων δύναται να γίνει με τις εξής πρακτικές: α) με την αναγνώριση των ρεμάτων με βάση το ανάγλυφο της περιοχής αλλά και όλα τα ιστορικά στοιχεία που προέκυψαν από επίσημους χάρτες, διαγράμματα και φωτοληψίες παρελθόντων ετών, β) με τη χάραξη των γραμμών πλημμύρας και των οριογραμμών με βάση τη φυσική κατάσταση των ρεμάτων και γ) με την υιοθέτηση της προτεραιότητας προσομοίωσης και ελέγχου της ροής με βάση τη φυσική κατάσταση πριν από οποιαδήποτε πρόταση κατασκευής των απολύτως αναγκαίων έργων για την ομαλή λειτουργία τους .

2. Η αρχή της αναγνώρισης των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων[10]

Τα ρέματα αποτελούν «ουσιώδες στοιχείο του υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος».

Τα  ρέματα αποτελούν, επιπλέον, «πτυχώσεις της επιφανείας της γης, δια των οποίων συντελείται κυρίως η απορροή προς την θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς και αποτελούν «φυσικούς αεραγωγούς», συγκροτούν δε, μαζί με τη χλωρίδα και την πανίδα τους, «οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος[11] (2661/2001).

Τα ρέματα, λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης αυτής φύσης τους, προστατεύονται αποτελεσματικά, με βάση την αρχή της (περιβαλλοντικής) αειφορίας (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. β΄ Συντ.), μόνον εφόσον απαγορεύεται κάθε άλλη χρήση ή μεταβολή του χαρακτήρα τους.

Βασικό, επομένως, περιεχόμενο της συνταγματικής προστασίας των ρεμάτων αποτελεί η αυστηρή απαγόρευση μεταβολής του χαρακτήρα τους.

Με ποιόν τρόπο μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η αρχή σε υπό εκπόνηση Τ.Π.Σ περιοχή;

Η διατήρηση της ιδιαίτερης φύσης των ρεμάτων στην υπό εκπόνηση Τ.Π.Σ περιοχή με τα οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος, αποτελεί βασική αρχή για τη χάραξη των οριογραμμών τόσο στη φυσική τους κατάσταση  όσο και κατά το σχεδιασμό των απολύτως αναγκαίων έργων, ώστε αυτά να συνεχίσουν να επιτελούν τον πολλαπλό τους ρόλο. Όπου τα έργα διευθέτησης κρίνονται αναγκαία, ώστε να επιτελούν το ρόλο τους ως φορέων διόδευσης των πλημμυρικών νερών στον τελικό αποδέκτη, προτείνεται η χρήση υλικών φιλικών προς το περιβάλλον και με διατήρηση του ανοικτού τους χαρακτήρα με ροή των πλημμυρικών νερών με ελεύθερη επιφάνεια, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό, ώστε να αποφευχθεί αλλαγή της χρήσης ή μεταβολή του χαρακτήρα των ρεμάτων.

Τόσο στις υδραυλικές μελέτες όσο και στην ανάλυση και αξιολόγηση του προτεινόμενου σχεδιασμού στη ΣΜΠΕ δέον να δίδεται ιδιαίτερη προτεραιότητα στη μη μεταβολή του χαρακτήρα των ρεμάτων, κάτι που γίνεται εφικτό με τη χρήση ιστορικών αεροφωτογραφιών και άλλων σχετικών στοιχείων για την «επαναφορά» των ρεμάτων όσο πιο κοντά γίνεται στην ιστορική τους κοίτη, επαναπροσδιορίζοντας οριογραμμές που είχαν εξαφανισθεί και στοχεύοντας στην επαναφορά στοιχείων της απωλεσθείσας φυσικότητας τόσο στην κοίτη όσο και στα πρανή.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αρχή πρέπει να τηρείται ακόμη και στα περιορισμένου μήκους τμήματα των ρεμάτων στα οποία τυχόν προβλέπονται ήπια έργα διευθέτησης. Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση αυτή, μπορεί να τηρηθεί η φιλοπεριβαλλοντική προσέγγιση στον τρόπο που συνδυάζεται η φυσική λειτουργία των ρεμάτων με την αντιπλημμυρική προστασία, υιοθετώντας ως κύρια μεθοδολογικά βήματα την αποκάλυψη (daylighting)[12], την επαναφορά (rehabilitation)[13] και  την αποκατάσταση (restoration)[14].

3. Η αρχή της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης έργων διευθέτησης

H εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του (ΣτΕ 1990/2007)[15].

Το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα ρέματα  στην φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας αυτών ως οικοσυστημάτων, επιτρεπομένης μόνον της εκτελέσεως των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθετήσεως της κοίτης και των πρανών αυτών προς διασφάλιση της ελευθέρας ροής των υδάτων, αποκλειομένης δε πάσης αλλοιώσεως της φυσικής τους κατάστασης δια επιχώσεως ή καλύψεως της κοίτης τους, ή τεχνικής επέμβασης στα σημεία διακλαδώσεώς του (2661/2001)[16].

Πώς κρίνονται κάθε φορά τα απολύτως αναγκαία έργα;

Πράγματι η κρίση για τον καθορισμό των απολύτως αναγκαίων έργων έχει τεχνικό χαρακτήρα και απαιτεί τεχνική τεκμηρίωση. Λόγοι δημοσίου ενδιαφέροντος, όπως η ανατροπή πραγματικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν νομίμως ή με την ανοχή της πολιτείας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια στάθμιση μεταξύ της πρότασης διασφάλισης της ανεμπόδιστης  εκτέλεσης  της φυσικής λειτουργίας  και της πρότασης εκτελέσεως των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθέτησης. Μάλιστα για την κατανόηση και την τελική κρίση θα είχε ενδιαφέρον η παρουσίαση σεναρίων στην μία και στην άλλη περίπτωση ώστε να επιλεγεί η βέλτιστη από απόψεως βιωσιμότητας τεχνική λύση. Η δε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης κατά την εκπόνηση ΣΜΠΕ και ΜΠΕ θα μπορούσε να ενισχυθεί προκειμένου να λάβει χώρα η ως άνω στάθμιση των προτάσεων και η τελική ορθή από περιβαλλοντικής απόψεως επιλογή.

4. Η αρχή της μη μεταβολής του προορισμού των ρεμάτων

Η ως άνω αρχή θα πρέπει να ερευνάται σε αρμονία και επικουρικά της αρχής της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης έργων διευθέτησης.

Η προστασία των ρεμάτων μπορεί να θεωρηθεί, κατά μία έννοια, απόλυτη. Η συνταγματική αυτή προστασία των ρεμάτων μπορεί να θεωρηθεί, από μια σκοπιά, αυστηρότερη σε σχέση με εκείνη των δασών και των δασικών εκτάσεων, εφόσον για τα τελευταία είναι δυνατή, αν και με όρους, η μεταβολή του προορισμού τους (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. ε΄ Συντ.), ενώ η μεταβολή του προορισμού των ρεμάτων δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατή η μεταβολή της φυσικής τους κατάστασης και της βασικής τους λειτουργίας, της απορροής, δηλαδή, των υδάτων[17].

Πώς εφαρμόζεται η αρχή της μη μεταβολής του προορισμού των ρεμάτων;

Καταγράφονται υπό το πρίσμα της αρχής ειδικότερες αναφορές – εκφάνσεις της αρχής

Σκοπός της οριοθέτησης (μη πλεύσιμου) ποταμού ή του ρέματος, είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του ενόψει του χαρακτήρα του αφενός ως υδρογεωλογικού στοιχείου και αφετέρου ως οικοσυστήματος. Η αποτύπωση αυτή δεν αφορά πάντως μόνο στην πραγματική κατάσταση της κοίτης που μπορεί να έχει διαμορφωθεί και κατόπιν αυθαιρέτων επιχώσεων ή άλλων ανθρώπινων επεμβάσεων (ΣτΕ  4531/2009).

Η ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή, μόνο όταν επιβάλλεται από τις ανάγκες ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και εφόσον διασφαλίζεται η επιτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας, δηλαδή μετά από  προηγούμενη αποτύπωση και καθορισμό της οριογραμμής τους  (ΣτΕ  4531/2009).

Η οριοθέτηση γίνεται κατ’ αρχήν για το σύνολο του υδατορέματος, κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι δυνατό να γίνει τμηματική, εφόσον δικαιολογείται από ειδικούς λόγους, όπως όταν το υπόλοιπο τμήμα του ρέματος έχει ήδη ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο και εφόσον στις οικείες μελέτες έχουν ληφθεί υπόψη στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ρέματος (ΣτΕ  4531/2009).

Η ανάλυση της δίαιτας των ρεμάτων και η υδραυλική τους προσομοίωση δέον να γίνεται με βάση τα στοιχεία της συνολικής λεκάνης απορροής τους. Ακόμα και στην περίπτωση που θα γίνει τμηματική οριοθέτηση, αυτή προκύπτει  μετά την ανάλυση της συνολικής λεκάνης απορροής του υδατορέματος, αρχή που πηγάζει από την επιστήμη της υδρολογίας και της διαχείρισης των υδατικών πόρων. Η εν λόγω ολιστική αρχή λειτουργεί σε κάθε περίπτωση υπέρ της ασφάλειας με τον καθορισμό γραμμών πλημμύρας από εκτατικά γεγονότα που καλύπτουν το σύνολο της λεκάνης απορροής του κάθε ρέματος και του υδρογραφικού του δικτύου.

5. H αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων

Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης προκρίνει η ανάπτυξη να ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Τον ανωτέρω ορισμό υιοθετεί κατά βάση το ΣτΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου βιώσιμη είναι «η ανάπτυξη εκείνη η οποία ικανοποιεί τας ευλόγους ανάγκας της παρούσης γενεάς χωρίς να θέτη εις κίνδυνον την ικανοποίησιν των αναγκών των μελλουσών γενεών».

Η βιώσιμη ανάπτυξη[18] εγκλείει, εξ ορισμού, στο νοηματικό της περιεχόμενο μία θεμελιώδη σύνθεση μεταξύ τριών παραμέτρων: την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική[19]. Επιβάλλει την εναρμόνιση των κατ’ αρχήν αντιθετικών αυτών στοιχείων και την αναζήτηση σημείων ισορροπίας με βάση δικαϊκές και αξιακές σταθμίσεις μεταξύ διακυβευόμενων αγαθών και συμφερόντων.

Σε εφαρμογή της ως άνω αρχής, στην μελέτη οριοθέτησης των ρεμάτων χρειάζεται να εφαρμόζεται και να υιοθετείται μία σειρά από κανόνες οριοθέτησης, οι οποίες αναλύονται ακολούθως και είναι απόλυτα συμβατές με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Ειδικότερα:

Η σύγχρονη άποψη για την οριοθέτηση των ρεμάτων βασίζεται στην αρχή της προστασίας της φύσης και στο ότι η ζώνη κάθε ρέματος αποτελεί χώρο που ανήκει στο ρέμα για την πραγματοποίηση του πολλαπλού του ρόλου, δηλαδή της διόδευσης των επιφανειακών (και εν μέρει υπόγειων και πηγαίων) νερών με ασφάλεια στους τελικούς αποδέκτες, αλλά και της διατήρησης των αντίστοιχων οικοσυστημάτων. Συμπληρωματικά ο ρόλος των ρεμάτων περιλαμβάνει και τη διατήρηση ζωνών για βλάστηση, αναψυχή και ανανέωση του αέρα στις δομημένες περιοχές.

Για τη βασική προσέγγιση οριοθέτησης ακολουθούνται ιεραρχικά τα ακόλουθα βήματα:

Πρωτίστως πραγματοποιείται  συλλογή στοιχείων και μελέτη των υφιστάμενων συνθηκών απορροής και διόδευσης των πλημμυρικών παροχών για τα πλημμυρικά μεγέθη σχεδιασμού (με περίοδο επαναφοράς τα 50 έτη). Σε δεύτερο στάδιο, στους κλάδους των ρεμάτων που υπάρχει φυσική κοίτη (ενδεχομένως με τεχνικά έργα διέλευσης κάτω από δρόμους) χαράσσονται οι γραμμές πλημμύρας και οι οριογραμμές με βάση την προσομοίωση της ανομοιόμορφης ροής. Σε τρίτο στάδιο, στις περιοχές που δεν υπάρχουν έργα διευθέτησης ή άλλα έργα διόδευσης των πλημμυρικών παροχών αλλά υπάρχει ιστορική κοίτη που διαπιστώνεται από παλαιότερα σχέδια, χάρτες ή φωτοληψίες, διαμορφώνεται η κοίτη στο ίχνος της ιστορικής κοίτης (ανασύσταση ρέματος), με ανοικτή διατομή κατά το δυνατόν και τα απαραίτητα τεχνικά έργα διέλευσης κάτω από δρόμους, αρχικά ως χωμάτινη ή αν αυτή η επιλογή δεν είναι τεχνικά αποδεκτή, με υλικά φιλικά στο περιβάλλον (από πέτρα, συρματοκιβώτια κλπ). Η λύση αυτή απαιτεί την απομάκρυνση κτισμάτων και εμποδίων (νόμιμων ή αυθαίρετων) στη διαδρομή που για δομημένες περιοχές μπορεί να έχει μεγάλες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Ωστόσο, στο πλαίσιο της αρχής της βιωσιμότητας, σε περιπτώσεις όπου κρίνεται επιστημονικά απαραίτητο προτείνονται υβριδικές προσεγγίσεις (με ανοικτές διατομές και τμήματα κλειστών διατομών όπου απαιτείται) που πλησιάζουν κατά το δυνατόν την ιστορική κοίτη, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις περιπτώσεις που λόγω της ιστορικής κοίτης αναγνωρίζονται στοιχεία φυσικού οικοσυστήματος και αφετέρου το στόχο να περιοριστούν κατά το δυνατόν οι υπέρμετρες αρνητικές οικονομικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Σε τέταρτο στάδιο, στις περιοχές ήπιου αναγλύφου χωρίς μισγάγγειες και χωρίς ιστορική κοίτη ο μελετητής επιλέγει τον τρόπο διόδευσης των πλημμυρικών παροχών με χάραξη ανοικτών αγωγών (τάφρων ή επενδεδυμένων) αν η λύση αυτή είναι τεχνικά πρόσφορη. Εναλλακτικά, και κυρίως σε περιπτώσεις πολύ μικρών παροχών και επίπεδου αναγλύφου μπορεί οι πλημμυρικές παροχές να διοδεύονται προς στον τελικό αποδέκτη με δίκτυο ομβρίων με κλειστούς αγωγούς που σχεδιάζεται σε εγκεκριμένα πολεοδομικά σχέδια. Σε επόμενο στάδιο, στις περιπτώσεις που για το ρέμα υπάρχουν εγκεκριμένες οριογραμμές (ακόμη και με παλαιότερες διατάξεις π.χ. του 2002) γίνεται έλεγχος επάρκειας των προτεινόμενων έργων διευθέτησης και αναλόγως αυτά γίνονται αποδεκτά ή ενισχύονται χωρίς την ανάγκη της επανάληψης της διαδικασίας οριοθέτησης. Η διαδικασία του επανακαθορισμού των οριογραμμών γίνεται μόνο αν συντρέχουν λόγοι δραστικής αλλοίωσης των υδρολογικών και μορφολογικών στοιχείων του ρέματος και του αναγλύφου. Σε τελικό στάδιο, στις περιπτώσεις ρεμάτων με εγκεκριμένα ή μελετημένα έργα που όμως δεν έχουν υλοποιηθεί και δεν διαθέτουν εγκεκριμένες οριογραμμές, η μελέτη οριοθέτησης γίνεται με τα έργα που ενδεχομένως τροποποιούνται ή επαναμελετώνται ώστε να είναι τεχνικά άρτια στις νέες συνθήκες.

6. Η αρχή της μη αποσπασματικής οριοθέτησης των ρεμάτων μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ

Το ζήτημα της μη οριοθέτησης ρεμάτων πριν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση έχει απασχολήσει αρκετά τη νομολογία. Εκ της νομολογίας έχει κριθεί ότι ο καθορισμός οριογραμμών του ρέματος αποτελεί κατά νόμο προϋπόθεση για την έκδοση πράξης χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας πλησίον ρέματος[20]. Στην περίπτωση δε που δεν έχει λάβει χώρα οριοθέτηση ρέματος, έχει κριθεί εξάλλου, ότι είναι τουλάχιστον υποχρεωτική η μελέτη και κατασκευή του έργου κατά τρόπο που δεν θα επηρεάζει τη φυσική λειτουργία του ρέματος. Εφόσον πληρούται αυτή η προϋπόθεση, ήτοι οποιοδήποτε έργο θα εκτελείται μόνο εάν δεν επηρεάζεται με αυτό η φυσική λειτουργία του ρέματος, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη οριοθέτησης του ρέματος πριν από την έγκριση περιβαλλοντικών όρων του έργου δεν συνιστά πλημμέλεια της έγκρισης[21].

  • Υπόθεση Ρέματος Ποδονίφτη.

Το ως άνω σκεπτικό διατυπώθηκε και στη απόφαση ΣτΕ 2165/2019, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση 106787/5871/8.11.2018 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής που  ενέκρινε τους περιβαλλοντικούς όρους της μελέτης του έργου που φέρει τον τίτλο «Διευθέτηση του Ρέματος Ποδονίφτη από την γέφυρα της οδού Χαλκίδος, έως τη γέφυρα της οδού Εράτωνος». Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκανε έτσι δεκτή την προσφυγή του Δήμου Φιλαδέλφειας – Χαλκηδόνας, έκρινε ότι η Περιφέρεια αιτιολόγησε επαρκώς την ανάγκη διευθέτησης του ρέματος, όχι όμως και την επιλογή της κατασκευής τσιμεντένιου αγωγού, ο οποίος θα εμποδίζει την τροφοδοσία των υπόγειων υδροφορέων. Περαιτέρω, επισήμανε ότι  δεν απαιτείται η έκδοση πράξης οριοθέτησης για τον καθορισμό οριογραμμών του ρέματος  πριν από την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, εφόσον , κατά το νόμο, η οικεία ΜΠΕ των έργων περιλαμβάνει την πρόταση οριοθέτησης για τον καθορισμό οριογραμμών του επηρεαζόμενου ρέματος.

