Νομοθετικές αλλαγές στο πεδίο της έκδοσης οικοδομικών αδειών

  • Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος
  • Μέσο Δημοσίευσης: ΤΝΠ QUALEX, ΠερΔικ, 1/2021, σελ. 74 – 81

Ι. Εισαγωγή

Με τον πρόσφατο νόμο 4759/2020 «Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Νομοθεσίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 245) επήλθαν αλλαγές στο δίκαιο της δόμησης και ειδικότερα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Πρώτου του Τμήματος Β΄ του Ν 4495/2017 «Διαδικασία έκδοσης και ελέγχου οικοδομικών αδειών – Κατηγορίες αδειών» καθώς και στον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό (Ν 4067/2012).

Την τελευταία δεκαετία παρατηρούνται συνεχείς αλλαγές στις διατάξεις για τον τρόπο έκδοσης των οικοδομικών αδειών αλλά και σε αυτές του οικοδομικού κανονισμού. Το ίδιο διάστημα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές του νομικού πλαισίου σε ζητήματα που αφορούν, για παράδειγμα, την ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης οικοδομικών αδειών ή και τον θεσμό των ελεγκτών δόμησης, αλλά παράλληλα και πολλές μικρότερες παρεμβάσεις σε μια προσπάθεια μείωσης της γραφειοκρατίας, ενίσχυσης του κατασταλτικού ελέγχου και μείωσης των απαιτούμενων χρόνων για την έκδοση της άδειας.

Για την κατανόηση των αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο του τρόπου έκδοσης αδειών είναι χρήσιμη μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην Ελληνική Πολιτεία καθώς και η καταγραφή των σημαντικότερων νομοθετημάτων ώστε να γίνουν αντιληπτές οι ανάγκες νομοθέτησης, η γενική φιλοσοφία του νομοθετικού πλαισίου για τον τρόπο έκδοσης αδειών και οι νέες ανάγκες που προκύπτουν από την εξέλιξη του δικαίου και τα σύγχρονα θεσμικά εργαλεία (κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, ψηφιοποίηση σχεδίων και διαγραμμάτων κ.ο.κ).

ΙΙ. Ιστορική καταγραφή του θεσμικού πλαισίου έκδοσης οικοδομικών αδειών

Η φύση της οικοδομικής άδειας ως προϊόν της μονομερούς βούλησης της Διοίκησης είναι εμφανής διαχρονικά στην ελληνική έννομη τάξη. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους: α) από το 1828-1923 και β) από το 1923 έως σήμερα. Η πρώτη περίοδος είναι καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη του πολεοδομικού δικαίου καθώς η «άδεια οικοδομής» από το 1923 και μετά αποκτά νομική έννοια ενώ προαναγγέλλονται και ρυθμίσεις σχετικά με την τυποποίηση της διαδικασίας (π.χ. το διάταγμα που καθορίζει τα απαιτούμενα στοιχεία το 1932). Το πρώτο διάστημα (1828-1923) διακρίνεται σε τέσσερις υποπεριόδους και ενδιαφέρει ιδιαίτερα όχι μόνο από πλευράς συλλογής νομοθετικού υλικού, αλλά και επειδή κατά τη συγκέντρωση ιστορικών τεκμηρίων σκιαγραφείται ταυτόχρονα το εξελισσόμενο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής.

Πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας, ορίστηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και από τις πρώτες φροντίδες του ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας, ήδη με το πρώτο ψήφισμα (Ι΄ 13.04.1828) της διακυβέρνησής του. Έπειτα, με το υπ’ αριθμόν 13.559 ψήφισμα με τίτλο «Οργανισμός του Σώματος των επί της οχυροματοποιΐας και αρχιτεκτονικών αξιωματικών» ο Καποδίστριας ίδρυσε την πρώτη τεχνική υπηρεσία με καθαρά στρατιωτική οργάνωση. Στο ψήφισμα αυτό έγινε η πρώτη αναφορά στη λέξη «οικοδομή» και «πολιτικά κτίρια», ενώ προβλέφθηκε και η ανάθεση των αρχιτεκτονικών εργασιών σε ειδικό σώμα αξιωματικών οχυροματοποιών. Για τον λόγο αυτόν ορίστηκε, άλλωστε, στη δεύτερη παράγραφο ότι «καμία οικοδομή, ούτε επισκευή πολεμικών ή πολιτικών κτιρίων δεν θέλει γίγνεσθαι παρά το σώμα… ή από την διεύθυνση αυτού», κάτι που όμως δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης των κατάλληλων μηχανικών. Με τις ρυθμίσεις αυτές τέθηκαν οι θεσμικές βάσεις και δόθηκε η δυνατότητα για συστηματικότερη εξέλιξη της πολεοδομικής νομοθεσίας. Πέραν των ανωτέρω, θεσπίστηκαν επιπλέον κανόνες που ρύθμιζαν τη σύσταση τεχνικού επιτελείου (13560/24.8.1829) ή τη χρηματοδότηση των νέων πόλεων προς ανοικοδόμηση, προκειμένου να τεθεί το κανονιστικό πλαίσιο της πολεοδομικής συμπεριφοράς.

Στη συνέχεια, μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ελλάδα και τον διορισμό του -ανήλικου τότε- Όθωνα, ως βασιλιά, θεσπίστηκε το ΒΔ/03.04.1833 «Περί Σχηματισμού και της Αρμοδιότητος της επί των Εσωτερικών Γραμματείας» (δηλ. του αντιστοίχου Υπουργείου Εσωτερικών). Η Γραμματεία αυτή κατέστη υπεύθυνη για κάθε αρχιτεκτονικό ή πολεοδομικό έργο, αποτελώντας την πρώτη ειδική υπηρεσία με αρμοδιότητα την κατάστρωση σχεδίων πόλεων, τον έλεγχο διατήρησης και ευρυθμίας των οικοδομών, τη συντήρηση των πολιτικών οικοδομών κ.ο.κ.1 Την ίδια περίοδο, στις 27.12.1833 θεσπίστηκε ο Νόμος «περί συστάσεως των Δήμων» (ΦΕΚ 3/10.01.1834), ο οποίος αποτελείτο από 8 μέρη και 124 άρθρα και ρύθμιζε τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με τις διατάξεις του, ανατέθηκε για πρώτη φορά στον Δήμο η ευθύνη για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης, ο οποίος και κατέστη αρμόδιος φορέας-αρχή για την ανέγερση ή επισκευή των οικοδομών. Συμβουλευτικό ρόλο στη Δημοτική Αρχή κατά τις συσκέψεις για τη λήψη αποφάσεων ανέλαβε το Δημοτικό Συμβούλιο (άρθρο 50 παρ. 7). Σε κάποιες περιπτώσεις οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου έχρηζαν της ρητής έγκρισης του αρμοδίου Νομάρχη, όπως, ενδεικτικά στην περίπτωση σύνταξης των γενικών σχεδίων για τις ιδιωτικές οικοδομές και τα σχέδια ευθυγραμμιών τους (άρθρο 119 παρ. 1) και σε αυτήν της οικοδόμησης ή επισκευής δημοσίων κτιρίων (άρθρο 50 παρ. 1γ΄). Όσον αφορά μάλιστα την ανέγερση δημόσιων κτιρίων, τα οικοδομικά σχέδια απαιτούνταν να συνταχθούν από ειδήμονες, όπως και οι αντίστοιχοι προϋπολογισμοί εξόδων (άρθρο 112 παρ. δ΄). Χαρακτηριστικό παράδειγμα έγκρισης αδειών οικοδομής από τον Δήμο, ως αρμόδια αρχή, αποτελεί το έγγραφο με αρ. …/19.2.1847, που αφορά στην άδεια οικοδομής (ανέγερση διωρόφου) ιδιώτη στην Αθήνα, με έγκριση από τον Δήμαρχο Αθηναίων, υπογεγραμμένη μάλιστα αντ’ αυτού από τον Δημαρχιακό Πάρεδρο.

Θεμελιώδες για την πολεοδομική νομοθεσία είναι και το ΒΔ 3.4.1835 (ΦΕΚ 19/15.5.1835) «Περί Υγιεινής Οικοδομής Πόλεων και Κωμών» με το οποίο προβλεπόταν υποχρεωτικά η σύνταξη του σχεδίου οικοδομής από ειδικό τεχνικό (άρθρο 13), καθώς και η έγκρισή του από τις αρμόδιες υπηρεσίες (δήμους πρώτης και δεύτερης κλάσης – έως 2000 κατοίκους). Οι διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού (Νομάρχες, Έπαρχοι, Δήμαρχοι) ανέλαβαν τον έλεγχο εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου και την τήρηση των διατάξεων του διατάγματος (άρθρο 27) «…κατά την ιδίαν αυτού έκαστος πολιτικήν δύναμιν». Η ιδιαίτερη ιστορική σημασία του εν λόγω διατάγματος από άποψη νομοθετικής πρακτικής έγκειται όχι μόνον στο ότι διείπε για 90 σχεδόν χρόνια τη διευθέτηση και ανάπτυξη των πόλεων της Χώρας, αλλά επίσης στο ότι έθεσε στοιχειώδεις οικοδομικούς κανόνες που προσιδίαζαν σε έναν πολύ πρώιμο και εμβρυώδη Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό.

Παρά το ρητά εκφρασμένο ενδιαφέρον της Διοίκησης για τον πολεοδομικό εκσυγχρονισμό της χώρας και την πρόβλεψη της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, ολόκληρη η περίοδος της βασιλείας του Όθωνα χαρακτηρίστηκε από συνεχείς νομοθετικές μεταβολές. Το φαινόμενο αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα νομοθετική εξέλιξη, καθώς, όπως θα δούμε αναλυτικά και στη συνέχεια, εξακολουθεί να υφίσταται έως και σήμερα. Στην περίοδο που ακολούθησε (1863-1911), δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες αλλαγές στο γενικό νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τον τρόπο έκδοσης των αδειών οικοδομής ή στον αρμόδιο φορέα για την έγκρισή τους.

Καθοριστική – από την άποψη του νομοθετικού πλαισίου – ήταν η δημοσίευση του νόμου Ν.Δ.ΝΤ΄/10.2.1912 «περί συστάσεως των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 58), που με το άρθρο 208 κατήργησε τον μέχρι τότε ισχύοντα Ν./27.12.1833 «περί συστάσεως των Δήμων», μεταβάλλοντας και τον αρμόδιο φορέα για την έγκριση των αδειών. Η αρμοδιότητα αυτή πέρασε από τους Δήμους στα Γραφεία Σχεδίου Πόλεως κάθε νομού, τα οποία στη συνέχεια υπήχθησαν στο νεοσύστατο Υπουργείο Συγκοινωνιών (ίδρυση με τον Ν 276/1914). Λίγο αργότερα, εισήχθη, για πρώτη φορά, η έννοια του όρου της άδειας εγκατάστασης ικριωμάτων σε εργασίες δόμησης με το ΒΔ της 10.10.1919 (Α΄ 228 Α) «περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών σε οικοδομές και παρόμοιες εργασίες». Στο διάταγμα αυτό προβλέφθηκαν κανόνες εγκατάστασης ικριωμάτων στις δομικές εργασίες, αλλά και η δυνατότητα του αρμόδιου γραφείου που εκδίδει τις άδειες, να απαιτεί την υποβολή μελέτης και σχεδίων στα οποία να φαίνονται οι διατάξεις, οι διαστάσεις και οι υπολογισμοί των αναγκαίων ικριωμάτων για το προς εκτέλεση έργο.

Σταθμό στην ιστορία του πολεοδομικού σχεδιασμού αποτέλεσε το ΝΔ «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους» του 1923. Σύμφωνα με το άρθρο 52, αρμόδια υπηρεσία χορήγησης της αδείας ορίστηκε η Τεχνική Υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνίας, ενώ κάθε άδεια που χορηγούνταν από άλλη δημόσια, δημοτική και κοινοτική αρχή θεωρούνταν παράνομη και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα για τον κάτοχό της. Για τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας ο ενδιαφερόμενος υπέβαλλε αίτηση καθώς και μελέτη για το προς εκτέλεση έργο. Η άδεια παρεχόταν εφόσον είχε επαληθευτεί ότι τηρούνται οι διατάξεις του διατάγματος αλλά και ότι η εκτέλεση του έργου πραγματοποιείται βάσει της εγκριθείσας μελέτης (άρθρο 53). Ως προς τον έλεγχο των εκτελούμενων εργασιών, θεσμοθετήθηκε ο ρόλος του Επόπτη γι’ αυτόν που «εκτελεί» το έργο, ο οποίος πριν την έναρξη των εργασιών όφειλε να δηλώσει εγγράφως στην υπηρεσία ότι αποδέχεται την ανάληψη της εποπτείας. Καμία εργασία δεν μπορούσε να γίνει απουσία του Επόπτη, ενώ τυχόν απουσία του συνεπαγόταν διακοπή των εργασιών, πέραν όποιων άλλων κυρώσεων μπορούσαν να επιβληθούν αν διαπιστώνονταν επιπλέον παρατυπίες. Τον ρόλο του εκτελούντος το έργο είχε «ο αιτήσας και λαβών επ΄ ονόματί του την σχετικήν άδειαν».

Το 1928, εκδόθηκε το ΠΔ 23.10/3.11.1928 «Περί σχεδίων των εν ταις πόλεσι κλπ. ανεγειρομένων οικοδομών», το οποίο σε εφαρμογή του άρθρου 53 του ΝΔ του 1923, καθόρισε τα κατά περίπτωση απαιτούμενα έγγραφα και σχέδια για τη χορήγηση αδείας ανέγερσης οικοδομών, καθώς και το περιεχόμενο και τις προδιαγραφές που απαιτείτο να έχουν. Παρείχε όμως τη δυνατότητα στην αρμόδια υπηρεσία να ζητά κατά την κρίση της πρόσθετα των καθοριζομένων στοιχεία «δια τον πλήρη έλεγχο του σχεδίου». Προέβλεπε, επίσης, ότι σε περιπτώσεις ουσιωδών μεταβολών των αρχικώς υποβληθέντων σχεδίων, απαιτούνταν υποβολή τροποποιητικών σχεδίων στην αρμόδια υπηρεσία, διαδικασία μετέπειτα γνωστή ως «αναθεώρηση». Με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα επιβλήθηκε η γνωστοποίηση των στοιχείων των μηχανικών που συντάσσουν σχέδια και μελέτες για την έκδοση αδείας στα γραφεία εφαρμογής του σχεδίου πόλεως της οικείας περιφέρειας. Υπεύθυνη για τον έλεγχο εκτέλεσης των εργασιών της οικοδομικής αδείας και την εφαρμογή των θεωρημένων σχεδίων ορίστηκε η «επί της εφαρμογής του σχεδίου Υπηρεσία», η οποία είχε τη δυνατότητα να κατάσχει την άδεια, να διακόπτει τις εργασίες και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα σε τυχόν διαπίστωση αυθαιρεσιών.Παρόμοιο πνεύμα διατηρήθηκε και στις επόμενες μεταρρυθμίσεις που σημειώθηκαν κατά τον 20ο αιώνα (Απόφαση ΥΔΕ Ε.37608/76, ΠΔ 3/08.09.1983, ΠΔ 8/13.7.1993).

Τομή στις ρυθμίσεις περί οικοδομικών αδειών αποτέλεσε ο Ν 4030/2011. Λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αξιοποίηση και προστασία του οικιστικού, φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο νόμος κατέστησε την τελευταία sine qua non για τη διαμόρφωση του σύγχρονου πολεοδομικού δικαίου, στοχεύοντας στην εξισορρόπηση μεταξύ των γενικών αρχών του Δικαίου Περιβάλλοντος και την ανάπτυξη των πόλεων. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4030/2011, η απαίτηση του τεχνικού κόσμου αλλά και της ελληνικής κοινωνίας για νομιμότητα, διαφάνεια και έλεγχο των κατασκευών με επιδίωξη την αποτροπή περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων σε μία εποχή όπου φαινόμενα διαφθοράς των πολεοδομικών υπηρεσιών αποτυπώνονται συχνά σε κοινωνικές έρευνες για τον δημόσιο τομέα και σε πορίσματα των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών τεκμηρίωσης, έκδοσης, διαχείρισης και αρχειοθέτησης των Αδειών Δόμησης, στο πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του «Καλλικράτη», αλλά και τον πλήρη και διάφανο καταμερισμό των ευθυνών όλων των μερών: των αρχών αδειοδότησης, των μηχανικών, των κατασκευαστών και των ιδιοκτητών/επενδυτών.

ΙΙΙ. Οι νομοθετικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4030/2011, η αρμοδιότητα έκδοσης των αδειών δόμησης (εγκριτική) υπήχθη στις Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων και ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης των αδειών (ελεγκτική) στους Ελεγκτές Δόμησης. Οι Ελεγκτές Δόμησης είναι μηχανικοί, µε καθήκοντα ασυμβίβαστα προς αυτά του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ΝΠΔΔ ή υπαλλήλου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λειτουργούν ανεξάρτητα και δεν τελούν σε σχέση ιεραρχικού ελέγχου ή εποπτείας µε τις Υπηρεσίες Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.). Η κρατική και συνεχής εποπτεία της άσκησης του έργου των Υ.ΔΟΜ και των Ελεγκτών Δόμησης ασκείται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας καθώς και τα Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων σε κάθε περιφερειακή ενότητα. Με τον νόμο αυτό εισήχθη και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών, και παράλληλα καθιερώθηκε η λειτουργία διαδραστικής διαδικτυακής πύλης ενημέρωσης και πληροφόρησης σχετικά µε την πολεοδομική νομοθεσία.
Την υποβολή των δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών ακολουθούσε εντός πέντε ημερών η έγκριση δόμησης, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας δόμησης. Για την έγκριση δόμησης ελέγχονταν τα στοιχεία που αποτελούν τον δείκτη περιβαλλοντικής επιβάρυνσης της κατασκευής στο φυσικό ή οικιστικό περιβάλλον και τα κύρια µορφολογικά του στοιχεία. Στο τοπογραφικό διάγραμμα και στο διάγραμμα δόμησης ελέγχονταν περιοριστικά όλα εκείνα τα στοιχεία των οποίων πιθανή παραβίαση θα οδηγούσε σε προσβολή και βλάβη του πολεοδομικού ιστού και του περιβάλλοντος (όροι δόμησης, διατάξεις ΓΟΚ και Κτιριοδοµικού Κανονισμού, όγκος κτιρίου, φύτευση οικοπέδου, χώροι στάθμευσης). Κατά την πρόβλεψη του νόμου, η άδεια δόμησης χορηγούνταν εντός δυο ημερών από την προσκόμιση των απαραίτητων μελετών και την ανάληψη της ευθύνης από τους Μελετητές Μηχανικούς.
Με τον Ν 4030/2011 προβλέφθηκε επίσης η έκδοση υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό της διαδικασίας, της μορφής και των πρωτοκόλλων λειτουργίας των λογισμικών για την ηλεκτρονική υποβολή και την τήρηση αρχείων των δικαιολογητικών στοιχείων και των μελετών που ήταν απαραίτητες για την έγκριση δόμησης και την έκδοση άδειας δόμησης.

Ο νόμος προέβλεψε περαιτέρω δημόσιας πρόσβασης Μητρώα Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών µε τα επαγγελματικά τους προσόντα και δικαιώματα, ώστε να προστατεύονται οι πολίτες από φαινόμενα παράνομης άσκησης επαγγέλματος και να ενισχύεται η νομιμότητα των αδειών δόμησης. Θεσπίστηκε, επίσης, διαδικασία ελέγχου της ορθής εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών που εγκρίνονται µέσω των αδειών, στο πλαίσιο κατασταλτικής δράσης του κράτους για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο έλεγχος όφειλε να διενεργείται από διαφορετικό κάθε φορά όργανο, τον ελεγκτή δόμησης, που οριζόταν µε αντικειμενική και αδιάβλητη διαδικασία ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να αποφεύγονται φαινόμενα συναλλαγής μεταξύ ελεγχόμενων και ελεγκτών. Η θεσμοθέτηση των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας καθώς και του Κεντρικού Συμβουλίου αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης και της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Οι Επιτροπές Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, όργανο το οποίο τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε σαφή προσανατολισμό και δημιουργούσε συνθήκες γραφειοκρατίας και συγκεντρωτισμού, αντικαταστάθηκε. Η σύσταση Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας, ανεξάρτητα από τις Υπηρεσίες Δόμησης και αμφισβητήσεων αντικατέστησε τα προηγούμενα όργανα αμφισβητήσεων και επιλύσεων.
Έξι χρόνια αργότερα ακολούθησε ο Ν 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α΄167). Οι διατάξεις του νόμου αυτού ομοίως εστίασαν στην ελαχιστοποίηση του χρόνου έκδοσης οικοδομικής αδείας, στην απλοποίηση των διαδικασιών αποφόρτισης και αποτελεσματικότερης λειτουργίας των υπηρεσιών δόμησης, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, στην ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην προσέλκυση επενδυτών. Πλέον η διαδικασία υποβολής, ελέγχου και χορήγησης οικοδομικών αδειών και εγκρίσεων εργασιών δόμησης γίνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονική διαδικασία, καθώς επίσης θεσπίζεται και η αυτεπάγγελτη αναζήτηση από τις ΥΔΟΜ, στοιχείων που αφορούν τη χορήγηση οικοδομικών αδειών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας διασύνδεσης υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου. Επιπλέον, θεσπίζεται η διαδικασία της προέγκρισης οικοδομικής αδείας κατ’ αρχήν προαιρετικά και κατ’ εξαίρεση υποχρεωτικά μόνο στις αναφερόμενες στον νόμο περιπτώσεις.

Τέλος, προβλέφθηκε για πρώτη φορά η σύσταση και λειτουργία περιφερειακών συλλογικών οργάνων (ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ, ΠΕΣΑ και Περιφερειακή επιτροπή Προσβασιμότητας) με απολύτως διακριτές αρμοδιότητες, για την αποφόρτιση του έργου των ήδη υφισταμένων αλλά και για την παροχή δυνατότητας εξέτασης προσφυγών. Τούτο, ώστε να επιτευχθεί αφενός η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη και αφετέρου να εξαλειφθεί το φαινόμενο της υπερβολικής συσσώρευσης μεγάλου όγκου υποθέσεων που συνεπάγεται αναπόδραστα ουσιαστική αδυναμία διαχείρισης σε εύλογο χρόνο.

IV. Οι αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020

Λαμβάνοντας υπόψη και την ιστορική καταγραφή που προηγήθηκε αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλόδοξοι στόχοι που καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4495/2017 αλλά και εν μέρει και σε αυτήν του Ν 4030/2011, ως προς το ζήτημα του χρόνου αδειοδότησης, δεν επιτεύχθηκαν. Δέκα χρόνια μετά τον Ν 4030/2011 αναζητούμε ακόμη, δια των αλλαγών, τη σημαντική τομή που θα μειώσει τον χρόνο ελέγχου και έκδοσης της οικοδομικής άδειας.

Κατά την άποψή μου, οι μεγάλες τομές της ηλεκτρονικής έκδοσης των αδειών και των ελεγκτών δόμησης, στο πεδίο του ελέγχου της κατασκευής, πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι οι λοιπές ρυθμίσεις (προέγκριση, διαδικασία ελέγχου όρων δόμησης από την ΥΔΟΜ και έκδοση πράξης με υποβολή στοιχείων από Μηχανικό χωρίς ειδικό έλεγχο) δεν φαίνεται να μείωσαν τον χρόνο ολοκλήρωσης της διοικητικής διαδικασίας, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, δημιούργησαν και ζητήματα ασφάλειας δικαίου σχετικώς με την τελική πράξη που θα εκδοθεί. Αντιθέτως, πρέπει να κατανοήσουμε ότι στον βαθμό που, για την έκδοση της άδειας, απαιτείται πληθώρα παράλληλων εγκρίσεων από άλλες υπηρεσίες με διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα (δασική υπηρεσία, υπηρεσίες Υπουργείου Πολιτισμού, φορείς διαχείρισης κ.ά.), οι νομοθετικές παρεμβάσεις ίσως θα έπρεπε να επικεντρωθούν στη συντόμευση και απλούστευση των παράλληλων αυτών διοικητικών διαδικασιών και όχι στις συνεχείς αλλαγές των διαδικασιών των Υπηρεσιών Δόμησης, μεταλλάσσοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις διοικητικές διαδικασίες ελέγχου. Τούτο δε ιδίως εν όψει της ηλεκτρονικής διαδικασίας έκδοσης αδειών μέσω κοινής βάσης δεδομένων η οποία πλέον γενικεύεται.

Οι σημαντικότερες αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020 στο σύστημα έκδοσης οικοδομικών αδειών, συνοψίζονται ως εξής:

Α. Καταρχάς, με το άρθρο 50 του νέου νόμου, οι ορισμοί των βασικών κατηγοριών των οικοδομικών αδειών, όπως αναφέρονταν στο άρθρο 28 του Ν 4495/2020, τροποποιούνται2 και έχουν πλέον ως εξής:

α) «Οικοδομική Άδεια»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις. Στην έννοια των οικοδομικών εργασιών για ανέγερση νέας οικοδομής ή προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή περιλαμβάνονται και οι εργασίες που καθιστούν το κτίριο άρτιο για λειτουργία, όπως οι εργασίες για την κατασκευή περιτοιχίσεων ή περιφράξεων, βόθρων, υπογείων δεξαμενών νερού, εκσκαφών, επιχώσεων και κοπής δένδρων. Στην έννοια της οικοδομικής άδειας περιλαμβάνονται και άδειες οι οποίες δεν δημιουργούν δόμηση, ιδίως η άδεια κατεδάφισης, η άδεια αλλαγής χρήσης, η άδεια διαμορφώσεων, επισκευής, διασκευής, ενισχύσεων, η άδεια για αυτοτελείς εργασίες περιτοιχίσεων, επιχώσεων ή εκσκαφών, καθώς και κοπής δένδρων. Ως οικοδομική άδεια νοείται και η άδεια δόμησης.