Αναλυτικότερα, στην απόφαση σημειώνεται ότι «αιτιολογείται επαρκώς η κατ’ αρχήν ανάγκη διευθέτησης του ρέματος Ποδονίφτη στο συγκεκριμένο τμήμα, ενόψει του ιστορικού πλημμυρών της περιοχής και των πορισμάτων της προκαταρκτικής αξιολόγησης των κινδύνων πλημμύρας», αντίθετα «δεν αιτιολογείται επαρκώς η επιλογή της λύσης της διευθέτησης με ανοιχτή ορθογωνική διατομή από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενόψει μάλιστα των αντιρρήσεων της Διεύθυνσης Υδάτων, σύμφωνα με τις οποίες η διαμόρφωση της κοίτης με αυτόν τον τρόπο θα επηρεάσει σημαντικά την ποσοτική κατάσταση των υπογείων υδάτων (…) αλλά και της Διεύθυνσης Δασών, σύμφωνα με την οποία η σκυροδέτηση της κοίτης του ρέματος θα έχει σημαντικές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στην πανίδα και τη χλωρίδα της περιοχής της κοίτης».

Από την παραπάνω απόφαση ΣτΕ συνάγεται ότι, τα προτεινόμενα στην τεχνική μελέτη υλικά ήταν μη φιλικά για το περιβάλλον με πιθανές σοβαρές επιπτώσεις για τον υδροφόρο ορίζοντα, το οικοσύστημα αλλά ενδεχομένως και για τη δημόσια υγεία, όπως είχε επισημανθεί με τις γνωμοδοτήσεις τόσο της Διεύθυνσης Υδάτων όσο και της Διεύθυνσης Δασών. Συνεπώς, κατά την περιβαλλοντική διαβούλευση απαιτούνται οι ουσιώδεις γνωμοδοτήσεις όλων των συναρμοδίων φορέων, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ώστε να αποφεύγεται η περιβαλλοντική επιβάρυνση που είναι δυνατόν να προκαλέσουν τα τεχνικά έργα κατά τις εργασίες οριοθέτησης ρέματος.

  • Υπόθεση Ρέματος Πικροδάφνης.

Περαιτέρω, ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωμοδότηση Π.Ε 149/2020  του ΣτΕ σχετικά με την επεξεργασία σχεδίου ΠΔ για την επικύρωση καθορισμού οριογραμμών του ρέματος Πικροδάφνης, με την οποία «εξειδικεύεται» η σχετική μέχρι σήμερα νομολογία στα εξής ζητήματα:

α) Τέθηκε το ζήτημα ύπαρξης κτισμάτων μεταξύ των προτεινόμενων οριογραμμών του υδατορέματος  χωρίς την κατασκευή έργων διευθέτησης και των οριογραμμών του υδατορέματος με την κατασκευή έργων διευθέτησης. Στο πλαίσιο δε της πολεοδομικής νομοθεσίας θα πρέπει να εξετάζεται η νομιμότητα των κτισμάτων αυτών και τούτο καθώς η εξαίρεση των κτισμάτων από την προτεινόμενη οριογραμμή του ρέματος με την κατασκευή έργων διευθέτησης συνεπάγεται τη δυνατότητα υπαγωγής των αυθαιρέτων κτισμάτων στις διατάξεις των άρθρων 96 επ. του Ν.4495/2017 περί αναστολής κατεδάφισης ή εξαίρεσης από αυτήν (βλ. και άρθρο 89 παρ.2 περ.ιγ του ιδίου νόμου).

β) Τέθηκε το ζήτημα τεκμηρίωσης της οριοθέτησης στο σύνολο του ρέματος προκειμένου να διασφαλίζεται η ακώλυτη λειτουργία του ως οικοσυστήματος (καθώς εξαιρούνται τμήματα του ρέματος από την οριοθέτηση).

Σε συνέχεια του ως Πρακτικού επεξεργασίας του ΣτΕ και αντίστοιχα με την απόφαση ΣτΕ 2165/2019 για το ρέμα Ποδονίφτη, στην περίπτωση του ρέματος της Πικροδάφνης, το ΣτΕ με την πρόσφατη με αριθμό 2313/2020 απόφασή του έκανε δεκτή την προσφυγή τριών φορέων και μιας κίνησης πολιτών (Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Σύλλογος Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής και η Κίνηση Πολιτών Ηλιούπολης), και ακύρωσε τους περιβαλλοντικούς όρους της διευθέτησης τμήματος του ρέματος, που είχε εγκρίνει το 2016 η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, για το λόγο του ότι δεν έλαβε χώρα συνολική οριοθέτηση του ρέματος πριν από την περιβαλλοντική του αδειοδότηση. Ειδικότερα, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει, διότι εγκρίνει έργα διευθέτησης του ρέματος χωρίς να έχει προηγηθεί η οριοθέτηση του ρέματος στο σύνολό του ή πρόταση για την οριοθέτησή του στο σύνολο αυτού.

Το ΣτΕ έδωσε επίσης τετράμηνη προθεσμία στη Διοίκηση να καταθέσει σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για το σύνολο του ρέματος, να καταγράψει και να κατεδαφίσει τα αυθαίρετα κοντά ή μέσα στην κοίτη του και να μην εκδώσει νέες οικοδομικές άδειες στις παρόχθιες ζώνες, βάζοντας φρένο στην προσπάθεια της Περιφέρειας Αττικής να διευθετήσει το ρέμα με σειρά αντιπλημμυρικών έργων που θα οδηγούσαν ουσιαστικά στη μετατροπή του από φυσικό ρέμα σε ανοιχτό αγωγό ομβρίων. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ήδη με την 1242/2008 απόφαση του επιβάλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να προχωρήσει σε, τεκμηριωμένη με τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία και μελέτες, οριοθέτηση του ρέματος της Πικροδάφνης στο σύνολό του προκειμένου να διασφαλισθεί η ακώλυτη λειτουργία του ως οικοσυστήματος. Η συνολική αυτή οριοθέτηση συνιστά, επομένως, προϋπόθεση για την εκτέλεση οποιωνδήποτε έργων επί του ρέματος, όπως τα επίδικα έργα διευθέτησης.

Το ΣτΕ ζήτησε επιπλέον να απαγορευθεί κάθε έργο και να μην εκδοθεί καμία οικοδομική άδεια σε οικόπεδα εντός των οριογραμμών του ρέματος, καθώς και την άμεση καταγραφή όλων των αυθαίρετων κατασκευών που βρίσκονται εντός αυτής της ζώνης, να μην επιτραπεί η νομιμοποίησή τους, αλλά αντίθετα να δρομολογηθεί η κατεδάφισή τους. Το φθινόπωρο του 2020, το ΣτΕ είχε απορρίψει σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο επιχειρήθηκε η οριοθέτηση τμήματος μόνο του ρέματος (από την Ηλιούπολη έως τις εκβολές) με την ίδια αιτιολογία. Στην περίπτωση αυτή, επρόκειτο για οριοθέτηση ρέματος εντός οικοσυστήματος στο οποίο ενδημεί προστατευόμενη πανίδα, συνεπώς σε περιοχή αυξημένης περιβαλλοντικής προστασίας. Στις περιπτώσεις των ευαίσθητων οικοσυστημάτων ή περιοχών αυξημένου φυσικού κάλλους και εν γένει ειδικής περιβαλλοντικής προστασίας, απαιτείται  η οριοθέτηση ρέματος να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, όπως έχει κρίνει το ΣτΕ σε σειρά αποφάσεων. Με το προεδρικό διάταγμα, πλην της οριοθέτησης, εγκρίνονται οι περιβαλλοντικοί όροι, όπως έχουν τεθεί μέσα από διαδικασία περιβαλλοντικής διαβούλευσης. κατά τις αρχές που περιγράφονται παραπάνω.

Ως εκ των ανωτέρω και δη από το διατακτικό της πρόσφατης με αριθμό 2313/2020 απόφασης του ΣτΕ, με την οποία το Δικαστήριο εκφράζει την τελική του θέση, εμφαίνεται ότι η απόφαση αυτή προσεγγίζει πιο συστηματικά το ζήτημα της οριοθέτησης των ρεμάτων αναδεικνύοντας την ανάγκη δράσης της Διοίκησης σε σεβασμό προς το περιβάλλον και σε συμμόρφωση με το δίκαιο προστασίας των υδατορεμάτων.

  • Υπόθεση Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας.

Αντίθετη στάση ακολούθησε το ΣτΕ στην περίπτωση του Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας, απορρίπτοντας την προσφυγή κατοίκων και περιβαλλοντικών συλλόγων της περιοχής οι οποίοι ζητούσαν την ακύρωση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που μετατρέπει 17 χλμ. του χειμάρρου σε τεχνητό αγωγό ομβρίων, επενδυμένο με σκυρόδεμα και συρματοκιβώτια. Με την απόφαση 2145/2020, το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ως νόμιμη την οικεία ΥΑ περί έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων της διευθέτησης και της οριοθέτησης του Ρέματος Ραφήνας απορρίπτοντας την αίτηση ακύρωσης. Κρίθηκε ότι η προτεινόμενη λύση αποτελεί τη βέλτιστη λύση, εφόσον καταφέρνει να διασφαλίσει την αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής και ταυτόχρονα να ενταχθεί όσο γίνεται πιο αρμονικά στο περιβάλλον. Αναγνωρίσθηκε η αναγκαιότητα κατασκευής του επίδικου έργου, συνιστάμενη στην αποτροπή των μεγάλων και διαρκώς αυξανόμενων πλημμυρικών κινδύνων της περιοχής, και έγινε δεκτό ότι το θέμα του φράγματος ανάσχεσης εξετάστηκε από τη μελέτη και επελέγη, μετά λόγου γνώσεως, ήτοι ενόψει κυρίως των υπολογισμών της υδραυλικής μελέτης, η κατασκευή του σε μεταγενέστερο εύθετο χρόνο κατόπιν εκτιμήσεως της επιρροής των έργων της Α’ φάσης επί του πλημμυρικού κινδύνου. Κρίθηκε ακόμη ότι δεν προβλέπεται στην περιοχή των εκβολών του ρέματος Ραφήνας ούτε δόμηση ούτε επιχωμάτωση ούτε άσκηση οχλουσών δραστηριοτήτων. Αντιθέτως επιδιώκεται η διεύρυνση της ζώνης του ρέματος στην περιοχή αυτή από 28,00 μ. σε 45,00 μ. για την κατά το δυνατόν διασπορά της παροχής. Έγινε ακόμη δεκτό ότι εντός της περιοχής δεν υπάρχουν θεσμοθετημένες οικολογικά ευαίσθητες – προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Φύση 2000, περιοχές Corine, περιοχές που να έχουν χαρακτηριστεί ως Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ), Καταφύγια Άγριας Ζωής και Υγρότοποι, ενώ αφενός μεν στα έργα διευθέτησης του ρ. Ραφήνας χωροθετούνται εξ ολοκλήρου εκτός της παραπάνω περιοχής και απέχουν απόσταση μεγαλύτερη των 4,5 χλμ. από Ζώνες Ειδικής Προστασίας – Ζ.Ε.Π αφετέρου δε το επίδικο έργο βρίσκεται εκτός των προστατευόμενων περιοχών Natura, ΣΠΠ, ΕΖΔ ή ΖΕΠ, οι οποίες περιγράφονται στη Μ.Π.Ε. και βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή.

7. Η Αρχή της προφύλαξης κατά το Ενωσιακό Δίκαιο στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων κατά το δίκαιο Περιβάλλοντος

Η αρχή της προφύλαξης εμφανίστηκε στη Διακήρυξη του Ρίο του 1992 ως αρχή 15, σύμφωνα με την οποία «… προκειμένου να προστατευθεί το περιβάλλον, η προληπτική προσέγγιση πρέπει να εφαρμόζεται ευρέως από τα Κράτη σύμφωνα με τις δυνατότητες τους. Όπου επαπειλούνται σοβαρές ή ανεπανόρθωτες βλάβες, η έλλειψη επιστημονικής βεβαιότητας δεν πρέπει να αποτελεί λόγο ματαίωσης αποδοτικών, συγκριτικά με το κόστος τους, μέτρων για να προληφθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση». Η αρχή της προφύλαξης έχει χαρακτηριστεί ως μία αλλαγή προτύπου στο διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο, και εισήχθη στη Συνθήκη της Ε.Ε. με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1993. Διατυπώνεται δε στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ.

Σε αντίθεση με την αρχή της πρόληψης[22], η οποία επιβάλλει τη λήψη προληπτικών μέτρων εάν είναι αποδεδειγμένο, με τα μέχρι εκείνη τη στιγμή πορίσματα και δεδομένα της επιστήμης, ότι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι επιβλαβής για το περιβάλλον, η αρχή της προφύλαξης επιβάλλει τη λήψη τέτοιων μέτρων (θετικών ή αρνητικών), αρκεί να υπάρχει υπόνοια ή διαίσθηση ότι μια δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους στο περιβάλλον, υφίσταται δηλαδή σε στάδιο διακινδύνευσης. Αρκούν συνεπώς οι ενδείξεις ή οι υπόνοιες για δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον ή στην δημόσια υγεία που θεμελιώνονται με βάση τα μέχρι μια δεδομένη στιγμή επιστημονικά δεδομένα (έστω κι αν αυτά δεν έχουν επιβεβαιωθεί ή διαψευσθεί) για να ληφθούν τα πρόσφορα μέτραΔεν έχουμε, με άλλα λόγια, να κάνουμε με μέτρα που βασίζονται σε μια αντικειμενική εκτίμηση των επιστημονικών δεδομένων (όπως π.χ. ο επικίνδυνος χαρακτήρας ενός συγκεκριμένου χημικού προϊόντος) αλλά σε μια υποκειμενική ή διαισθητική προσέγγιση των προβλημάτων, ακόμα και σε ημιτελείς ή ατελείς γνώσεις.

Στην περίπτωση προστασίας των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων και συμφώνως προς την αρχή της προφύλαξης θα πρέπει το κράτος να λάβει τα απαραίτητα μέτρα αν κρίνει ακόμα και χωρίς βεβαιότητα ότι μια δραστηριότητα ή ένα έργο θα έχουν επιβλαβείς συνέπειες στην φύση του ρέματος.

Όσον αφορά δε το ζήτημα της μελλοντικής στρατηγικής για την αποφυγή των φυσικών καταστροφών πρέπει «να επικεντρωθούμε στην προφύλαξη», δηλαδή να αποφύγουμε όσο το δυνατόν την τρωτότητα και εν συνεχεία εκεί που υπάρχει η ελάχιστη δυνατή, να σταματήσουμε να αποδεχόμαστε τα τετελεσμένα γεγονότα.[23]

Η αρχή της προφύλαξης εφαρμόζεται στη μελέτη ενός ρέματος με τον εξής τρόπο: Με την προληπτική μείωση της πλημμυρικής διακινδύνευσης με μικρά τοπικά έργα ελέγχου και ρύθμισης των πλημμυρικών ροών σε εκτάσεις εκτός ρέματος. Τα έργα αυτά σχεδιάζονται για μια επιπλέον θωράκιση της περιοχής από πλημμύρες λόγω της αβεβαιότητας του κλίματος.

8.Αρχή αναγκαιότητας εναλλακτικών λύσεων[24] κατά τη Σ.Π.Ε (Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων  στην περίπτωση οριοθέτησης ρέματος με έργα διευθέτησης)

Χαρακτηριστική απόφαση εφαρμογής αυτής της αρχής (αναλογικά και για το στάδιο της ΣΜΠΕ) συνιστά η απόφαση 2165/2019 του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την οριοθέτηση ρέματος «Ποδονίφτη». Σύμφωνα με αυτήν έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης και ακυρώθηκε η ΑΕΠΟ λόγω  μη επαρκούς αιτιολογίας των εναλλακτικών τεχνικών λύσεων για την οριοθέτηση του ρέματος «Ποδονίφτη» που αναφέρονταν στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Το ΣτΕ προβαίνει σε έλεγχο της αιτιολογίας της πράξης (ΑΕΠΟ) ως προς την επιλογή της τεχνικής λύσης και της απόρριψης άλλων εναλλακτικών τεχνικών λύσεων προβάλλοντας την αναγκαιότητα εναλλακτικών σεναρίων ειδικώς για την περίπτωση των ρεμάτων.

Ειδικότερα, κρίνεται ότι αιτιολογείται κατ’ αρχάς επαρκώς η ανάγκη διευθέτησης του υδατορέματος στο συγκεκριμένο τμήμα, ενόψει του ιστορικού πλημμυρών της περιοχής και των πορισμάτων της προκαταρκτικής αξιολόγησης των κινδύνων πλημμύρας (που διεξάγεται στο πλαίσιο των διατάξεων της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ και της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας), που έχει ληφθεί υπόψη κατά τη σύνταξη της ΜΠΕ του έργου.

Με το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης επιβεβαιώνεται η οριοθέτηση του δικαστικού ελέγχου της βιώσιμης ανάπτυξης και η συστηματοποίηση των κριτηρίων που υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο. Ως εκ τούτου ο δικαστικός έλεγχος παραμένει έλεγχος νομιμότητας και πληρότητας της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και της επάρκειας της αιτιολόγησης της τελικής διοικητικής πράξης.