β) «Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 29.

γ) «Προέγκριση οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης»: Η διοικητική πράξη που χορηγείται για την πιστοποίηση του δικαιώματος έκδοσης οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης και την εφαρμογή, κατά τον χρόνο ισχύος της, των πολεοδομικών διατάξεων και πολεοδομικών μεγεθών της (δόμηση, κάλυψη, ύψος), που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της προέγκρισης, εφόσον η οικοδομική άδεια/άδεια αναθεώρησης εκδοθεί εντός του χρόνου ισχύος της προέγκρισης και με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται στη περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 40, κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής αδείας/άδειας αναθεώρησης. Ο χρόνος ισχύος της προέγκρισης της άδειας αναθεώρησης δεν δύναται να υπερβαίνει τον χρόνο ισχύος της άδειας αναθεώρησης. Κατ’ εξαίρεση, αν αφορούν σε τροποποίηση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών ή τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων σε κοινόχρηστους, καθώς και σε περιπτώσεις μεταγενέστερης ένταξης της περιοχής σε καθεστώς προστασίας πολιτιστικής κληρονομίας ή προστασίας της φύσης, η προέγκριση πιστοποιεί το δικαίωμα δόμησης, μόνο κατά τον χρόνο έκδοσής της.

δ) «Γνωστοποίηση εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών»: Η κατά τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης δήλωση του κυρίου του έργου, που συνοδεύεται από τεχνική έκθεση του εξουσιοδοτημένου επιβλέποντος μηχανικού, με την οποία ενημερώνει την οικεία Υπηρεσία Δόμησης ότι προτίθεται να προβεί σε πρόσθετες εργασίες, που επιτρέπονται από τις πολεοδομικές διατάξεις, αλλά εκτελούνται με δική του ευθύνη καθ` υπέρβαση της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης. Για τις πρόσθετες αυτές εργασίες, ο ιδιοκτήτης αναλαμβάνει με δική του ευθύνη την υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για έκδοση προέγκρισης άδειας αναθεώρησης ή άδειας αναθεώρησης, εντός τεσσάρων (4) μηνών, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002 (Α΄ 153).

ε) «Έγκριση εκτέλεσης εργασιών»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών της παρ. 4 του άρθρου 29, ύστερα από υποβολή τεχνικής έκθεσης και δήλωσης ανάληψης επίβλεψης από αρμόδιο μηχανικό.

στ) «Έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαίρετης κατασκευής»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση των εργασιών της παρ. 5 του άρθρου 107.

ζ) «Άδεια Αναθεώρησης»: Είναι η διοικητική πράξη που εκδίδεται κατά τη διάρκεια του χρόνου ισχύος της οικοδομικής αδείας, για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία, όπως προσθήκη ή τροποποίηση μελετών αυτής, είτε για παράταση ισχύος αυτής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

η) «Ενημέρωση του φακέλου της οικοδομικής άδειας»: Είναι η διοικητική πράξη με την οποία καταχωρίζονται στο φάκελο των μελετών, ανεξάρτητα από τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας, τροποποιήσεις των μελετών, που δεν αλλάζουν το διάγραμμα δόμησης και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι απαραίτητες εγκρίσεις από άλλους φορείς ή συλλογικά όργανα, καθώς και η αλλαγή ιδιοκτήτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

θ) «Κοινόχρηστοι χώροι»: Κοινόχρηστοι χώροι στον παρόντα νόμο είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω, είναι οι προορισμένοι χώροι στην κοινή χρήση σε περίπτωση οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας.

ι) «Άδεια νομιμοποίησης» είναι η οικοδομική άδεια ή η έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, που εκδίδεται, μετά την εκτέλεση εργασιών ή κατασκευών ή αλλαγών χρήσης χωρίς την έκδοση της απαιτούμενης διοικητικής πράξης, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού μνημείων για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002, προκειμένου να νομιμοποιηθούν αυτές, εφόσον είναι σύμφωνες είτε με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας νομιμοποίησης διατάξεις, είτε με αυτές που ίσχυαν, κατά τον χρόνο εκτέλεσής αυτών».Οι σχετικές αλλαγές είναι διευκρινιστικού περιεχομένου και κυρίως α) συνδέουν τη διαδικασία προεγκρίσεως και με τις περιπτώσεις διοικητικών πράξεων αναθεώρησης οικοδομικών αδειών και β) διευκρινίζουν την απαίτηση για την, σε κάθε περίπτωση, έκδοση προηγούμενης έγκρισης από το Υπουργείο Πολιτισμού για τις περιπτώσεις προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων.

Β. Με το άρθρο 54 του Ν 4759/2020, που τροποποίησε το άρθρο 35 του Ν 4495/2017, κατέστη, επίσης, υποχρεωτική η προέγκριση οικοδομικής άδειας για όλες τις κατηγορίες αδειών του άρθρου 36 του Ν 4495/20173 πλην της κατηγορίας 3, αν έχει προηγουμένως εκδοθεί βεβαίωση όρων δόμησης. Η προέγκριση εκδίδεται εντός 10 ημερών και σε αυτήν καθορίζονται και οι απαιτούμενες μελέτες, εγκρίσεις και λοιπά δικαιολογητικά που πρέπει να κατατεθούν εν συνεχεία κατά το στάδιο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας. Προβλέπεται επίσης ότι η διαδικασία προέγκρισης άδειας αναθεώρησης είναι υποχρεωτική, εφόσον αφορά σε μεταβολή των πολεοδομικών μεγεθών κάλυψης, δόμησης και όγκου.

Γ. Επιπλέον, στο άρθρο 55 παρ. 2 του Ν 4759/2020 προβλέπεται ότι «Για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος «e-Άδειες» και του συστήματος δηλώσεων αυθαιρέτων του Ν 4495/2017 στις διατάξεις του παρόντος, εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, εντός τεσσάρων (4) μηνών και δύο (2) μηνών αντίστοιχα, από την έναρξη ισχύος του παρόντος». Η εφαρμογή του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου νόμου, θα οδηγήσει στην αυτόματη έκδοση του συνόλου των οικοδομικών αδειών, κατόπιν της έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος e-adeies. Φαίνεται, έτσι, πως η προσπάθεια για την πλήρη ψηφιοποίηση των οικοδομικών αδειών που είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια ολοκληρώνεται.

Δ. Περαιτέρω, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο άρθρο 38 του Ν 4495/2017 με το άρθρο 56 του Ν 4759/2020, οι οικοδομικές άδειες, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, εκδίδονται πλέον ως εξής:

i) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης των Κατηγοριών 1, 2 και 3, με προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες, που προβλέπονται στο άρθρο 40.
Ο αριθμός οικοδομικής αδείας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Οι ανωτέρω έλεγχοι διενεργούνται εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής του φακέλου. 4

ii) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης της Κατηγορίας 3, χωρίς προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες που προβλέπονται στο άρθρο 40, τον έλεγχο του προϋπολογισμού του έργου και τον έλεγχο των αποδεικτικών καταβολής των απαιτούμενων εισφορών και κρατήσεων του έργου υπέρ του Δημοσίου, του οικείου δήμου και του e-ΕΦΚΑ. Μεταξύ των υποβαλλόμενων ηλεκτρονικά στοιχείων, συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ., στην οποία αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών. Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση εκδίδεται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση συνοδεύεται υποχρεωτικά από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν 1599/1986 (A` 75) του μελετητή μηχανικού, ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις δόμησης στην περιοχή του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε. Οαριθμός οικοδομικής άδειας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών.

Η αρμόδια Υ.ΔΟΜ. διενεργεί υποχρεωτικά δειγματοληπτικό έλεγχο της νομιμότητας των υποβαλλόμενων μελετών και στοιχείων, σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον των οικοδομικών αδειών που χορηγούνται με την ανωτέρω διαδικασία. Ο υποχρεωτικός δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργείται ανά εξάμηνο για τις άδειες του παρελθόντος εξαμήνου. Υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας αδείας, ανεξαρτήτως της κατηγορίας αυτής, καθώς και σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας έγκρισης Εργασιών μικρής κλίμακας.

V. Συμπεράσματα

Α. Με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του Ν 4759/2020 επανακαθορίζονται βασικοί ορισμοί της νομοθεσίας περί οικοδομικών αδειών και επέρχονται απαραίτητες βελτιώσεις. Περαιτέρω, επιτυγχάνεται ενιαία αντιμετώπιση όλων των διαδικασιών έκδοσης οικοδομικών αδειών, καθώς καθίσταται υποχρεωτική η προέγκριση (εξαιρουμένης της περίπτωσης της κατηγορίας 35, όπου εκδίδονται όροι δόμησης) και στη συνέχεια η έκδοση της οικοδομικής άδειας πραγματοποιείται αυτόματα.

Η συγκεκριμένη αλλαγή, δηλαδή η υποχρεωτικότητα της προέγκρισης, θα άξιζε να τύχει περαιτέρω μελέτης και να επεκταθεί και στην κατηγορία 3. Και τούτο, καθώς η βεβαίωση όρων δόμησης που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη συγκεκριμένη κατηγορία οικοδομικών αδειών αποτελεί μεν στοιχείο ελέγχου της αρμόδιας αρχής, ωστόσο δεν αποτελεί στοιχείο ελέγχου συμβατό με τις προβλέψεις που ιστορικά τέθηκαν σε αρμονία με το άρθρο 24 του Σ. Ιδίως δε με το αντικείμενο ελέγχου, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ (ΠΔ της 14.7.1999, Δ΄ 580) και δη στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, όπου προβλέπεται ότι: «Κάθε κτίριο ή εγκατάσταση πρέπει:

α) ως προς τη σχέση και τη σύνθεση των όγκων, τις όψεις και γενικά τα ορατά τμήματά του, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αισθητικής, τόσο ως μεμονωμένο κτίριο ή εγκατάσταση όσο και σε σχέση με το οικοδομικό τετράγωνο, β) να εντάσσεται στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ώστε στα πλαίσια των στόχων της οικιστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Ο έλεγχος της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων ασκείται από την πολεοδομική υπηρεσία με βάση τη μελέτη της άδειας οικοδομής, που συνοδεύεται από αιτιολογημένη έκθεση του μελετητή μηχανικού …».

Με τη συγκεκριμένη αλλαγή θεωρώ ότι θα εξαλείφονταν απολύτως όποιοι προβληματισμοί περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων είχαν τεθεί στο παρελθόν και είχαν προβληθεί μέσω αιτήσεων ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας6 και αφορούσαν στις περιπτώσεις έκδοσης διοικητικής πράξης χωρίς έλεγχο από την αρμόδια αρχή. Επισημαίνεται ότι, μέσω της διαδικασίας προέγκρισης, ο έλεγχος που λαμβάνει χώρα είναι ο ελάχιστος δυνατός που θα μπορούσε να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 24 Συντ. και στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ. Σημειώνεται δε ότι κατά το άρθρο 35 του Ν 4495/2017 (Προέγκρισηοικοδομικής άδειας) προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Για την έκδοση της προέγκρισης οικοδομικής άδειας υποβάλλονται ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr), τα εξής δικαιολογητικά και μελέτες: […] β) τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, γ) διάγραμμα κάλυψης, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, δ) τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή κτηματογραφικό φύλλο ή απόσπασμα κτηματογραφικού διαγράμματος για κάθε ακίνητο, ε) αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας των υφιστάμενων κτισμάτων, στ) τεχνική έκθεση που να περιγράφει με ακρίβεια το έργο, τα μεγέθη και τις χρήσεις….» (παρ. 5).

Β. Πέραν του ζητήματος της υποχρεωτικότητας της προέγκρισης, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Τόσο με το προϊσχύον δίκαιο όσο και με τις διατάξεις του Ν 4759/2020, κατά τη φάση της προέγκρισης δεν απαιτείται να έχουν εκδοθεί λοιπές εγκρίσεις άλλων υπηρεσιών, με κυριότερες αυτές των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ειδικά αυτές οι εγκρίσεις στις περιπτώσεις περιοχών εκτός σχεδίου πλησίον αρχαιολογικών χώρων και μνημείων ενδέχεται να θέτουν όρους και προϋποθέσεις που οδηγούν σε αλλαγές του διαγράμματος κάλυψης και επί της ουσίας να ακυρώνουν την προηγούμενη διαδικασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα απαιτηθεί η εκ νέου υποβολή στοιχείων και η επανάληψη της διαδικασίας από την αρχή.
Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω προβληματισμό αλλά και το ιστορικό των νομοθετημάτων περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών, εφόσον αναδείχθηκε η αναγκαιότητα και η υποχρεωτικότητα του ελέγχου της αρμόδιας αρχής δια της διαδικασίας προεγκρίσεως, μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε τη θετική πρόβλεψη του Ν 4030/2011 περί έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης; Στη μία περίπτωση η διοικητική πράξη της προεγκρίσεως τίθεται εκ του νόμου (βλ. ορισμό ως ανωτέρω) με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται. Στη δε περίπτωση της έγκρισης δόμησης κατά το πλαίσιο του Ν 4030/2011, η διοικητική πράξη είχε ως αποτέλεσμα την πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, επιτρέποντας στη συνέχεια την έκδοση της άδειας δόμησης χωρίς καμία επιφύλαξη. O νομοθέτης του μέλλοντος ας μελετήσει το δίλημμα…

Γ. Επίσης, ως θετική αξιολογείται η πρόβλεψη της έγγραφης βεβαίωσης όρων δόμησης για την κατηγορία 3 αλλά και ο καθορισμός των απαραιτήτων εγκρίσεων (προφανώς άλλων υπηρεσιών) των οικοδομικών αδειών για όλες τις κατηγορίες αδειών (βλ. περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 35 του Ν 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4759/2020). Η συγκεκριμένη πρόβλεψη προσφέρει ασφάλεια δικαίου για τη συνέχιση της διαδικασίας έκδοσης της άδειας, καθώς στην έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ. αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών.

Δ. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί η θετική πρόβλεψη για την ηλεκτρονική υποβολή όλων των στοιχείων και μελετών καθώς και της βεβαίωσης των όρων δόμησης από την αρμόδια Υ.ΔΟΜ. Η ηλεκτρονική διαδικασία έχει επιφέρει ήδη εξαιρετικά δείγματα ομογενοποίησης των πράξεων των Υ.ΔΟΜ., διαφάνειας και λογοδοσίας.

Ε. Σε κάθε περίπτωση, τόσο για τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και αλλαγές όσο και για οποιεσδήποτε αλλαγές συμβούν στο μέλλον, το νομικό πλαίσιο έκδοσης οικοδομικών αδειών πρέπει να μελετηθεί και υπό το ακόλουθο πρίσμα: O νομοθέτης κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής άδειας επιβάλλει διαχρονικά τη διενέργεια προληπτικού ελέγχου της νομιμότητας της δόμησης. Ενδεχόμενη καταστρατήγηση των όρων και περιορισμών δόμησης συνεπάγεται κινδύνους και καταστροφές για το περιβάλλον, η προστασία του οποίου συνιστά πρωταρχική μέριμνα της Πολιτείας και αποτυπώνεται σε πληθώρα νομοθετημάτων. Πέραν όμως των ανωτέρω, η οικοδομική άδεια συνιστά επί της ουσίας άδεια παρέμβασης στο περιβάλλον, πολιτιστική μαρτυρία που διατηρείται στον χρόνο και αντανακλά τις συνθήκες και την αντίληψη της κοινωνίας και της εποχής κατά την οποία εκδίδεται. Μέσα από αυτή τη μαρτυρία αποτυπώνεται και η επιλογή κάθε φορά της Πολιτείας για τον τρόπο δόμησης και την παραγωγή των έργων, των κτιρίων και συνεπώς του χώρου όπου θα εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας.
Οι αλλαγές σε αυτά τα νομοθετικά πεδία αφενός θα πρέπει κάθε φορά να γίνονται με φειδώ και αφού έχει προηγηθεί μεγάλη ανάλυση, τεκμηρίωση και συζήτηση αφετέρου θα πρέπει να αναγιγνώσκονται υπό ένα αυστηρό πρίσμα από την Έλληνα Δικαστή και Νομικό. Και τούτο διότι μέσω των νομοθετικών αυτών αλλαγών, χωρίς να το κατανοούμε, εκείνη τη χρονική στιγμή αλλάζουμε και διαμορφώνουμε την εικόνα των πόλεων μας.

1. Όλα τέθηκαν υπό την εποπτεία του σώματος Μηχανικών του Στρατού.

2. Οι σχετικές αλλαγές υποδεικνύονται με έντονα γράμματα (bold) στο κείμενο.

3. Το άρθρο 36 του Ν 4495/2017 ρυθμίζει τον τρόπο έκδοσης οικοδομικών αδειών, ανάλογα με την περιοχή, τη θέση, τη χρήση, το μέγεθος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτιρίου που πρόκειται να ανεγερθεί, διακρίνοντας τις σχετικές διαδικασίες σε τρεις (3) κατηγορίες.

4. Παρ. 2 άρθρου 56 Ν 4759/2020 Επιτάχυνση διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών – Τροποποίηση της παρ. 2 και προσθήκη παρ. 6 του άρθρου 38 του Ν 4495/2017

5. Η κατηγορία 3 του άρθρου 36 του Ν 4495/2017, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του νέου νόμου (Ν 4759/2020), περιλαμβάνει τις εξής εργασίες: α) ανέγερση κτιρίου σε εντός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχή, επιφάνειας έως χίλια (1.000) τ.μ. δόμησης για ειδικά κτίρια και έως δύο χιλιάδες (2.000) τ.μ. δόμησης για κτίρια με επικρατούσα χρήση κατοικίας, β) ανέγερση κτιρίου με χρήση κατοικίας σε εκτός σχεδίου περιοχή, στην οποία υφίσταται κτηματογράφηση και εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) σε άρτιο κατά τον κανόνα, γ) ανέγερση κτιρίου σε οικόπεδο εντός οριοθετημένου οικισμού με το από 24.4.1985 ΠΔ (Δ΄ 181) για κτίριο με επικρατούσα χρήση κατοικίας, δ) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση κατοικίας, ε) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση ειδικού κτιρίου, εφόσον η προσθήκη δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της υπάρχουσας δόμησης και σε εντός σχεδίου δόμηση, στ) αλλαγές χρήσης κτιρίων ή αυτοτελών οριζόντιων ή κάθετων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε εντός ή εκτός σχεδίου περιοχές, ζ) κατασκευή πισίνας, εφόσον δεν καλύπτεται από τις περιπτώσεις της έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, η) τοίχοι αντιστήριξης, περιτοιχίσεις και περιφράξεις που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας και με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της Κατηγορίας 1, θ) εργασίες τοποθέτησης υπόγειων και προκατασκευασμένων δεξαμενών ύδατος, καθώς και δεξαμενών λυμάτων, ι) εργασίες επισκευής και εργασίες αλλαγής διαρρύθμισης νομίμως υφιστάμενων κτιρίων που δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 30, ια) εργασίες των περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου 29 για τις οποίες απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τον προϋπολογισμό τους».

6. Βλ. ιδίως την αίτηση ακύρωσης της ΕΜΔΥΔΑΣ κατά της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ Β΄ Τεύχος 3136/31.07.18), συνδυαστικά με το άρθρο 36 παρ. 3 του Ν 4495/2017, αφ’ ενός διότι ο εξουσιοδοτικός νόμος είναι αντισυνταγματικός καθώς εκχωρεί την πολεοδομική αρμοδιότητα του Κράτους σε ιδιώτες κατ’ αντίθεση με τα επιτασσόμενα από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος αφ’ ετέρου διότι επιφέρει επί τα χείρω αλλοίωση των όρων δομήσεως με άμεσο αποτέλεσμα και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης κατ’ αντίθεση με το άρθρο 24 παρ.1 σε συνδυασμό με την παρ. 2 αυτού. Τέλος ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης επειδή εξεδόθη χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση κατά παράβαση του άρθρου 43 του Συντάγματος. Διαθέσιμο στο: https://www.amak.gr/index.php/ergasiaka/1927-po-emdydas-prosfygi-sto-ste-gia-ton-elegxo-ekdosis-oikodomikon-adeion.

«Νομοθετικές αλλαγές στο πεδίο έκδοσης οικοδομικών αδειών», δημοσιεύτηκε στο νομικό περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» από τη Νομική Βιβλιοθήκη.

Ι. Εισαγωγή

Με τον πρόσφατο νόμο 4759/2020 «Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Νομοθεσίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 245) επήλθαν αλλαγές στο δίκαιο της δόμησης και ειδικότερα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Πρώτου του Τμήματος Β΄ του Ν 4495/2017 «Διαδικασία έκδοσης και ελέγχου οικοδομικών αδειών – Κατηγορίες αδειών» καθώς και στον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό (Ν 4067/2012).

Την τελευταία δεκαετία παρατηρούνται συνεχείς αλλαγές στις διατάξεις για τον τρόπο έκδοσης των οικοδομικών αδειών αλλά και σε αυτές του οικοδομικού κανονισμού. Το ίδιο διάστημα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές του νομικού πλαισίου σε ζητήματα που αφορούν, για παράδειγμα, την ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης οικοδομικών αδειών ή και τον θεσμό των ελεγκτών δόμησης, αλλά παράλληλα και πολλές μικρότερες παρεμβάσεις σε μια προσπάθεια μείωσης της γραφειοκρατίας, ενίσχυσης του κατασταλτικού ελέγχου και μείωσης των απαιτούμενων χρόνων για την έκδοση της άδειας.

Για την κατανόηση των αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο του τρόπου έκδοσης αδειών είναι χρήσιμη μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην Ελληνική Πολιτεία καθώς και η καταγραφή των σημαντικότερων νομοθετημάτων ώστε να γίνουν αντιληπτές οι ανάγκες νομοθέτησης, η γενική φιλοσοφία του νομοθετικού πλαισίου για τον τρόπο έκδοσης αδειών και οι νέες ανάγκες που προκύπτουν από την εξέλιξη του δικαίου και τα σύγχρονα θεσμικά εργαλεία (κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, ψηφιοποίηση σχεδίων και διαγραμμάτων κ.ο.κ).

ΙΙ. Ιστορική καταγραφή του θεσμικού πλαισίου έκδοσης οικοδομικών αδειών

Η φύση της οικοδομικής άδειας ως προϊόν της μονομερούς βούλησης της Διοίκησης είναι εμφανής διαχρονικά στην ελληνική έννομη τάξη. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους: α) από το 1828-1923 και β) από το 1923 έως σήμερα. Η πρώτη περίοδος είναι καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη του πολεοδομικού δικαίου καθώς η «άδεια οικοδομής» από το 1923 και μετά αποκτά νομική έννοια ενώ προαναγγέλλονται και ρυθμίσεις σχετικά με την τυποποίηση της διαδικασίας (π.χ. το διάταγμα που καθορίζει τα απαιτούμενα στοιχεία το 1932). Το πρώτο διάστημα (1828-1923) διακρίνεται σε τέσσερις υποπεριόδους και ενδιαφέρει ιδιαίτερα όχι μόνο από πλευράς συλλογής νομοθετικού υλικού, αλλά και επειδή κατά τη συγκέντρωση ιστορικών τεκμηρίων σκιαγραφείται ταυτόχρονα το εξελισσόμενο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας, ορίστηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και από τις πρώτες φροντίδες του ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας, ήδη με το πρώτο ψήφισμα (Ι΄ 13.04.1828) της διακυβέρνησής του. Έπειτα, με το υπ’ αριθμόν 13.559 ψήφισμα με τίτλο «Οργανισμός του Σώματος των επί της οχυροματοποιΐας και αρχιτεκτονικών αξιωματικών» ο Καποδίστριας ίδρυσε την πρώτη τεχνική υπηρεσία με καθαρά στρατιωτική οργάνωση. Στο ψήφισμα αυτό έγινε η πρώτη αναφορά στη λέξη «οικοδομή» και «πολιτικά κτίρια», ενώ προβλέφθηκε και η ανάθεση των αρχιτεκτονικών εργασιών σε ειδικό σώμα αξιωματικών οχυροματοποιών. Για τον λόγο αυτόν ορίστηκε, άλλωστε, στη δεύτερη παράγραφο ότι «καμία οικοδομή, ούτε επισκευή πολεμικών ή πολιτικών κτιρίων δεν θέλει γίγνεσθαι παρά το σώμα… ή από την διεύθυνση αυτού», κάτι που όμως δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης των κατάλληλων μηχανικών. Με τις ρυθμίσεις αυτές τέθηκαν οι θεσμικές βάσεις και δόθηκε η δυνατότητα για συστηματικότερη εξέλιξη της πολεοδομικής νομοθεσίας. Πέραν των ανωτέρω, θεσπίστηκαν επιπλέον κανόνες που ρύθμιζαν τη σύσταση τεχνικού επιτελείου (13560/24.8.1829) ή τη χρηματοδότηση των νέων πόλεων προς ανοικοδόμηση, προκειμένου να τεθεί το κανονιστικό πλαίσιο της πολεοδομικής συμπεριφοράς.