 

Γ. Η διαδικασία οριοθέτησης των ρεμάτων κατά την εκπόνηση Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ)/Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΠΣ)[25]

Ειδικότερα, για τη συμβατότητα των μελετών σε σχέση με την πρόσφατη νομολογία του ΣΤΕ[26] θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο εκπόνησης και ολοκλήρωσης του σχεδιασμού στην περιοχή εντός του οποίου λαμβάνει χώρα και η επί μέρους οριοθέτηση των ρεμάτων.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, το Ν. 4258/2014 (Διαδικασία Οριοθέτησης και ρυθμίσεις θεμάτων για τα υδατορέματα), το Ν. 4447/2016 άρθρα 7 και 8, την Υ.Α 27022/2017[27] (Τεχνικές προδιαγραφές μελετών Ειδικών Χωρικών Σχεδίων του ν. 4447/2016), το Κεφάλαιο 3 της Υ.Α 27022/2017[28] (Παρουσίαση υφιστάμενων χρήσεων γης, όρων και περιορισμών δόμησης στη ζώνη άμεσης επιρροής περιοχής μελέτης) και το άρθρο 130 του Ν. 4685/2020, η οριοθέτηση του ρέματος πραγματοποιείται ή δύναται να πραγματοποιείται σε δύο στάδια σχεδιασμού.

Κατά το  πρώτο στάδιο  εκπονείται το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο/Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο στα πλαίσια του οποίου εκπονείται Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) περιλαμβανομένων και των προτάσεων οριοθέτησης ρεμάτων  και κατά το δεύτερο στάδιο εκπονείται το Πολεοδομικό Σχέδιο Εφαρμογής, στα πλαίσια του οποίου εκπονείται  η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) κατά την οποία συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από τα προτεινόμενα έργα διευθέτησης.

Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου στο πρώτο επίπεδο σχεδιασμού προτείνονται και οριογραμμές ρεμάτων με έργα διευθέτησης, ορθό είναι λαμβάνοντας υπόψη όλη την προηγούμενη ανάλυση   να αποτυπώνονται και οι δυο γραμμές οριοθέτησης,  δηλαδή η γραμμή του ρέματος με τα  προτεινόμενα καταρχάς έργα διευθέτησης αλλά και η γραμμή του ρέματος χωρίς τα έργα διευθέτησης. Στο δεύτερο στάδιο σχεδιασμού θα λάβει χώρα η ανάλυση και ο έλεγχος για τα νόμιμα ή παράνομα κτίσματα που ευρίσκονται πλησίον του ρέματος, καθώς θα εξεταστούν επακριβώς οι οριογραμμές των ρεμάτων (στις περιπτώσεις προτεινόμενων έργων διευθέτησης).

Έως την υλοποίηση του έργου και την έγκριση του δεύτερου σταδίου σχεδιασμού, δηλαδή έως την έκδοση του Πολεοδομικού Σχεδίου Εφαρμογής, θα πρέπει να ισχύουν σε κάθε περίπτωση οι γραμμές πλημμύρας του ρέματος χωρίς τα έργα διευθέτησης.

Συνεπώς, ο ενδελεχής έλεγχος τόσο για την έγκριση των έργων διευθέτησης υπό την εκπόνηση ΜΠΕ όσο και η ανάλυση των υφιστάμενων εμπραγμάτων δικαιωμάτων λόγω και της κλίμακας μελέτης φαίνεται καταρχάς πρόσφορο ότι λαμβάνει χώρα κατά το δεύτερο στάδιο σχεδιασμού, αυτό του Πολεοδομικού Σχεδίου Εφαρμογής. Συμμορφούμενοι με το πνεύμα της γνωμοδοτήσεως του ΣτΕ έως την ολοκλήρωση του δεύτερου σταδίου θα πρέπει να προβλέπονται επιπλέον   ειδικοί όροι – απαγορεύσεις μεταβατικού χαρακτήρα.

Τέλος, στην περίπτωση όπου παράλληλα με την πρόταση οριοθέτησης προβλέπονται και έργα διευθέτησης (ως προτεινόμενα καταρχάς)  η καταγραφή και των δύο γραμμών οριοθέτησης κατά το προτεινόμενο σχέδιο, ήτοι των γραμμών πλημμύρας χωρίς τα έργα διευθέτησης και των οριογραμμών μετά την εκτέλεση έργων διευθέτησης, έχει προστατευτικό χαρακτήρα, καθώς έως την ολοκλήρωση των έργων διευθέτησης του ρέματος, το ρέμα είναι οριοθετημένο και απομένει να προβλεφθούν οι συνέπειες οριοθέτησης για το συγκεκριμένο διάστημα και συνεπώς εκπληρώνεται το σύνολο των απαιτήσεων της Κείμενης Εθνικής και Ενωσιακής Νομοθεσίας και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

[1] https://ec.europa.eu/clima/policies/eu-climate-action/2030_ctp_el.

[2] https://www.consilium.europa.eu/media/46514/st12261-en20.pdf.

[3] Ευπάθεια (IPCC,2007) είναι ο βαθµός στον οποίο ένα σύστηµα υπόκειται, και αδυνατεί να αντιµετωπίσει, στις αρνητικές επιπτώσεις της κλιµατικής αλλαγής, συµπεριλαµβανοµένης της κλιµατικής µεταβλητότητας και των ακραίων κλιµατικών συνθηκών. Η ευπάθεια αποτελεί συνάρτηση του χαρακτήρα, του µεγέθους και του ρυθµού της αλλαγής και της µεταβλητότητας του κλίµατος στα οποία εκτίθεται ένα σύστηµα, η ευαισθησία του και η προσαρµοστική του ικανότητα.

[4]άρθρο 1 ν. 4258/2014- ορισμός υδατορέματος.

«Υδατορέματα ή υδατορεύματα ή ρέματα (μη πλεύσιμοι ποταμοί, χείμαρροι, ρέματα και ρυάκια): οι φυσικές ή διευθετημένες διαμορφώσεις της επιφάνειας του εδάφους που είναι κύριοι αποδέκτες των υδάτων της επιφανειακής απορροής και διασφαλίζουν τη διόδευσή τους προς άλλους υδάτινους αποδέκτες σε χαμηλότερες στάθμες. Στην έννοια του υδατορέματος δεν περιλαμβάνονται τα εγγειοβελτιωτικά έργα, όπως αρδευτικές και αποστραγγιστικές τάφροι».

[5]Βλ. Γλυκερία Π. Σιούτη  ‘Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος’ (Γ’ έκδοση 2018, σελ.315 επ.),

Εκδόσεις Σάκκουλα.

[6]Βλ.ΠερΔικ, 2/2020, σελ. 306 – 308 Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2165/2019 – Τα υδατορέματα ως στοιχείο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος Κωνσταντίνα Σταματίου, Δικηγόρος, Υπ. Δρ. ΤΝΠ QUALEX.

[7]Βλ . Κ.Σερράος, Δ. Μέλισσας, βιβλίο ‘ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ’ Δημοσιεύματα Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών ΕΜΠ [5], Εκδόσεις Σάκκουλα.

[8]ΣτΕ 1074/2014,ΠερΔικ 1/2014, σελ. 110 – 111, ΤΝΠ Qualex.

[9]Απόστολος Παπακωσταντίνου, άρθρο «ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Σ.Τ.Ε. ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, 2003/ΙΙ», Νόμος+Φύση.

[10]ΣτΕ 1407/2019, ΤΝΠ Qualex.

[11]ΣτΕ ΠΕ 97/2014 Επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος «Επικύρωση καθορισμού οριογραμμών τμημάτων τριών ρεμάτων “Λοτσάνικου Λάκκου, Καρατζά Λάκκου και Καρόλακκα” στη θέση “Σκουριές” του Δήμου Αριστοτέλη (ν. Χαλκιδικής), ΤΝΠ Qualex.

[12]Η πρώτη αποκάλυψη ρέματος σημειώνεται το 1970 στο ρέμα NAPA CREEK στην Καλιφόρνια.

[13]  Robert F. Smith, Urban stream renovation: incorporating societal objectives to achieve ecological improvements, URBAN STREAMS 35 2016, σ. 365.

[14]http://www.arch.ntua.gr/sites/default/files/project/11107_/teyhos_kritsotaki.pdf.

[15]ΣτΕ 1990/2007

Επειδή, τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας, που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων και συνεπώς η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 880/1979 (ΦΕΚ 58 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3010/2002, έτσι ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της υπάρξεως του ρέματος, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση οιασδήποτε εργασίας επιχωματώσεως ή καλύψεως αυτού (βλ. ΣτΕ 453/2003).

[16]Πρβλ. ακόμη Σ.τ.Ε. 4577/1998. Βλ. επίσης Π.Ε. 247/2003, με σημείωμα Απ. Παπακωνσταντίνου, Νόμος+Φύση.

[17]ΓνωμΝΣΚ 97/2013 Τμ. Α΄ [Κατάληψη χειμάρρου από οικοδομή – Αρμοδιότητα αποχαρακτηρισμού ρέματος],

ΠερΔικ, 3/2013, σελ. 587 – 590, ΤΝΠ Qualex.

[18] Απόστολος Παπακωσταντίνου, άρθρο «ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Σ.Τ.Ε. ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, 2003/ΙΙ», Νόμος+Φύση.

[19]ΣτΕ 2794/2017, ΣτΕ 5460/2012 7μ. σκ. 5, 2636/2009 Ολ., 3478/2000 Ολ., 2537/1996 Ολ., 2755/1994 Ολ.

[20] ΣτΕ 463/2010 Ολ., ΣτΕ 2752/2013, ΣτΕ 4494/2009.

[21] ΣτΕ463/2010 Ολ., ΣτΕ 856/2018, ΣτΕ 3430/2006.

[22]  Ευάγγελος Αθανασόπουλος, Δικηγόρος, «Η προστασία των ρεμάτων υπό την ΑΚ 57» ΔΝ ΠερΔικ, 3/2016, σελ. 408 – 412.

[23] Νικόλαος Ρόζος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος ΣτΕ, «Η νομολογία του ΣτΕ στην αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών», βιβλίο ‘Κ.Σερράος, Δ. Μέλισσας, ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ’ Δημοσιεύματα Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών ΕΜΠ [5], Εκδόσεις Σάκκουλα.

[24]ΣτΕ 2794/2017, ΤΝΠ Qualex.

[25] Κατά τα άρθρα 7 και 8 του Ν. 4447/2016.

[26] ΣτΕ 2313/2020, Π.Ε 149/2020.

[27] ΦΕΚ 1976 Β΄/2017.

[28] ΦΕΚ 1976 Β΄/2017.

Άρθρο δημοσιευμένο στο νομικό περιοδικό Νόμος και Φύση, Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Link : https://nomosphysis.org.gr/21183/arxes-perivallontikoy-dikaioy-kata-tin-oriothetisi-ton-rematon/

Ψηλά κτίρια – Τι πόλεις θέλουμε;

  • Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος
  • Μέσο Δημοσίευσης: ΤΝΠ QUALEX, ΠερΔικ, 3/2020, σελ. 445 – 461

Ευχαριστώ την Αθηνά Μιχαλακέα, Δικηγόρο για τη συμμετοχή της στην έρευνα και τη συνδρομή στην επιμέλεια του κειμένου και τον Κώστα Φιλιππάκη, Αρχιτέκτονα για τη συμμετοχή του στην έρευνα των διεθνών παραδειγμάτων.

1. Εισαγωγή

Το τελευταίο διάστημα εγέρθηκαν πολλοί προβληματισμοί σχετικώς με το ζήτημα των ψηλών κτιρίων πλησίον του Μνημείου της Ακρόπολης.Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις αδειών οικοδομής έγινε χρήση οριζοντίων διατάξεων (ορθών από περιβαλλοντικής απόψεως σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου κατά τα άλλα) του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (άρθρα – 10-15 Ν 4067/2012) η οποίες μεταξύ άλλων υπό προϋποθέσεις μείωσης της κάλυψης , δημιουργίας ελεύθερου – δημοσίου χώρου, υποχρέωσης δημιουργίας φυτεμένων δωμάτων και ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων επιτρέπει την αύξηση του ύψους των οικοδομών αναλογικά. Βεβαίως στην περίπτωση μας (Πλησίον του Μνημείου της Ακρόπολης) αναδείχτηκε ότι σε ιδιάζουσες περιπτώσεις λόγω της ιδιαίτερης και εξαιρετικής φυσιογνωμίας κάποιων περιοχών αλλά και λόγω ειδικών συνθηκών – όπως η θέα- πλησίον μνημείων η εφαρμογή οριζοντίων διατάξεων είναι από τη γένεση της προβληματική. Ειδικότερα με τις 705 και 706/2020 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣΤΕ σχετικά με την αναστολή αδειών και οικοδομικών εργασιών στην περιοχή Μακρυγιάννη αποτυπώθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Με την απόφαση 705/2020 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία επιβλήθηκε, για ένα έτος, αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών και εκτέλεσης εργασιών για την ανέγερση κτιρίων με ύψος άνω των 17.50 μ. στην περιοχή Μακρυγιάννη-Κουκάκι του Δήμου Αθηναίων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία με το άρθρο 24 §§ 1 και 6 του Συντάγματος και τις διατάξεις του Ν 3028/2002 επιβάλλεται η αποτελεσματική προστασία των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, μεταξύ των οποίων και οι αρχαιολογικοί χώροι που αποτελούν ενεργούς οικισμούς, καθώς και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους χώρου. Προς τούτο τα όργανα του Κράτους οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, προληπτικά και κατασταλτικά, κανονιστικά ή ατομικά, ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η αποτελεσματική προστασία των μνημείων και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους περιβάλλοντος χώρου, επεμβαίνοντας στο αναγκαίο μέτρο στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος και το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολο [Π.Π.] της ΕΣΔΑ. Εξ άλλου, το άρθρο 24 § 2 του Συντάγματος επιβάλλει την ορθολογική πολεοδόμηση των οικισμών, σύμφωνα με την ιδιομορφία και τις ανάγκες κάθε περιοχής και βάσει των πορισμάτων των οικείων επιστημών (χωροταξία, πολεοδομία, αρχαιολογία κλπ), ώστε να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Εν όψει τούτων επισημάνθηκε, όπως και με την πρόσφατη απόφαση ΣτΕ Ολ 2102/2019, ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 14 περ. 6 του Ν 3028/2002 ΠΔ/γμα για τον καθορισμό των χρήσεων γής και των όρων δόμησης της περιοχής Μακρυγιάννη, η οποία αποτελεί ενεργό οικισμό και κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο από το 2004, δεν έχει εκδοθεί παρά το ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος από την κήρυξη, με αποτέλεσμα την ελλιπή προστασία του σημαντικότερου μνημείου της κλασικής αρχαιότητας (σκ. 5, 6, 8). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η εξουσιοδοτική διάταξη (άρθρο 6 παρ. 7 του Ν 4067/2012) συνάδει με τα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του 1ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, διότι η αναστολή οικοδομικών αδειών και εργασιών, με την οποία επιδιώκεται η αποτροπή δημιουργίας πραγματικών καταστάσεων που θα δυσχέραιναν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, αποτελεί προσωρινό περιορισμό της ιδιοκτησίας, επιβάλλεται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την προστασία του οικιστικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Εξ άλλου η αυτή διάταξη είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 § 2 του Συντάγματος, θεμιτώς δε προβλέπει την έκδοση υπουργικής αποφάσεως και όχι ΠΔ/τος, διότι το ζήτημα της αρμοδιότητας είναι ειδικό εν σχέσει με τη ρύθμιση του θέματος στον νόμο. Με αντίστοιχες σκέψεις κρίθηκε ότι το επιβληθέν μέτρο της αναστολής κινείται εντός των πλαισίων της εξουσιοδοτήσεως και δεν θίγει υπέρμετρα την ιδιοκτησία, διότι δεν επιβάλλει πλήρη απαγόρευση δομήσεως αλλά μερική, επιτρέπει δε επαρκή εκμετάλλευση του ακινήτου με την ανέγερση οικοδομών μέχρι 17,50 μ. Περαιτέρω κρίθηκε ότι θεμιτώς ελήφθη υπ’ όψη ως κριτήριο το ύψος των οικοδομών, διότι η Διοίκηση διαπίστωσε ότι η ανέγερση πολυώροφων κτιρίων γύρω από την Ακρόπολη υποβαθμίζει το μνημείο και τον περιβάλλοντα χώρο του. Τέλος, ορθώς η Διοίκηση δεν έλαβε υπ’ όψη κριτήρια συναπτόμενα με τα χαρακτηριστικά των υπό ανέγερση κτιρίων (μορφολογία), διότι τα ζητήματα αυτά εξετάζονται κατά το επόμενο στάδιο της χορήγησης εγκρίσεως κατά τις διατάξεις του Ν 3028/2002, οι οποίες εφαρμόζονται και κατά το διάστημα της αναστολής (σκ. 9-11). Στη συνέχεια, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως, ούτε κατάχρηση εξουσίας, εκ του ότι η Διοίκηση, με τη χορήγηση εγκρίσεως του Ν 3028/2002 και προέγκρισης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση ξενοδοχείου δημιούργησε στην αιτούσα την πεποίθηση ότι δεν θα τροποποιηθεί το σχέδιο πόλεως και δεν θα επιβληθεί αναστολή. Και τούτο διότι η Διοικηση δεν κωλύεται να τροποποιεί το πολεοδομικό καθεστώς εφ’ όσον συντρέχει σχετική ανάγκη, ενώ η αρχή της εμπιστοσύνης ουδόλως επιβάλλει την διαιώνιση των ισχυουσών πολεοδομικών ρυθμίσεων. Περαιτέρω, καθ’ ερμηνεία του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, των διαδοχικώς ισχυσάντων ΓΟΚ και των άρθρων 1 §§ 4 και 5, 15 § 1, και 35 του ΝΟΚ, κρίθηκε ότι ο υπολογισμός του μέγιστου ύψους των κτιρίων σε συνάρτηση με τον σ.δ., κατά το άρθρο 15 παρ. 1 αυτού, δεν εφαρμόζεται όταν με ειδικά διατάγματα προϋφιστάμενα του ΝΟΚ έχουν ορισθεί για περιοχές ή οικισμούς συγκεκριμένοι όροι δομήσεως, όπως ανώτατα ύψη κτιρίων. Αντίθετη ερμηνεία, κατά την οποία με το άρθρο 15 παρ. 1 του ΝΟΚ προσαυξάνεται “αυτομάτως” το ανώτατο ύψος των οικοδομών, σε συνάρτηση με τον σ.δ., σε όλους τους οικισμούς της χώρας και αδιαφόρως του ειδικού πολεοδομικού καθεστώτος εκάστου, θα αντέκειτο στο άρθρο 24 § 2 του Συντ., το οποίο επιβάλλει την ορθολογική πολεοδόμηση των οικισμών κατόπιν μελέτης της φυσιογνωμίας κάθε περιοχής και με τη συμμετοχή του οικείου ΟΤΑ και των ενδιαφερόμενων πολιτών, δεν επιτρέπει δε την δια γενικής διατάξεως και χωρίς ειδική μελέτη κατάργηση, συλλήβδην, των ειδικών όρων δόμησης που είχαν θεσπισθεί για κάθε περιοχή με τήρηση των ανωτέρω εγγυήσεων. Για την ταυτότητα του λόγου, δεν εφαρμόζονται αυτοτελώς οι διατάξεις περί προσαυξήσεως του ύψους σε περίπτωση φυτεμένου δώματος, εκτός αν οι ειδικές διατάξεις κάθε περιοχής το επιτρέπουν (άρθρο 18 παρ. 1 του ΝΟΚ). Εν όψει τούτων, κρίθηκε ότι στην επίμαχη περιοχή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΝΟΚ αλλά οι ειδικές διατάξεις του β.δ. της 30.8-9.9.1955, οι οποίες ορίζουν για τον τομέα του επίδικου ακινήτου ως ανώτατο ύψος τα 21 μ. Τούτο δε ανεξαρτήτως του αν ληπτέος υπ’ όψη σ.δ. είναι αυτός που όριζε το ΠΔ του 1978 (3,6), ή ο μ.σ.δ. 2,5 που ορίζει για την περιοχή Μακρυγιάννη το ΓΠΣ του Δήμου Αθηναίων. Η νομολογία αυτή συνεχίζει και επεκτείνει την υπάρχουσα νομολογία του Δικαστηρίου με την οποία ερμηνεύθηκαν ταυτόσημα οι διατάξεις του άρθρου 9 §§ 7-9 του ΓΟΚ 1985, Ν 1577/1985 (ΣΕ 1383/2016 7μ., 796/2016, 1120/2008). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας εκ του ότι η Διοίκηση επέτρεψε την ανέγερση άλλων υψηλών κτιρίων στην περιοχή βάσει των διατάξεων του ΓΟΚ και του ΝΟΚ, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία και συνεπώς, ακόμη και αν η Διοίκηση κακώς εφήρμοσε τον νόμο σε άλλες περιπτώσεις, δεν υποχρεούται η ίδια ούτε τα Δικαστήρια να τον εφαρμόσουν κακώς και στο μέλλον (σκ. 15).