Στη συνέχεια, μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ελλάδα και τον διορισμό του -ανήλικου τότε- Όθωνα, ως βασιλιά, θεσπίστηκε το ΒΔ/03.04.1833 «Περί Σχηματισμού και της Αρμοδιότητος της επί των Εσωτερικών Γραμματείας» (δηλ. του αντιστοίχου Υπουργείου Εσωτερικών). Η Γραμματεία αυτή κατέστη υπεύθυνη για κάθε αρχιτεκτονικό ή πολεοδομικό έργο, αποτελώντας την πρώτη ειδική υπηρεσία με αρμοδιότητα την κατάστρωση σχεδίων πόλεων, τον έλεγχο διατήρησης και ευρυθμίας των οικοδομών, τη συντήρηση των πολιτικών οικοδομών κ.ο.κ. Την ίδια περίοδο, στις 27.12.1833 θεσπίστηκε ο Νόμος «περί συστάσεως των Δήμων» (ΦΕΚ 3/10.01.1834), ο οποίος αποτελείτο από 8 μέρη και 124 άρθρα και ρύθμιζε τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με τις διατάξεις του, ανατέθηκε για πρώτη φορά στον Δήμο η ευθύνη για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης, ο οποίος και κατέστη αρμόδιος φορέας-αρχή για την ανέγερση ή επισκευή των οικοδομών. Συμβουλευτικό ρόλο στη Δημοτική Αρχή κατά τις συσκέψεις για τη λήψη αποφάσεων ανέλαβε το Δημοτικό Συμβούλιο (άρθρο 50 παρ. 7). Σε κάποιες περιπτώσεις οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου έχρηζαν της ρητής έγκρισης του αρμοδίου Νομάρχη, όπως, ενδεικτικά στην περίπτωση σύνταξης των γενικών σχεδίων για τις ιδιωτικές οικοδομές και τα σχέδια ευθυγραμμιών τους (άρθρο 119 παρ. 1) και σε αυτήν της οικοδόμησης ή επισκευής δημοσίων κτιρίων (άρθρο 50 παρ. 1γ΄). Όσον αφορά μάλιστα την ανέγερση δημόσιων κτιρίων, τα οικοδομικά σχέδια απαιτούνταν να συνταχθούν από ειδήμονες, όπως και οι αντίστοιχοι προϋπολογισμοί εξόδων (άρθρο 112 παρ. δ΄). Χαρακτηριστικό παράδειγμα έγκρισης αδειών οικοδομής από τον Δήμο, ως αρμόδια αρχή, αποτελεί το έγγραφο με αρ.…/19.2.1847, που αφορά στην άδεια οικοδομής (ανέγερση διωρόφου) ιδιώτη στην Αθήνα, με έγκριση από τον Δήμαρχο Αθηναίων, υπογεγραμμένη μάλιστα αντ’ αυτού από τον Δημαρχιακό Πάρεδρο. Θεμελιώδες για την πολεοδομική νομοθεσία είναι και το ΒΔ 3.4.1835 (ΦΕΚ 19/15.5.1835) «Περί Υγιεινής Οικοδομής Πόλεων και Κωμών» με το οποίο προβλεπόταν υποχρεωτικά η σύνταξη του σχεδίου οικοδομής από ειδικό τεχνικό (άρθρο 13), καθώς και η έγκρισή του από τις αρμόδιες υπηρεσίες (δήμους πρώτης και δεύτερης κλάσης – έως 2000 κατοίκους). Οι διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού (Νομάρχες, Έπαρχοι,Δήμαρχοι) ανέλαβαν τον έλεγχο εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου και την τήρηση των διατάξεων τουδιατάγματος (άρθρο 27) «…κατά την ιδίαν αυτού έκαστος πολιτικήν δύναμιν». Η ιδιαίτερη ιστορική σημασία

του εν λόγω διατάγματος από άποψη νομοθετικής πρακτικής έγκειται όχι μόνον στο ότι διείπε για 90 σχεδόν χρόνια τη διευθέτηση και ανάπτυξη των πόλεων της Χώρας, αλλά επίσης στο ότι έθεσε στοιχειώδεις οικοδομικούς κανόνες που προσιδίαζαν σε έναν πολύ πρώιμο και εμβρυώδη Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό. Παρά το ρητά εκφρασμένο ενδιαφέρον της Διοίκησης για τον πολεοδομικό εκσυγχρονισμό της χώρας και την πρόβλεψη της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, ολόκληρη η περίοδος της βασιλείας του Όθωνα χαρακτηρίστηκε από συνεχείς νομοθετικές μεταβολές. Το φαινόμενο αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα νομοθετική εξέλιξη, καθώς, όπως θα δούμε αναλυτικά και στη συνέχεια, εξακολουθεί να υφίσταται έως και σήμερα. Στην περίοδο που ακολούθησε (1863-1911), δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες αλλαγές στο γενικό νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τον τρόπο έκδοσης των αδειών οικοδομής ή στον αρμόδιο φορέα για την έγκρισή τους.

Καθοριστική – από την άποψη του νομοθετικού πλαισίου – ήταν η δημοσίευση του νόμου Ν.Δ.ΝΤ΄/10.2.1912 «περί συστάσεως των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 58), που με το άρθρο 208 κατήργησε τον μέχρι τότε ισχύοντα Ν./27.12.1833 «περί συστάσεως των Δήμων», μεταβάλλοντας και τον αρμόδιο φορέα για την έγκριση των αδειών. Η αρμοδιότητα αυτή πέρασε από τους Δήμους στα Γραφεία Σχεδίου Πόλεως κάθε νομού, τα οποία στη συνέχεια υπήχθησαν στο νεοσύστατο Υπουργείο Συγκοινωνιών (ίδρυση με τον Ν 276/1914). Λίγο αργότερα, εισήχθη, για πρώτη φορά, η έννοια του όρου της άδειας εγκατάστασης ικριωμάτων σε εργασίες δόμησης με το ΒΔ της 10.10.1919 (Α΄ 228 Α) «περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών σε οικοδομές και παρόμοιες εργασίες». Στο διάταγμα αυτό προβλέφθηκαν κανόνες εγκατάστασης ικριωμάτων στις δομικές εργασίες, αλλά και η δυνατότητα του αρμόδιου γραφείου που εκδίδει τις άδειες, να απαιτεί την υποβολή μελέτης και σχεδίων στα οποία να φαίνονται οι διατάξεις, οι διαστάσεις και οι υπολογισμοί των αναγκαίων ικριωμάτων για το προς εκτέλεση έργο.

Σταθμό στην ιστορία του πολεοδομικού σχεδιασμού αποτέλεσε το ΝΔ «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους» του 1923. Σύμφωνα με το άρθρο 52, αρμόδια υπηρεσία χορήγησης της αδείας ορίστηκε η Τεχνική Υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνίας, ενώ κάθε άδεια που χορηγούνταν από άλλη δημόσια, δημοτική και κοινοτική αρχή θεωρούνταν παράνομη και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα για τον κάτοχό της. Για τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας ο ενδιαφερόμενος υπέβαλλε αίτηση καθώς και μελέτη για το προς εκτέλεση έργο. Η άδεια παρεχόταν εφόσον είχε επαληθευτεί ότι τηρούνται οι διατάξεις του διατάγματος αλλά και ότι η εκτέλεση του έργου πραγματοποιείται βάσει της εγκριθείσας μελέτης (άρθρο 53). Ως προς τον έλεγχο των εκτελούμενων εργασιών, θεσμοθετήθηκε ο ρόλος του Επόπτη γι’ αυτόν που «εκτελεί» το έργο, ο οποίος πριν την έναρξη των εργασιών όφειλε να δηλώσει εγγράφως στην υπηρεσία ότι αποδέχεται την ανάληψη της εποπτείας. Καμία εργασία δεν μπορούσε να γίνει απουσία του Επόπτη, ενώ τυχόν απουσία του συνεπαγόταν διακοπή των εργασιών, πέραν όποιων άλλων κυρώσεων μπορούσαν να επιβληθούν αν διαπιστώνονταν επιπλέον παρατυπίες. Τον ρόλο του εκτελούντος το έργο είχε «ο αιτήσας και λαβών επ΄ ονόματί του την σχετικήν άδειαν».

Το 1928, εκδόθηκε το ΠΔ 23.10/3.11.1928 «Περί σχεδίων των εν ταις πόλεσι κλπ. ανεγειρομένων οικοδομών», το οποίο σε εφαρμογή του άρθρου 53 του ΝΔ του 1923, καθόρισε τα κατά περίπτωση απαιτούμενα έγγραφα και σχέδια για τη χορήγηση αδείας ανέγερσης οικοδομών, καθώς και το περιεχόμενο και τις προδιαγραφές που απαιτείτο να έχουν. Παρείχε όμως τη δυνατότητα στην αρμόδια υπηρεσία να ζητά κατά την κρίση της πρόσθετα των καθοριζομένων στοιχεία «δια τον πλήρη έλεγχο του σχεδίου». Προέβλεπε, επίσης, ότι σε περιπτώσεις ουσιωδών μεταβολών των αρχικώς υποβληθέντων σχεδίων, απαιτούνταν υποβολή τροποποιητικών σχεδίων στην αρμόδια υπηρεσία, διαδικασία μετέπειτα γνωστή ως «αναθεώρηση». Με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα επιβλήθηκε η γνωστοποίηση των στοιχείων των μηχανικών που συντάσσουν σχέδια και μελέτες για την έκδοση αδείας στα γραφεία εφαρμογής του σχεδίου πόλεως της οικείας περιφέρειας. Υπεύθυνη για τον έλεγχο εκτέλεσης των εργασιών της οικοδομικής αδείας και την εφαρμογή των θεωρημένων σχεδίων ορίστηκε η «επί της εφαρμογής του σχεδίου Υπηρεσία», η οποία είχε τη δυνατότητα να κατάσχει την άδεια, να διακόπτει τις εργασίες και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα σε τυχόν διαπίστωση αυθαιρεσιών. Παρόμοιο πνεύμα διατηρήθηκε και στις επόμενες μεταρρυθμίσεις που σημειώθηκαν κατά τον 20ο αιώνα (Απόφαση ΥΔΕ Ε.37608/76, ΠΔ 3/08.09.1983, ΠΔ 8/13.7.1993).

Τομή στις ρυθμίσεις περί οικοδομικών αδειών αποτέλεσε ο Ν 4030/2011. Λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αξιοποίηση και προστασία του οικιστικού, φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο νόμος κατέστησε την τελευταία sine qua non για τη διαμόρφωση του σύγχρονου πολεοδομικού δικαίου, στοχεύοντας στην εξισορρόπηση μεταξύ των γενικών αρχών του Δικαίου Περιβάλλοντος και την ανάπτυξη των πόλεων. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4030/2011, η απαίτηση του τεχνικού κόσμου αλλά και της ελληνικής κοινωνίας για νομιμότητα, διαφάνεια και έλεγχο των κατασκευών με επιδίωξη την αποτροπή περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων σε μία εποχή όπου φαινόμενα διαφθοράς των πολεοδομικών υπηρεσιών αποτυπώνονται συχνά σε κοινωνικές έρευνες για τον δημόσιο τομέα και σε πορίσματα των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών τεκμηρίωσης, έκδοσης, διαχείρισης και αρχειοθέτησης των Αδειών Δόμησης, στο πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του «Καλλικράτη», αλλά και τον πλήρη και διάφανο καταμερισμό των ευθυνών όλων των μερών: των αρχών αδειοδότησης, των μηχανικών, των κατασκευαστών και των ιδιοκτητών/επενδυτών.

ΙΙΙ. Οι νομοθετικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4030/2011, η αρμοδιότητα έκδοσης των αδειών δόμησης (εγκριτική) υπήχθη στις Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων και ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης των αδειών (ελεγκτική) στους Ελεγκτές Δόμησης. Οι Ελεγκτές Δόμησης είναι μηχανικοί, με καθήκοντα ασυμβίβαστα προς αυτά του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ΝΠΔΔ ή υπαλλήλου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λειτουργούν ανεξάρτητα και δεν τελούν σε σχέση ιεραρχικού ελέγχου ή εποπτείας με τις Υπηρεσίες Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.). Η κρατική και συνεχής εποπτεία της άσκησης του έργου των Υ.ΔΟΜ και των Ελεγκτών Δόμησης ασκείται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας καθώς και τα Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων σε κάθε περιφερειακή ενότητα.Με τον νόμο αυτό εισήχθη και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών, και παράλληλα καθιερώθηκε η λειτουργία διαδραστικής διαδικτυακής πύλης ενημέρωσης και πληροφόρησης σχετικά με την πολεοδομική νομοθεσία. Την υποβολή των δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών ακολουθούσε εντός πέντε ημερών η έγκριση δόμησης, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας δόμησης. Για την έγκριση δόμησης ελέγχονταν τα στοιχεία που αποτελούν τον δείκτη περιβαλλοντικής επιβάρυνσης της κατασκευής στο φυσικό ή οικιστικό περιβάλλον και τα κύρια μορφολογικά του στοιχεία. Στο τοπογραφικό διάγραμμα και στο διάγραμμα δόμησης ελέγχονταν περιοριστικά όλα εκείνα τα στοιχεία των οποίων πιθανή παραβίαση θα οδηγούσε σε προσβολή και βλάβη του πολεοδομικού ιστού και του περιβάλλοντος (όροι δόμησης, διατάξεις ΓΟΚ και Κτιριοδομικού Κανονισμού, όγκος κτιρίου, φύτευση οικοπέδου, χώροι στάθμευσης). Κατά την πρόβλεψη του νόμου, η άδεια δόμησης χορηγούνταν εντός δυο ημερών από την προσκόμιση των απαραίτητων μελετών και την ανάληψη της ευθύνης από τους Μελετητές Μηχανικούς.Με τον Ν 4030/2011 προβλέφθηκε επίσης η έκδοση υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό της διαδικασίας, της μορφής και των πρωτοκόλλων λειτουργίας των λογισμικών για την ηλεκτρονική υποβολή και την τήρηση αρχείων των δικαιολογητικών στοιχείων και των μελετών που ήταν απαραίτητες για την έγκριση δόμησης και την έκδοση άδειας δόμησης.

Ο νόμος προέβλεψε περαιτέρω δημόσιας πρόσβασης Μητρώα Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών με τα επαγγελματικά τους προσόντα και δικαιώματα, ώστε να προστατεύονται οι πολίτες από φαινόμενα παράνομης άσκησης επαγγέλματος και να ενισχύεται η νομιμότητα των αδειών δόμησης. Θεσπίστηκε, επίσης, διαδικασία ελέγχου της ορθής εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών που εγκρίνονται μέσω των αδειών, στο πλαίσιο κατασταλτικής δράσης του κράτους για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο έλεγχος όφειλε να διενεργείται από διαφορετικό κάθε φορά όργανο, τον ελεγκτή δόμησης, που οριζόταν με αντικειμενική και αδιάβλητη διαδικασία ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να αποφεύγονται φαινόμενα συναλλαγής μεταξύ ελεγχόμενων και ελεγκτών. Η θεσμοθέτηση των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας καθώς και του Κεντρικού Συμβουλίου αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης και της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Οι Επιτροπές Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, όργανο το οποίο τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε σαφή προσανατολισμό και δημιουργούσε συνθήκες γραφειοκρατίας και συγκεντρωτισμού, αντικαταστάθηκε. Η σύσταση Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας, ανεξάρτητα από τις Υπηρεσίες Δόμησης και αμφισβητήσεων αντικατέστησε τα προηγούμενα όργανα αμφισβητήσεων και επιλύσεων.

Έξι χρόνια αργότερα ακολούθησε ο Ν 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α΄167). Οι διατάξεις του νόμου αυτού ομοίως εστίασαν στην ελαχιστοποίηση του χρόνου έκδοσης οικοδομικής αδείας, στην απλοποίηση των διαδικασιών αποφόρτισης και αποτελεσματικότερης λειτουργίας των υπηρεσιών δόμησης, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, στην ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην προσέλκυση επενδυτών. Πλέον η διαδικασία υποβολής, ελέγχου και χορήγησης οικοδομικών αδειών και εγκρίσεων εργασιών δόμησης γίνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονική διαδικασία, καθώς επίσης θεσπίζεται και η αυτεπάγγελτη αναζήτηση από τις ΥΔΟΜ, στοιχείων που αφορούν τη χορήγηση οικοδομικών αδειών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας διασύνδεσης υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου. Επιπλέον, θεσπίζεται η διαδικασία της προέγκρισης οικοδομικής αδείας κατ’ αρχήν προαιρετικά και κατ’εξαίρεση υποχρεωτικά μόνο στις αναφερόμενες στον νόμο περιπτώσεις.

Τέλος, προβλέφθηκε για πρώτη φορά η σύσταση και λειτουργία περιφερειακών συλλογικών οργάνων (ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ, ΠΕΣΑ και Περιφερειακή επιτροπή Προσβασιμότητας) με απολύτως διακριτές αρμοδιότητες, για την αποφόρτιση του έργου των ήδη υφισταμένων αλλά και για την παροχή δυνατότητας εξέτασης προσφυγών. Τούτο, ώστε να επιτευχθεί αφενός η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη και αφετέρου να εξαλειφθεί το φαινόμενο της υπερβολικής συσσώρευσης μεγάλου όγκου υποθέσεων που συνεπάγεται αναπόδραστα ουσιαστική αδυναμία διαχείρισης σε εύλογο χρόνο.

  1. Οι αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020

Λαμβάνοντας υπόψη και την ιστορική καταγραφή που προηγήθηκε αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλόδοξοι στόχοι που καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4495/2017 αλλά και εν μέρει και σε αυτήν του Ν 4030/2011, ως προς το ζήτημα του χρόνου αδειοδότησης, δεν επιτεύχθηκαν. Δέκα χρόνια μετά τον Ν. 4030/2011 αναζητούμε ακόμη, δια των αλλαγών, τη σημαντική τομή που θα μειώσει τον χρόνο ελέγχου και έκδοσης της οικοδομικής άδειας.

Κατά την άποψή μου, οι μεγάλες τομές της ηλεκτρονικής έκδοσης των αδειών και των ελεγκτών δόμησης, στο πεδίο του ελέγχου της κατασκευής, πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι οι λοιπές ρυθμίσεις (προέγκριση, διαδικασία ελέγχου όρων δόμησης από την ΥΔΟΜ και έκδοση πράξης με υποβολή στοιχείων από Μηχανικό χωρίς ειδικό έλεγχο) δεν φαίνεται να μείωσαν τον χρόνο ολοκλήρωσης της διοικητικής διαδικασίας, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, δημιούργησαν και ζητήματα ασφάλειας δικαίου σχετικώς με την τελική πράξη που θα εκδοθεί. Αντιθέτως, πρέπει να κατανοήσουμε ότι στον βαθμό που, για την έκδοση της άδειας, απαιτείται πληθώρα παράλληλων εγκρίσεων από άλλες υπηρεσίες με διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα (δασική υπηρεσία, υπηρεσίες Υπουργείου Πολιτισμού, φορείς διαχείρισης κ.ά.), οι νομοθετικές παρεμβάσεις ίσως θα έπρεπε να επικεντρωθούν στη συντόμευση και απλούστευση των παράλληλων αυτών διοικητικών διαδικασιών και όχι στις συνεχείς αλλαγές των διαδικασιών των Υπηρεσιών Δόμησης, μεταλλάσσοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις διοικητικές διαδικασίες ελέγχου. Τούτο δε ιδίως εν όψει της ηλεκτρονικής διαδικασίας έκδοσης αδειών μέσω κοινής βάσης δεδομένων η οποία πλέον γενικεύεται.

Οι σημαντικότερες αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020 στο σύστημα έκδοσης οικοδομικών αδειών, συνοψίζονται ως εξής:

Α. Καταρχάς, με το άρθρο 50 του νέου νόμου, οι ορισμοί των βασικών κατηγοριών των οικοδομικών αδειών, όπως αναφέρονταν στο άρθρο 28 του Ν 4495/2020, τροποποιούνται2 και έχουν πλέον ως εξής:

α) «Οικοδομική Άδεια»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις. Στην έννοια των οικοδομικών εργασιών για ανέγερση νέας οικοδομής ή προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή περιλαμβάνονται και οι εργασίες που καθιστούν το κτίριο άρτιο για λειτουργία, όπως οι εργασίες για την κατασκευή περιτοιχίσεων ή περιφράξεων, βόθρων, υπογείων δεξαμενών νερού, εκσκαφών, επιχώσεων και κοπής δένδρων. Στην έννοια της οικοδομικής άδειας περιλαμβάνονται και άδειες οι οποίες δεν δημιουργούν δόμηση, ιδίως η άδεια κατεδάφισης, η άδεια αλλαγής χρήσης, η άδεια διαμορφώσεων, επισκευής, διασκευής, ενισχύσεων, η άδεια για αυτοτελείς εργασίες περιτοιχίσεων, επιχώσεων ή εκσκαφών, καθώς και κοπής δένδρων. Ως οικοδομική άδεια νοείται και η άδεια δόμησης.

β) «Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 29.

γ) «Προέγκριση οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης»: Η διοικητική πράξη που χορηγείται για την πιστοποίηση του δικαιώματος έκδοσης οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης και την εφαρμογή, κατά τον χρόνο ισχύος της, των πολεοδομικών διατάξεων και πολεοδομικών μεγεθών της (δόμηση, κάλυψη, ύψος), που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της προέγκρισης, εφόσον η οικοδομική άδεια/άδεια αναθεώρησης εκδοθεί εντός του χρόνου ισχύος της προέγκρισης και με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται στη περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 40, κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής αδείας/άδειας αναθεώρησης. Ο χρόνος ισχύος της προέγκρισης της άδειας ανα- θεώρησης δεν δύναται να υπερβαίνει τον χρόνο ισχύος της άδειας αναθεώρησης. Κατ’ εξαίρεση, αν αφορούν σε τροποποίηση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών ή τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων σε κοινόχρηστους, καθώς και σε περιπτώσεις μεταγενέστερης ένταξης της περιοχής σε καθεστώς προστασίας πολιτιστικής κληρονομίας ή προστασίας της φύσης, η προέγκριση πιστοποιεί το δικαίωμα δόμησης, μόνο κατά τον χρόνο έκδοσής της.

δ) «Γνωστοποίηση εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών»: Η κατά τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης δήλωση του κυρίου του έργου, που συνοδεύεται από τεχνική έκθεση του εξουσιοδοτημένου επι- βλέποντος μηχανικού, με την οποία ενημερώνει την οικεία Υπηρεσία Δόμησης ότι προτίθεται να προβεί σε πρόσθετες εργασίες, που επιτρέπονται από τις πολεοδομικές διατάξεις, αλλά εκτελούνται με δική του ευθύνη καθ` υπέρβαση της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης. Για τις πρόσθετες αυτές εργασίες, ο ιδιοκτήτης αναλαμβάνει με δική του ευθύνη την υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για έκδοση προέγκρισης άδειας αναθεώρησης ή άδειας αναθεώρησης, εντός τεσσάρων (4) μηνών, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο

Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002 (Α΄ 153).

ε) «Έγκριση εκτέλεσης εργασιών»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών της παρ. 4 του άρθρου 29, ύστερα από υποβολή τεχνικής έκθεσης και δήλωσης ανάληψης επίβλεψης από αρμόδιο μηχανικό.

στ) «Έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαίρετης κατασκευής»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση των εργασιών της παρ. 5 του άρθρου 107.

ζ) «Άδεια Αναθεώρησης»: Είναι η διοικητική πράξη που εκδίδεται κατά τη διάρκεια του χρόνου ισχύος της οικοδομικής αδείας, για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία, όπως προσθήκη ή τροποποίηση μελετών αυτής, είτε για παράταση ισχύος αυτής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

η) «Ενημέρωση του φακέλου της οικοδομικής άδειας»: Είναι η διοικητική πράξη με την οποία καταχωρίζονται στο φάκελο των μελετών, ανεξάρτητα από τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας, τροποποιήσεις των μελετών, που δεν αλλάζουν το διάγραμμα δόμησης και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι απαραίτητες εγκρίσεις από άλλους φορείς ή συλλογικά όργανα, καθώς και η αλλαγή ιδιοκτήτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

θ) «Κοινόχρηστοι χώροι»: Κοινόχρηστοι χώροι στον παρόντα νόμο είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω, είναι οι προορισμένοι χώροι στην κοινή χρήση σε περίπτωση οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας.

ι) «Άδεια νομιμοποίησης» είναι η οικοδομική άδεια ή η έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, που εκδίδεται, μετά την εκτέλεση εργασιών ή κατασκευών ή αλλαγών χρήσης χωρίς την έκδοση της απαιτούμενης διοικητικής πράξης, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού μνημείων για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002, προκειμένου να νομιμοποιηθούν αυτές, εφόσον είναι σύμφωνες είτε με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας νομιμοποίησης διατάξεις, είτε με αυτές που ίσχυαν, κατά τον χρόνο εκτέλεσής αυτών». Οι σχετικές αλλαγές είναι διευκρινιστικού περιεχομένου και κυρίως α) συνδέουν τη διαδικασία προεγκρίσεως και με τις περιπτώσεις διοικητικών πράξεων αναθεώρησης οικοδομικών αδειών και β) διευκρινίζουν την απαίτηση για την, σε κάθε περίπτωση, έκδοση προηγούμενης έγκρισης από το Υπουργείο Πολιτισμού για τις περιπτώσεις προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων.