Με την 706/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία ανακλήθηκε απόφαση της ίδιας Υπουργού, με την οποία είχε εγκριθεί κατά τον αρχαιολογικό νόμο α) η ανέγερση εννεαώροφου κτιρίου με τρία υπόγεια και δώμα με πέργκολα και ασκεπή πισίνα σε ακίνητο επί των οδών Μισαραλιώτου 7-11 και Τσάμη Καρατάση, στην περιοχή Μακρυγιάννη του Δήμου Αθηναίων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών και β) η επισκευή υφισταμένου διώροφου διατηρητέου κτηρίου εντός του ακινήτου. Κατ’ αρχάς το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, επανέλαβε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία τα όργανα του Κράτους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η προστασία και η διατήρηση των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους περιβάλλοντος χώρου, η οποία περιλαμβάνει και την άρση της προσβολής του μνημείου και την αποκατάσταση της μορφής του (σκ. 5). Ακολούθως επανέλαβε ότι κατά το άρθρο 10 του αρχαιολογικού νόμου (Ν 3028/2002) επεμβάσεις επί αρχαίων κατ’ αρχήν απαγορεύονται (§ 1) ενώ επεμβάσεις πλησίον αρχαίων επιτρέπονται μόνο κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου συμβουλίου (§ 3), ειδικά δε ως προς τις οικοδομικές εργασίες, εξετάζεται αν το κτίσμα, εν όψει των διαστάσεων, της μορφής και της απόστασής του από το μνημείο, δύναται να επιφέρει άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο και στον περιβάλλοντα χώρο του. Προστατευόμενο δε στοιχείο των μνημείων και του περιβάλλοντος αυτά χώρου συνιστά και η ανεμπόδιστη θέασή τους, καθώς και ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, η οποία τελεί σε άμεση οπτική επαφή με τα μνημεία και είναι αναγκαία για την ανάδειξή τους. Η αιτιολογία της χορηγούμενης εγκρίσεως (άδειας) πρέπει να περιέχει: α) περιγραφή των προστατευτέων μνημείων, β) περιγραφή του προς εκτέλεση έργου και γ) τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των μνημείων, ενώ ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλει τους κατάλληλους όρους και περιορισμούς στη δόμηση, περιλαμβανομένου και του περιορισμού του ανωτάτου ύψους και του αριθμού των ορόφων, χωρίς να δεσμεύεται από τους όρους δόμησης που καθορίζονται είτε από γενικές ή ειδικές διατάξεις (σκ. 6). Τέλος, επανέλαβε τη νομολογία κατά την οποία οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται, αν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, με αιτιολογημενη πράξη αναφερομενη σε συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία, ενώ, εξ άλλου, νομική πλημμέλεια που επιτρέπει την ανάκληση συνιστά και η πλάνη περί τα πράγματα. Αντίθετα, η διαφορετική εκτίμηση των αυτών πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, λόγο ανακλήσεως, εκτός αν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία των αρχαιοτήτων, η συνδρομή του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Τέλος, κρίθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 του ΑΝ 261/1968 χρόνος μικρότερος της πενταετίας για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως θεωρείται πάντοτε εύλογος (σκ. 8). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι νομίμως το ΚΑΣ επανεξέτασε προηγούμενη γνωμοδότησή του, με την οποία είχε θεωρήσει ότι το εννεαώροφο κτίριο δεν βλάπτει την Ακρόπολη και ότι εντάσσεται αρμονικά στο δομημένο περιβάλλον της περιοχής, και πρότεινε την ανάκληση της χορηγηθείσας εγκρίσεως, εν όψει ιδίως του νέου στοιχείου της αυτοψίας των μελών του τόσο επί τόπου όσο και από τον Ιερό Βράχο, και της διαπίστωσης ότι το κτίριο υποβαθμίζει με το ύψος και τον όγκο του την Ακρόπολη, που αποτελεί μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, ενώ δεν εντάσσεται και στο περιβάλλον της περιοχής διότι είναι υψηλότερο των όμορων κτιρίων πλην ενός. Εν όψει τούτου, κρίθηκε ότι νομίμως η Υπουργός Πολιτισμού ανακάλεσε την προηγούμενη έγκρισή της, και δη εντός ευλόγου χρόνου μικρότερου των επτά μηνών, για τους ανωτέρω, δημοσίου συμφέροντος, λόγους της προστασίας των μνημείων και του περιβάλλοντος της περιοχής. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι νομίμως συνεκτιμήθηκε το σωρευτικό αποτέλεσμα από την ανέγερση ενός επί πλέον υψηλού και ογκώδους κτιρίου ως αρνητικός παράγοντας ένταξής του στην ήδη βεβαρημένη δομικώς περιοχή. Ως προς τον έλεγχο του ύψους του κτιρίου, κρίθηκε ότι εφ’ όσον το υπό ανέγερση κτίριο ευρίσκεται πλησίον μνημείου της Παγκόσμιας Κληρονομιάς και εντός αρχαιολογικού χώρου, ο έλεγχος του Υπουργού Πολιτισμού και του ΚΑΣ εκτείνεται σε όλα τα στοιχεία του κτιρίου, μεταξύ των οποίων και το ύψος, αδεσμεύτως από όρους δομήσεως που καθορίζονται είτε από γενικές διατάξεις (ΓΟΚ, ΝΟΚ) είτε από ειδικές διατάξεις για την προστασία αρχαιολογικών χώρων (ΠΔ της 19.2-5.3.1975 περί ελέγχου υψών γύρω από την Ακρόπολη). Περαιτέρω, λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο το ύψος του αρχικώς εγκριθέντος κτιρίου (31,70 μ.) είναι ανεκτό διότι υπολείπεται του ανώτατου ύψους κατ’ άρθρο 15 του ΝΟΚ (32 μ.), απερρίφθη διότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση ΣΕ 705/2020 Ολομ., εν προκειμένω δεν ισχύει το άρθρο 15 του ΝΟΚ αλλά το ΒΔ της 30.8-9.9.1955 «Περί όρων δομήσεως εν Αθήναις», το οποίο προβλέπει για την περιοχή ανώτατο υψος 21 μ. Στη συνέχεια, κρίθηκε ότι δεν υπάρχει παράβαση των αρχών της ισότητας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης εκ του ότι η Διοίκηση επέτρεψε σε άλλες περιπτώσεις την ανέγερση υψηλών κτιρίων στην περιοχή κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΓΟΚ 1985 και του ΝΟΚ, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία και, συνεπώς, ακόμη και αν η Διοίκηση κακώς εφήρμοσε τον νόμο σε άλλες περιπτώσεις, δεν υποχρεούται η ίδια ούτε τα Δικαστήρια να τον εφαρμόσουν κακώς και στο μέλλον. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός α) ότι το κτίριο δεν θα είναι ορατό από τα χαμηλά σημεία της Ακρόπολης λόγω της παρεμβολής οικοδομών επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αφού πάντως το κτίριο θα είναι ορατό από τους ευρισκόμενους επί του Ιερού Βράχου και β) ότι το ύψος του κτιρίου, λόγω κατωφέρειας του εδάφους, δεν υπερβαίνει το ύψος των οικοδομών στο μέτωπο της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, διότι κατ’αυτόν τον τρόπο αγνοείται το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, προς το οποίο πρέπει να προσαρμόζονται τα ύψη των οικοδομών. Τέλος κρίθηκε ότι η τυχόν οικονομική βλάβη της αιτούσας δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά θεμελιώνει, ενδεχομένως, εφ’ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δικαίωμα αποζημιώσεως από το αρμόδιο δικαστήριο (σκ. 10). Η ίδια η φύση των συγκεκριμένων περιπτώσεων καθώς και οι κραδασμοί των συζητήσεων αναδεικνύουν την πλήρη απουσία ενός πλαισίου χωροταξικής και πολεοδομικής τεκμηρίωσης περιοχών που μπορούν να υποδεχτούν ψηλά κτίρια. Επίσης, μάλλον διαμορφώνουν μια στρεβλή εικόνα για το ζήτημα των ψηλών κτιρίων εν γένει. Πράγματι η συζήτηση για την περιοχή του κέντρου και δη πλησίον του μνημείου της Ακρόπολης αδικεί την εκκίνηση μιας επιστημονικής συζήτησης για τα ψηλά κτίρια στην Αθήνα και τη χώρα που έχει καθυστερήσει. Πάντως, το ζήτημα των ψηλών κτιρίων δεν είναι μόνο ένα τεχνικό ή ένα εξειδικευμένο νομικό ζήτημα. Το θεσμικό πλαίσιο της ανέγερσης ψηλών κτιρίων πάντοτε πρέπει να ερευνάται υπό το πρίσμα και το ερώτημα «τι πόλεις θέλουμε». Ερώτημα που αξίζει να προσεγγίσουμε και από τη σκοπιά της νομικής επιστήμης. Στην παρούσα μελέτη καταγράφονται:

  • Η ιστορική εξέλιξη των ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα
  • Διεθνή παραδείγματα σχεδιασμού και πλαισίου για την χωροθέτηση ψηλών κτιρίων
  • Συμπεράσματα κατευθύνσεων για την προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα ενός πλαισίου για τα Ψηλά κτίρια.

2. Ψηλά κτίρια – Ορισμός

Ως ψηλό κτίριο νοείται «το κτίριο που έχει κυρίαρχο τον κατακόρυφο άξονά του και προεξέχει υπερβολικά πάνω από τα στοιχεία του περιβάλλοντός του».1 Ωστόσο, ο ορισμός του ψηλού κτιρίου δεν είναι απόλυτος καθώς ένα κτίριο 70 ορόφων, που στην Ευρώπη θεωρείται ψηλό, στην Ασία και την Αμερική θεωρείται μάλλον χαμηλό. Έτσι, ένας πιο σύγχρονος ορισμός περιγράφει τα ψηλά κτίρια ως «όλα εκείνα τα κτίρια που λόγω του ύψους τους, ξεχωρίζουν από τα γύρω τους και εντάσσονται σε μια ομάδα παρόμοιων κατασκευών ανά τον κόσμο». 2Σε κάθε περίπτωση η έννοια του ψηλού κτιρίου είναι σχετική αφού συνδέεται με το συνολικό σχεδιασμό τμημάτων της πόλης, με τα γειτονικά κτίρια, με το φυσικό ανάγλυφο, με τον ρόλο που καλείται να παίξει ένα ψηλό κτίριο, αλλά και με την ανάγκη διατήρησης γειτονιών χαμηλού ύψους και τη γειτνίαση με μνημεία.

Τον 21ο αιώνα παρατηρείται μια αναζωπύρωση του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ χωρών και εταιρειών για την κατασκευή του υψηλότερου κτιρίου. Οι ουρανοξύστες κατακλύζουν πολλές από τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, προσφέροντας ένα πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής νέων υλικών και μεθόδων σχεδιασμού. Η τάση της ανέγερσης ψηλών κτιρίων παγκοσμίως οφείλεται τόσο σε πολεοδομικά αίτια όσο και στο marketing των πόλεων. Έτσι, οι κυριότεροι λόγοι εξάπλωσης της «κατακόρυφης δόμησης» είναι:3 H επίτευξη υψηλής πυκνότητας και η αποτελεσματικότερη χρήση της αστικής γης, η δημιουργία επιπλέον αστικού χώρου, ο περιορισμός της αστικής διάχυσης και των μακρινών μετακινήσεων (συμπαγής πόλη), η εξασφάλιση ελεύθερων χώρων μέσα στον πυκνό αστικό ιστό, και Η δημιουργία της επιθυμητής εικόνας για την πόλη, η ενίσχυση της θέσης της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των πόλεων που αναδεικνύονται σαν τόποι οικονομικής δύναμης, ευρωστίας και γενικά επιτυχίας.

Από κοινωνικο-οικονομική άποψη, τα ψηλά κτίρια κοντά στο κέντρο της πόλης – κατά μία άποψη – φαίνεται να μειώνουν το κόστος διαβίωσης για τους κατοίκους της αφού οι καθ΄ ύψος περιορισμοί στη δόμηση με τη συνεπακόλουθη χαμηλή πυκνότητα στο κέντρο της πόλης έχουν σαν συνέπεια την αύξηση των εξόδων του κάθε νοικοκυριού προκειμένου είτε να διαμένει στο κέντρο είτε να μετακινείται σε αυτό από πιο απομακρυσμένες περιοχές.4