Β. Με το άρθρο 54 του Ν 4759/2020, που τροποποίησε το άρθρο 35 του Ν 4495/2017, κατέστη, επίσης, υποχρεωτική η προέγκριση οικοδομικής άδειας για όλες τις κατηγορίες αδειών του άρθρου 36 του Ν 4495/20173 πλην της κατηγορίας 3, αν έχει προηγουμένως εκδοθεί βεβαίωση όρων δόμησης. Η προέγκριση εκδίδεται εντός 10 ημερών και σε αυτήν καθορίζονται και οι απαιτούμενες μελέτες, εγκρίσεις και λοιπά δικαιολογητικά που πρέπει να κατατεθούν εν συνεχεία κατά το στάδιο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας. Προβλέπεται επίσης ότι η διαδικασία προέγκρισης άδειας αναθεώρησης είναι υποχρεωτική, εφόσον αφορά σε μεταβολή των πολεοδομικών μεγεθών κάλυψης, δόμησης και όγκου.

Γ. Επιπλέον, στο άρθρο 55 παρ. 2 του Ν 4759/2020 προβλέπεται ότι «Για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος «e-Άδειες» και του συστήματος δηλώσεων αυθαιρέτων του Ν 4495/2017 στις διατάξεις του παρόντος, εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, εντός τεσσάρων (4) μηνών και δύο (2) μηνών αντίστοιχα, από την έναρξη ισχύος του παρόντος». Η εφαρμογή του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου νόμου, θα οδηγήσει στην αυτόματη έκδοση του συνόλου των οικοδομικών αδειών, κατόπιν της έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος e-adeies. Φαίνεται, έτσι, πως η προσπάθεια για την πλήρη ψηφιοποίηση των οικοδομικών αδειών που είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια ολοκληρώνεται.

Δ. Περαιτέρω, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο άρθρο 38 του Ν 4495/2017 με το άρθρο 56 του Ν 4759/2020, οι οικοδομικές άδειες, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, εκδίδονται πλέον ως εξής:

  1. i) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης των Κατηγοριών 1, 2 και 3, με προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες, που προβλέπονται στο άρθρο 40. Ο αριθμός οικοδομικής αδείας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Οι ανωτέρω έλεγχοι διενεργούνται εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής του φακέλου. 4
  2. ii) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης της Κατηγορίας 3, χωρίς προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες που προβλέπονται στο άρθρο 40, τον έλεγχο του προϋπολογισμού του έργου και τον έλεγχο των αποδεικτικών καταβολής των απαιτούμενων εισφορών και κρατήσεων του έργου υπέρ του Δημοσίου, του οικείου δήμου και του e-ΕΦΚΑ. Μεταξύ των υποβαλλόμενων ηλεκτρονικά στοιχείων, συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ., στην οποία αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών. Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση εκδίδεται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση συνοδεύεται υποχρεωτικά από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν 1599/1986 (A` 75) του μελετητή μηχανικού, ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις δόμησης στην περιοχή του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε. Οαριθμός οικοδομικής άδειας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών.

Η αρμόδια Υ.ΔΟΜ. διενεργεί υποχρεωτικά δειγματοληπτικό έλεγχο της νομιμότητας των υποβαλλόμενων μελετών και στοιχείων, σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον των οικοδομικών αδειών που χορηγούνται με την ανωτέρω διαδικασία. Ο υποχρεωτικός δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργείται ανά εξάμηνο για τις άδειες του παρελθόντος εξαμήνου. Υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας αδείας, ανεξαρτήτως της κατηγορίας αυτής, καθώς και σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας έγκρισης Εργασιών μικρής κλίμακας.

  1. Συμπεράσματα

Α. Με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του Ν 4759/2020 επανακαθορίζονται βασικοί ορισμοί της νομοθεσίας περί οικοδομικών αδειών και επέρχονται απαραίτητες βελτιώσεις. Περαιτέρω, επιτυγχάνεται ενιαία αντιμετώπιση όλων των διαδικασιών έκδοσης οικοδομικών αδειών, καθώς καθίσταται υποχρεωτική η προέγκριση (εξαιρουμένης της περίπτωσης της κατηγορίας 35, όπου εκδίδονται όροι δόμησης) και στη συνέχεια η έκδοση της οικοδομικής άδειας πραγματοποιείται αυτόματα.

Η συγκεκριμένη αλλαγή, δηλαδή η υποχρεωτικότητα της προέγκρισης, θα άξιζε να τύχει περαιτέρω μελέτης και να επεκταθεί και στην κατηγορία 3. Και τούτο, καθώς η βεβαίωση όρων δόμησης που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη συγκεκριμένη κατηγορία οικοδομικών αδειών αποτελεί μεν στοιχείο ελέγχου της αρμόδιας αρχής, ωστόσο δεν αποτελεί στοιχείο ελέγχου συμβατό με τις προβλέψεις που ιστορικά τέθηκαν σε αρμονία με το άρθρο 24 του Σ. Ιδίως δε με το αντικείμενο ελέγχου, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ (ΠΔ της 14.7.1999, Δ΄ 580) και δη στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, όπου προβλέπεται ότι: «Κάθε κτίριο ή εγκατάσταση πρέπει:

α) ως προς τη σχέση και τη σύνθεση των όγκων, τις όψεις και γενικά τα ορατά τμήματά του, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αισθητικής, τόσο ως μεμονωμένο κτίριο ή εγκατάσταση όσο και σε σχέση με το οικοδομικό τετράγωνο, β) να εντάσσεται στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ώστε στα πλαίσια των στόχων της οικιστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Ο έλεγχος της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων ασκείται από την πολεοδομική υπηρεσία με βάση τη μελέτη της άδειας οικοδομής, που συνοδεύεται από αιτιολογημένη έκθεση του μελετητή μηχανικού …».

Με τη συγκεκριμένη αλλαγή θεωρώ ότι θα εξαλείφονταν απολύτως όποιοι προβληματισμοί περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων είχαν τεθεί στο παρελθόν και είχαν προβληθεί μέσω αιτήσεων ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας6 και αφορούσαν στις περιπτώσεις έκδοσης διοικητικής πράξης χωρίς έλεγχο από την αρμόδια αρχή. Επισημαίνεται ότι, μέσω της διαδικασίας προέγκρισης, ο έλεγχος που λαμβάνει χώρα είναι ο ελάχιστος δυνατός που θα μπορούσε να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 24 Συντ. και στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ. Σημειώνεται δε ότι κατά το άρθρο 35 του Ν 4495/2017 (Προέγκρισηοικοδομικής άδειας) προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Για την έκδοση της προέγκρισης οικοδομικής άδειας υποβάλλονται ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr), τα εξής δικαιολογητικά και μελέτες: […] β) τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, γ) διάγραμμα κάλυψης, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, δ) τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή κτηματογραφικό φύλλο ή απόσπασμα κτηματογραφικού διαγράμματος για κάθε ακίνητο, ε) αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας των υφιστάμενων κτισμάτων, στ) τεχνική έκθεση που να περιγράφει με ακρίβεια το έργο, τα μεγέθη και τις χρήσεις….» (παρ. 5).

Β. Πέραν του ζητήματος της υποχρεωτικότητας της προέγκρισης, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Τόσο με το προϊσχύον δίκαιο όσο και με τις διατάξεις του Ν 4759/2020, κατά τη φάση της προέγκρισης δεν απαιτείται να έχουν εκδοθεί λοιπές εγκρίσεις άλλων υπηρεσιών, με κυριότερες αυτές των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ειδικά αυτές οι εγκρίσεις στις περιπτώσεις περιοχών εκτός σχεδίου πλησίον αρχαιολογικών χώρων και μνημείων ενδέχεται να θέτουν όρους και προϋποθέσεις που οδηγούν σε αλλαγές του διαγράμματος κάλυψης και επί της ουσίας να ακυρώνουν την προηγούμενη διαδικασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα απαιτηθεί η εκ νέου υποβολή στοιχείων και η επανάληψη της διαδικασίας από την αρχή. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω προβληματισμό αλλά και το ιστορικό των νομοθετημάτων περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών, εφόσον αναδείχθηκε η αναγκαιότητα και η υποχρεωτικότητα του ελέγχου της αρμόδιας αρχής δια της διαδικασίας προεγκρίσεως, μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε τη θετική πρόβλεψη του Ν 4030/2011 περί έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης; Στη μία περίπτωση η διοικητική πράξη της προεγκρίσεως τίθεται εκ του νόμου (βλ. ορισμό ως ανωτέρω) με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται. Στη δε περίπτωση της έγκρισης δόμησης κατά το πλαίσιο του Ν 4030/2011, η διοικητική πράξη είχε ως αποτέλεσμα την πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, επιτρέποντας στη συνέχεια την έκδοση της άδειας δόμησης χωρίς καμία επιφύλαξη. O νομοθέτης του μέλλοντος ας μελετήσει το δίλημμα…

Γ. Επίσης, ως θετική αξιολογείται η πρόβλεψη της έγγραφης βεβαίωσης όρων δόμησης για την κατηγορία 3 αλλά και ο καθορισμός των απαραιτήτων εγκρίσεων (προφανώς άλλων υπηρεσιών) των οικοδομικών αδειών για όλες τις κατηγορίες αδειών (βλ. περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 35 του Ν 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4759/2020). Η συγκεκριμένη πρόβλεψη προσφέρει ασφάλεια δικαίου για τη συνέχιση της διαδικασίας έκδοσης της άδειας, καθώς στην έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ. αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών.

Δ. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί η θετική πρόβλεψη για την ηλεκτρονική υποβολή όλων των στοιχείων και μελετών καθώς και της βεβαίωσης των όρων δόμησης από την αρμόδια Υ.ΔΟΜ. Η ηλεκτρονική διαδικασία έχει επιφέρει ήδη εξαιρετικά δείγματα ομογενοποίησης των πράξεων των Υ.ΔΟΜ., διαφάνειας και λογοδοσίας.

Ε. Σε κάθε περίπτωση, τόσο για τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και αλλαγές όσο και για οποιεσδήποτε αλλαγές συμβούν στο μέλλον, το νομικό πλαίσιο έκδοσης οικοδομικών αδειών πρέπει να μελετηθεί και υπό το ακόλουθο πρίσμα: O νομοθέτης κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής άδειας επιβάλλει διαχρονικά τη διενέργεια προληπτικού ελέγχου της νομιμότητας της δόμησης. Ενδεχόμενη καταστρατήγηση των όρων και περιορισμών δόμησης συνεπάγεται κινδύνους και καταστροφές για το περιβάλλον, η προστασία του οποίου συνιστά πρωταρχική μέριμνα της Πολιτείας και αποτυπώνεται σε πληθώρα νομοθετημάτων. Πέραν όμως των ανωτέρω, η οικοδομική άδεια συνιστά επί της ουσίας άδεια παρέμβασης στο περιβάλλον, πολιτιστική μαρτυρία που διατηρείται στον χρόνο και αντανακλά τις συνθήκες και την αντίληψη της κοινωνίας και της εποχής κατά την οποία εκδίδεται. Μέσα από αυτή τη μαρτυρία αποτυπώνεται και η επιλογή κάθε φορά της Πολιτείας για τον τρόπο δόμησης και την παραγωγή των έργων, των κτιρίων και συνεπώς του χώρου όπου θα εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας. Οι αλλαγές σε αυτά τα νομοθετικά πεδία αφενός θα πρέπει κάθε φορά να γίνονται με φειδώ και αφού έχει προηγηθεί μεγάλη ανάλυση, τεκμηρίωση και συζήτηση αφετέρου θα πρέπει να αναγιγνώσκονται υπό ένα αυστηρό πρίσμα από την Έλληνα Δικαστή και Νομικό. Και τούτο διότι μέσω των νομοθετικών αυτών αλλαγών, χωρίς να το κατανοούμε, εκείνη τη χρονική στιγμή αλλάζουμε και διαμορφώνουμε την εικόνα των πόλεων μας.

  1. Όλα τέθηκαν υπό την εποπτεία του σώματος Μηχανικών του Στρατού.
  2. Οι σχετικές αλλαγές υποδεικνύονται με έντονα γράμματα (bold) στο κείμενο.
  3. Το άρθρο 36 του Ν 4495/2017 ρυθμίζει τον τρόπο έκδοσης οικοδομικών αδειών, ανάλογα με την περιοχή, τη θέση, τη χρήση, το μέγεθος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτιρίου που πρόκειται να ανεγερθεί, διακρίνοντας τις σχετικές διαδικασίες σε τρεις (3) κατηγορίες.
  4. Παρ. 2 άρθρου 56 Ν 4759/2020 Επιτάχυνση διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών – Τροποποίηση της παρ. 2 και προσθήκη παρ. 6 του άρθρου 38 του Ν 4495/2017
  5. Η κατηγορία 3 του άρθρου 36 του Ν 4495/2017, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του νέου νόμου (Ν 4759/2020), περιλαμβάνει τις εξής εργασίες: α) ανέγερση κτιρίου σε εντός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχή, επιφάνειας έως χίλια (1.000) τ.μ. δόμησης για ειδικά κτίρια και έως δύο χιλιάδες (2.000) τ.μ. δόμησης για κτίρια με επικρατούσα χρήση κατοικίας, β) ανέγερση κτιρίου με χρήση κατοικίας σε εκτός σχεδίου περιοχή, στην οποία υφίσταται κτηματογράφηση και εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) σε άρτιο κατά τον κανόνα, γ) ανέγερση κτιρίου σε οικόπεδο εντός οριοθετημένου οικισμού με το από 24.4.1985 ΠΔ (Δ΄ 181) για κτίριο με επικρατούσα χρήση κατοικίας, δ) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση κατοικίας, ε) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση ειδικού κτιρίου, εφόσον η προσθήκη δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της υπάρχουσας δόμησης και σε εντός σχεδίου δόμηση, στ) αλλαγές χρήσης κτιρίων ή αυτοτελών οριζόντιων ή κάθετων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε εντός ή εκτός σχεδίου περιοχές, ζ) κατασκευή πισίνας, εφόσον δεν καλύπτεται από τις περιπτώσεις της έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, η) τοίχοι αντιστήριξης, περιτοιχίσεις και περιφράξεις που

δεν εμπίπτουν στην κατηγορία εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας και με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της Κατηγορίας 1, θ) εργασίες τοποθέτησης υπόγειων και προκατασκευασμένων δεξαμενών ύδατος, καθώς και δεξαμενών λυμάτων, ι) εργασίες επισκευής και εργασίες αλλαγής διαρρύθμισης νομίμως υφιστάμενων κτιρίων που δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 30, ια) εργασίες των περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου 29 για τις οποίες απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τον προϋπολογισμό τους».

  1. Βλ. ιδίως την αίτηση ακύρωσης της ΕΜΔΥΔΑΣ κατά της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ Β΄ Τεύχος 3136/31.07.18), συνδυαστικά με το άρθρο 36 παρ. 3 του Ν 4495/2017, αφ’ ενός διότι ο εξουσιοδοτικός νόμος είναι αντισυνταγματικός καθώς εκχωρεί την πολεοδομική αρμοδιότητα του Κράτους σε ιδιώτες κατ’ αντίθεση με τα επιτασσόμενα από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος αφ’ ετέρου διότι επιφέρει επί τα χείρω αλλοίωση των όρων δομήσεως με άμεσο αποτέλεσμα και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης κατ’ αντίθεση με το άρθρο 24 παρ.1 σε συνδυασμό με την παρ. 2 αυτού. Τέλος ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης επειδή εξεδόθη χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση κατά παράβαση του άρθρου 43 του Συντάγματος. Διαθέσιμο στο: https://www.amak.gr/index.php/ergasiaka/1927-po-emdydasprosfygi-sto-ste-gia-ton-elegxo-ekdosis-oikodomikon-adeion.

Οικοδομική Άδεια, Κλιματική Αλλαγή και Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων

Οικοδομική Άδεια, Κλιματική Αλλαγή και Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων

Κων/νος Καρατσώλης Δικηγόρος , Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας.

Ομάδα Μελέτης :

• Κων/νος Καρατσώλης
• Ιωάννα Κανατά , Δικηγόρος , LL.M. University of Copenhagen
• Αθηνά Μιχαλακέα, Δικηγόρος, Can. Dr. University of London
• Κωστας Φιλιππάκης Αρχιτέκτονας LLM

Το παρόν κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το υπό έκδοση βιβλίο μας σχετικά με το Δίκαιο της Οικοδομικής Άδειας. Στο συγκεκριμένο κεφάλαιο μελετώνται τα ζητήματα έκδοσης των οικοδομικών αδειών που εμπίπτουν συγχρόνως στο πεδίο της περιβαλλοντικής προστασίας, και συγκεκριμένα στον αγώνα απέναντι στην Κλιματική Αλλαγή. Ο περιορισμένος χρονικός ορίζοντας να περιοριστούν οι καταστροφικές συνέπειες τις τελευταίας έχει κινητοποιήσει τα τελευταία χρόνια τους Διεθνείς Οργανισμούς αλλά και τις εθνικές κυβερνήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν λάβει αρκετές πρωτοβουλίες για τη συγκρότηση ενός θεσμικού πλαισίου που θα διασφαλίζει την ενεργειακή βιωσιμότητα εντός των κρατών-μελών της, οι οποίες εξετάζονται αναλυτικά στο παρόν κείμενο -με εκτενέστερη αναφορά στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (EGD)-, κυρίως υπό το πρίσμα της βιώσιμης οικοδομικής πολιτικής. Γίνεται, επίσης, αναφορά σε καλές πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών κρατών (Δανία, Ελβετία). Τέλος, επιχειρείται η κωδικοποίηση της αντίστοιχης ελληνικής νομοθεσίας, από τον Κανονισμό Θερμομόνωσης του 1980 ως τους νόμους εναρμόνισης του ελληνικού δικαίου με τις πρόσφατες ευρωπαϊκές οδηγίες, καταλήγοντας στη μελέτη του ζητήματος της ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων στο πλαίσιο έκδοσης οικοδομικών αδειών.”

Εισαγωγή

Στον σύγχρονο, ταχύτατα αναπτυσσόμενο κόσμο, το περιβάλλον και η προστασία του αναδεικνύονται ολοένα και περισσότερο σε προτεραιότητες της διεθνούς και ευρωπαϊκής πολιτικής. Σύμφωνα, μάλιστα, με την τελευταία έκθεση της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Αλλαγή του Κλίματος (Intergovernmental Panel on Climate Change – IPCC), η ανθρωπότητα έχει μόνο μία δεκαετία στη διάθεσή της για να περιορίσει τις καταστροφικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής και να διατηρήσει την παγκόσμια υπερθέρμανση στο μέγιστο των 1,5οC. Σε περίπτωση αποτυχίας, οι επιστήμονες προειδοποιούν για ένα δρόμο χωρίς επιστροφή. Επισημαίνουν πως η ραγδαία αύξηση έκλυσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (ιδίως διοξείδιο του άνθρακα, μεθάνιο, υποξείδιο του αζώτου, φθοριούχα αέρια) από ανθρώπινες δραστηριότητες έχει αλλάξει τη σύσταση της ατμόσφαιρας, με αποτέλεσμα την αύξηση ακραίων καιρικών φαινομένων που παρουσιάζονται με πρωτόγνωρη συχνότητα και ένταση, όπως μεγάλες δασικές πυρκαγιές με αντίστοιχη αύξηση των πλημμυρικών φαινομένων και την άνοδο της στάθμης της θάλασσας .

Αντιμέτωποι με την πρόκληση του μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, οι ηγέτες της ΕΕ δεσμεύθηκαν να εξοικονομήσουν το 20% της προβλεπόμενης κατανάλωσης ενέργειας των κρατών μελών έως το 2020 και το 32,5% έως το 2030. Από την τελευταία αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε σχετικά με την πρόοδο των κρατών μελών προς την επίτευξη των στόχων αυτών προκύπτει ότι ο στόχος της ΕΕ για το 2020 στάθηκε αδύνατο να επιτευχθεί, αφού η κατανάλωση ενέργειας στην ΕΕ παρουσίασε ξανά αυξητική τάση από το 2014 και μετά.

Τα τελευταία χρόνια, ένας έντονος διεθνής διάλογος διεξάγεται μέσω της πλατφόρμας Talanoa Dialogue ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης-Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για τις Κλιματικές Μεταβολές (United Nations Framework Convention on Climate Change – UNFCCC). Οι Εθνικά Καθορισμένες Συνεισφορές (Nationally Determined Contributions – NDCs) της κάθε χώρας (πολύτιμη παρακαταθήκη της Συμφωνίας του Παρισιού) περιλαμβάνουν τις προσπάθειες που καταβάλλει για να μειώσει τις εθνικές εκπομπές και να προσαρμοστεί στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Οι περισσότερες χώρες έχουν πια συμπεριλάβει τα κτίρια στους τομείς για τους οποίους καταρτίζουν στρατηγικές μείωσης των εκπομπών .

Ευρωπαϊκές Οδηγίες σχετικά με την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων

Η μείωση της κατανάλωσης και της σπατάλης ενέργειας αποκτά διαρκώς αυξανόμενη σημασία στην ΕΕ, η οποία έχει δεσμευθεί να αναπτύξει ένα βιώσιμο, ανταγωνιστικό, ασφαλές και απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές ενεργειακό σύστημα. Με το «Πλαίσιο Πολιτικής για την Ενέργεια και το Κλίμα», με ορίζοντα το 2030 (περίοδος 2021-2030), θεσπίζει φιλόδοξες δεσμεύσεις :

• Μείωση κατά τουλάχιστον 40% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (σε σχέση με τα επίπεδα του 1990)
• Αύξηση του ποσοστού των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας κατά τουλάχιστον 32%
• Βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης κατά τουλάχιστον 32,5% (σε σχέση με την προβλεπόμενη κατανάλωση ενέργειας το 2030)

Τα κτίρια βρίσκονται στο επίκεντρο της πολιτικής της ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση, δεδομένου ότι σε αυτά αναλογεί σχεδόν το 42% της κατανάλωσης τελικής ενέργειας ενώ παρουσιάζουν μεγάλο δυναμικό εξοικονόμησης ενέργειας . Η συμφωνία του Παρισιού του 2015 για την κλιματική αλλαγή, ενισχύει τις προσπάθειες της ΕΕ για απαλλαγή του κτιριακού δυναμικού της από τις ανθρακούχες εκπομπές.

Η σημασία της ενεργειακής απόδοσης και ο ρόλος του κτιριακού τομέα στην επίτευξη των στόχων της ΕΕ για την ενέργεια και το κλίμα και για τη μετάβαση στην καθαρή ενέργεια τονίζονται σε μια σειρά από Ανακοινώσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και άλλους ευρωπαϊκούς θεσμούς .

Η πλήρης εφαρμογή και επιβολή της ισχύουσας ενεργειακής νομοθεσίας της ΕΕ θεωρείται πρώτη προτεραιότητα για τη δημιουργία της Ενεργειακής Ένωσης που αποτελεί έναν από τους 5 βασικούς στόχους του ευρωπαϊκού στρατηγικού θεματολογίου στο οποίο τίθενται οι προτεραιότητες της ΕΕ για τα επόμενα χρόνια. Είναι, επιπλέον, θεμελιώδους σημασίας για την επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης το 2030 και για να τεθεί η ΕΕ σε τροχιά πλήρους απαλλαγής του εθνικού κτιριακού δυναμικού από τις ανθρακούχες εκπομπές έως το 2050.

Σημειώνουμε ότι οι σχετικές με τον τομέα της ενέργειας ευρωπαϊκές οδηγίες έχουν σαν νομική βάση το άρθρο 194 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Στη συνέχεια, γίνεται αναφορά στις Ευρωπαϊκές Οδηγίες που αφορούν την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων .

Η Οδηγία 2002/91/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων αποτελεί την πρώτη σχετική με το ζήτημα οδηγία, η ισχύς της οποίας έπαψε στις 31/1/2012 αφού καταργήθηκε με την Οδηγία 2010/31/ΕΕ. Στην εν λόγω Οδηγία χρησιμοποιήθηκε επίσημα η έννοια της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Έτσι, από το 2002 τίθενται απαιτήσεις ενεργειακής κατανάλωσης για τη θέρμανση, την ψύξη, τον φωτισμό και την ηλεκτρική ενέργεια στα κτίρια.

Η Οδηγία 2010/31/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, σχετικά με την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (ΟΕΑΚ ή Energy Performance of Building Directive – EPBD) αποτελεί την κύρια υπάρχουσα νομοθετική πράξη σε επίπεδο ΕΕ για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων. Περιλαμβάνει αρκετές διατάξεις με σκοπό τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης τόσο των νέων όσο και των υφιστάμενων κτιρίων λαμβάνοντας υπόψη τις εξωτερικές κλιματολογικές και τις τοπικές συνθήκες, καθώς και τις κλιματικές απαιτήσεις των εσωτερικών χώρων και τη σχέση κόστους/οφέλους. Στις βασικότερες διατάξεις της οδηγίας περιλαμβάνονται απαιτήσεις σχετικά με τα εξής:

• Το κοινό γενικό πλαίσιο για μια μεθοδολογία υπολογισμού της συνολικής ενεργειακής απόδοσης κτιρίων και κτιριακών μονάδων
• Την εφαρμογή ελάχιστον απαιτήσεων για την ενεργειακή απόδοση των νέων κτιρίων και νέων κτιριακών μονάδων
• Την εφαρμογή ελάχιστων απαιτήσεων για την ενεργειακή απόδοση, ειδικότερα όσον αφορά: υφιστάμενα κτίρια, δομικά στοιχεία στα οποία γίνεται μεγάλης κλίμακας ανακαίνιση και τεχνικά συστήματα κτιρίων όταν εγκαθίστανται, αντικαθίστανται ή αναβαθμίζονται
• Την ενεργειακή πιστοποίηση κτιρίων ή κτιριακών μονάδων, την τακτική επιθεώρηση των συστημάτων θέρμανσης και κλιματισμού στα κτίρια, καθώς και ανεξάρτητα συστήματα ελέγχου για τα πιστοποιητικά ενεργειακής απόδοσης και τις εκθέσεις ελέγχου (παρ. 2, άρθρο 1)

H Οδηγία 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την Ενεργειακή Απόδοση (ΟΕΑ), παρότι περιλαμβάνει κυρίως διατάξεις σχετικά με την άρση των φραγμών στην αγορά ενέργειας και στην υπερνίκηση των αδυναμιών της αγοράς που παρεμποδίζουν την απόδοση στον εφοδιασμό και τη χρήση ενέργειας, εμπεριέχει και μικρό αριθμό διατάξεων σχετικά με την ανακαίνιση κτιρίων και τον υποδειγματικό ρόλο των κτιρίων που ανήκουν σε δημόσιους φορείς (άρθρα 4 & 5). Στις διατάξεις αυτές, περιλαμβάνονται απαιτήσεις σχετικά με τα εξής:

• Τη θέσπιση εθνικής μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την κινητοποίηση επενδύσεων για την ανακαίνιση του αποτελούμενου από κατοικίες και εμπορικά κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά, εθνικού κτιριακού αποθέματος
• Την απόδοση προτεραιότητας στα κτίρια της κεντρικής δημόσιας διοίκησης με τη χαμηλότερη ενεργειακή απόδοση, όπου αυτό είναι οικονομικώς αποδοτικό και τεχνικώς εφικτό.

Στις 30 Νοεμβρίου 2016, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε μια πρόταση αναθεώρησης της Οδηγίας για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων (2010/31/ΕΕ) στο πλαίσιο του ευρύτερου πακέτου «Καθαρή ενέργεια για όλους τους Ευρωπαίους» (COM(2016)0860) το οποίο αναμένεται να συμβάλει στην εκπλήρωση των στόχων της ΕΕ για το 2030 όσον αφορά την ενέργεια και το κλίμα. Επιπλέον, παρουσίασε την πρωτοβουλία «Έξυπνη χρηματοδότηση για έξυπνα κτίρια» στην οποία αναλύεται ο τρόπος τόνωσης των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και η ενίσχυση του κλίματος εμπιστοσύνης στην αγορά για επενδύσεις στον τομέα της ενεργειακή απόδοση.

Η Οδηγία 2018/844/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου αποτελεί την τροποποιημένη Οδηγία για την Ενεργειακή Απόδοση των Κτιρίων αφού τροποποιεί τις Οδηγίες 2010/31/EE και 2012/27/ΕΕ. Βασικός στόχος της τροποποίησης αυτής υπήρξε η επιτάχυνση της ανακαίνισης των κτιρίων στην ΕΕ. Σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, κάθε κράτος μέλος οφείλει να θεσπίσει μακροπρόθεσμη στρατηγική ανακαίνισης του εθνικού δυναμικού οικιστικών και μη οικιστικών κτιρίων, δημόσιων και ιδιωτικών, και μετατροπής τους σε υψηλής ενεργειακής απόδοσης και απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές κτιριακό δυναμικό έως το 2050, διευκολύνοντας την οικονομικά αποδοτική μετατροπή υφιστάμενων κτιρίων σε Κτίρια Σχεδόν Μηδενικής Κατανάλωσης Ενέργειας (ΚΣΜΚΕ ή Nearly Zero Energy Buildings – nZEB).

Οι εθνικές στρατηγικές πρέπει να περιλαμβάνουν χάρτη πορείας με ενδεικτικά ορόσημα για το 2030, το 2040 και το 2050 και πρέπει να προσδιορίζουν τον τρόπο με τον οποίο τα εν λόγω ορόσημα συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων ενεργειακής απόδοσης της ΕΕ.

Τέλος, αξίζει η αναφορά στις Συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με αρ. 2019/786 και 2019/1019 για την Ανακαίνιση Κτιρίων και για τον Εκσυγχρονισμό των Κτιρίων, αντίστοιχα.

Πρόσφατες πρωτοβουλίες των ευρωπαϊκών θεσμών

Στις 11 Δεκεμβρίου 2019 παρουσιάστηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση το Green New Deal. Στις 14 Ιανουαρίου 2020 ακολούθησε η παρουσίαση του Επενδυτικού Σχεδίου της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας και του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης και στις 4 Μαρτίου 2020 η πρόταση του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για το κλίμα με το στόχο την κλιματική ουδετερότητα. Στις 10 Μαρτίου 2020 ακολούθησε η έγκριση της ευρωπαϊκής βιομηχανικής στρατηγικής και στις 11 Μαρτίου η πρόταση σχεδίου δράσης για μια κυκλική οικονομία που εστιάζει στη βιώσιμη χρήση των πόρων. Τέλος, στις 20 Μαϊου παρουσιάστηκε η στρατηγική «από το αγρόκτημα στο πιάτο» που στοχεύει στη βελτίωση της βιωσιμότητας των συστημάτων παραγωγής τροφίμων και η στρατηγική της ΕΕ για τη βιοποικιλότητα για το 2030.

1. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία – European Green Deal (EGD)

«Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία» ορίζεται ως roadmap (χάρτης πορείας) της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον οποίο περιλαμβάνονται διάφορες δράσεις μέσω των οποίων στοχεύει στο να καταστήσει βιώσιμη (sustainable) την οικονομία της, κυρίως με τη μετατροπή των κλιματικών και περιβαλλοντικών προκλήσεων σε ευκαιρίες σε όλους τους τομείς πολιτικής και να επιτύχει τη δίκαιη και χωρίς αποκλεισμούς, μετάβαση σε ένα νέο καθεστώς.

Μακροπρόθεσμος στόχος της «Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας» είναι να καταστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση «κλιματικά ουδέτερη» μέχρι το έτος 2050, ήτοι μια οικονομία με μηδενικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ειδικότερα, η κλιματική ουδετερότητα μπορεί να επιτευχθεί εάν οι εκπομπές άνθρακα μειωθούν στο ελάχιστο και όλες οι εναπομείνασες εκπομπές άνθρακα αντισταθμίζονται από τα μέτρα προστασίας του κλίματος. Όπως προαναφέρθηκε, ο στόχος για την επίτευξη της «κλιματικής ουδετερότητας» ερείδεται στη σχετική δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο της υπογραφής της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα το 2015.

Πριν αναφερθούμε εκτενέστερα στην εν λόγω πρωτοβουλία, θα πρέπει να επισημανθεί ότι η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία αποτελεί μέχρι στιγμής απλώς μια εξαγγελία μέτρων, τα οποία για να είναι νομικώς δεσμευτικά πρέπει να αποτελέσουν μέρος Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Οδηγιών.

Η υλοποίηση των δράσεων του του “Green New Deal” και περαιτέρω η επίτευξη των στόχων που τίθενται μέσα από αυτό απαιτούν μεταρρυθμίσεις και θέσπιση κινήτρων για προσέλκυση επενδύσεων σε τεχνολογίες φιλικές προς το περιβάλλον, στήριξη καινοτομιών στον τομέα της βιομηχανίας, ανάπτυξη του δικτύου μεταφορών σε πιο «καθαρές» και οικονομικές μορφές, απαλλαγή του ενεργειακού τομέα από τις εκπομπές άνθρακα, διασφάλιση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων καθώς επίσης και διεθνή συνεργασία για τη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών.

Ο «Μηχανισμός Δίκαιης Μετάβασης» (“Just Transition Mechanism”):
Για τη μετάβαση στο νέο καθεστώς που εισάγεται με το Green New Deal απαιτείται η συμβολή και η συνεργασία των Κρατών – Μελών, των περιφερειών και των πόλεων, ωστόσο ενόψει των διαφορετικών οικονομικών, κοινωνικών κλπ. συνθηκών που επικρατούν μεταξύ τους θα υποστούν διαφορετικές επιπτώσεις. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένες από αυτές θα επηρεαστούν ιδιαίτερα, για το λόγο δε αυτό θεσπίζεται ο μηχανισμός δίκαιης μετάβασης και ειδικότερα για να στηρίξει οικονομικά τις εν λόγω περιοχές και τους εργαζόμενους σ’ αυτές με παράλληλη υλοποίηση των αναγκαίων για την επίτευξη των στόχων του Green New Deal επενδύσεων.
Με την εφαρμογή του εν λόγω Μηχανισμού θα διασφαλιστεί ότι η μετάβαση προς την κλιματικά ουδέτερη οικονομία θα πραγματοποιηθεί με δίκαιο τρόπο, χωρίς να αποκλειστεί κάποιος από τους εμπλεκόμενους φορείς. Ο Μηχανισμός θα παρέχει στοχευμένη στήριξη τουλάχιστον 100 δισ. ευρώ κατά την περίοδο 2021-2027 στις περιφέρειες που πλήττονται περισσότερο κατά τη μετάβαση προς την πράσινη οικονομία ούτως ώστε να μειωθούν οι κοινωνικές και οικονομικές της επιπτώσεις. Επίσης, ο Μηχανισμός θα δημιουργήσει τις αναγκαίες επενδύσεις για να βοηθηθούν οι εργαζόμενοι και οι κοινότητες που εξαρτώνται από την αλυσίδα αξίας των ορυκτών καυσίμων και θα συμπληρώνει την ουσιαστική συνεισφορά του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω όλων των προγραμμάτων που έχουν άμεση σχέση με τη μετάβαση.

Ο Μηχανισμός Δίκαιης Μετάβασης θα αποτελείται από τρεις κύριες πηγές χρηματοδότησης:

1. Ένα Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με νέα ενωσιακά κονδύλια ύψους 7,5 δισ. ευρώ, επιπλέον της πρότασης της Επιτροπής για τον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ. Προκειμένου να αξιοποιήσουν το μερίδιό τους από το Ταμείο, τα κράτη μέλη, σε συνεννόηση με την Επιτροπή, θα πρέπει να προσδιορίσουν τις επιλέξιμες περιοχές μέσω ειδικών σχεδίων μετάβασης περιοχών. Επίσης, για κάθε ευρώ από το Ταμείο Δίκαιης Μετάβασης, θα πρέπει να δεσμευτούν ότι θα συνεισφέρουν χρηματικά ποσά από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο+, καθώς και να παρέχουν και πρόσθετους εθνικούς πόρους. Συνδυαστικά, με τον τρόπο αυτό θα παρασχεθεί χρηματοδότηση ύψους μεταξύ 30 και 50 δισ. ευρώ, η οποία θα κινητοποιήσει ακόμη περισσότερες επενδύσεις. Το Ταμείο θα παρέχει κατά κύριο λόγο επιχορηγήσεις σε περιφέρειες. Για παράδειγμα, θα στηρίξει τους εργαζομένους ώστε να αναπτύξουν δεξιότητες και ικανότητες για την αγορά εργασίας του μέλλοντος, ενώ θα βοηθήσει και τις ΜΜΕ, τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τα εκκολαπτήρια επιχειρήσεων ώστε να δημιουργήσουν νέες οικονομικές ευκαιρίες στις εν λόγω περιφέρειες. Θα στηρίξει επίσης επενδύσεις στον τομέα της μετάβασης στην καθαρή ενέργεια, για παράδειγμα στην ενεργειακή απόδοση.

2. Ένα ειδικό καθεστώς δίκαιης μετάβασης στο πλαίσιο του InvestEU για την κινητοποίηση επενδύσεων ύψους έως και 45 δισ. ευρώ. Με το καθεστώς αυτό θα επιδιωχθεί να προσελκυσθούν ιδιωτικές επενδύσεις, μεταξύ άλλων στους τομείς της βιώσιμης ενέργειας και των μεταφορών, που θα ωφελήσουν τις εν λόγω περιφέρειες και θα βοηθήσουν τις οικονομίες τους να βρουν νέες πηγές ανάπτυξης.

3. Έναν μηχανισμό δανειοδότησης του δημόσιου τομέα σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, με τη στήριξη του προϋπολογισμού της ΕΕ, για την κινητοποίηση επενδύσεων ύψους μεταξύ 25 και 30 δισ. ευρώ. Ο μηχανισμός θα χρησιμοποιηθεί για τη χορήγηση δανείων στον δημόσιο τομέα, παραδείγματος χάριν για επενδύσεις σε δίκτυα τηλεθέρμανσης και ανακαίνιση κτιρίων. Η Επιτροπή θα υποβάλει νομοθετική πρόταση με σχετική ρύθμιση τον Μάρτιο του 2020.

Επιπλέον της οικονομικής στήριξης με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, στα πλαίσια του Μηχανισμού Δίκαιης Μετάβασης, η Επιτροπή θα παρέχει τεχνική βοήθεια στα κράτη μέλη και στους επενδυτές, στους εργαζόμενους, στις επιχειρήσεις και στις τοπικές οργανώσεις που πλήττονται από τη μετάβαση στο νέο καθεστώς.

Ο Ευρωπαϊκός Νόμος για το κλίμα (“European Climate Law”) και το «Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το κλίμα» (“European Climate Pact”):

Ο Ευρωπαϊκός Νόμος για το κλίμα προτάθηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο επίτευξης του στόχου της κλιματικής ουδετερότητας μέχρι το 2050 και προκειμένου να εισάγει νομικές υποχρεώσεις για τα κράτη-μέλη.

Το «Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το κλίμα» προτάθηκε από την Επιτροπή ούτως ώστε να συμβάλει στην κινητοποίηση των πολιτών, των επιχειρήσεων, των εθνικών, περιφερειακών και τοπικών αρχών ώστε μέσω συνεργασίας να δραστηριοποιηθούν σχετικά με τα ζητήματα που αφορούν στο κλίμα και στο περιβάλλον. Το «Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για το κλίμα» θα συμβάλει επίσης στην ενεργοποίηση των επενδύσεων.
Το «Επενδυτικό Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας»/ «Το επενδυτικό σχέδιο “Βιώσιμη Ευρώπη”»

Το «Επενδυτικό Σχέδιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας» λειτουργώντας και συμπληρωματικά προς το Μηχανισμό Δίκαιης Μετάβασης και άλλες ενέργειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς στήριξη των δράσεων του Green New Deal θα κινητοποιήσει τη χρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα δημιουργήσει ένα υποστηρικτικό πλαίσιο για τη διευκόλυνση και την τόνωση των δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων που είναι αναγκαίες για τη μετάβαση προς μια κλιματικά ουδέτερη, πράσινη και ανταγωνιστική οικονομία χωρίς αποκλεισμούς. Το επενδυτικό σχέδιο βασίζεται στα εξής:
α. Χρηματοδότηση: κινητοποίηση βιώσιμων επενδύσεων ύψους τουλάχιστον 1 τρισ. ευρώ κατά την επόμενη δεκαετία. Το μεγαλύτερο από ποτέ μερίδιο δαπανών για τη δράση για το κλίμα και το περιβάλλον από τον προϋπολογισμό της ΕΕ θα προσελκύσει ιδιωτική χρηματοδότηση, ενώ η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων θα διαδραματίσει βασικό ρόλο,
β. Διευκόλυνση: παροχή κινήτρων για την αποδέσμευση και τον αναπροσανατολισμό δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων. Η ΕΕ θα παράσχει εργαλεία για τους επενδυτές θέτοντας τη βιώσιμη χρηματοδότηση στο επίκεντρο του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ενώ θα διευκολύνει και τις βιώσιμες επενδύσεις από τις δημόσιες αρχές ενθαρρύνοντας τους πράσινους προϋπολογισμούς και τις πράσινες δημόσιες συμβάσεις, καθώς και σχεδιάζοντας τρόπους διευκόλυνσης των διαδικασιών έγκρισης κρατικών ενισχύσεων για τις περιφέρειες δίκαιης μετάβασης και
γ. Πρακτική στήριξη: η Επιτροπή θα παρέχει στήριξη σε δημόσιες αρχές και φορείς υλοποίησης έργων κατά τον προγραμματισμό, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση βιώσιμων έργων.

Το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Buildings Performance Institute Europe – BPIE) τοποθετεί το ζήτημα των κτιρίων στο επίκεντρο των προβλημάτων που πρέπει να αντιμετωπιστούν μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας για μια σειρά από περιβαλλοντικούς, κοινωνικούς και οικονομικούς λόγους .

Πράγματι, ένας από τους τομείς πολιτικής που προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι αυτός της «Οικοδόμησης και ανακαίνισης κτιρίων με αποδοτικό τρόπο ως προς την κατανάλωση ενέργειας» (παρ. 2.1.4).

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat στην κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των κτιρίων αναλογεί το 40% της κατανάλωσης ενέργειας (ΕΕ28). Επίσης, η κατασκευή και η ανακαίνιση των κτιρίων απαιτούν σημαντικές ποσότητες ενεργειακών και ορυκτών πόρων (π.χ. σκύρων, άμμου, τσιμέντου).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει να αντιμετωπίσει τη διπλή πρόκληση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και της οικονομικής προσιτότητας. Προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της ΕΕ αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση και το κλίμα προτείνει το διπλασιασμό του ετήσιου ποσοστού ανακαίνισης του κτιριακού αποθέματος που σήμερα κυμαίνεται από 0,4 ως 1,2% στα κράτη μέλη . Παρότι ένα «κύμα ανακαινίσεων» δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων φαινομενικά αντιτίθεται στο στόχο της οικονομικής προσιτότητας, οι ανακαινίσεις αυτές πρόκειται μακροπρόθεσμα να αποδειχθούν οικονομικά επωφελείς αφού θα μειώσουν τους λογαριασμούς ενέργειας, θα ελαττώσουν την ενεργειακή φτώχεια και θα ενισχύσουν την εθνική οικονομία, τονώνοντας τον κατασκευαστικό κλάδο .

Η Επιτροπή πρόκειται να επιβάλει αυστηρά την εφαρμογή της νομοθεσίας για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων ενώ το 2020 θα γίνει αξιολόγηση των εθνικών μακροπρόθεσμων στρατηγικών ανακαίνισης κτιρίων των κρατών μελών . Επιπλέον, η Επιτροπή θα επανεξετάσει τον κανονισμό για τα προϊόντα δομικών κατασκευών , ο οποίος θα πρέπει να εξασφαλίζει ότι ο σχεδιασμός και η ανακαίνιση κτιρίων σε όλα τα στάδια συμφωνεί με τις ανάγκες της κυκλικής οικονομίας και συμβάλλει σε αυξημένη ψηφιοποίηση και θωράκιση του κτιριακού αποθέματος έναντι της κλιματικής αλλαγής.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την ανακαίνιση κτιρίων, η Επιτροπή προτείνει να συνεργαστεί με τα ενδιαφερόμενα μέρη σχετικά με μια νέα πρωτοβουλία που αφορά σε μια ανοικτή πλατφόρμα στην οποία θα συμμετέχουν ο κατασκευαστικός κλάδος, αρχιτέκτονες, μηχανικοί και οι τοπικές αρχές προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα εμπόδια που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της ανακαίνισης. Η πρωτοβουλία θα περιλαμβάνει καινοτόμα συστήματα χρηματοδότησης στο πλαίσιο του προγράμματος InvestEU . Επισημαίνεται ότι η Επιτροπή θα εργαστεί για την άρση των εθνικών κανονιστικών φραγμών που παρεμποδίζουν τις επενδύσεις στην ενεργειακή απόδοση σε μισθωμένα ή πολλαπλής ιδιοκτησίας κτίρια. Βασικό στόχο αποτελεί η οργάνωση των προσπαθειών ανακαίνισης κτιρίων σε μεγαλύτερα συγκροτήματα ώστε να επιτυγχάνονται καλύτεροι όροι χρηματοδότησης και οικονομίες κλίμακας.

Συνοπτικά, ο τομέας πολιτικής «Οικοδόμηση και ανακαίνιση» περιλαμβάνει τα παρακάτω:

A. Καλύτερη ενεργειακή απόδοση κτιρίων:

1. Οι τιμές των διαφόρων πηγών ενέργειας θα πρέπει να παρέχουν κίνητρα για ενεργειακά αποδοτικά κτίρια
2. Ο σχεδιασμός των κτιρίων θα πρέπει να είναι συμβατός με την κυκλική οικονομία
3. Αυξημένη ψηφιοποίηση
4. Μεγαλύτερη κλιματική θωράκιση των κτιρίων
5. Αυστηρή εφαρμογή των κανόνων ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων

B. Ανακαίνιση κτιρίων:

Επιπλέον, ειδικότερα για την ανακαίνιση κτιρίων, η Επιτροπή θα δημιουργήσει μια ανοικτή πλατφόρμα για κτίρια και τον κατασκευαστικό τομέα (αρχιτέκτονες, μηχανικούς και τοπικές αρχές) με στόχο:

1. Την ανάπτυξη καινοτόμων δυνατοτήτων χρηματοδότησης
2. Την προώθηση των επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση κτιρίων
3. Την ομαδοποίηση των προσπαθειών ανακαίνισης σε μεγάλα συγκροτήματα (κοινωνικές κατοικίες, σχολεία, νοσοκομεία) ώστε να προκύψουν οφέλη από τις οικονομίες κλίμακας

Επισημαίνεται δε ότι ιδιαίτερη προσοχή θα δοθεί στην ανακαίνιση των κοινωνικών κατοικιών, προκειμένου να βοηθηθούν τα νοικοκυριά που δυσκολεύονται να πληρώσουν τους λογαριασμούς για ενέργεια.

2. Το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «100 Κλιματικά Ουδέτερες Πόλεις Έως το 2030»

Το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «100 κλιματικές ουδέτερες πόλεις έως το 2030» στοχεύει να υποστηρίξει τον μετασχηματισμό 100 ευρωπαϊκών πόλεων προς την κλιματική ουδετερότητα έως το 2030, συμβάλλοντας στην υλοποίηση της ατζέντας του ΟΗΕ για το 2030 και των στόχων της αειφόρου ανάπτυξης (Sustainable Development Goals – SDG’s) , καθώς και της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας (European Green Deal) έως το 2050, για τη βελτίωση της ευημερίας των πολιτών. Η Αποστολή προτείνεται από το Mission Board της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τις κλιματικά ουδέτερες και έξυπνες πόλεις.

Σκοπός του Προγράμματος είναι οι 100 τελικά επιλεγμένες πόλεις να συνεργαστούν μεταξύ τους και να λειτουργήσουν ως πρότυποι κόμβοι καινοτομίας για όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές πόλεις. Μια «κλιματικά ουδέτερη και έξυπνη πόλη» θα αναζητήσει τρόπους παραγωγής και εξοικονόμησης ενέργειας μέσα από ανανεώσιμες πηγές και προηγμένες τεχνολογίες, έξυπνα δίκτυα, ευέλικτα συστήματα διαχείρισης ενέργειας, καθώς και αλλαγές στη συμπεριφορά του πολίτη (π.χ. μετακίνηση με ποδήλατο κ.ά.). Πρόκειται για μια συνολική προσπάθεια από τη βάση προς την κορυφή, η οποία απαιτεί τη συμμετοχή ολόκληρου του τοπικού οικοσυστήματος (Δήμος, κοινωνία των πολιτών, αγορά, επενδυτές, ακαδημαϊκός χώρος κ.ά.) και την υποστήριξη από όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης.

Το πρόγραμμα εστιάζει στις πόλεις αφού καλύπτουν το 3% της επιφάνειας του πλανήτη, αναπτύσσονται γοργά, και σε αυτές οφείλεται το 72% περίπου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Παρότι το ζήτημα των κτιρίων θίγεται σε μικρό βαθμό, στο Πρόγραμμα αυτό υπάρχουν στοιχεία που αφορούν στα κτίρια και τη διαδικασία παραγωγής/αδειοδότησής τους, σαν μέρος του γενικότερου πλαισίου διακυβέρνησης και σχεδιασμού της πόλης.

Για παράδειγμα, στην κατεύθυνση «Νέες μορφές διακυβέρνησης» αναφέρεται ότι το νέο μοντέλο διακυβέρνησης θα πρέπει να περιλαμβάνει μια δημόσια διοίκηση που θα χαρακτηρίζεται από έναν πιο οριζόντιο, ολοκληρωμένο και καθοδηγούμενο από τους πολίτες τρόπο λειτουργίας. Θα προκύψει, δηλαδή, και άρα θα είναι προσαρμοσμένος στις ανάγκες των πολιτών, παρακάμπτοντας τα εμπόδια που γεννιούνται από την ως τώρα λειτουργία του.

Προωθείται, επίσης, ένα νέο «Μοντέλο ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού» στο οποίο σαν αφετηρία προτείνεται η τομή καθαρής και βιώσιμης αστικής κινητικότητας με κτίρια μηδενικών ενεργειακών αναγκών ή και παραγωγής πράσινης ενέργειας. Επιπλέον, στην κατεύθυνση «Έξυπνες τεχνολογίες, πλατφόρμες δεδομένων και ρύθμιση αστικών συστημάτων», αναφέρεται ότι οι έξυπνες τεχνολογίες και η συλλογή σχετικών δεδομένων μπορούν να συνεισφέρουν στην αποδοτικότερη χρήση των διαθέσιμων πόρων και στην ορθότερη λήψη αποφάσεων σε τομείς όπως η ενεργειακή κατανάλωση στα κτίρια.