3. Ψηλά Κτίρια στην Ελλάδα – Η νομοθετική εξέλιξη

Στην Ελλάδα παρατηρείται το φαινόμενο όχι μόνο της μη κατασκευής ψηλών κτιρίων, αλλά και της πλήρους ανυπαρξίας οποιασδήποτε σχετικής συζήτησης, ακόμα και από την αρχιτεκτονική κοινότητα. Εξαίρεση αποτελεί το «Ελληνικό Συνέδριο Υψηλών Κτιρίων» που διοργάνωσε το ΤΕΕ το 19755 και στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερέστερα στη συνέχεια, τη σύντομη περίοδο «Ελεύθερης Δόμησης»6 που χτίστηκαν και τα μοναδικά ελάχιστα ψηλά κτίρια στην Ελλάδα. Μόνο πρόσφατα το σχετικό ενδιαφέρον έχει αναζωπυρωθεί με αφορμή τα ψηλά κτίρια που περιλαμβάνονται στα σχέδια αξιοποίησης μεγάλων ελεύθερων χώρων (Μητροπολιτικός Πόλος Ελληνικού-Αγίου Κοσμά, Ελαιώνας κ.λπ.). Σύμφωνα με τον Ν 858 της 6ης Σεπτεμβρίου 1917 (ΦΕΚ 191/7.9.1917) – «Περί κανονισμού του μεγίστου ύψους των ανεγειρόμενων οικοδομών», «Το μέγιστον ύψος των εις τας διαφόρους πόλεις του Κράτους ανεγειρομένων οικοδομών θέλει ορίζεται δια Β. Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του επί της Συγκοινωνίας Υπουργού, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου των Δημοσίων Έργων». Σε εφαρμογή του εκδόθηκε από την Οικοδομική Υπηρεσία της Αθήνας το βασιλικό διάταγμα της 27.11.1919 (ΦΕΚ 1, τεύχος Α, 3.1.1920) «περί μεγίστου επιτρεπόμενου ύψους οικοδομών», το οποίο ουσιαστικά εγκαινίαζε μια νέα περίοδο κρατικής παρέμβασης στον πολεοδομικό χώρο της Αθήνας μέσα από το συστημικό καθορισμό των κτιριακών υψών σε κάθε δρόμο του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης. Συγκεκριμένα ορίσθηκε ως μέγιστο ύψος οικοδομής τα 12/10 του πλάτους του δρόμου που βρισκόταν. Παράλληλα, στο άρθρο 3 του ανωτέρω ΒΔ ορίσθηκαν απόλυτα μέγιστα ύψη των κτιρίων της πόλης, ανεξάρτητα δηλαδή από το πλάτος του πλατύτερου και στενότερου δρόμου, που ήταν αντίστοιχα τα 22μ. και 10μ. Επιπλέον των μεγίστων υψών των κτιρίων, επιτράπηκε η κατασκευή ενός ακόμη ορόφου σε εσοχή 4μ. περίπου από την πρόσοψη, του γνωστού ως ρετιρέ. Τα ανωτέρω περιοριστικά μέτρα στην Αθήνα παρέμειναν σε ισχύ έως την 24.8.1922, οπότε εκδόθηκε νέο βασιλικό διάταγμα «περί τροποποιήσεως του από 27.11.1919 δια τας εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών οικοδομάς εκτελεστικάς του νόμου 858 Β. Διατάγματος». Το νέο διάταγμα επέβαλε ορισμένες διαφοροποίησεις στον υπολογισμό του μέγιστου ύψους στα κτίρια ανά τομέα της πόλης, και παράλληλα ανέβασε αισθητά τα επιτρεπόμενα μέγιστα απόλυτα κτιριακά ύψη από 22 σε 26 μέτρα. Συγκεκριμένα, εισήγαγε την έννοια του διαχωρισμού της πόλης σε 3 βασικές ζώνες υψών: τις Α, Β, και Γ. Στην ζώνη Α, που περιλάμβανε την κεντρική περιοχή της Αθήνας, με εξαίρεση τις περιοχές που γειτνίαζαν με αρχιτεκτονικά μνημεία, το μέγιστο ύψος κτιρίων καθορίζεται ως το 17,5/10 του πλάτους του δρόμου, το απόλυτο ύψος που θα προέκυπτε δεν θα έπρεπε να ήταν σε καμία περίπτωση μεγαλύτερο των 26 μ., ενώ παράλληλα το μέγιστο ύψος κτιρίων για στενούς δρόμους αυξήθηκε σε 12μ. Το 1923 εμφανίζεται ο νόμος για τις οικοδομικές προεξοχές (έρκερ). Αυτές ήταν κλειστές προεξοχές που μπορούσαν να φτάσουν σε πλάτος 1,40 μέτρα. Η διάταξη αυτή προήλθε από ανάλογη διάταξη που ίσχυε στο Βερολίνο, χωρίς φυσικά να ελεγχθεί αν παρόμοιες κατασκευές ταίριαζαν στις ελληνικές συνθήκες (πλάτος και προοπτική δρόμων, μορφολογία ανάλογη με το κλίμα). Μόλις το 1937 αναθεωρήθηκε ο θεσμός των έρκερ στα 40 εκ. Στις 3.4.1929, τρείς μήνες μετά την έκδοση του Ν 3741/29 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», εκδόθηκε το διάταγμα «περί γενικού οικοδομικού κανονισμού του Κράτους». Ο συσχετισμός του ΓΟΚ του 1929 με τον ιδιοκτησιακό νόμο 3741 είναι προφανής, εκτός από την χρονική σύμπτωση και για ένα πρόσθετο λόγο. Και στα δύο νομοθετήματα εισάγεται η γενίκευση σε ολόκληρη την χώρα των κανόνων που περιέχουν. Έτσι, το 1929 επιχειρείται γενική αναθεώρηση των ιδιοκτησιακών και κτιριοδομικών κανονισμών που στόχευε εκτός των άλλων, στην προώθηση του πολυώροφου κτιριακού τύπου, την πολυκατοικία. Στα άρθρα 88 έως 90 καθορίζονται τα επιτρεπόμενα μέγιστα ύψη των κτιρίων ανά τομέα πόλης. Με βάση τα νέα ύψη που αποφασίσθηκαν, το μέγιστο ύψος των οικοδομών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 23 μ. Σύμφωνα με το ΒΔ της 14.5.1934 – «Περί ύψους οικοδομών Αθηνών και Περιχώρων» , η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας διαιρέθηκε σε οκτώ τομείς με τις ενδείξεις Α, Β, Γ, κλπ., όπου ορίσθηκε διαφορετικό καθεστώς υψών ως εξής: — Για τον τομέα Δ, ύψος κτιρίου 20/10 του πλάτους δρόμου , μέγιστο ύψος 23 μ., ελάχιστο ύψος 14μ. — Στους τομείς Α, Δ, Ε και Ζ, επιπλέον του μεγίστου ύψους επιτράπηκε σε εσοχή η προσθήκη ενός ορόφου. Παράλληλα, σε ορισμένα τμήματα ορίσθηκαν μειωμένα απόλυτα μέγιστα ύψη κτιρίων για να προστατευθεί η θέα των λόφων της πόλης και των ιστορικών και αρχαιολογικών περιοχών της. Μερικές δεκαετίες αργότερα, εισήχθη από την Χούντα των Συνταγματαρχών ο Αναγκαστικός Νόμος 395/68 (ΦΕΚ-95/Α/4.5.1968) – «Περί του ύψους των οικοδομών και του συστήματος της ελευθέρας Δομήσεως», σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου «Η επίτευξις του κατά τας παρ. 1 και παρ. 3 του αρ. 1 του παρόντος μείζοντος συντελεστού δομήσεως γίνεται και δια καθ’ ύψος προσαυξήσεως των κτιρίων». Βάσει του νόμου αυτού κατασκευάστηκαν το 1971, ο Πύργος των Αθηνών στους Αμπελόκηπους, με ύψος 103 μέτρα και 28 ορόφους, και το 1972 ο Πύργος του Πειραιά, με ύψος 84 μέτρα και 22 ορόφους. Στον νόμο αυτό προβλεπόταν αύξηση του συντελεστή δόμησης με σκοπό καλύτερο φωτισμό, ηλιασμό και αερισμό του κτιρίου ως και καλύτερη αισθητική εμφάνισή του, αποφασίστηκε αύξηση 30% για συντελεστή δόμησης 2.00 και 20% για συντελεστή δόμησης 3.00· παράλληλα, δόθηκαν προσαυξήσεις στο μεγαλύτερο μέρος της «εντός σχεδίου» Αθήνας και σε όλες τις επαρχιακές πόλεις. Η σημαντική αύξηση της εκμετάλλευσης αποτέλεσε κίνητρο για μια χωρίς προηγούμενο ανοικοδόμηση. Στη συνέχεια, με το ΝΔ 1003/1971 για την ενεργό πολεοδομία, θεσπίζονταν σειρά προστατευτικών μέτρων (φοροαπαλλαγή, δάνεια και απαλλοτριώσεις) προς όφελος εταιριών που θα αναλάμβαναν ένα στεγαστικό πρόβλημα μεγάλης κλίμακας. Τέλος, με την αναμόρφωση του ΓΟΚ του 1955 με το νέο ΓΟΚ του 1973, ακολουθείται το προηγούμενο πλαίσιο, με ορισμένα πρόσθετα άρθρα πάνω στην ελεύθερη δόμηση και την ελεύθερη σύνθεση, που αποτελούν προέκταση του νόμου 395/1968. Ο κτιριακός τύπος της πολυκατοικίας συνεχίζει να παράγεται σχεδόν με τους ίδιους όρους, όσον αφορά το συνεχές σύστημα. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει έγκειται στο ότι εισάγει νόμους που ουσιαστικά δημιουργούν το πλαίσιο για την εμφάνιση των πύργων κατοικιών, οι οποίοι εμφανίζονται εκτός του παραδοσιακού κέντρου της πόλης, και δομούν ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο στον χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ελεύθερη δόμηση μέσα σε οικισμούς, αποτέλεσε η αναίρεση των περιορισμών για τον συντελεστή εκμετάλλευσης και η απόσταση από το όριο του οικοπέδου ανάγεται στα 2,50 μέτρα, δηλαδή 25εκ. για κάθε μέτρο ύψους του κτιρίου. Έτσι κτίριο 75 μέτρων μπορούσε να απέχει μόλις 21 μέτρα από τις γειτονικές πολυκατοικίες (σχέση 3,5:1) τη στιγμή που στο εξωτερικό ίσχυε η αναλογία 1:1 ή και χαμηλότερη. Όσο για τον συντελεστή δόμησης, οριζόταν μικτός στα 0.70 για τις νέες περιοχές. Εάν ληφθεί υπόψη ότι το 55% περίπου μιας έκτασης ήταν κοινόχρηστοι χώροι και δρόμοι, τότε ο σ.δ. φτάνει το 1.65 για τα καθαρά οικόπεδα. Στις δε περιοχές που ορίστηκαν προς ανάπλαση με μικτό σ.δ. 1.20, έφτασαν να κτίζονται τελικά με καθαρό συντελεστή 2.70 περίπου.

  1. Το μέγιστον ύψος των κτιρίων αναλόγως του υπό των κειμένων διατάξεων καθοριζομένου αριθμητικώς συντε λεστού δομήσεως των οικοπέδων καθορίζεται βάσει του ακολούθου πίνακος εφ’ όσον δι’ ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται άλλως.
  2. Το επί της γραμμής δομήσεως επιτρεπόμενον μέγιστον ύψος των κτιρίων αναλόγως του πλάτους της οδού καθο ρίζεται βάσει του κατωτέρω πίνακος.

 

 

 

 

 

4. Το συνέδριο του 1975

Το 1975 (7-9 Οκτωβρίου) έλαβε χώρα στην Αθήνα το Ελληνικό Συνέδριο Υψηλών κτιρίων που διοργάνωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Ήταν το πρώτο και το μοναδικό, μέχρι σήμερα, συνέδριο στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το ζήτημα των ψηλών κτιρίων σε μια εποχή που η συζήτηση διεθνώς είχε φουντώσει, με τη δημιουργία των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη, αλλά στην Ελλάδα με την δημιουργία ορισμένων ψηλών κτιρίων υπήρχε ο προβληματισμός για τη χρησιμότητα της ύπαρξης ή όχι αυτών των κτιρίων. Μέσα από τα πρακτικά αυτού του συνεδρίου – όσα ήταν διαθέσιμα από το αρχείο του ΤΕΕ – φαίνεται ως ένα βαθμό η προβληματική που είχε αναπτυχθεί εκείνη την εποχή σε σχέση με τα ψηλά κτίρια, τη χρησιμότητα τους γενικότερα και πιο ειδικά για τα ελληνικά δεδομένα.

5. Αρχιτεκτονικοί Διαγωνισμοί

Γνωστότερα παραδείγματα αποτελούν οι διαγωνισμοί για τα κτίρια διοικήσεως του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας (ΟΤΕ) και Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) σε ανάλογα οικόπεδα, οι συμμετοχές των οποίων παρατίθενται στα Αρχιτεκτονικά Θέματα ‘72. Και στις δύο περιπτώσεις οι συμμετοχές και τα βραβεία επιλέγουν την κατά ύψος ανάπτυξη των χρήσεων σε διάταξη πολυώροφου κτιρίου με πρόθεση την υπερσυγκέντρωση, την ελαχιστοποίηση των μετακινήσεων και την απελευθέρωση δημόσιου ελεύθερου χώρου περιμετρικά του κτιρίου. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί ο διαγωνισμός για το Εμπορικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων που παρατίθεται στα Αρχιτεκτονικά Θέματα του 1970. Οι λύσεις εδώ περιλαμβάνουν διαμόρφωση χώρων με ανάμειξη χρήσεων (πολυχώρος) όπως αγορά, εμπορικά καταστήματα, σταθμού αυτοκινήτων στην υποδομή, καθώς επίσης γραφεία και ξενοδοχεία στην ανωδομή, σε διατάξεις πύργων. Σημαντική είναι η πρόθεση μέσα από τη μελέτη και τη φροντίδα του σχεδιασμού να μην ενοχλείται η μνημειακή προοπτική της θέας της Ακρόπολης από την οδό Αθηνάς, εξαιτίας της ένταξης ψηλών διατάξεων. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ο προγραμματισμός και η πρόβλεψη υποδομών, που θα ήταν αναγκαίες από αυτή την υπερσυγκέντρωση χρήσεων (ανεφοδιασμός, προσβάσεις, στάθμευση, ενοποίηση πεζοδιαδρομών). Η εκκίνηση δόθηκε με το κτίριο της αλυσίδας ξενοδοχείων Hilton το 1963 στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας στο κέντρο της Αθήνας με ύψος 54 μέτρα (22 όροφοι). Στη συνέχεια το 1971 πραγματοποιείται το σχέδιο δύο πύργων στη λεωφόρο Κηφισίας που κράτησε μέχρι σήμερα την ονομασία «Πύργος των Αθηνών» ως το ψηλότερο κτίριο στα 103 μέτρα. Το συγκρότημα αυτό αποτελείται από δύο πύργους, ένα με 15 ορόφους και ένα με 28 ορόφους που εμφανώς κυριαρχεί στο αττικό τοπίο, και στους οποίους οργανώθηκαν χρήσεις γραφείων στους ορόφους και καταστήματα στα κατώτερα επίπεδα σε μία βάση όχι εμφανώς διακριτή από την κάτοψη του ψηλού κτιρίου που συνδέει τους δύο πύργους. Στο κτίριο αυτό γίνεται μια πρώτη αντιμετώπιση του τοιχοπετάσματος – είναι εκτενής η χρήση των ορθομαρμαρώσεων ως επικάλυψη στα φέροντα στοιχεία, που έρχονται να τονίσουν τον κατακόρυφο άξονα, ενώ η πλήρωση επιτυγχάνεται με υαλοπετάσματα. Την επόμενη χρονιά στη λεωφόρο Κηφισίας, στο ύψος του Αμαρουσίου υλοποιείται το νοσοκομειακό συγκρότημα «Υγεία» με την οργάνωση των κλινών σε πύργο 15 ορόφων με υποδομή μεγαλύτερης επιφάνειας 4 επιπέδων για χρήσεις υποδοχής, μονάδες εντατικής θεραπείας και χώρο στάθμευσης, καθώς και χρήση εστιατορίου στο ανώτερο επίπεδο. Το 1975 δύο συγκροτήματα πύργων κατοικιών ολοκληρώνονται στη λεωφόρο Μεσογείων (περιοχή Αγ. Παρασκευής) και στη λεωφόρο Αχαρνών (ύψος Πατησίων) με ανωδομή 18 ορόφων. Στη συνέχεια, το 1977 κτίζεται το κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής στη λεωφόρο Αλεξάνδρας με 16 ορόφους. Κατασκευαστικά επιλέγεται η οργάνωση κανάβου ορθομαρμαρώσεων ως επικάλυψη των τεσσάρων όψεων του ορθογωνικού κτιρίου. Δύο ακόμη παραδείγματα κατοικίας της ίδιας χρονιάς, ο πύργος στην οδό Ευτέρπης στο Χολαργό (17 όροφοι) και ο πύργος στην οδό Αγ. Λαύρας Πατησίων (16 όροφοι) με χρήσεις εμπορίου στα κατώτερα επίπεδα αποτελούν επανάληψη προηγούμενων ατυχών παραδειγμάτων. Ένα άλλο ψηλό κτίριο, αποτέλεσμα επιλογής κρατικού φορέα, ήρθε να στεγάσει το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης στη συμβολή των λεωφόρων Κατεχάκη και Μεσογείων το 1978. Το κτίριο αυτό, που αποτελείται από 18 ορόφους, έχει κατασκευαστεί πλήρως από εμφανές οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ συνθετικά είναι διακριτή μία σαφής οργάνωσης των πυρήνων κατακόρυφης επικοινωνίας, και των κοινόχρηστων χώρων σε διαχωρισμό με τους γραφειακούς χώρους. Το δεύτερο ψηλό κτίριο με χρήση ξενοδοχείου, υλοποιείται την ίδια χρονιά στη λεωφόρο Κηφισίας με την ονομασία President και φτάνει τα 68 μέτρα ύψος και διαθέτει 22 ορόφους. Στο ισόγειο διαμορφώνεται ζώνη υποδομής που έρχεται να στεγάσει την υποδοχή, χώρους καθιστικών και υπόγειας στάθμευσης, ενώ στο ανώτατο επίπεδο υπάρχει χώρος εστιατορίου με πισίνα και κήπο. Οι περιμετρικοί συνεχείς εξώστες, διαμορφώνουν οριζόντιες λευκές ζώνες, που έρχονται να τονίσουν τη διαφοροποίηση πλήρους –κενού. Ο πύργος του ΟΤΕ, στη λεωφόρο Κηφισίας (περιοχή Αμαρουσίου), ίσως αποτελεί το μόνο προϊόν αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για ψηλό δημόσιο κτίριο, που υλοποιήθηκε το 1979, έστω με μικρές παρεμβάσεις στη μελέτη εφαρμογής. Αποτελείται από 18 ορόφους, ένα κεντρικό πυρήνα εισόδου και κατακόρυφης επικοινωνίας και τρεις μπαταρίες γραφειακών χρήσεων διαμορφωμένες ακτινωτά στον πυρήνα. Από την ιστορική ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου προκύπτει ότι για την κριτική και την εξέλιξη των ψηλών κτιρίων καθοριστικός παράγοντας δεν ήταν η θέσπιση κανόνων για τον καθορισμό του πολεοδομικού μεγέθους του ύψους καθαυτή, αλλά το σύνολο των κανόνων που αφορούν σε όλα τα πολεοδομικά μεγέθη και τους περιορισμούς (συντελεστής δόμησης, συντελεστής κάλυψης, σύστημα δόμησης, απόσταση από το όριο, σχέση με πλάτους οδών, αρτιότητα οικοπέδων, ειδικοί κανόνες αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ενεργειακή αναβάθμιση και απόδοση, παραχώρηση σε κοινή χρήση ακάλυπτων χώρων του οικοπέδο, υποχρέωση αρχιτεκτονικών διαγωνισμών κτλ).

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Αθήνα, πέρα από τη συζήτηση πάνω σε τεχνικά ζητήματα (αντοχή σε σεισμό, κόστος κατασκευής, απαιτήσεις σε πυρασφάλεια, αερισμό, ενέργεια, κ.λπ.)7, οι προβληματισμοί και η έντονη επιφυλακτικότητα γύρω από την ανέγερση ψηλών κτιρίων σχετίζεται με τη σύνδεσή τους ιστορικά με τη δικτατορία, την αναγκαιότητα της διαφύλαξης του αττικού τοπίου και της θέας προς την Ακρόπολη, τους φόβους για την υπερβολική αύξηση της πυκνότητας, την επιβάρυνση της πολιτιστικής κληρονομιάς, τους υψηλούς Σ.Δ. αλλά και το χαμηλό ποσοστό πρασίνου ανά κάτοικο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. 8

Τα υλοποιημένα ψηλά κτίρια της Αθήνας έχουν δώσει ιδιαίτερο χαρακτήρα σε μερικά σημεία της Αθήνας, ειδικά σε οδικούς άξονες, όπως επί της Λεωφόρου Κηφισίας, στην Αθήνα και στο Μαρούσι, ή επί της οδού Πανόρμου. Τα σημεία αυτά διαφοροποιούνται σήμερα θετικά σε σχέση με τις περιοχές όπου δεν υπάρχουν ψηλά κτίρια και κυριαρχεί η ενιαία κτιριακή μάζα των πολυκατοικιών. Επιπλέον, πολλά από αυτά, κυρίως εκείνα που κτίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα κτίρια της αρχιτεκτονικής «γοήτρου» της μεταπολεμικής Ελλάδας, ενώ η αισθητική τους και οι συνθετικές τους αρετές 9 εξαίρονται συχνά.