«Καλές Πρακτικές» από άλλες ευρωπαϊκές χώρες

Ελβετία

Ο νέος ενεργειακός νόμος της Ελβετίας τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2018. Ένας από τους στόχους είναι η αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας των κτιρίων, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής φόρου CO2 στα καύσιμα (θέρμανση και βιομηχανία). Από το 2018, έως 450 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα/έτος που έχουν συγκεντρωθεί από το φόρο αυτό, διατέθηκαν για ανακαινίσεις κτιρίων και επιδότηση γεωθερμικής ενέργειας.

Δανία

Ο κτιριοδομικός κανονισμός της Δανίας έχει εισάγει δύο κατηγορίες ανακαίνισης, όπου οι ιδιοκτήτες μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο επίπεδα ανακαίνισης. Η διαδικασία ακολουθεί την προσέγγιση για τα νέα κτίρια, όπου περιλαμβάνεται και η ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές και οι ιδιοκτήτες λαμβάνουν σημεία αναφοράς για νέα και υπάρχοντα κτίρια. Η ανώτερη κατηγορία ανακαίνισης θέτει απαιτήσεις για το επίπεδο άνεσης του εσωτερικού χώρου.

Γαλλία

Το διάταγμα αριθ. 2017-919 της 9ης Μαΐου 2017 θέτει την απαίτηση πραγματοποίησης βελτιώσεων ενεργειακής απόδοσης όταν πραγματοποιείται μια σημαντική ανακαίνιση. Η απαίτηση συνίσταται στην εφαρμογή πρόσθετης μόνωσης κατά την ανακαίνιση του 50% μιας εξωτερικής επιφάνειας (π.χ. ανακαίνιση προσόψεων, αντικατάσταση στέγης ή μετατροπή ενός μη θερμαινόμενου χώρου σε χώρο κύριας χρήσης) με στόχο μια προσέγγιση «μη μετάνοιας» μέσω της βέλτιστης αξιοποίησης της επένδυσης σε μια διαδικασία ανακαίνισης.

Γερμανία

Το διάταγμα εξοικονόμησης ενέργειας που έχει τεθεί σε ισχύ από το 2016, απαιτεί μείωση στην κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας κατά 25% και βελτίωση στη μόνωση κατά 20% για τα νέα κτίρια. Η βελτίωση της μόνωσης αποτελεί συνέχεια σημαντικών βελτιώσεων στη Γερμανία μέσω μιας σειράς πολικών, με τις οποίες έχει επιτευχθεί εξοικονόμηση ενέργειας στη θέρμανση άνω του 75% από το 1975.

Εργαλεία προώθησης των επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων

Ευρωπαϊκά προγράμματα

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι πολλές επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης σε κτίρια δεν πραγματοποιούνται λόγω φραγμών της αγοράς . Σε αυτούς περιλαμβάνονται η έλλειψη ενημέρωσης και εμπειρογνωσίας σχετικά με τη χρηματοδότηση και τα οφέλη της ενεργειακής απόδοσης, το υψηλό αρχικό κόστος, αλλά και τα κανονιστικά εμπόδια για τα κτίρια πολλαπλής ιδιοκτησίας και τα αντικρουόμενα συμφέροντα ιδιοκτητών και μισθωτών (split incentive ή owner/tenant delimma).

Η τελευταία περίπτωση αφορά μια κατάσταση στην οποία ο ιδιοκτήτης του κτιρίου πληρώνει για τις αναβαθμίσεις της ενεργειακής απόδοσης, αλλά δεν είναι σε θέση να επωφεληθεί από τη μειωμένη χρήση ενέργειας, από την οποία ωφελείται ο μισθωτής. Ως εκ τούτου, ο ιδιοκτήτης έχει πιθανώς ελάχιστα κίνητρα για να επενδύσει σε βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου.

Στην σχετική έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών (Joint Research Center – JRC, εσωτερική επιστημονική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), προτείνονται μια σειρά από αρχές για μια επιτυχημένη προσέγγιση του προβλήματος. Σε αυτές περιλαμβάνονται:

• Ανακατανομή του κόστους και της εξοικονόμησης ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη (ιδιωτήτες-μισθωτές)
• Ποσοτικός προσδιορισμός των μη ενεργειακών οφελών που συχνά παραμελούνται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (αύξηση τιμής ενοικίασης για τον ιδιοκτήτη, αυξημένη άνεση για τον μισθωτή)
• Ανάδειξη της σχέσης χρήσης ενέργειας και κόστους στα ΠΕΑ για πιο ενήμερες αποφάσεις
• Σύνδεση της ενεργειακής αναβάθμισης με το κτίριο και όχι με τον ιδιοκτήτη ή τον ενοικιαστή μέσω ενσωμάτωσης του κόστους στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή στο φόρο ιδιοκτησίας
• Συμμετοχή ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα στον τομέα της ενέργειας για τη διευκόλυνση και το συντονισμό της διαδικασίας

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα LEAF (Low Energy Apartment Futures) δημιουργήθηκε για να αντιμετωπιστούν τα κανονιστικά εμπόδια που σχετίζονται με τις επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης σε κτίρια πολλαπλής ιδιοκτησίας. Το πρόγραμμα ήταν σε ισχύ από τον Μάρτιο του 2013 ως το Μάρτιο του 2016, συμβάλλοντας στην ενεργειακή αναβάθμιση 24 κτιρίων (μελέτες περίπτωσης) σε 6 ευρωπαϊκές χώρες. Τα ευρήματα από αυτές τις μελέτες περίπτωσης βοηθούν στην κατανόηση των εμποδίων αλλά και των καλών πρακτικών που προέκυψαν κατά τη διαδικασία ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων πολλαπλής ιδιοκτησίας.

Από την πρωτοβουλία αυτή προέκυψαν: μια τεχνική εργαλειοθήκη (technical toolkit) για την επιλογή των κατάλληλων μέτρων ενεργειακής αναβάθμισης και μια εργαλειοθήκη εμπλοκής (engagement toolkit) για την εξασφάλιση συναίνεσης, χρηματοδότησης και αδειοδότησης.

Στις καλές πρακτικές περιλαμβάνονται οι εξής :

• Απαίτηση για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή εργασιών συντήρησης
• Ελάχιστα όρια ενεργειακής απόδοσης κατά την πώληση ή ενοικίαση
• Point system στην τιμή ενοικίου (Η ενεργειακή αναβάθμιση προσθέτει πόντους και το ακίνητο μπορεί να μισθωθεί σε υψηλότερη τιμή)
• Μακροχρόνιες μισθώσεις (οι μισθωτές έχουν μεγαλύτερο κίνητρο επένδυσης στο κτίριο που δεν τους ανήκει, οι σχέσεις είναι καλύτερα δομημένες και οι εργασίες μπορούν να συντονιστούν καλύτερα)
• Καταβολή της επιδότησης εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης απευθείας στους τεχνικούς εγκατάστασης ή στους διαχειριστές του κτιρίου
• Συνδυασμός επιδοτήσεων και δανείων

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Total Concept δημιουργήθηκε για την προώθηση των ριζικών ανακαινίσεων μη οικιστικών κτιρίων. Το πρόγραμμα ήταν σε ισχύ από τον Μάρτιο του 2014 ως το Μάρτιο του 2017. Στόχος του ήταν να δείξει ότι η ενεργειακή αναβάθμιση μη οικιστικών κτιρίων μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις κερδοφορίας που θέτει ο ιδιοκτήτης/επενδυτής και ως εκ τούτου, να γίνει κινητήριος μοχλός στη ριζική ανακαίνισή του που θα το μετατρέψει σε Κτίριο Σχεδόν Μηδενικής Κατανάλωσης Ενέργειας (ΚΣΜΚΕ – nZEB).

Το πρόγραμμα συνέβαλλε στην ενεργειακή αναβάθμιση 12 κτιρίων (μελέτες περίπτωσης) σε 5 χώρες της βόρειας Ευρώπης αφήνοντας σαν παρακαταθήκη χρήσιμες οδηγίες για τη διαδικασία ριζικής ανακαίνισης, τους ενεργειακούς συμβούλους και τους ιδιοκτήτες/επενδυτές καθώς και λογισμικό υπολογισμού της οικονομικής αποδοτικότητας του πακέτου δράσης.

Στα διδάγματα που προέκυψαν από το πρόγραμμα περιλαμβάνονται τα εξής :

• Οι εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης πρέπει να αποτελούν μέρος ευρύτερων και πρακτικά πιο αναγκαίων εργασιών ανακαίνισης του κτιρίου προκειμένου το συνολικό πακέτο δράσης να ικανοποιεί τις απαιτήσεις κερδοφορίας που θέτει ο ιδιοκτήτης/επενδυτής
• Αναλυτικός υπολογισμός της ενεργειακής κατανάλωσης του κτιρίου με χρήση δεδομένων υψηλής ποιότητας (ειδικά σε κτίρια πολλαπλών χρήσεων) για τον ακριβέστερο υπολογισμό της ενεργειακής εξοικονόμησης και την εφαρμογή των κατάλληλων συστημάτων ενεργειακής απόδοσης
• Ευελιξία στην εφαρμογή του πακέτου δράσης. Εφαρμογή μιας διαδικασίας ανακαίνισης «βήμα-βήμα» που δεν θα επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία του κτιρίου, με δυνατότητα χρονικής μετατόπισης εργασιών
• Συνεχείς αξιολογήσεις της σχέσης ενεργειακής απόδοσης και κερδοφορίας ώστε να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα

Το νομοθετικό πλαίσιο της Ελλάδας

Στην παράγραφο που ακολουθεί γίνεται προσπάθεια κωδικοποίησης της ελληνικής νομοθεσίας αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων από τον Κανονισμό Θερμομόνωσης του 1980 ως τους νόμους εναρμόνισης του ελληνικού δικαίου με τις σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες.

Α. Ο Κανονισμός Θερμομόνωσης Κτιρίων και ο Κανονισμός για την Ορθολογική Χρήση και Εξοικονόμηση Ενέργειας

Ο Κανονισμός Θερμομόνωσης Κτιρίων (ΚΘΚ) του 1980 εγκρίνεται με το Π.Δ. της 1.6.1979 «Περί εγκρίσεως κανονισμού δια την θερμομόνωσιν των κτιρίων» (ΦΕΚ Δ’ 362/4.7.1979). Σε αυτό επισημαίνεται η σημασία της θερμομόνωσης στην ευχάριστη διαμονή, την ορθολογική χρήση ενέργειας αλλά και τη μείωση της ρύπανσης της ατμόσφαιρας. Ορίζονται οι βασικές αρχές θερμομόνωσης, ο διαχωρισμός της χώρας βάσει θερμομονωτικών απαιτήσεων, οι απαιτήσεις θερμομόνωσης και τα μέτρα για τη διασφάλισή της. Ορίζεται επίσης, η υποχρέωση σύνταξης πλήρους μελέτης θερμομόνωσης για κάθε οικοδομή προοριζόμενη για κατοικία ή παραμονή ατόμων προς άσκηση οποιασδήποτε δραστηριότητας. Το εν λόγω Π.Δ. καταργήθηκε με το άρθρο 18 της ΥΑ Έγκρισης του ΚΕνΑΚ του 2010.

Με την ΚΥΑ 21475/4707/1998 «Περιορισμός των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, με τον καθορισμό μέτρων και όρων για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων» (ΦΕΚ Β’ 880/19.8.1998) ορίζεται η υποχρέωση έκδοσης Κανονισμού για την Ορθολογική Χρήση και Εξοικονόμηση Ενέργειας (ΚΟΧΕΕ), κανονισμός που εγκρίνεται το 2000. Ο ΚΟΧΕΕ αντικαθιστά τον ΚΘΚ, εφαρμόζεται σε νέα κτίρια και στην ανακατασκευή των υφιστάμενων, προδιαγράφει νέα ενεργειακή μελέτη κτιρίου, το Δελτίο Ενεργειακής Ταυτότητας (ΔΕΤΑ), την ενεργειακή επιθεώρηση και τη διαδικασία ενεργειακής πιστοποίησης και ενεργειακής βαθμονόμησης κτιρίων. Η εν λόγω ΚΥΑ καταργείται επίσης με το άρθρο 18 της ΥΑ Έγκρισης του ΚΕνΑΚ του 2010.

Β. Η εναρμόνιση του ελληνικού δικαίου με τις πρόσφατες Ευρωπαϊκές Οδηγίες

Ένα από τα τελευταία άρθρα των ευρωπαϊκών οδηγιών αφορά τη μεταφορά τους στο εθνικό δίκαιο της κάθε χώρας. Σε αυτό ορίζεται ότι τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν και να δημοσιεύσουν εντός ορισμένου χρονικού διαστήματος τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές πράξεις για να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της εκάστοτε οδηγίας.

Όταν τα κράτη μέλη θεσπίζουν μέτρα, θα πρέπει να περιλαμβάνεται παραπομπή στη σχετική οδηγία ή να συνοδεύονται από παρόμοια παραπομπή στην επίσημη δημοσίευσή τους. Επίσης, τα κράτη μέλη οφείλουν να ανακοινώνουν στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή το κείμενο των ουσιωδών διατάξεων εσωτερικού δικαίου τις οποίες θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την εκάστοτε οδηγία.

Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των κρατών μελών με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις ευρωπαϊκές οδηγίες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δύναται να παραπέμψει την εκάστοτε χώρα στο Δικαστήριο της ΕΕ .

Στον πίνακα που ακολουθεί σημειώνεται ο νόμος με τον οποίο το ελληνικό δίκαιο εναρμονίστηκε με την εκάστοτε ευρωπαϊκή οδηγία αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων.

Ευρωπαϊκές Οδηγίες Ελληνική Νομοθεσία
Οδηγία 2002/91/ΕΚ Ν. 3661/2008 (ΦΕΚ Α’ 89/19.5.2008)
Οδηγία 2010/31/EE Ν. 4122/2013 (ΦΕΚ Α’ 42/19.2.2013)
Οδηγία 2012/27/ΕΕ Ν. 4342/2015 (ΦΕΚ Α’ 143/9.11.2015)
Οδηγία 2018/844/ΕΕ Ν. 4685/2020 (ΦΕΚ Α’ 92/7.5.2020)

Ο ν. 3661/2008 «Μέτρα για τη μείωση της ενεργειακής κατανάλωσης των κτιρίων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 89/19.5.2008) προδιαγράφει τον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕνΑΚ), το Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ) και τα περί Ενεργειακών Επιθεωρητών. Βάσει του ν. 3661/2008, καταρτίστηκε ο πρώτος Κανονισμός Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕνΑΚ) του 2010 (ΥΑ Δ6/Β/οικ.5825/30.3.2010 ΦΕΚ Β’407/9.4.2010) και το Π.Δ. 100/2010 «Ενεργειακοί Επιθεωρητές κτιρίων, λεβήτων και εγκαταστάσεων θέρμανσης και εγκαταστάσεων κλιματισμού» (ΦΕΚ Α’ 177/6.10.2010).

Ο ν. 4122/2013 «Ενεργειακή Απόδοση Κτιρίων – Εναρμόνιση με την Οδηγία 2010/31/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 42/19.2.2013) προδιαγράφει τον νέο ΚΕνΑΚ και το «Εθνικό Σχέδιο αύξησης του αριθμού των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας». Επίσης περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την έκδοση οικοδομικής άδειας. Βάσει το ν. 4122/2013, καταρτίστηκε ο δεύτερος ΚΕνΑΚ του 2017 (Κ.Y.A. ΔΕΠΕΑ/οικ.178581/30.06.2017, ΦΕΚ Β’ 2367/12.7.2017) και το «Εθνικό Σχέδιο αύξησης του αριθμού των κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας» (Y.A. ΥΠΕΝ/ΔΕΠΕΑ/85251/242/27.11.2018, ΦΕΚ Β’ 5447/5.12.2018)

Ο ν. 4342/2015 (ΦΕΚ Α’ 143/9.11.2015) προδιαγράφει την «Έκθεση Μακροπρόθεσμης Στρατηγικής για την κινητοποίηση επενδύσεων για την ανακαίνιση του κτιριακού αποθέματος που αποτελείται από κατοικίες και εμπορικά κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά». Η δεύτερη έκδοση της εν λόγω Έκθεσης εγκρίθηκε με την απόφαση αριθμ. ΔΕΠΕΑ/Γ/οικ.175603 (ΦΕΚ Β’ 2258/15.6.2018)

Ο ν. 4685/2020 «Εκσυγχρονισμός περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των Οδηγιών 2018/844 και 2019/692 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και λοιπές διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 92/7.5.2020), τροποποιώντας το ν. 4122/2013, προδιαγράφει τη «Μακροπρόθεσμη Στρατηγική Ανακαίνισης του δημόσιου και ιδιωτικού κτιριακού αποθέματος και μετατροπής του σε κτιριακό δυναμικό απαλλαγμένο από ανθρακούχες εκπομπές και υψηλής ενεργειακής απόδοσης έως το έτος 2050».

Κανονισμός Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων – ΚΕνΑΚ

Στον ΚΕνΑΚ ορίζεται η μεθοδολογία βάσει της οποίας υπολογίζεται η ενεργειακή απόδοση των κτιρίων. Περιλαμβάνει, εκτός από τα θερμομονωτικά χαρακτηριστικά των δομικών στοιχείων της εξωτερικής επιφάνειας του κτιρίου, και άλλους παράγοντες που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο όπως είναι οι εγκαταστάσεις θέρμανσης/κλιματισμού και παραγωγής ζεστού νερού χρήσης, η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα στοιχεία παθητικής θέρμανσης και ψύξης, η σκίαση, η ποιότητα του αέρα εσωτερικών χώρων, ο επαρκής φυσικός φωτισμός και ο σχεδιασμός του κτιρίου. Η μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης καλύπτει την ετήσια ενεργειακή απόδοση του κτιρίου και έχει εκπονηθεί σύμφωνα με τα σχετικά ευρωπαϊκά πρότυπα.

Με τον ΚΕνΑΚ καθορίζονται οι ελάχιστες απαιτήσεις για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και των δομικών τους στοιχείων. Οι απαιτήσεις αυτές έχουν καθοριστεί με σκοπό να επιτευχθεί η βέλτιστη από πλευράς κόστους ισορροπία μεταξύ των συναφών επενδύσεων και των ενεργειακών δαπανών που εξοικονομούνται στη διάρκεια ολόκληρου του κύκλου ζωής του κτιρίου .

Η σχετική με τον ΚΕνΑΚ νομοθεσία είναι η εξής:

• Υ.Α. ΔΕΠΕΑ/οικ.178581/2017 «Έγκριση Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων» (ΦΕΚ Β΄ 2367/12.7.2017)
• Υ.Α. ΔΕΠΕΑ/οικ. 170472/2018 «Τροποποίηση της ΔΕΠΕΑ/οικ. 178581/30.06.2017 κοινής υπουργικής απόφασης ‘Έγκριση Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων’» (ΦΕΚ Β’ 181/26.1.2018)

Τεχνικές Οδηγίες του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος – ΤΟΤΕΕ

Στις ΤΟΤΕΕ καθορίζονται οι εθνικές προδιαγραφές για όλες τις παραμέτρους που απαιτούνται για την εφαρμογή της μεθοδολογίας υπολογισμών της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, όπως αυτή ορίζεται στον ΚΕνΑΚ.

Οι προδιαγραφές αυτές, ορίζονται σε εθνικό επίπεδο και διαμορφώνονται ανάλογα με τις τεχνολογίες που εφαρμόζονται στην κατασκευή κτιρίων (δομικά υλικά και ηλεκτρομηχανολογικά συστήματα), το προφίλ λειτουργίας των κτιρίων, τις εσωτερικές συνθήκες λειτουργίας και τις ειδικές κλιματικές συνθήκες για κάθε περιοχή. Οι παράμετροι υποστηρίζουν την μεθοδολογία υπολογισμού της ενεργειακής απόδοσης κτηρίων, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνουν αλλά και καθορίζουν το πλαίσιο της διαδικασίας επιθεώρησης κτηρίων και συστημάτων θέρμανσης, ψύξης και κλιματισμού.

Η σχετική με τις ΤΟΤΕΕ νομοθεσία είναι η εξής :

• Υ.Α. ΔΕΠΕΑ/οικ. 182365/2017 «Έγκριση και εφαρμογή των Τεχνικών Οδηγιών TEE για την Ενεργειακή Απόδοση Κτιρίων» (ΦΕΚ Β’ 4003/17.11.2017)
• Διορθώσεις Σφαλμάτων (ΦΕΚ Β’ 4108/23.11.2017)

Εργαλεία προώθησης των επενδύσεων στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων

Ευρωπαϊκά προγράμματα

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει ότι πολλές επενδύσεις ενεργειακής απόδοσης σε κτίρια δεν πραγματοποιούνται λόγω φραγμών της αγοράς . Σε αυτούς περιλαμβάνονται η έλλειψη ενημέρωσης και εμπειρογνωσίας σχετικά με τη χρηματοδότηση και τα οφέλη της ενεργειακής απόδοσης, το υψηλό αρχικό κόστος, αλλά και τα κανονιστικά εμπόδια για τα κτίρια πολλαπλής ιδιοκτησίας και τα αντικρουόμενα συμφέροντα ιδιοκτητών και μισθωτών (split incentive ή owner/tenant delimma).

Η τελευταία περίπτωση αφορά μια κατάσταση στην οποία ο ιδιοκτήτης του κτιρίου πληρώνει για τις αναβαθμίσεις της ενεργειακής απόδοσης, αλλά δεν είναι σε θέση να επωφεληθεί από τη μειωμένη χρήση ενέργειας, από την οποία ωφελείται ο μισθωτής. Ως εκ τούτου, ο ιδιοκτήτης έχει πιθανώς ελάχιστα κίνητρα για να επενδύσει σε βελτιώσεις της ενεργειακής απόδοσης του κτιρίου.

Στην σχετική έκθεση του Κοινού Κέντρου Ερευνών (Joint Research Center – JRC, εσωτερική επιστημονική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), προτείνονται μια σειρά από αρχές για μια επιτυχημένη προσέγγιση του προβλήματος. Σε αυτές περιλαμβάνονται:

• Ανακατανομή του κόστους και της εξοικονόμησης ανάμεσα στα εμπλεκόμενα μέρη (ιδιωτήτες-μισθωτές)
• Ποσοτικός προσδιορισμός των μη ενεργειακών οφελών που συχνά παραμελούνται στη διαδικασία λήψης αποφάσεων (αύξηση τιμής ενοικίασης για τον ιδιοκτήτη, αυξημένη άνεση για τον μισθωτή)
• Ανάδειξη της σχέσης χρήσης ενέργειας και κόστους στα ΠΕΑ για πιο ενήμερες αποφάσεις
• Σύνδεση της ενεργειακής αναβάθμισης με το κτίριο και όχι με τον ιδιοκτήτη ή τον ενοικιαστή μέσω ενσωμάτωσης του κόστους στους λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή στο φόρο ιδιοκτησίας
• Συμμετοχή ανεξάρτητου εμπειρογνώμονα στον τομέα της ενέργειας για τη διευκόλυνση και το συντονισμό της διαδικασίας

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα LEAF (Low Energy Apartment Futures) δημιουργήθηκε για να αντιμετωπιστούν τα κανονιστικά εμπόδια που σχετίζονται με τις επενδύσεις ενεργειακής αναβάθμισης σε κτίρια πολλαπλής ιδιοκτησίας. Το πρόγραμμα ήταν σε ισχύ από τον Μάρτιο του 2013 ως το Μάρτιο του 2016, συμβάλλοντας στην ενεργειακή αναβάθμιση 24 κτιρίων (μελέτες περίπτωσης) σε 6 ευρωπαϊκές χώρες. Τα ευρήματα από αυτές τις μελέτες περίπτωσης βοηθούν στην κατανόηση των εμποδίων αλλά και των καλών πρακτικών που προέκυψαν κατά τη διαδικασία ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων πολλαπλής ιδιοκτησίας.

Από την πρωτοβουλία αυτή προέκυψαν: μια τεχνική εργαλειοθήκη (technical toolkit) για την επιλογή των κατάλληλων μέτρων ενεργειακής αναβάθμισης και μια εργαλειοθήκη εμπλοκής (engagement toolkit) για την εξασφάλιση συναίνεσης, χρηματοδότησης και αδειοδότησης.

Στις καλές πρακτικές περιλαμβάνονται οι εξής :

• Απαίτηση για εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης ταυτόχρονα με τη διεξαγωγή εργασιών συντήρησης
• Ελάχιστα όρια ενεργειακής απόδοσης κατά την πώληση ή ενοικίαση
• Point system στην τιμή ενοικίου (Η ενεργειακή αναβάθμιση προσθέτει πόντους και το ακίνητο μπορεί να μισθωθεί σε υψηλότερη τιμή)
• Μακροχρόνιες μισθώσεις (οι μισθωτές έχουν μεγαλύτερο κίνητρο επένδυσης στο κτίριο που δεν τους ανήκει, οι σχέσεις είναι καλύτερα δομημένες και οι εργασίες μπορούν να συντονιστούν καλύτερα)
• Καταβολή της επιδότησης εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης απευθείας στους τεχνικούς εγκατάστασης ή στους διαχειριστές του κτιρίου
• Συνδυασμός επιδοτήσεων και δανείων

Το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Total Concept δημιουργήθηκε για την προώθηση των ριζικών ανακαινίσεων μη οικιστικών κτιρίων. Το πρόγραμμα ήταν σε ισχύ από τον Μάρτιο του 2014 ως το Μάρτιο του 2017. Στόχος του ήταν να δείξει ότι η ενεργειακή αναβάθμιση μη οικιστικών κτιρίων μπορεί να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις κερδοφορίας που θέτει ο ιδιοκτήτης/επενδυτής και ως εκ τούτου, να γίνει κινητήριος μοχλός στη ριζική ανακαίνισή του που θα το μετατρέψει σε Κτίριο Σχεδόν Μηδενικής Κατανάλωσης Ενέργειας (ΚΣΜΚΕ – nZEB).