6. Η περίπτωση του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού

Ειδικότερη μνεία αξίζει να γίνει σχετικά με την πρόταση για την ανέγερση ψηλών κτιρίων στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, όπως αυτή αναλύθηκε μέσω της απόφασης 29/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας – «Έγκριση του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού – Αγίου Κοσμά Περιφέρειας Αττικής». Όπως αναφέρεται και στην Απόφαση, σύμφωνα με την ΣΜΠΕ του έργου «η πολεοδομική – αρχιτεκτονική πρόταση για την άμεση περιοχή μελέτης έχει ως στόχο να αποτελέσει μία πρωτότυπη, βιώσιμη και σύγχρονη αστική πρόταση, ένα τοπόσημο στη μείζονα περιοχή της πρωτεύουσας, στην κλίμακα της Αττικής. Η κατασκευή των νέων κτηρίων προβλέπεται να φέρει στοιχεία τεχνικής καινοτομίας σε σχέση με το οικιστικό περιβάλλον των όμορων – τουλάχιστον – περιοχών ως προς το σχεδιασμό τους, τα ύψη, την οικολογική τους διάσταση και τα χρησιμοποιούμενα ανακυκλώσιμα υλικά […] ένα ψηλό κτήριο – τοπόσημο συμβάλλει στη δημιουργία μιας πολυ-λειτουργικής, συμπαγούς και συνεκτικής πόλης, ελαχιστοποιώντας το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί και ενισχύει μια ισχυρή ταυτότητα για κάθε ζώνη. Τα ψηλά κτήρια/τοπόσημα προτείνεται να είναι ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, προκειμένου να αποτελέσουν ιδιαίτερα «σημεία» της περιοχής, αναδεικνύοντας την υπερτοπικότητα των χρήσεων αφ’ ενός για το σύνολο της ανάπτυξης και αφ’ ετέρου για το σύνολο της Αττικής.». Παράλληλα, επισημαίνονται τα σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα που θα επιφέρει η ανέγερση των κτιρίων αυτών και η αναγνώρισή τους ως νέα αστική ανάπτυξη, λειτουργώντας καταλυτικά ως προς την προσέλκυση νέων επενδύσεων, την ενθάρρυνση ή ανάπτυξη των επιχειρήσεων υποστήριξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και εσόδων. Επισημαίνεται, εξάλλου, πως «τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε αδόμητες περιοχές που σχεδιάζονται εξ αρχής, αποτελεί σχεδιαστική αρχή να επιλέγεται η ανάπτυξη καθ’ ύψος, η απελευθέρωση μεγαλύτερων εκτάσεων και απόδοσή τους σε ελεύθερους χώρους, και, κατά συνέπεια, η δημιουργία τελικά ενός ποιοτικά αναβαθμισμένου οικιστικού περιβάλλοντος». Σύμφωνα με την Ολομέλεια του ΣτΕ, οι παρεκκλίσεις από τις πάγιες πολεοδομικές διατάξεις ως προς τα όργανα, τους όρους δόμησης, τη δυνατότητα κατασκευής υψηλών κτιρίων, τη διαδικασία και τις εν γένει προϋποθέσεις αξιοποίησης του ΜΠΕΑ, τις οποίες προβλέπει ρητώς ο Ν 4062/2012, ή χορηγεί εξουσιοδότηση για τη θέσπισή τους με προεδρικό διάταγμα, δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος («έντονου» κατά τη διατύπωση του νόμου) [πρβλ. ΠΕ 240/2017], το οποίο συνίσταται στη δημιουργία μητροπολιτικού πόλου πολλαπλών λειτουργιών εθνικής εμβέλειας και διεθνούς αναφοράς, στην κατασκευή και συντήρηση μητροπολιτικού πάρκου πρασίνου και αναψυχής στην Αττική και στην ίδρυση μητροπολιτικού πόλου ανάπτυξης στην περιοχή, με πολλαπλούς ειδικότερους στόχους που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αντιμετώπιση της οξείας οικονομική κρίσης, την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας, την καταπολέμηση της φτώχειας, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, τη μείωση του δημοσίου χρέους, την ανάδειξη της Αθήνας σε πολιτιστική μητρόπολη, σε τουριστικό πόλο διεθνούς ακτινοβολίας, σε σημαντικό κέντρο οικονομικής ανάπτυξης και επιχειρηματικότητας κ.ά., σύμφωνα και με το άρθρο 1 του Ν 4062/2012. Ενόψει των ανωτέρω, με το κανονιστικό διάταγμα έγκρισης του ΣΟΑ, που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν 4062/2012 μπορεί να επιτρέπεται η κατασκευή πολύ υψηλών κτιρίων ειδικής αρχιτεκτονικής σχεδίασης ή άλλων υψηλών κτιρίων πρωτότυπης αστικής ανάπτυξης ή και ειδικού κτιρίου εντός του μητροπολιτικού πάρκου πρασίνου και αναψυχής. Περαιτέρω, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται το ποσοστό της μέγιστης επιτρεπόμενης δόμησης στο σύνολο του ακινήτου, η μέγιστη επιτρεπόμενη κάλυψη ανά περιοχές και οι λοιποί όροι που προβλέπει για τα πολεοδομικά μεγέθη και τους περιορισμούς δόμησης ο Ν 4062/2012, ο καθορισμός των επιμέρους ζωνών, ο τρόπος κατανομής των συντελεστών δόμησης εντός των περιοχών και ζωνών και η εν γένει διαμόρφωση των πολεοδομικών μεγεθών στις ίδιες περιοχές και ζώνες, ανήκει στην ευχέρεια του κανονιστικού νομοθέτη. Και τούτο, διότι, κατά τον σκοπό των εξουσιοδοτικών διατάξεων, η ευχέρεια αυτή είναι αναγκαία λόγω του είδους και του σταδίου σχεδιασμού κατά την έγκριση του ΣΟΑ, της έκτασης της επέμβασης και των σύνθετων περιβαλλοντικών και πολεοδομικών στόχων που επιδιώκονται με το ΣΟΑ. Επισημάνθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι, σύμφωνα και με την ειδική μελέτη «Συσχετισμός των υψηλών κτιρίων με το “Αττικό τοπίο”», ο ιστορικός αστικός σχηματισμός με τα μνημεία αναφοράς που περιέχει δεν επηρεάζεται από τη δημιουργία κτιρίων μεγάλου ύψους σε εύλογη κατά περίπτωση απόσταση και ότι οι σχηματισμοί υψηλών κτιρίων με κατάλληλες διατάξεις χρησιμοποιούνται διεθνώς ως βασικά εργαλεία σχεδιασμού για την αναβάθμιση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος, ενώ, τέλος, και η Ειδική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων τάχθηκε με την έκθεσή της υπέρ της έγκρισης του ΣΟΑ. Κρίθηκε έτσι ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του σχεδίου, οι οποίες ορίζουν ρητώς ότι τα ψηλά κτίρια πρέπει να είναι ειδικής αρχιτεκτονικής κατασκευής, κατά το μέρος που επιτρέπουν την ανέγερση υψηλών κτιρίων στα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές ύψη, στοιχούν προς τις προαναφερθείσες κατευθύνσεις του νέου ΡΣΑ, τεκμηριώνονται επαρκώς και προτείνονται νομίμως. Επίσης, νομίμως προβλέπονται ήπιες επεμβάσεις στην ακτή, η αναβάθμιση της παραλίας και η δυνατότητα κατασκευής ενυδρείου, σε συνδυασμό άλλωστε και με την ευρύτερη ανάπλαση του Φαληρικού όρμου που έχει εγκριθεί.

Προβληματισμοί περί της αλλοίωσης του αθηναϊκού τοπίου και του χαρακτήρα των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς τέθηκαν από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και επισημάνθηκαν και στην απόφαση της Υπουργού Πολιτσμού και Αθλητισμού – ΥΠΠΟΑ/ ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΠΚΑΧΜΑΕ/Φ3/462107/30527/11713/3933/6.11.2017 με την οποία εγκρίθηκαν το ΣΟΑ και η ΣΜΠΕ του έργου «Ανάπτυξη του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού». 10Από τα πρακτικά του ΚΑΣ, κατόπιν των οποίων εκδόθηκε η ως άνω απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, προκύπτει ότι στη σχετική συνεδρίαση (36/3.10.2017) ορισμένα μέλη εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την έννοια και τη σημασία των υψηλών κτιρίων ως τοπόσημων, στη συνέχεια όμως κατά τη συζήτηση του θέματος τα λοιπά μέλη εξέφρασαν αμφιβολία αν ανήκει στο ΚΑΣ η αρμοδιότητα επιβολής όρων ως προς το ύψος των κτιρίων. Εν τέλει τα μέλη του ΚΑΣ ομόφωνα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο προβληματισμός ορισμένων μελών ως προς το ύψος των κτιρίων μπορεί και πρέπει να εκφραστεί όχι ως όρος, αλλά ως επιθυμία, δηλ. ως ευχή (βλ. σελ. 33 και 34 του ανωτέρω πρακτικού). Το ΣτΕ ωστόσο απεφάνθη ότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις του δικαστηρίου περί της παρέκκλισης από τις πάγιες πολεοδομικές διατάξεις αλλά και στις παρατηρήσεις σχετικά με τη νομιμότητα των διατάξεων του σχεδίου ως προς τα επιτρεπόμενα ύψη των κτιρίων, και δεδομένου του ότι με τους όρους του άρθρου 7 του σχεδίου και την υπογραφή του και από την Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, επιδιώκεται, επαρκώς, η προστασία των αρχαιοτήτων και μνημείων, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς διασφαλίζεται πλήρως με το σχέδιο διατάγματος.

7. Διεθνή Παραδείγματα

Από πλευράς πολεοδομικής οργάνωσης και χωροθέτησης των ψηλών κτιρίων, τα εφαρμοζόμενα σήμερα μοντέλα είναι κυρίως τρία:11 Το ευρωπαϊκό 1, που προβλέπει την σχετικώς ελεύθερη ανέγερση ψηλών κτιρίων ακόμη και εντός ή σε μικρή απόσταση από το ιστορικό κέντρο (χαρακτηριστικές περιπτώσεις το Λονδίνο και η Φρανκφούρτη). Το ευρωπαϊκό 2, που προβλέπει την απαγόρευση ανέγερσης υψηλών κτιρίων στην ευρύτερη περιοχή του ιστορικού κέντρου, την υπό όρους ανέγερσή τους σε μια ευρύτερη ζώνη και την πλήρη, χωρίς περιορισμούς ανάπτυξή τους, σε απόσταση από το ιστορικό κέντρο, αλλά με πλήρως σηματοδοτούμενη την σύνδεσή του με αυτήν (με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τη Défense στο Παρίσι). Το αμερικανικό και τα παράγωγά του, όπως της Άπω Ανατολής, των Εμιράτων κ.ά., που χαρακτηρίζεται από την ισχυρή διαφοροποίηση του οικονομικού κέντρου από την περιφέρεια, πράγμα όμως που στην περίπτωση των μεγάλων αμερικανικών πόλεων συμβαδίζει με την ιστορική εξέλιξή τους, σε αντίθεση με τα παράγωγα μοντέλα, ιδίως της Άπω Ανατολής, όπου η «εισβολή» των ουρανοξυστών στα ιστορικά κέντρα, στο φυσικό τοπίο και σε περιοχές παραδοσιακής κατοικίας, γίνεται με σχεδόν βίαιο τρόπο (χαρακτηριστικές περιπτώσεις η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, η Σαγκάη, το Χονγκ Κονγκ, το Τόκυο, το Ντουμπάι κ.ά.) Η περίπτωση της Αθήνας παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το Παρίσι, κυρίως λόγω της παρουσίας σημαντικών αρχαιολογικών χώρων στο ιστορικό κέντρο με κορύφωση, την Ακρόπολη.

Η περίπτωση της Γαλλίας12

Ιστορικό

Πολλοί πύργοι γραφείων ή διαμερισμάτων κατασκευάστηκαν μέσα ή γύρω από το Παρίσι κατά τη δεκαετία 1965-1975. Το κέντρο της πρωτεύουσας έχει πολύ λίγους πύργους που κατασκευάστηκαν κυρίως σε μικρές ομάδες (Μέτωπο του Σηκουάνα στο 15ο διαμέρισμα, Olympiades στο 13ο διαμέρισμα, πύργοι 10ου και 19ου διαμερίσματος). 13Το 2005 η σχετική τάση γνώρισε μια αναζωπύρωση σε ένα κλίμα κερδοσκοπίας και αρχιτεκτονικής καινοτομίας αλλά περιορίστηκε από την αστάθεια που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008. Η συζήτηση γύρω από τα ψηλά κτίρια στο Παρίσι αναβίωσε με την εκλογή του δημάρχου Bertrand Delanoë το 2001 με πολιτική βούληση του ίδιου, και συμμετοχή της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Atelier parisien d’urbanisme (APUR) της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Παρισιού, των γραφείων των δημάρχων και των εκλεγμένων συμβούλων του τεχνικού κόσμου της πόλης.

Το ζήτημα εισέρχεται επίσημα στη δημόσια συζήτηση στο πλαίσιο του νέου νόμου SRU14 και της εκπόνησης του νέου PLU του Παρισιού και συνδέεται, στον πολιτικό λόγο, με τις υψηλές τιμές των κατοικιών και των γραφειακών χώρων και την ανάγκη δυνατότητας οικοδόμησης κτιρίων μέχρι 50 μ. σε κάποιες γειτονιές της πόλης. Η ιδέα της κατασκευής πύργων μέχρι 200 μ. προτείνεται από τον δήμο στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ανάπτυξης ορισμένων ανοικοδόμητων ή δύσκολα οικοδομήσιμων περιοχών λόγω των έντονων οχλήσεων (όπως οι γειτνιάζουσες με την περιφερειακή οδό). Σύμφωνα με αυτή τη λογική οι πύργοι θα αποκαθιστούσαν τη χρηματοοικονομική ισορροπία προσφέροντας μεγάλους χώρους στις επιχειρήσεις αφού ο τριτογενής τομέας μπορεί ευκολότερα να χωροθετηθεί σε περιοχές με έντονη όχληση. Για λόγους πολιτικής απόκλισης, η κατάργηση των μέγιστων επιτρεπόμενων υψών δεν συμπεριλήφθηκε στο PLU του 2006. Ξεκίνησε, ωστόσο, ένας έντονος προβληματισμός για το θέμα στο πλαίσιο του οποίου ανατέθηκε σε μια ομάδα εργασίας η ανάλυση του θέματος των υψών από την άποψη του προσανατολισμού των κτιρίων, των αστικών μορφών, των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, την αρχιτεκτονική ποιότητα και την κατανάλωση ενέργειας. Η ομάδα συντάσσει μια λίστα γενικών κατευθύνσεων που χρησιμοποιούνται σαν προδιαγραφές για τη δεύτερη φάση εργασίας όπου πραγματοποιούνται εργαστήρια σε τρείς στρατηγικές περιοχές του Παρισιού (Porte de la Chapelle, Bercy, Massena-Bruneseau). Στη συνέχεια προστίθενται τρείς ακόμη περιοχές με τα εξής κριτήρια:

  • Είναι ανοικοδόμητες- Βρίσκονται στα περίχωρα του Παρισιού
  • Σε μέρη με έντονες οχλήσεις όπου είναι δύσκολο να χωροθετηθούν κατοικίες
  • Σε μέρη με υψηλό δυναμικό ανάπτυξης και ανάγκη αστικής ανανέωσης
  • Σε ανάγκη δημιουργίας μιας μάζας με όρους οικονομικής επιφάνειας, ή που βρίσκονται ήδη σε σχέδιο ανανέωσης ή πρόγραμμα ανάπτυξης, ή με έντονο αναπτυξιακό δυναμικό.