Το πρόγραμμα συνέβαλλε στην ενεργειακή αναβάθμιση 12 κτιρίων (μελέτες περίπτωσης) σε 5 χώρες της βόρειας Ευρώπης αφήνοντας σαν παρακαταθήκη χρήσιμες οδηγίες για τη διαδικασία ριζικής ανακαίνισης, τους ενεργειακούς συμβούλους και τους ιδιοκτήτες/επενδυτές καθώς και λογισμικό υπολογισμού της οικονομικής αποδοτικότητας του πακέτου δράσης.

Στα διδάγματα που προέκυψαν από το πρόγραμμα περιλαμβάνονται τα εξής :

• Οι εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης πρέπει να αποτελούν μέρος ευρύτερων και πρακτικά πιο αναγκαίων εργασιών ανακαίνισης του κτιρίου προκειμένου το συνολικό πακέτο δράσης να ικανοποιεί τις απαιτήσεις κερδοφορίας που θέτει ο ιδιοκτήτης/επενδυτής
• Αναλυτικός υπολογισμός της ενεργειακής κατανάλωσης του κτιρίου με χρήση δεδομένων υψηλής ποιότητας (ειδικά σε κτίρια πολλαπλών χρήσεων) για τον ακριβέστερο υπολογισμό της ενεργειακής εξοικονόμησης και την εφαρμογή των κατάλληλων συστημάτων ενεργειακής απόδοσης
• Ευελιξία στην εφαρμογή του πακέτου δράσης. Εφαρμογή μιας διαδικασίας ανακαίνισης «βήμα-βήμα» που δεν θα επηρεάσει σημαντικά τη λειτουργία του κτιρίου, με δυνατότητα χρονικής μετατόπισης εργασιών
• Συνεχείς αξιολογήσεις της σχέσης ενεργειακής απόδοσης και κερδοφορίας ώστε να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα

Το ζήτημα της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων στη διαδικασία έκδοσης οικοδομικής άδειας

Στην παράγραφο αυτή επιχειρείται η κωδικοποίηση της ελληνικής νομοθεσίας αναφορικά με την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων και την έκδοση της οικοδομικής άδειας. Γίνεται αναφορά σε έννοιες όπως η Μελέτη Ενεργειακής Απόδοσης (ΜΕΑ) κτιρίου, το Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης (ΠΕΑ), οι Ενεργειακοί Επιθεωρητές και ο Κανονισμός Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (ΚΕνΑΚ).

Α. Νέα ή ριζικά ανακαινιζόμενα κτίρια

Συνοπτικά, η σχετική με την ενεργειακή απόδοση του κτιρίου διαδικασία που απαιτείται για την έκδοση μιας οικοδομικής άδειας νέου ή ριζικά ανακαινιζόμενου κτιρίου είναι η εξής :

• Για την έκδοση οικοδομικής άδειας νέου ή ριζικά ανακαινιζόμενου υφιστάμενου κτιρίου ή κτιριακής μονάδας απαιτείται η εκπόνηση ΜΕΑ του κτιρίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΕνΑΚ και η ηλεκτρονική υποβολή της στην αρμόδια Υ.ΔΟΜ. μαζί με τα υπόλοιπα κατά περίπτωση απαραίτητα δικαιολογητικά.
• Ένας Ενεργειακός Επιθεωρητής εκδίδει το ΠΕΑ του κτιρίου ή της κτιριακής μονάδας το οποίο υποβάλλεται και καταχωρείται ηλεκτρονικά στο Αρχείο Επιθεωρήσεως Κτιρίων του ΥΠΕΝ, ενώ αντίγραφό του υποβάλλεται στην οικεία Υπηρεσία Δόμησης, συνοδευόμενο από το πόρισμα του Ενεργειακού Επιθεωρητή σχετικά με όσα προσδιορίζονται στην ΜΕΑ.
• Σε περίπτωση θετικής έκβασης, η διαδικασία προχωρά με τους ελέγχους των Ελεγκτών Δόμησης και την έκδοση Πιστοποιητικού Ελέγχου Κατασκευής (ΠΕΚ).
• Σε περίπτωση που στο πόρισμα του Ενεργειακού Επιθεωρητή διαπιστώνεται η μη τήρηση των προσδιοριζόμενων στη ΜΕΑ ή των οριζόμενων από τη σχετική νομοθεσία, δεν εκδίδεται ΠΕΚ και ο εκάστοτε ιδιοκτήτης/διαχειριστής του κτιρίου υποχρεούται να εφαρμόσει εντός προθεσμίας ενός έτους από την έκδοση του ΠΕΑ, μέτρα βελτίωσης σύμφωνα με τις συστάσεις του Ενεργειακού Επιθεωρητή που αναφέρονται στην ΠΕΑ και στο πόρισμά του. Ακολούθως, διενεργείται εκ νέου ενεργειακή επιθεώρηση και εκδίδεται νέο ΠΕΑ.

Τα περιεχόμενα της Μελέτης Ενεργειακής Απόδοσης και του Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης ορίζονται στα άρθρα 12 και 13 του ΚΕνΑΚ, αντίστοιχα. Εδώ, θα αναφερθούμε στην ενεργειακή κατηγορία στην οποία κατατάσσεται το κτίριο ή η κτιριακή μονάδα. Ο ΚΕνΑΚ ορίζει 9 ενεργειακές κατηγορίες όπως φαίνεται στον πίνακα που ακολουθεί. Το κάθε κτίριο, ανάλογα με τη χρήση του, τα τεχνικά του χαρακτηριστικά και την υπολογιζόμενη ετήσια κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας που απαιτεί η λειτουργία του, κατατάσσεται σε μία από τις 9 κατηγορίες.

Ενεργειακή κατηγορία Κατηγορίες Κτιρίων
Α+
Α Νέο κτίριο ΣΜΚΕ (nZEB)
Β+ Υφιστάμενο κτίριο ΣΜΚΕ (nZEB)
Β Κτίριο ΚΕνΑΚ
Γ Κτίριο κανονισμού θερμομόνωσης (1980-2010)
Δ
Ε
Ζ Κτίριο προ κανονισμού θερμομόνωσης (πριν το 1980)
Η

Κάθε νέο κτίριο ή ριζικά ανακαινιζόμενο υφιστάμενο κτίριο θα πρέπει να ανήκει τουλάχιστον στην ενεργειακή κατηγορία Β. Ωστόσο, από την 1.1.2021, όλα τα νέα κτίρια πρέπει να είναι κτίρια σχεδόν μηδενικής κατανάλωσης ενέργειας , δηλαδή να ανήκουν τουλάχιστον στην ενεργειακή κατηγορία Α .

Στα νέα κτίρια ή κτιριακές μονάδες είναι υποχρεωτική η κάλυψη μέρους των αναγκών σε Ζεστό Νερό Χρήσης (ΖΝΧ) από ηλιοθερμικά συστήματα. Το ελάχιστο ποσοστό του ηλιακού μεριδίου σε ετήσια βάση καθορίζεται σε 60%.

Σημειώνουμε ότι ο «Νέος Οικοδομικός Κανονισμός» (ν. 4067/2012, ΦΕΚ Α’ 79/9.4.2012, άρθρο 25) παρέχει κίνητρα για τη δημιουργία κτιρίων ελάχιστης ενεργειακής κατανάλωσης. Πιο συγκεκριμένα, δίδεται κίνητρο αύξησης του συντελεστή δόμησης κατά 5% σε κτίρια ενεργειακής κατηγορίας Α+ και αύξηση του συντελεστή δόμησης κατά 10% στην περίπτωση που το κτίριο επιτυγχάνει ιδιαίτερα υψηλό βαθμό ενεργειακής απόδοσης (πρωτογενής ενεργειακή κατανάλωση κάτω των 10 kWh/τ.μ./έτος) και περιβαλλοντικής απόδοσης.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι το ΠΕΑ του κτιρίου μαζί με άλλα έγγραφα και πιστοποιητικά που περιγράφουν την υφιστάμενη κατάσταση του κτιρίου (οικοδομική άδεια, ΠΕΚ, κ.λπ.) πρόκειται να περιλαμβάνεται στην Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου (βλ. κεφάλαιο 2 του ν. 4495/2017) ώστε να μπορεί ο κάθε ιδιοκτήτης να έχει γνώση σχετικά με τη νομιμότητα, τη στατική επάρκεια, αλλά και την ενεργειακή κατάταξη του ακινήτου του.

Β. Ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κτιρίων

Η ευρωπαϊκή πολιτική πάνω στην ενεργειακή απόδοση των κτιρίων δίνει ολοένα και μεγαλύτερη έμφαση στην ενεργειακή αναβάθμιση του υπάρχοντος κτιριακού αποθέματος, οικιστικού και μη. Το ζήτημα της ενεργειακής αναβάθμισης των υφιστάμενων κτιρίων έχει μεγάλη σημασία για την Ελλάδα, αφού το 55% των κτιρίων με χρήση κατοικίας της χώρας θεωρούνται θερμικά απροστάτευτα, ανήκοντας στις τελευταίες ενεργειακές κατηγορίες.

Από την εμπειρία του προγράμματος «Εξοικονόμηση κατ’ οίκον» προκύπτει ότι σε μια μέτρια ανακαίνιση η μέση εξοικονόμηση ενέργειας ανέρχεται σε περίπου 40%. Αντίστοιχα, από την εμπειρία των εκδοθέντων ΠΕΑ προκύπτει ότι μια βαθιά ανακαίνιση (δηλαδή η αναβάθμιση του κτιρίου σε ενεργειακή κατηγορία Β) οδηγεί σε μέση εξοικονόμηση ενέργειας της τάξης του 60% . Στον πίνακα που ακολουθεί φαίνονται οι συνήθεις επεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης και το είδος της διοικητικής πράξης που απαιτείται για την υλοποίησή τους .

Συνήθεις επεμβάσεις ενεργειακής αναβάθμισης Διοικητική πράξη που απαιτείται
τοποθέτηση εξωτερικού συστήματος θερμομόνωσης στις ελεύθερες όψεις Έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας
Τοποθέτηση εσωτερικού συστήματος θερμομόνωσης Δεν απαιτείται άδεια
τοποθέτηση θερμομόνωσης στο δώμα Δεν απαιτείται άδεια
αντικατάσταση κουφωμάτων με νέα, υψηλότερης θερμομονωτικής προστασίας (στο ίδιο άνοιγμα) Δεν απαιτείται άδεια
εγκατάσταση ηλιακού θερμοσίφωνα Δεν απαιτείται άδεια
πράσινα – φυτεμένα δώματα Έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας
εγκατάσταση συστήματος κλιματισμού Δεν απαιτείται άδεια

Συνήθως, η ενεργειακή αναβάθμιση ενός κτιρίου απαιτεί την εφαρμογή μιας σειράς επεμβάσεων αναφορικά με τη θέρμανση, τον κλιματισμό και το φωτισμό. Η υλοποίηση μεμονωμένων δράσεων χαμηλού κόστους (π.χ. η εγκατάσταση μόνο ηλιακού θερμοσίφωνα) εξοικονομεί μικρό ποσοστό των ενεργειακών αναγκών του κτιρίου. Συνιστάται, έτσι, η ενεργειακή αναβάθμιση να είναι μεγαλύτερου βάθους, συνδυάζοντας μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας που βελτιώνουν συνολικά το κτίριο, τόσο το κέλυφος όσο και τα λειτουργικά του συστήματα.

Συνοπτικά, η διαδικασία ενεργειακής αναβάθμισης του κτιρίου είναι η εξής:

• Αποτύπωση του κτιρίου που πρόκειται να αναβαθμιστεί
• Εκπόνηση ΜΕΑ του κτιρίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΕνΑΚ στην οποία περιλαμβάνονται η ενεργειακή κατάταξη του κτιρίου, προτεινόμενες εργασίες για την ενεργειακή του αναβάθμιση και η κοστολόγησή τους. Λήψη απόφασης για τις εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης που πρόκειται να εκτελεστούν βάσει κόστους-οφέλους.
• Ηλεκτρονική υποβολή αιτήματος για Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας στην αρμόδια Υ.ΔΟΜ. μαζί με τα υπόλοιπα κατά περίπτωση απαραίτητα δικαιολογητικά .
• Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας και υλοποίηση της ενεργειακής αναβάθμισης
• Έκδοση ΠΕΑ από τον Ενεργειακό Επιθεωρητή το οποίο υποβάλλεται και καταχωρείται ηλεκτρονικά στο Αρχείο Επιθεωρήσεως Κτιρίων του ΥΠΕΝ.

Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την παρ. 7, άρθρο 102 του ν. 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α’ 167/3.11.2017), αν για την υπαγωγή αυθαίρετων κατασκευών και χρήσεων ολοκληρωθούν εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης με βάση μελέτη αρμόδιου μηχανικού, το ενιαίο ειδικό πρόστιμο μειώνεται κατά το κόστος αυτών έως:

• πενήντα τοις εκατό (50%) για υπερβάσεις έως 250 τ.μ. σε οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες με χρήση κατοικίας και έως 500 τ.μ. σε οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες με άλλες χρήσεις πλην κατοικίας,
• τριάντα τοις εκατό (30%) για υπερβάσεις άνω των ανωτέρω αναφερομένων.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος, η μείωση των συντελεστών του ενιαίου ειδικού προστίμου, καθώς και η πρόβλεψη περιπτώσεων μείωσης του προστίμου για ειδικές κατηγορίες.

Γ. Ενεργειακή αναβάθμιση υφιστάμενων κτιρίων σε περιοχές χαρακτηρισμένες ως παραδοσιακοί οικισμοί, παραδοσιακά τμήματα πόλεων, περιοχές φυσικού κάλλους, αρχαιολογικοί χώροι, ιστορικοί τόποι ή/και σε κτίρια χαρακτηρισμένα ως μνημεία, διατηρητέα κτίρια και στις ζώνες προστασίας αυτών

Στην ιδιαίτερη αυτή περίπτωση απαιτείται η παροχή σύμφωνης γνώμης από το οικείο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής (παρ. 1, άρ. 7 του ν. 4495/2017) όσο και από τα συλλογικά όργανα του ΥΠΠΟΑ σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ν. 3028/2002 «Για την προστασία των Αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς» (ΦΕΚ Α’ 153/28.6.2002).

Ειδικότερα για τις εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης σε μνημεία ή διατηρητέα κτίρια:

Στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 του ν. 4122/2013 τίθενται οι εξαιρέσεις των κτιρίων από την υποχρέωση τήρησης των ελαχίστων απαιτήσεων ενεργειακής απόδοσης. Οι περιπτώσεις κτιρίων που εξαιρούνται είναι: τα μνημεία, τα κτίρια που προστατεύονται ως μέρος συγκεκριμένου περιβάλλοντος ή λόγω της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής ή ιστορικής τους αξίας (όπως διατηρητέα και εντός παραδοσιακών οικισμών κτίρια), εφόσον η συμμόρφωση προς ορισμένες ελάχιστες απαιτήσεις ενεργειακής απόδοσης θα αλλοίωνε κατά τρόπο µη αποδεκτό τον χαρακτήρα ή την εμφάνισή τους, τα κτίρια που χρησιμοποιούνται ως χώροι λατρείας, κ.λπ.

Ωστόσο, στην Εγκύκλιο για το ΠΕΑ (ΥΑ ΔΕΠΕΑ/Γ/ 172335/16.02.2016) αναφέρεται ότι για κτίρια χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα ή για κτίρια που ευρίσκονται εντός χαρακτηρισμένων ιστορικών τόπων ή παραδοσιακών οικισμών απαιτείται η έκδοση ΠΕΑ, εφόσον τα κτίρια αυτά δεν αποτελούν μνημεία.

Εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης, ωστόσο, έχουν εγκριθεί ακόμα και σε κτίρια χαρακτηρισμένα ως μνημεία .

Συνοπτικά, η διαδικασία ενεργειακής αναβάθμισης του κτιρίου στις περιπτώσεις αυτές, είναι η εξής:

• Αποτύπωση του κτιρίου που πρόκειται να αναβαθμιστεί
• Εκπόνηση ΜΕΑ του κτιρίου σύμφωνα με τα οριζόμενα στον ΚΕνΑΚ στην οποία περιλαμβάνονται η ενεργειακή κατάταξη του κτιρίου, προτεινόμενες εργασίες για την ενεργειακή του αναβάθμιση και η κοστολόγησή τους. Λήψη απόφασης για τις εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης που πρόκειται να εκτελεστούν βάσει κόστους-οφέλους.
• Γνωμοδότηση από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων
o Αίτηση εξέτασης της ΜΕΑ από το ΚΣΝΜ
o Έγκριση της ΜΕΑ με τους όρους που περιλαμβάνονται στη σχετική απόφαση
o Συμπλήρωση/τροποποίηση ΜΕΑ σύμφωνα με τους παραπάνω όρους
o Υποβολή της τροποποιημένης ΜΕΑ στην οικεία Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων προς έγκριση
o Έλεγχος και θεώρηση της ΜΕΑ από τη Διεύθυνση Προστασίας και Αναστήλωσης Νεωτέρων και Σύγχρονων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ.
• Γνωμοδότηση από το οικείο Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής
o Ηλεκτρονική αίτηση εξέτασης της ΜΕΑ από το οικείο ΣΑ
o Τυχόν συμπλήρωση πρόσθετων στοιχείων εντός 30 ημερών
o Γνωμοδότηση, θετική ή αρνητική με σχετική τεκμηρίωση.
o Σε περίπτωση αρνητικής γνωμοδότησης, συμπλήρωση/τροποποίηση της ΜΕΑ και εκ νέου γνωμοδότηση
• Ηλεκτρονική υποβολή αιτήματος για Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας στην αρμόδια Υ.ΔΟΜ. μαζί με τις εγκρίσεις των αρμόδιων υπηρεσιών και συλλογικών οργάνων, τις βεβαιώσεις μηχανικού , τα συμπληρωματικά σχέδια και τυχόν πρόσθετα δικαιολογητικά
• Έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας
• Υλοποίηση των εργασιών ενεργειακής αναβάθμισης υπό την επίβλεψη της οικείας Υπηρεσία Νεωτέρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων
• Έκδοση ΠΕΑ από τον Ενεργειακό Επιθεωρητή το οποίο υποβάλλεται και καταχωρείται ηλεκτρονικά στο Αρχείο Επιθεωρήσεως Κτιρίων του ΥΠΕΝ.

Δ. Προς μια πιο ευέλικτη διαδικασία

Η διαδικασία ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίου σε περιοχές της περίπτωσης Γ αποτελεί μια σύνθετη και χρονοβόρα διαδικασία. Σε αυτό συντελεί η υποχρέωση γνωμοδότησης από τα αρμόδια Συμβούλια του ΥΠΠΟΑ και τα οικεία συλλογικά όργανα (ΣΑ). Πρόκειται για διαφορετικές γνωμοδοτήσεις αφού το πρίσμα υπό το οποίο εξετάζεται η παρέμβαση είναι διαφορετικό. Στο άρθρο 7 της ΥΑ «Τεύχος οδηγιών για τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής» ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/11170/321/2020 (ΦΕΚ Β’ 313/6.2.2020) σημειώνεται ότι «τα Σ.Α. αποφαίνονται επί της αρτιότητας, της εσωτερικής συνοχής και της αισθητικής της αρχιτεκτονικής μελέτης καθώς και της αλληλεπίδρασης / συμβατότητας αυτής ως σύνολο αλλά και των επί μέρους αρχιτεκτονικών / μορφολογικών στοιχείων που την συγκροτούν με το φυσικό ή το δομημένο / πολεοδομικό περιβάλλον του ακινήτου (προστατευόμενο ή μη), ενώ τα συλλογικά όργανα του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού επιλαμβάνονται βάσει των διατάξεων του ν. 3028/2002 προκειμένου να αποφανθούν ειδικότερα κατά πόσον η πρόταση βλάπτει ή μη, αμέσως ή εμμέσως το προστατευόμενο από το ΥΠ.ΠΟ.Α. πολιτιστικό αγαθό και εάν συνάδει με τον χαρακτήρα αυτού».

Οι γνωμοδοτήσεις αυτές, ωστόσο, συνιστούν στην ουσία μια διαδικασία παράλληλης αδειοδότησης με εκείνη της έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας. Για την απλοποίηση της διαδικασίας αυτής συνιστάται η εφαρμογή των διατάξεων της παρ.3 του άρθρου 7 της ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/11170/321/2020 σύμφωνα με την οποία, «σε κάθε περίπτωση, για την αποφυγή αντικρουόμενων γνωμοδοτήσεων και ταλαιπωρίας των μελετητών, στις περιπτώσεις που απαιτούνται περισσότερες της μίας γνωμοδοτήσεις συλλογικών οργάνων, επιβάλλεται ο περιορισμός στην εξέταση του θέματος κατά λόγω αρμοδιότητας».

Η εν λόγω διαδικασία χαρακτηρίζεται, επιπλέον, από το σύνηθες ζήτημα της πολυνομίας αφού απαιτεί την εφαρμογή ενός πλήθους διατάξεων διαφοτερικών νομοθετημάτων. Προκύπτει, έτσι, η ανάγκη κωδικοποίησης της σχετικής νομοθεσίας προς διευκόλυνση τόσο των μελετητών όσο και των σχετικών συλλογικών οργάνων.

Πηγές

Overcoming the Split Incentive Barrier in the Building Sector, JRC Technical Report, 2017 https://publications.jrc.ec.europa.eu/repository/bitstream/JRC101251/ldna28058enn.pdf

European Commission, «Good Practice in Energy Efficiency», 2017 https://ec.europa.eu/energy/sites/ener/files/publication/version2-web.pdf

2018 Global Status Report. Towards A Zero-Emission, Efficient And Resilient Buildings And Construction Sector, Global Alliance for Buildings and Construction (2018) https://wedocs.unep.org/bitstream/handle/20.500.11822/27140/Global_Status_2018.pdf?sequence=1&isAllowed=y

2019 Global Status Report for Buildings and Construction. Towards A Zero-Emission, Efficient And Resilient Buildings And Construction Sector, Global Alliance for Buildings and Construction (2019) https://globalabc.org/sites/default/files/2020-03/GSR2019.pdf

Buildings Should Be At The Heart Of The European Green Deal. Here’s Why. Discussion Paper, Buildings Performance Institute Europe, Brussels (2019) http://bpie.eu/wp-content/uploads/2019/12/EU-Green-Deal-buildings_BPIE_Discussionpaper_Dec2019.pdf

The Zero Carbon And Circular Economy Challenge In The Built Environment, Buildings Performance Institute Europe, Brussels (2019) http://bpie.eu/wp-content/uploads/2019/06/Policy-Options-for-the-EU-and-its-Member-States-on-circularity.pdf

Europe’s Buildings Under the Microscope. A Country-by-country Review of the Energy Performance of Buidlings, Buildings Performance Institute Europe, Brussels (2011) http://bpie.eu/wp-content/uploads/2015/10/HR_EU_B_under_microscope_study.pdf

«Ενεργειακή απόδοση των κτιρίων: επιβεβλημένη η μεγαλύτερη εστίαση στην οικονομική αποδοτικότητα», ειδική έκθεση αριθ. 11/2020, Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, Λουξεμβούργο (2020) https://www.eca.europa.eu/lists/ecadocuments/sr20_11/sr_energy_efficiency_in_buildings_el.pdf

«Έκθεση μακροπρόθεσμης στρατηγικής για την κινητοποίηση επενδύσεων για την ανακαίνιση του αποτελούμενου από κατοικίες και εμπορικά κτίρια, δημόσια και ιδιωτικά, εθνικού κτιριακού αποθέματος» Έκδοση 2η, Απρίλιος 2018 (Υ.Α. ΔΕΠΕΑ/Γ/οικ.175603/04.06.2018, ΦΕΚ Β’ 2258/15.6.2018)
http://www.ypeka.gr/Portals/0/Files/Energeia/Eksikonomisi/Ktiria/EkthesiMakroprothesmisStratigikis_Aprilios2018.pdf

Ιστοσελίδες

EneryHUB for ALL. Ο ελληνικός «κόμβος» για την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων http://www.energyhubforall.eu/

ΥΠΕΚΑ. Εξοικονόμηση Ενέργειας στα Κτίρια http://ypeka.gr/%CE%95%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1/%CE%95%CE%BE%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7/%CE%9A%CF%84%CE%AF%CF%81%CE%B9%CE%B1

Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών & Εξοικονόμησης Ενέργειας (ΚΑΠΕ) http://www.cres.gr/cres/index.html

Ηλεκτρονική Βιβλιοθήκη ΚΕνΑΚ http://www.kenak.gr/e-library.htm

Αρχείο ΤΟΤΕΕ http://portal.tee.gr/portal/page/portal/SCIENTIFIC_WORK/tech_odigies_totee

Cyprus Energy Agency http://www.cea.org.cy/

11.12. Οικοδομική Άδεια Κλιματική Αλλαγή και Βιωσιμότητα των Κτιρίων

«Γιατί η Ελλάδα δεν έχει ψηλά κτίρια;», δημοσιεύτηκε στο CAPITAL.GR

Λίγοι είναι όσοι δεν έχουν αναρωτηθεί γιατί η Ελλάδα, κυρίως η αθηναϊκή πρωτεύουσα, δεν διαθέτει σημαντικό αριθμό ψηλών κτιρίων, όπως συμβαίνει σε αντίστοιχες ευρωπαϊκές πόλεις. Το ζήτημα αποτελεί, έως έναν βαθμό, «ταμπού» για την ελληνική πραγματικότητα, με οποιαδήποτε σχετική συζήτηση να απουσιάζει ακόμα και από την αρχιτεκτονική κοινότητα. Όπως εξηγεί ο Κωνσταντίνος Δ. Καρατσώλης, συγγραφέας του βιβλίου «Εισαγωγή στο Δίκαιο της Πολεοδομίας στην Ελλάδα και στην Κύπρο», δεν είναι τυχαίο ότι το μοναδικό μέχρι σήμερα συνέδριο στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το ζήτημα των ψηλών κτιρίων έλαβε χώρα το μακρινό 1975 και είχε διοργανωθεί από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Είχε δε πραγματοποιηθεί σε μια εποχή που η συζήτηση διεθνώς είχε φουντώσει, με τη δημιουργία των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη, αλλά στην Ελλάδα με τη δημιουργία ορισμένων ψηλών κτιρίων υπήρχε ο προβληματισμός για τη χρησιμότητα ή μη της ύπαρξής τους.