Σχεδιασμού (PADD) επιτρέπει την εξέταση μιας απλουστευμένης διαδικασίας αναθεώρησης του PLU για τους χώρους αυτούς. Η απλοποιημένη τροποποίηση του PLU απαιτεί τεκμηρίωση του δημοσίου συμφέροντος για την κατασκευή πύργου στην οικεία επικράτεια ενώ περιλαμβάνει διοικητικές διαδικασίες που εγκρίνονται με ψηφοφορία στο Συμβούλιο του Παρισιού. Η πρόταση «Σε αραιοκατοικημένες ή κακώς αστικοποιημένες περιοχές, ιδιαίτερα σε αυτές που βρίσκονται γύρω από το Παρίσι, η πολιτεία θα ενθαρρύνει, στις δημόσιες επιχειρήσεις σχεδιασμού, την έκφραση νέων αστικών και αρχιτεκτονικών μορφών προκειμένου να συνεχιστεί η ήδη πλούσια ιστορία της αρχιτεκτονικής του Παρισιού και να αποφευχθεί η σταδιακή μετατροπή της πόλης σε μουσειακή πόλη» που περιλαμβάνεται στο PLU-2006 (PADD) αποτελεί τη μοναδική κανονιστική μετάφραση του πολιτικού προσανατολισμού για την κατασκευή πύργων στο Παρίσι.15 Παρακάτω αναλύονται οι τρείς πραγματοποιημένες απλουστευμένες αναθεωρήσεις του PLU-2006 σε περιοχές όπου οι πύργοι έχουν αναγερθεί ή βρίσκονται υπό ανέγερση. Αποφάσεις απλοποιημένης αναθεώρησης του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου – PLU του Παρισιού (2006) που επέτρεψαν την ανέγερση υψηλών κτιρίων στα όρια του δήμου του Παρισιού:

Ι. Masséna-Bruneseau (13ο διαμέρισμα, αναθεώρηση PLU της 15ης και 16ης Νοεμβρίου 2010)
http://pluenligne.paris.fr/plu/sites-plu/site_statique_37/documents/772_Plan_Local_d_Urbanisme_de_P/773_Rapport_de_presentation/774_Rapports_de_presentation_de/C_RP_MASSENA_B-V01.pdf
Η περιοχή Masséna-Bruneseau αποτελεί μια από τις 8 ζώνες ανάπτυξης που ορίζονται στην «Συντονισμένη Ζώνη Ανάπτυξης» (ZAC) της Δυτικής Όχθης του Παρισιού που έχει σαν στόχο την εξισορρόπηση παραγόντων όπως οι μεγάλες υποδομές και η απασχόληση στο ανατολικό Παρίσι, όπως και το «άνοιγμα» του 13ου διαμερίσματος στο Σηκουάνα. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό λόγω της παρουσίας μεγάλων μεταφορικών υποδομών (οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο) και φιλοξενεί δραστηριότητες όπως το αμαξοστάσιο της κρατικής σιδηροδρομικής εταιρίας της Γαλλίας (SNCF), τον σταθμό κυκλοφοριακού ελέγχου της περιφέρειας, εγκαταστάσεις της δημοτικής υπηρεσίας καθαρισμού, σιλό τσιμέντου κ.λπ. ενώ οι όχθες του Σηκουάνα είναι κατειλημμένες από λιμενικές δραστηριότητες. Οι προγραμματιζόμενες παρεμβάσεις έχουν σαν στόχο τον ανασχεδιασμό μέρους του τοπικού οδικού δικτύου, την προσέλκυση της κατοικίας και των σχετικών με αυτή χρήσεων με ταυτόχρονη απομάκρυνση των οχλουσών δραστηριοτήτων, τη λειτουργική σύνδεση της περιοχής με τη γειτονική, του δήμου Ivry, και το «άνοιγμά» της στον Σηκουάνα. Αναφορικά με τη δόμηση, οι κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού είναι:

– Ενσωμάτωση ψηλών κτιρίων μέγιστου ύψους 50 ή 180 μέτρων ανάλογα με τη θέση τους.

– Αύξηση της επιτρεπόμενης δόμησης κατά περίπου 200.000 τ.μ. σε σύγκριση με την αρχικά προβλεπόμενη (ο τομέας Paris Rive Gauche δεν υπόκειται στους περιορισμούς των διατάξεων περί ανώτατου συντελεστή δόμησης. Η δυνατότητα οικοδόμησης καθορίζεται από τη συνολική πυκνότητα που καθορίζεται στον αναπτυξιακό προσανατολισμό του τομέα. Η συνολική πυκνότητα του τομέα αναμένεται να φτάσει το 1,9 κοντά σε αυτή των γειτονικών τομέων που είναι 1,7).

Έτσι, δημιουργήθηκαν οι υποζώνες «ΜΒ1» και «ΜΒ2», για τις οποίες προβλέπονται τα παρακάτω:

– H υποζώνη «ΜΒ1» προορίζεται να φιλοξενήσει κτίρια μέγιστου ύψους 180 μέτρων, που θα περιλαμβάνουν κυρίως οικονομικές δραστηριότητες (επιχειρηματικά/κτίρια γραφείων, ξενοδοχεία). Οριοθετείται από τον Σηκουάνα, το σιδηροδρομικό δίκτυο, την αναδιαμορφωμένη οδό Jean-Baptiste Berlier και το όριο του δήμου Ivry. Καλύπτει 9 εκτάρια (90 στρέμματα) και πρόκειται να φιλοξενήσει πολυώροφα κτίρια σε 4 καλά καθορισμένες νησίδες, όπως ορίζονται από το τοπικό οδικό δίκτυο.

– Η υποζώνη «ΜΒ2» προορίζεται να φιλοξενήσει κτίρια μέγιστου ύψους 50 μέτρων, που θα περιλαμβάνουν κυρίως κατοικίες (με τουλάχιστον το 50% αυτών για κοινωνική στέγαση, συνολικά περίπου 1.500 επιπλέον κατοικίες). Περιλαμβάνει τις νησίδες μεταξύ της οδού Jean-Baptiste Berlier και της λεωφόρου General Jean Simon, κοντά στο Σηκουάνα, τις νησίδες που βρίσκονται στο τέλος της λεωφόρου της Γαλλίας και, τέλος, της νησίδες μεταξύ του σιδηροδρομικού δικτύου, της λεωφόρου General Jean Simon και της λεωφόρου de la porte de Vitry, που καταλαμβάνουν το αμαξοστάσιο της SNCF. Καλύπτει 22 εκτάρια (220 στρέμματα).

Οι δύο υποζώνες μεταγράφονται εξολοκλήρου στη ζώνη Γενικών Αστικών Χρήσεων (UG) αλλά προβλέπονται τροποποιήσεις στις διατάξεις σχετικά με τη θέση των κατασκευών σε σχέση με τις σιδηροτροχιές, το μέγιστο ύψος των κατασκευών, την εξωτερική εμφάνιση των κτιρίων και τους ανοιχτούς και φυτεμένους χώρους.

Κτίρια κατασκευασμένα ή υπό κατασκευή:

MB1: Tours Duo του Jean Nouvel (υπό κατασκευή, 125 & 180μ. http://www.jeannouvel.com/projets/tours-duo/),

MB2: Tour de la biodiveriste (50μ. https://www.edouardfrancois.com/projects/tour-de-la-biodiversite), Tour “Home” (50μ. https://www.hamonic-masson.com/Batiment-Home-ZAC-Massena-Paris-XIII?lang=fr)

ΙΙ. Clichy-Batignolles (17ο διαμέρισμα, αναθεώρηση PLU της 11ης και 12ης Ιουλίου 2011)

http://pluenligne.paris.fr/plu/sites-plu/site_statique_37/documents/772_Plan_Local_d_Urbanisme_de_P/773_Rapport_de_presentation/774_Rapports_de_presentation_de/C_RP_REV_CB-V01.pdf

Η «Συντονισμένη Ζώνη Ανάπτυξης» (ZAC) Clichy Batignolles βρίσκεται στα βορειοανατολικά του 17ου διαμερίσματος. Η ευρύτερη περιοχή εμβαδού 540 στρεμμάτων, που περιλαμβάνει τις ZAC Cardinet Chalabre και Clichy Batignolles καθώς και μια έκταση δυτικά του σιδηροδρομικού δικτύου (τομέας Saussure), αποτελεί μια από τις ελάχιστες ευκαιρίες ανάπτυξης για το Παρίσι λόγω του μεγάλου αριθμού κατοικιών που μπορεί να φιλοξενήσει, του μητροπολιτικής σημασίας πάρκου 100 στρεμμάτων που σχεδιάζεται στο κέντρο της και των ευκαιριών διασύνδεσης του Παρισιού με το γειτονικό δήμο του Clichy που προσφέρει. Η τροποποίηση του PLU έχει σαν στόχο τη δημιουργία μιας γειτονιάς μικτών λειτουργιών, που συνδυάζει οικονομικές δραστηριότητες, κοινωνική και ιδιωτική κατοικία, δημόσιες υπηρεσίες και καταστήματα.

Η αναθεώρηση του PLU πραγματοποιείται:

– Για να καταστεί δυνατή η χωροθέτηση του νέου Δικαστικού Μεγάρου16 βόρεια της λεωφόρου Berthier με μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος τα 160 μ. Για τον σκοπό αυτό, οι ζώνες Γενικών Αστικών Χρήσεων (UG) και Μεγάλων Αστικών Υπηρεσιών (UGSU) τροποποιούνται στο βορρά και δημιουργείται η υποζώνη «Berthier Nord» όπου ορισμένοι κανόνες υπόκεινται σε ειδικές διατάξεις που επιτρέπουν την απελευθέρωση της αρχιτεκτονικής σύνθεσης που ορίζουν το συνηθισμένο μοντέλο στο Παρίσι.

– Για να αυξηθεί το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων κατοικίας στα 50 μ. 17(έναντι των 37 μ.), νότια της λεωφόρου Berthier, προκειμένου να αποφευχθεί η αντιμετώπισή τους σαν ένας συμπαγής όγκος και να επιτραπεί μεγαλύτερη ποικιλία στις αστικές μορφές που θα πλαισιώνουν το πάρκο. Ανάλογα με το πλάτος του δρόμου, τα κτίρια εντός των δύο ZAC μπορούν να έχουν ύψος: 1) ίσο με το ανώτατο επιτρεπόμενο από το PLU, 2) μέχρι 28 μ., 3) μέχρι 20 μ.

Το νέο Δικαστικό Μέγαρο από τον Renzo Piano http://www.rpbw.com/project/paris-courthouse
Λοιπά κτίρια http://www.didierfavre.com/Batignolles-2016.php

ΙΙΙ. Porte de Versailles (15ο διαμέρισμα, αναθεώρηση PLU της 8ης, 9ης και 10ης Ιουλίου 2013)

http://pluenligne.paris.fr/plu/sites-plu/site_statique_37/documents/772_Plan_Local_d_Urbanisme_de_P/773_Rapport_de_presentation/774_Rapports_de_presentation_de/C_RP_TRIANGLE-V01.pdf

Η περιοχή Porte de Versailles βρίσκεται στη συμβολή των λεωφόρων Victor και Lefebvre σε μια από τις πύλες πρόσβασης στο κεντρικό Παρίσι όπου υπάρχει το Εκθεσιακό Κέντρο του Παρισιού έκτασης 350 περίπου στρεμμάτων που φιλοξενεί 8 εκθεσιακούς χώρους. Η περιοχή αποτελεί στρατηγικό τομέα οικονομικής ανάπτυξης για την πρωτεύουσα λόγω του Εκθεσιακού Κέντρου που φιλοξενεί εμβληματικές εκδηλώσεις προσελκύοντας περίπου 7 εκατομμύρια επισκεπτών κάθε χρόνο. Επιχειρείται, έτσι, η ισχυροποίησή του ώστε να καταστεί πιο ανταγωνιστικό στον τομέα των συνεδρίων, των εκθέσεων και των μεγάλων εκδηλώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η αναθεώρηση πραγματοποιείται:

– Για να καταστεί δυνατή η χωροθέτηση του πύργου Triangle18, πυραμοειδούς σχήματος, ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους 180 μ. κατά μήκος της λεωφόρου Ernest Renan

– Για την δημιουργία δημόσιου κήπου έκτασης περίπου 8 στρεμμάτων κατά μήκος της λεωφόρου Victor

Οι σχετικές τροποποιήσεις αφορούν:

– Στην τροποποίηση των ζωνών της περιοχής ώστε ο χώρος που καλύπτεται από τον πύργο και τον κήπο να περιληφθεί σε ζώνη Γενικών Αστικών Χρήσεων (UG) [από ζώνη Μεγάλων Αστικών Υπηρεσιών (UGSU)] προκειμένου να επιτραπούν οι οικονομικές δραστηριότητες -γραφεία, καταστήματα- και η δημιουργία χώρων πρασίνου

– Για τον χώρο που καλύπτεται από τον πύργο, στη δημιουργία ενός τομέα όπου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις σχετικά με το συντελεστή δόμησης19 (COS), και που υπόκειται σε ειδικές διατάξεις αναφορικά με i) τη θέση των κατασκευών σε σχέση με τις σιδηροτροχιές, ii) το μέγιστο ύψος κατασκευών και iii) την εξωτερική εμφάνιση των κατασκευών.

– Καταχώρηση της περιμέτρου δύο εγκαταστάσεων συλλογικού ενδιαφέροντος (P 15-17) και μιας τοποθεσίας δημιουργούμενου πράσινου χώρου (P 15-16) κατ’ εφαρμογή του άρθρου L. 123-2-c του κώδικα πολεοδομίας20

Ο πύργος, συνολικής επιφάνειας 92.500 τ.μ. πρόκειται να φιλοξενήσει γραφεία μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών (88.400 τ.μ.), καταστήματα στο ισόγειο (1.500 τ.μ.) και χώρους προσβάσιμους από το κοινό (χώρος για την πρώιμη παιδική ηλικία, αίθριο – 2.600 τ.μ.) και αναμένεται να προσφέρει περίπου 5.000 νέες θέσεις εργασίας (3% επιπλέον θέσεις εργασίας στο 15ο διαμέρισμα) Tour Triangle, 42 ορόφων, ύψους 180μ. http://tour-triangle.com/

Συμπεράσματα από το γαλλικό παράδειγμα. Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στις αποφάσεις αναθεώρησης. Κάθε απόφαση αναθεώρησης περιλαμβάνει τις παρακάτω ενότητες:

– Ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης

– Παρουσίαση του έργου και αιτιολόγηση του δημοσίου συμφέροντος χαρακτήρα του

– Αιτιολόγηση των μεταβολών σε υφιστάμενες ζώνες, κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού

– Αξιολόγηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον

– Συμβατότητα με τον υπερκείμενο σχεδιασμό και επιμέρους τομεακά σχέδια

Με την αναθεώρηση του PLU επιτυγχάνονται αλλαγές στις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και όρους και περιορισμούς δόμησης (μεταβολές ζωνών και τροποποίηση των διατάξεων που ισχύουν σε αυτές όπως μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κατασκευών, χωροθέτηση κτιρίου στο οικόπεδο, εξωτερική εμφάνιση κατασκευών, και δημιουργία νέων τομέων όπου δεν ισχύουν οι διατάξεις περί μέγιστου συντελεστή δόμησης κ.λπ.).

Τέλος, αναδεικνύεται από την ανάλυση στα προηγούμενο κεφάλαιο ότι τα ψηλά κτίρια στο Παρίσι παρουσιάζουν τα εξής χαρακτηριστικά:

– Εντάσσονται σε έναν ευρύτερο προγραμματισμό που λαμβάνει υπόψη την πολεοδομική και κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της περιοχής.

– Εντάσσονται σε έργα για τα οποία τεκμηριώνεται ο χαρακτήρας δημοσίου συμφέροντος.

– Χωροθετούνται σε περιοχές στα όρια του δήμου του Παρισιού, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόσταση από το Κέντρο του.

– Σχεδιάζονται σαν τοπόσημα περιοχών, συχνά στις πύλες της πόλης και με στόχο να τονίσουν σημαντικές οδικές χαράξεις.

– Δεν σχηματίζονται «περιοχές πύργων». Επιχειρείται μια ποικιλομορφία στο τοπίο με κτίρια διαφορετικών υψών.

– Περιλαμβάνονται σε έργα που υλοποιούνται σε περιοχές με έντονα πολεοδομικά και κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα ή περιοχές με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης. Περιοχές που συχνά είναι ήδη ενταγμένες σε ευρύτερες «Συντονισμένες Ζώνες Ανάπτυξης».

– Περιλαμβάνονται σε έργα που παρουσιάζουν συμβατότητα με το Περιφερειακό Σχέδιο (SDRIF) και επιμέρους τομεακά σχέδια όπως το Σχέδιο Αστικών Μετακινήσεων της Περιφέρειας (PDU), το Τοπικό Στεγαστικό Πρόγραμμα (PLH) και το Γενικό Σχέδιο Ανάπτυξης και Διαχείρισης του Σηκουάνα (SDAGE).

– Επιχειρείται ένας διάλογος ανάμεσα στα έργα που αναπτύσσονται σε γειτονικούς δήμους.

Επίσης, βαρύτητα δίδεται στους εξής παράγοντες:

  • Ποσοστό πρασίνου στην περιοχή (μ2/κάτοικο) και λοιποί περιβαλλοντικοί παράγοντες: σύσταση εδάφους, κίνδυνος πλημμύρας, σεισμικότητα, κατανάλωση ενέργειας.
  • Δημόσιες μεταφορές, κυκλοφορία, στάθμευση.
  • Οικονομική ανάπτυξη τομέα: νέες θέσεις εργασίας/πυκνότητα εργαζομένων ανά εκτάριο, οικονομική ελκυστικότητα περιοχής.
  • Αστική συνέχεια, λειτουργική διασύνδεση περιοχών/δήμων.
  • Νέες κατοικίες με τουλάχιστον το 50% αυτών για κοινωνική στέγαση (οικογένειες, φοιτητές, νέοι εργαζόμενοι).
  • Σκίαση και φυσικός φωτισμός των γύρω κτιρίων.
  • Σεβασμός των ζωνών προστασίας της θέας.
  • Σεβασμός του Σχεδίου για το κλίμα της πόλης του Παρισιού (50 kwh/m2/έτος).

– Για τα κτίρια κατοικίας το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος δεν υπερβαίνει τα 50 μ. ώστε να μπορούν να χρηματοδοτηθούν για κοινωνική στέγαση.

– Για κτίρια γραφείων δεν έχει επιβληθεί a priori όριο αλλά ένα καλό ύψος είναι από 150-200 μ.

– Έχουν μια δημόσια ή ημι-δημόσια εικόνα. Ιδανικό είναι να υπάρχει στο ισόγειο εμπόριο και οι όροφοι να είναι προσβάσιμοι για το κοινό τουλάχιστον για σεμινάρια και συνέδρια.

– Πρέπει να είναι βιώσιμα από άποψη χρήσης. Να μπορούν μελλοντικά να φιλοξενήσουν διαφορετική χρήση από αυτή για την οποία αρχικά κατασκευάστηκαν.

Διάκριση των επιπέδων σχεδιασμού

Όσον αφορά στα εργαλεία χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού στη Γαλλία οι κατευθύνσεις και το κανονιστικό πλαίσιο σε πολεοδομικό επίπεδο ενσωματώθηκαν στα παρακάτω επίπεδα και σχέδια.

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

– Περιφερειακό Σχέδιο του Παρισιού – Schema directeur de la region Ile-de-France (SDRIF).

– Σχέδιο Αστικών Μετακινήσεων της Περιφέρειας – Plan des Déplacements Urbains de l’Ile de France (PDU).

– Τοπικό Στεγαστικό Πρόγραμμα – Programme Local de l’Habitat (PLH).

– Γενικό Σχέδιο Ανάπτυξης και Διαχείρισης του Σηκουάνα – Schéma Directeur d’Aménagement et de Gestion des Eaux du bassin de la Seine (SDAGE).

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

– Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Παρισιού – Plan local d’ urbanisme (PLU) de Paris.

– Σχέδιο Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κατευθυντήριες Γραμμές Σχεδιασμού (PADD).

– Ζώνες Συντονισμένης Ανάπτυξης – Zone d’Aménagement Concerté (ZAC).

8. Ένα νέο πεδίο σχεδιασμού για τα ψηλά κτίρια στην Αθήνα

Ελλάδα – Αθήνα.

Διάκριση των επιπέδων σχεδιασμού

Σε μια προσπάθεια αντίστοιχης καταγραφής και ανάλογου επιπέδου ρυθμίσεων στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα θα καταχωρίζαμε αντίστοιχα τα σχέδια που μπορούν να «υποδεχτούν» κατευθύνσεις και στη συνέχεια ρυθμίσεις κανονιστικού περιεχομένου ως εξής:

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

– Ρυθμιστικό Σχέδιο Αττικής.

– Περιφερειακό Σχέδιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ).

– Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών – ΣΔΛΑΠ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ.

– Τοπικό Χωρικό/Πολεοδομικό Σχέδιο – ΤΧΣ.

– Σχέδιο Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης – ΣΟΑΠ.

– Ειδικά Χωρικά/Πολεοδομικά Σχέδια – ΕΧΣ.

Συνθέτοντας ένα νέο πεδίο σχεδιασμού

Παρότι στο Παρίσι ο σχεδιασμός για τα ψηλά κτίρια ξεκίνησε από το δημοτικό επίπεδο με πολιτική βούληση του δημάρχου Delanoë και στη συνέχεια έγιναν προσπάθειες εναρμόνισής του με τον υπερκείμενο σχεδιασμό, στην περίπτωση της Αθήνας προτείνουμε ένα πλαίσιο σχεδιασμού χωροταξικού επιπέδου που λαμβάνει υπόψη εξαρχής όλους τους κρίσιμους παράγοντες σε ολόκληρη την περιφέρεια Αττικής.

Το νέο πεδίο σχεδιασμού για τα ψηλά κτίρια στην Αθήνα θα μπορούσε είτε να ενσωματωθεί στις κατευθύνσεις του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αττικής είτε να αποτελέσει ανεξάρτητο σχέδιο χωροταξικής κλίμακας που θα αντλεί από τα υπάρχοντα σε χωροταξικό και πολεοδομικό επίπεδο, από κανονισμούς και οδηγίες και από υπάρχουσες και εκπονούμενες επί τούτου μελέτες.

Από την εμπειρία του παρισινού παραδείγματος γίνεται σαφές ότι το πλαίσιο σχεδιασμού για τα ψηλά κτίρια πρέπει να παρουσιάζει συμβατότητα τόσο με το σχεδιασμό σε περιφερειακό επίπεδο όσο και με τομεακούς σχεδιασμούς σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο. Οι σημαντικότεροι τομείς στους οποίους δίδεται βαρύτητα είναι η γεωμορφολογία, οι μεταφορές, η πολιτιστική κληρονομιά και το αστικό τοπίο εν γένει.

Έτσι, το νέο πλαίσιο σχεδιασμού, πέρα από τα δεδομένα και τις κατευθύνσεις που θα αντλεί από το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα ακόλουθα:

– Γεωμορφολογία

Το Γεωλογικό Χάρτη της Αττικής21, τους Χάρτες Επικινδυνότητας και Χάρτες Κινδύνων Πλημμύρας Αττικής22 και το Σχέδιο Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Αττικής23, το Χάρτη Ζωνών Σεισμικής Επικινδυνότητας Ελλάδος24, σχετικές μελέτες όπως και το Περιφερειακό Σχέδιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ) της Αττικής.

– Μεταφορές

Στον τομέα των μεταφορών, η βαρύτητα, στο παράδειγμα του Παρισιού, δίδεται στην προσβασιμότητα των περιοχών ανέγερσης υψηλών κτιρίων από τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και στην ρύθμιση του κυκλοφοριακής επιβάρυνσης της περιοχής λόγω των νέων αναπτύξεων. Έτσι, το νέο πλαίσιο σχεδιασμού θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τυχόν υπάρχοντα Σχέδια Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας – ΣΒΑΚ των δήμων της Αττικής, Δίκτυα και Σχεδιασμούς των Αττικό Μετρό ΑΕ και ΟΑΣΑ ΑΕ, σχετικές μελέτες.

– Αστικό Τοπίο

Το άρθρο 6 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού «Προστασία Αρχιτεκτονικής και Φυσικής Κληρονομιάς».

Το άρθρο 10 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού «Κίνητρα για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε πυκνοδομημένες και αστικές περιοχές».25

Το άρθρο 15 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού «Ύψος κτιρίου-αφετηρία μέτρησης υψών-πλάτος δρόμου».

Οδηγίες από παγκόσμιους οργανισμούς για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς – UNESCO, ICOMOS.

Ειδικότερα για τον εντοπισμό των κατάλληλων προς ανέγερση ψηλών κτιρίων περιοχών, πέρα από τα παραπάνω, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τυχόν υπάρχοντα Σχέδια Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ) και Ειδικά Χωρικά Σχέδια (ΕΧΣ) που είναι πιθανό να αναφέρονται σε προβληματικές περιοχές που χρήζουν αναμόρφωσης ή περιοχές με λανθάνον αναπτυξιακό δυναμικό. Για το σκοπό αυτό, ωστόσο, θα χρειαστεί ειδική μελέτη/εργαστήρια που θα αναδείξουν τόσο τις καταλληλότερες περιοχές όσο και τη βέλτιστο σχέδιο για καθεμιά από αυτές.

Οι κατευθύνσεις του νέου πλαισίου για τη ψηλά κτίρια θα μπορούσαν να μεταφέρονται στην πολεοδομική κλίμακα στο Τοπικό Χωρικό Σχέδιο του κάθε δήμου μέσα από ένα κείμενο-παράρτημα του ΤΧΣ που θα το συνδέει με τις χωροταξικές κατευθύνσεις στα πρότυπα του γαλλικού «Σχεδίου Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κατευθυντήριων Γραμμών Σχεδιασμού».

Περαιτέρω, ειδικά για τον Ελλαδικό χώρο και την Αθήνα πράγματι παραλλήλως πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα της γεωλογικής καταλληλότητας των περιοχών που μπορούν να υποδεχτούν ψηλά κτίρια. Πεδίο ειδικό που απαιτεί ειδική ανάλυση και έρευνα. Σε κάθε περίπτωση σε διεθνές επίπεδο έχουν καταγραφεί διαφορετικοί και ασφαλείς μέθοδοι θωράκισης.

9. Βιβλιογραφία

Ελληνικόν συνέδριον υψηλών κτιρίων (1975: Αθήνα)

Αίσωπος Γιάννης, Στοιχεία του σύγχρονου αττικού τοπίου, Κ. Ντάφλος & Χ. Κάμπαρη (επιμ.) Η μετάβαση της Αθήνας, εκδ. Futura, Αθήνα, 2005

– Βανδώρος Αλέξιος, Κτίζοντας ψηλά, προς μια «νέα» Ελλάδα, Ενημερωτικό δελτίο ΤΕΕ, 16/3/2009, τ. 2528, σ. 23-24 http://portal.tee.gr/portal/page/portal/press/ENHMEROTIKO_DELTIO/ED-YEAR-2009/ED2528/2528_EPONYMOS.pdf

– Βανδώρος Αλέξιος, Τα ψηλά κτήρια στην Ελλάδα, greekarchitects.gr, 9/2/2007

– Δραγώνας Πάνος, «Ο Πύργος και η Πλάζα. Η αστική διάσταση της αρχιτεκτονικής του Ι. Βικέλα», Ι. Βικέλας, Αθήνα, Καπόν, 2010

– Λοϊζος Αλέξανδρος, Υψηλά κτίρια και περιβάλλον, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_loizos.pdf

– Μαρσέλος Σωτήριος, Αθήνα μια σύγχρονη μεγαλούπολη, greekarchitects.gr, 19/6/2007

– Παπαγεωργίου – Βενετάς Αλέξανδρος, Αθηνών αγλάισμα. Εξέλιξη, προβλήματα και μέλλον του αθηναϊκού τοπίου, Ερμής, Αθήνα, 1999

– Παπαδάμ Ευθυμία, Πιθανά σφάλματα αρχιτεκτονικής συνθέσεως εις τα υψηλά κτίρια, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_papadam.pdf

– Σαρηγιάννης Γεώργιος, Πολυώροφοι πύργοι. Λύση ή μια ακόμη καταστροφή της Αθήνας, greekarchitects.gr, 27/8/2010

– Τομπάζης Αλέξανδρος, κ.ά., Συγκρότημα διαμερισμάτων στη Κηφισιά Υψηλή δόμηση για κατοικίες, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_tobazis.pdf

– Τριποδάκης Δημήτριος, Της δομήσεως υψηλών κτιρίων αναγκαία προηγούμενη γενικότερη θεώρησις της περιοχής, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_tripodakis.pdf

– Χαρίσης Βασίλης, Τα ψηλά κτήρια στον ελληνικό χώρο. Μια θεώρηση μέσα από την ελληνική παράδοση, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_harisis.pdf

– Φεσσά – Εμμανουήλ Ελένη, «Αρχιτεκτονική επίσημη και γοήτρου στη μεταπολεμική Ελλάδα: 1945-1975», θέματα χώρου + τεχνών, Αθήνα, 15/1984

1 Χαρίσης Β., Τα ψηλά κτήρια στον ελληνικό χώρο. Μια θεώρηση μέσα από την ελληνική παράδοση, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_harisis.pdf

2 Μαρσέλος Σ., Αθήνα μια σύγχρονη μεγαλούπολη, greekarchitects.gr, 19/6/2007 https://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:NBPKadyWesUJ, https://www.greekarchitects.gr/gr/%25CE%25B1%25CF%2581%25CF%2587%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25B5%25CE%25BA%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B5%25CF%2582-%25CE%25BC%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25B5%25CF%2582/%25CE%25B1%25CE%25B8%25CE%25AE%25CE%25BD%25CE%25B1-%25CE%25BC%25CE%25B9%25CE%25B1-%25CF%2583%25CF%258D%25CE%25B3%25CF%2587%25CF%2581%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25B7-%25CE%25BC%25CE%25B5%25CE%25B3%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25BF%25CF%258D%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25BB%25CE%25B7-id3366+&cd=2&hl=el&ct=clnk&gl=gr

3 Glauser, A. (2016). Contested Cityscapes: Politics of Vertical Construction in Paris and Vienna. In Teixeira Lopes João & Hutchison, Ray (Eds.), Public Spaces: Times of Crises and Change (Vol. 15, pp. 221–251). Bingley: Emerald.

4 Bertaud Α. & Brueckner J. K., «Analyzing building-height restrictions: predicted impacts and welfare costs», Regional Science and Urban Economics, Volume 35, Issue 2, 2005, pp. 109-125 και Chengri Ding, «Building height restrictions,land development and economic costs», Land Use Policy, Volume 30, Issue 1, 2013, pp. 485-495, διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/271616416_Building_height_restrictionsland_development_and_economic_costs

5 Βλ. σχετικά παρακάτω. Τα περιεχόμενα του Συνεδρίου είναι διαθέσιμα στο http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_contents.htm

6 Με τον ΑΝ 395/68 της ελεύθερης δόμησης αποφασίστηκε αύξηση 30% για Σ.Δ. 2.00 και 20% για Σ.Δ. 3.00, βλ. αναλυτικά παρακάτω.

7 Βανδώρος Α., Συνέντευξη με το Θάνο Στασινόπουλο, greekarchitects.gr, 18/12/2008 https://www.greekarchitects.gr/gr/%CF%84%CE%B1-%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%B1-%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%B1/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF-id1908

88 . Σαρηγιάννης Γ., Πολυώροφοι πύργοι. Λύση ή μια ακόμη καταστροφή της Αθήνας, greekarchitects.gr, 27/8/2010 https://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:Wsl-UOQRqXIJ, https://www.greekarchitects.gr/gr/%25CE%25B1%25CF%2581%25CF%2587%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25B5%25CE%25BA%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B5%25CF%2582-%25CE%25BC%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25B5%25CF%2582/%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25BB%25CF%2585%25CF%258E%25CF%2581%25CE%25BF%25CF%2586%25CE%25BF%25CE%25B9-%25CF%2580%25CF%258D%25CF%2581%25CE%25B3%25CE%25BF%25CE%25B9-id3329+&cd=1&hl=el&ct=clnk&gl=gr

99 . Δραγώνας Π., «Ο Πύργος και η Πλάζα. Η αστική διάσταση της αρχιτεκτονικής του Ι. Βικέλα», Ι. Βικέλας, Αθήνα, Καπόν, 2010, σσ. 16-19 και Φεσσά – Εμμανουήλ Ε., «Αρχιτεκτονική επίσημη και “γοήτρου” στη μεταπολεμική Ελλάδα: 1945-1975», θέματα χώρου + τεχνών, Αθήνα, 15/1984, σσ. 34-73.

10 «Σε κάθε περίπτωση το υπέρμετρο ύψος δεν συνάδει με την ύπαρξη αρχαιοτήτων και το ιστορικό αττικό τοπίο και κρίνεται σκόπιμο να επανεξεταστούν τα προτεινόμενα υψηλά κτίρια κατά την εκπόνηση των πολεοδομικών μελετών».

11 Κίζης Γ., Κωτσιόπουλος Α. & Πανέτσος Γ., Συσχετισμός των υψηλών κτιρίων με το «αττικό τοπίο», μελέτη που κατατέθηκε στο πλαίσιο της συζήτησης για το σχέδιο Π.Δ. «Έγκριση του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά Περιφέρειας Αττικής» (ΦΕΚ 35/ΑΑΠ/1.3.2018) στο Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης, Αθήνα 27.11.2017.

12 Μελέτη-Έρευνα: Aθηνά Μιχαλακέα Δικηγόρος, Κώστας Φιλιππάκης, Αρχιτέκτονας.

13 Brunet, R. (2010). Les tours de Paris. M@ppemonde, no 99, article 27 https://mappemonde-archive.mgm.fr/num27/articles/art10302.pdf

14 Loi relative à la solidarité et au renouvellement urbains (SRU) – Νόμος για την Αλληλεγγύη και την Αστική Ανανέωση (2000-1208), που προβλέπει την εκπόνηση Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (PLU) για κάθε δήμο.

15 Rossignol C., Urbanité, mixité et grande hauteur: pour une approche par les dimensions public/privé des tours mixtes et de leur production: le cas de Paris et de l’Ile-de-France. Hydrologie. Université Paris-Est, 2014 https://pastel.archives-ouvertes.fr/tel-02138966/file/TH2014PEST1130.pdf

16 Το νέο εμβληματικό κτίριο θα σηματοδοτήσει την πύλη του Clichy, τονίζοντας τη μεγάλη διαγώνιο που συνδέει το Παρίσι με το Clichy. Η μελέτη ενσωμάτωσης του ψηλού κτιρίου στο ευρύτερο τοπίο οδήγησε στον περιορισμό του ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους στα 160 μ., έτσι ώστε να μην είναι ορατό από τo Μέγαρο των Απομάχων, πάνω από τη γυάλινη οροφή του Grand Palais.

17 Μεγάλο μέρος της έκτασης που θα καταλάβει το Δικαστικό Μέγαρο προοριζόταν για κατοικίες που θα πρέπει να χωρέσουν σε μικρότερο χώρο χωρίς εκπτώσεις στο στεγαστικό πρόγραμμα ή την αισθητική των κτιρίων.

18 Η αρχική ιδέα ήταν η κατασκευή 3 κτιρίων. Η επιλογή, ωστόσο, ενός ψηλού κτιρίου ελευθέρωσε χώρο στο έδαφος που θα επιτρέψει τη δημιουργία, στο άμεσο περιβάλλον του, ενός δημόσιου ανοικτού χώρου υψηλής ποιότητας και ίσης έκτασης.

19 Ο ΣΔ στο συγκεκριμένο τομέα πρόκειται να είναι 12,2 πολύ υψηλότερος από 3 που ισχύει στη ζώνη UG. Ωστόσο, αν υπολογιστεί σε ολόκληρο το δυτικό τμήμα του εκθεσιακού κέντρου, προκύπτει 1,8.

20 «Σε αστικές ή προς αστικοποίηση περιοχές, το τοπικό πολεοδομικό σχέδιο μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα (δουλείες) …. c. Αναφέροντας την τοποθεσία και τα χαρακτηριστικά των δημόσιων οδών και κατασκευών, καθώς και τις εγκαταστάσεις γενικού ενδιαφέροντος και τους χώρους πρασίνου που θα δημιουργηθούν ή θα τροποποιηθούν, οριοθετώντας τη γη που μπορεί να επηρεαστεί από αυτά».

21 http://www.igme.gr/geoportal/

22 https://www.pepattikis.gr/protereopiisi-ergon-antiplimmyrikis-prostasias-attikis/

23 http://wfdver.ypeka.gr/el/management-plans-gr/approved-management-plans-gr/gr06-approved-gr/

24 https://www.civilprotection.gr/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%BD%CF%8E%CE%BD-%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82

25 Προκειμένου να αυξηθεί ο χώρος πρασίνου σε κορεσμένες αστικές περιοχές, το εν λόγω άρθρο επιτρέπει μεταξύ άλλων σε οικόπεδα των δήμων Αττικής και Θεσσαλονίκης, με πληθυσμό μεγαλύτερο των 25.000 κατοίκων, την αύξηση του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης και του επιτρεπόμενου ύψους ως το ανώτατο επιτρεπόμενο με ανάλογη μείωση του ποσοστού κάλυψης.