Τοπόσημα

Όπως εξηγεί ο κ. Καρατσώλης, μόνο πρόσφατα το σχετικό ενδιαφέρον αναζωπυρώθηκε με αφορμή τα ψηλά κτίρια που περιλαμβάνονται στα σχέδια αξιοποίησης μεγάλων ελεύθερων χώρων, όπως στον Μητροπολιτικό Πόλο Ελληνικού – Αγίου Κοσμά και στον Ελαιώνα. Η εξέταση του ζητήματος της ανέγερσης ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην παρούσα χρονική στιγμή, επειδή δεν υπάρχει σχετική κρατική στρατηγική στη βάση της σύγχρονης κοινωνικο-οικονομικής και πολεοδομικής συνθήκης.

Τι ορίζεται, όμως, ως ψηλό κτίριο; «Tο κτίριο που έχει κυρίαρχο τον κατακόρυφο άξονά του και προεξέχει υπερβολικά πάνω από τα στοιχεία του περιβάλλοντός του». Ωστόσο, ο ορισμός του ψηλού κτιρίου δεν είναι απόλυτος, καθώς ένα κτίριο 70 ορόφων, που στην Ευρώπη θεωρείται ψηλό, στην Ασία και την Αμερική θεωρείται μάλλον χαμηλό. Έτσι, ένας πιο σύγχρονος ορισμός περιγράφει τα ψηλά κτίρια ως «όλα εκείνα τα κτίρια που λόγω του ύψους τους ξεχωρίζουν από τα γύρω τους και εντάσσονται σε μια ομάδα παρόμοιων κατασκευών ανά τον κόσμο». Σε κάθε περίπτωση, η έννοια του ψηλού κτιρίου είναι σχετική, αφού συνδέεται με τον συνολικό σχεδιασμό τμημάτων της πόλης, με τα γειτονικά κτίρια, με το φυσικό ανάγλυφο, με τον ρόλο που καλείται να παίξει ένα ψηλό κτίριο, αλλά και με την ανάγκη διατήρησης γειτονιών χαμηλού ύψους και τη γειτνίαση με μνημεία.

Τον 21ο αιώνα παρατηρείται μια αναζωπύρωση του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ χωρών και εταιρειών για την κατασκευή του ψηλότερου κτιρίου. Οι ουρανοξύστες κατακλύζουν πολλές από τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, προσφέροντας ένα πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής νέων υλικών και μεθόδων σχεδιασμού. Η τάση της ανέγερσης ψηλών κτιρίων παγκοσμίως οφείλεται τόσο σε πολεοδομικά αίτια όσο και στο μάρκετινγκ των πόλεων. Η σημασία της μελέτης του θεωρητικού πλαισίου γύρω από τα ψηλά κτίρια σχετίζεται, συνεπώς, άμεσα με την επιθυμία της οικοδόμησης των σύγχρονων πόλεων, την αναδιαμόρφωσή τους προκειμένου να ανταποκριθούν αποτελεσματικότερα στις ανάγκες των κατοίκων τους».

Η περίπτωση της Αθήνας, όπως προσθέτει ο συγγραφέας, έχει μεγάλη ομοιότητα με το Παρίσι, όχι τόσο λόγω ενός πλήρως συντηρημένου ιστορικού κέντρου (όπως στο Παρίσι), αλλά κυρίως λόγω της παρουσίας σημαντικών αρχαιολογικών τόπων στο ιστορικό κέντρο, με κορύφωση, μεταφορικώς και κυριολεκτικώς,την Ακρόπολη.

Από πλευράς πολεοδομικής οργάνωσης και χωροθέτησης των ψηλών κτιρίων, τα εφαρμοζόμενα μοντέλα είναι κυρίως τρία:

– Το ευρωπαϊκό 1, που προβλέπει τη σχετικώς ελεύθερη ανέγερση ψηλών κτιρίων ακόμα και εντός ή σε μικρή απόσταση από το ιστορικό κέντρο.

– Το ευρωπαϊκό 2, που προβλέπει την απαγόρευση ανέγερσης υψηλών κτιρίων στην ευρύτερη περιοχή του ιστορικού κέντρου, την υπό όρους ανέγερσή τους σε μια ευρύτερη ζώνη και την πλήρη, χωρίς περιορισμούς ανάπτυξή τους, σε απόσταση από το ιστορικό κέντρο, αλλά με πλήρως σηματοδοτούμενη τη σύνδεσή του με αυτήν (με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τη Defense στο Παρίσι)

– Το αμερικανικό και τα παράγωγά του, όπως της Άπω Ανατολής, των Εμιράτων κ.ά., που χαρακτηρίζεται από την ισχυρή διαφοροποίηση του οικονομικού κέντρου από την περιφέρεια, πράγμα όμως που, στην περίπτωση των μεγάλων αμερικανικών πόλεων, συμβαδίζει με την ιστορική εξέλιξή τους, σε αντίθεση με τα παράγωγα μοντέλα, ιδίως της Άπω Ανατολής, όπου η «εισβολή» των ουρανοξυστών στα ιστορικά κέντρα,στο φυσικό τοπίο και σε περιοχές παραδοσιακής κατοικίας γίνεται με σχεδόν βίαιο τρόπο (χαρακτηριστικές περιπτώσεις η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, η Σανγκάη, το Χονγκ Κονγκ, το Τόκιο, το Ντουμπάι κ.ά.).

Στην περίπτωση της Αθήνας, ωστόσο, σημαντικό ρόλο στις συζητήσεις περί ανέγερσης ψηλών κτιρίων διαδραματίζει το λεγόμενο «αττικό τοπίο» και η προστασία του. Η γοητεία που άσκησε στους περιηγητές του 18ου και 19ου αιώνα διαμόρφωσε τη στερεοτυπική εικόνα του γραφικού τοπίου που, παρότι μεταμορφώθηκε από τη συνεχή κτιριακή μάζα των τυπικών «αθηναϊκών» πολυκατοικιών μεταπολεμικά, συνεχίζει να υφίσταται ως πολιτισμική κατασκευή αλλά και ως ευδιάκριτη οντότητα σε ό,τι αφορά τη φυσική τοπογραφία και τη θέση των βασικών μνημείων αναφοράς. Η θέα προς τα σημεία αναφοράς, ωστόσο, υπάρχει σήμερα μόνο μέσω ελαχίστων «διωρύγων” (οδών) μέσα στο σύγχρονο αττικό τοπίο, πράγμα που οφείλεται περισσότερο στο συνεχή όγκο των πολυκατοικιών παρά στα ελάχιστα ψηλά κτίρια της Αθήνας.

Πάντως, τα υλοποιημένα ψηλά κτίρια έχουν δώσει ιδιαίτερο χαρακτήρα σε μερικά σημεία της Αθήνας, ειδικά σε οδικούς άξονες, όπως επί της Λεωφόρου Κηφισίας στην Αθήνα και στο Μαρούσι ή επί της οδού Πανόρμου. Πολλά από αυτά, κυρίως εκείνα που χτίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα κτίρια της αρχιτεκτονικής «γοήτρου” της μεταπολεμικής Ελλάδας, ενώ η αισθητική τους και οι συνθετικές τους αρετές εξαίρονται συχνά», καταλήγει ο κ. Καρατσώλης.

Πολιτιστική Κληρονομιά και Οικονομική Ανάπτυξη

Κ. Καρατσώλης, Δικηγόρος

  1. Εισαγωγή

Η Ελλάδα, λόγω της μακράς και πλούσιας ιστορίας της, αποτελεί μία από τις χώρες που διαθέτουν πλούσια πολιτιστική και ειδικότερα αρχιτεκτονική κληρονομιά. Το πολιτιστικά μνημεία που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε πόλη της, καθώς και το πλήθος των ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος κτιρίων που συνόδευσαν κάθε σελίδα της ιστορίας της, αποτέλεσαν και αποτελούν χαρακτηριστικές εικόνες της χώρας και αναγνωρίζονται διεθνώς ως επιτεύγματα ιδιαίτερης ιστορικής αλλά και καλλιτεχνικής αξίας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην χώρα μας υπάρχει πληθώρα πολιτιστικών αγαθών διαφορετικής ιστορικής προέλευσης, που ανάγονται δηλαδή σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και εκτείνονται από την κλασσική αρχαιότητα μέχρι τους νεωτέρους χρόνους, επιβεβαιώνοντας την πλούσια ιστορία αυτής και καθιστώντας κατά συνέπεια επιτακτική την προστασία όλων των εν λόγω μνημείων, τα οποία αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της εθνικής μας ταυτότητας.

Παράλληλα, η χώρα μας, όπως κάθε σύγχρονη και αναπτυγμένη χώρα, βρίσκεται ήδη σε μία τροχιά σχεδιασμού και υλοποίησης μεγάλων έργων, στρατηγικών επενδύσεων και υποδομών που ήδη αναπτύσσονται στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα και οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως, να επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στα πολιτιστικά μνημεία που απαντώνται στις εν λόγω περιοχές.

Θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυρισθεί κανείς ότι η «λύση» για την προστασία και την διατήρηση των μνημείων μας αναλλοίωτων είναι η ματαίωση της υλοποίησης των σύγχρονων υποδομών, έστω και αν αυτό θα ισοδυναμούσε με τη θέση φραγμών στην ανάπτυξη και στην εξέλιξη; Μήπως κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε μεν τη μέγιστη δυνατή προστασία των πολιτιστικών μνημείων, αλλά θα τοποθετούσε την χώρα μας σε μία θέση δυσχερή, καθιστώντας αυτή ανίκανη να παρακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις και να συμπορευθεί με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες; Μήπως όμως τελικά η προάσπιση της ιστορίας και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί επιτυχώς να συμβαδίσει με την ανάπτυξη, η οποία αποτελεί και πρέπει να αποτελεί ζητούμενο κάθε χώρας που επιθυμεί να καταστεί ανταγωνιστική;

Στο πλαίσιο αυτό του συγκερασμού των ως άνω δύο βασικών κατευθύνσεων, ήτοι της διαφύλαξης της ιστορίας μας και των μνημείων μας και της ανάπτυξης της χώρας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, μέσω της εκπόνησης νέων έργων, ως πρόσφορη προσέγγιση διαφαίνεται η θεσμοθέτηση της κατάλληλης νομοθεσίας, των διατάξεων δηλαδή που θα είναι σε θέση να επιφέρουν μία ισορροπία στην επίτευξη των δύο αυτών παράλληλων στόχων, καθώς και η συνεργασία προς τούτο όλων των αρμοδίων Αρχών(κρατικών υπηρεσιών, τοπικής αυτοδιοίκησης, δικαστηρίων κ.λπ.).

Eπισημαίνεται δε ότι η ενσωμάτωση και η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένα πλαίσιο ισορροπίας, στις επενδύσεις του σήμερα, μπορούν να αποδώσουν και τους αναγκαίους πόρους από τα ιδιωτικά κεφάλαια για την πραγματική ανάδειξη και διαφύλαξη των στοιχείων πολιτιστικής κληρονομιάς.

Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελληνική Πολιτεία έχει επιδοθεί σε μία προσπάθεια για την θέσπιση διατάξεων με σκοπό την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, επιδεικνύοντας ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον, με ορόσημο , κατά την άποψή του γράφοντος, την κύρωση, με το Ν. 2039/1992 (ΦΕΚ Α΄ 61), της από 3 Οκτωβρίου 1985 Σύμβασης της Γρανάδα που αφορά στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης.

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να καταδείξει την εξέλιξη και την αποτελεσματικότητα της εν λόγω νομοθεσίας, τόσο αυτοτελώς στην προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όσο και υπό το πρίσμα των νέων έργων ανάπτυξης που συντελούνται στην χώρα μας.

  1. Θέμα

Η έννοια της προστασίας της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν χρήζει αποκλειστικά και μόνο στενής ερμηνείας με κεντρική νοηματοδότηση στη διαδικασία προστασίας των πολιτιστικών αγαθών από τη φυσική φθορά που επιφέρει η έκθεση τους και στη διατήρηση αυτών στο πέρασμα του χρόνου. Επιχειρώντας μια πιο ευρεία ερμηνεία της έννοιας της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, θα πρέπει να ενσωματωθεί σε αυτή και η έννοια της ένταξης των αρχιτεκτονικών μνημείων και κτιρίων στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέων κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών, ερμηνεία που άλλωστε αρμόζει στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από την διαρκώς αυξανόμενη οικιστική και πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων .

Και τούτο καθώς σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας υπήρχε η αναγκαιότητα διατήρησης του αξιόλογου παρελθόντος κατά την εξέλιξη των πραγμάτων. Ωστόσο, η ιστορία ενός τόπου δεν μένει στάσιμη και κάθε εποχή ΟΦΕΙΛΕΙ να αφήνει το αποτύπωμά της. Δηλαδή όχι μόνο το «νέο» να σέβεται το «παλαιό» αλλά και αντίστροφα. Οι πόλεις ειδικά, είναι ζωντανοί – εξελισσόμενοι οργανισμοί, δεν είναι μουσεία όπου το προστατευόμενο αντικείμενο αποτελεί απλά έκθεμα.

Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, θεωρείται σκόπιμο να εξετασθεί και η έννοια της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως αυτή διατυπώνεται και αποτυπώνεται στην εθνική και διεθνή νομοθεσία, αλλά και στην αντίστοιχη νομολογία εθνικών και διεθνών Δικαστηρίων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το εξεταζόμενο ζήτημα αποτέλεσε και αποτελεί πηγή αντιπαράθεσης μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων και έχει οδηγήσει, όπως θα αναλυθεί περαιτέρω, ακόμα και στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες ερμηνεύονται σε όμοιες περιπτώσεις διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες νομοθετικές διατάξεις (βλ. παρ. 7.4 και 7.5 αποφάσεις 2338/2009, 2339/2009 ΣτΕ, ανέγερση Νέου Μουσείου Ακρόπολης – διατήρησης παρακειμένων «διατηρητέων» κτιρίων). Ο λόγος που δημιουργείται αυτή η «σύγκρουση» ερείδεται στη στάθμιση διαφορετικών έννομων αγαθών κάθε φορά ή ειδικότερα στη στάθμιση υπό διαφορετική σκοπιά των ίδιων έννομων αγαθών.

Ειδικότερα, η αντιπαράθεση δημιουργείται μεταξύ: α. αφενός μεν της διατήρησης «αυτούσιου» στο χώρο, όπου βρίσκεται, του αρχιτεκτονικά ενδιαφέροντος κτιρίου ή μνημείου χωρίς να επηρεάζεται αυτό δομικά ή αισθητικά από τις αναπτυσσόμενες υποδομές του περιβάλλοντα χώρου, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν τον χαρακτήρα αυτού, β. αφετέρου δε, αλλά και σε συνέχεια της προηγούμενης σκέψης, της δυνατότητας υλοποίησης των προγραμματιζόμενων επενδύσεων, σε μια προσπάθεια ανάπτυξης εγκαταστάσεων και υποδομών στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου και αναβάθμισης της εκάστοτε περιοχής και της άρσης των σχετικών εμποδίων που υφίστανται εξαιτίας των τυχόν ελλείψεων ρύθμισης της διαχείρισης/ προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Οι προβληματισμοί που ανακύπτουν από τα όσα παρατίθενται ανωτέρω είναι πολλοί αλλά το βασικό ερώτημα – προβληματισμός τίθεται ως εξής: Με ποιούς τρόπους θα προστατευθεί η αρχιτεκτονική κληρονομιά χωρίς παράλληλα να θιγούν τα έργα ανάπτυξης ή με ποιό τρόπο θα θωρακιστούν οι νέες, επενδυτικού χαρακτήρα κτιριακές υποδομές χωρίς να επηρεαστούν αρνητικά τα προστατευόμενα κτίρια και μνημεία της περιοχής;

Σε μια προσπάθεια ανάλυσης αυτών των ερωτημάτων παρατίθενται στη συνέχεια οι ορισμοί των βασικών εννοιών, ελληνικά και διεθνή νομοθετήματα που αφορούν στην προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς καθώς επίσης και η σχετική νομολογία. Ακολούθως επιχειρείται μια θεώρηση όλων των ανωτέρω υπό το πρίσμα της εκσυγχρόνισης της ελληνικής νομοθεσίας και της προσαρμογής αυτής στις σύγχρονες απαιτήσεις.

  1. Βασικοί Ορισμοί

 3.1 «Περιβάλλον» (φυσικό και ανθρωπογενές)

Ως «περιβάλλον» νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες[1].

3.2 «Πολιτιστική κληρονομιά»

Στον όρο «πολιτιστική κληρονομιά» περιλαμβάνονται μνημεία (δηλαδή αρχιτεκτονικά, γλυπτικά και ζωγραφικά έργα, κατασκευές που έχουν αρχαιολογικό χαρακτήρα καθώς και επιγραφές, σπήλαια και άλλα) οικοδομικά συγκροτήματα καθώς και χωρικά δημιουργήματα φτιαγμένα από τον άνθρωπο μόνο του ή και με τη συμβολή του φυσικού περιβάλλοντος. Στα κείμενα των Διεθνών Συμβάσεων και στη βιβλιογραφία συχνά ταυτίζεται ο όρος «πολιτιστική κληρονομιά» με τον όρο «πολιτιστικό αγαθό»[2].

3.3  «Αρχιτεκτονική κληρονομιά»

Στον όρο «αρχιτεκτονική κληρονομιά» περιλαμβάνονται τα ακόλουθα ακίνητα αγαθά:

  1. Τα μνημεία, 2. Τα αρχιτεκτονικά σύνολα και 3. Οι τόποι[3]

3.4 «Μνημείο»

Ο όρος «μνημείο» περιλαμβάνει κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους[4]. Σύμφωνα με άλλον ορισμό, ως «μνημεία» νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες και ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία[5].

Κατά την προαναφερόμενη σύμβαση της Γρανάδας, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 2039/1992, ως μνημείο ορίζεται κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω  του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού  ή  τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους.

3.5 «Αρχιτεκτονικά Σύνολα»

Τα αρχιτεκτονικά σύνολα κατά την Σύμβαση της Γρανάδας ορίζονται ως ομοιογενή σύνολα αστικών ή αγροτικών κατασκευών, σημαντικών λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού τους ενδιαφέροντος, συναφή μεταξύ τους ώστε να  σχηματίζουν ενότητες, που να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά.

 3.6  «Τοπίο»

Ως «τοπίο» νοείται η παρουσία φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων που συνεργούν στην κατασκευή (δημιουργία και αλλαγή) του τοπίου, προσδίδουν στο τοπίο ταυτόχρονα φυσική αλλά και πολιτισμική αξία και το καθιστούν μαρτυρία της αμφίδρομης και αέναης σχέσης επιρροής μεταξύ ανθρώπου και περιβάλλοντος[6].

Κατά την σύμβαση της Γρανάδας, οι τόποι είναι σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης,  εν  μέρει κτισμένα,  τα   οποία  αποτελούν  εκτάσεις  τόσο  χαρακτηριστικές   και ομοιογενείς, ώστε να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά και τα οποία είναι σημαντικά λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού και τεχνικού τους ενδιαφέροντος.

3.7 «Αρχή της πολιτιστικής κληρονομιάς» – «Αρχή της διατηρήσεως της πολιτιστικής κληρονομιάς»[7],[8]

Η «αρχή της πολιτιστικής κληρονομιάς» σκοπεύει να διασώσει τα πιο σπουδαία ανθρωπογενή συστήματα, αρχιτεκτονικά σύνολα και τόπους. Στο επίπεδο του ανθρώπου η πολιτιστική εξέλιξη έχει μεγαλύτερη σημασία από την φυσική, αφού μέσω αυτής ο άνθρωπος επιτυγχάνει την προσαρμογή του στο φυσικό περιβάλλον.

Η «αρχή της διατηρήσεως της πολιτιστικής κληρονομιάς» αποβλέπει να εξασφαλίσει την σταθερότητα και ιστορική συνέχεια του ανθρωπογενούς  περιβάλλοντος και μέσω αυτής, την πολιτιστική ταυτότητα των ανθρώπων που, αλλιώς, θα εκινδύνευε από τη συνεχή αλλαγή»[9],[10].

3.8 «Αρχή της ενσωμάτωσης της διατήρησης στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό»[11]

Με τον όρο ενσωματωμένη διατήρηση νοείται η ενσωμάτωση του συνόλου της ακίνητης πολιτιστικής κληρονομιάς στο πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, μέσω του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού[12].

  1. Νομοθεσία

Η προστασία της αρχιτεκτονικής και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο προστασίας μέσω πληθώρας νομοθετικών διατάξεων, γεγονός που, όπως παρατίθεται κατωτέρω, δυσχεραίνει το έργο του εφαρμοστή του δικαίου. Κατ’ αρχήν, επιχειρήθηκε διαρκής προσπάθεια για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε παγκόσμιο και πανευρωπαϊκό επίπεδο μέσω της υπογραφής Διεθνών Συμβάσεων κλπ. (βλ. 4.1). Στην ελληνική έννομη τάξη, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς κατοχυρώνεται με πανηγυρικό τρόπο ειδικότερα μέσω των διατάξεων του Συντάγματος και ιδιαίτερα του αρ. 24 αυτού αλλά και μέσω διάφορων νόμων (βλ. κατωτέρω υπό 4.2), ενώ γίνεται διαρκώς προσπάθεια για την θεσμοθέτηση μιας ενιαίας νομοθετικής ρύθμισης για το εν λόγω ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα.

 4.1 Διεθνής και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία

Όπως ήδη αναφέρθηκε, υφίσταται πληθώρα Διεθνών και Ευρωπαϊκών νομοθετημάτων που αφορούν στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ορισμένα από τα πιο σημαντικά και η κύρωση αυτών στην Ελλάδα, είναι τα εξής: α. η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης (1954) «δια την προστασίαν των πολιτιστικών αγαθών εις περίπτωσιν ενόπλου συρράξεως», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1114/1981, β. η Διεθνής Σύμβαση των Παρισίων (1970) «αφορώσα εις τα ληφθησόμενα μέτρα δια την απαγόρευσιν και παρεμπόδισιν της παρανόμου εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβιβάσεως της κυριότητος των πολιτιστικών αγαθών», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1103/1980, γ. η Διεθνής Σύμβαση των Παρισίων (1972) «δια την προστασίαν Παγκοσμίου Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1126/1981, δ. η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Λονδίνου (1969) «δια την προστασίαν της Αρχαιολογικής κληρονομιάς», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1127/1981, ε. Η Διακήρυξη του Άμστερνταμ (1975 – Αποδοχή Ευρωπαϊκού Χάρτη Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς) στ. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Γρανάδας (1985), η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 2039/1992 (βλ. αναλυτικά 4.2), ζ. η Σύσταση της UNESCO 15/16-11-1989 και η. Σύμβαση της Μάλτας για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (1992). Επίσης, αναφορά στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ως μέρους τους ανθρωπογενούς περιβάλλοντος γίνεται και στο αρ. 191[13] της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς επίσης και στον Κανονισμό 3911/1992 (ΕΟΚ) σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών και την Οδηγία 93/7 ΕΟΚ σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί  παράνομα  από  το  έδαφος  κράτους-μέλους,  την  Οδηγία  85/337/ΕΟΚ  σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον και την Οδηγία 97/11/ΕΟΚ (τροπ. 87/337/ΕΟΚ) και 2001/42/ΕΚ[14] σχετικά  με  τη  στρατηγική  εκτίμηση  των  επιπτώσεων  στο  περιβάλλον  σχεδίων  και  προγραμμάτων (Strategic Environmental AssesmentSEA) (βλ. αναλυτικά παρ. 7).

Επιπροσθέτως, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Βαλέτας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3378/2005 «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (αναθεωρημένη)» (ΦΕΚ Α΄ 203/19.8.2005) και ισχύει από 11.1.2007, επιφορτίζει τα συμβαλλόμενα κράτη, όχι μόνον με τη συντήρηση και τη διατήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς κατά προτίμηση στη θέση εύρεσης (άρθρο 4) και με την παροχή εξασφάλισης ότι το άνοιγμα των αρχαιολογικών χώρων στο κοινό και ειδικά οι εγκαταστάσεις και διαμορφώσεις για την υποδοχή μεγάλου αριθμού επισκεπτών δεν θα προσβάλλουν τον αρχαιολογικό και επιστημονικό χαρακτήρα των χώρων και του περιβάλλοντός τους (άρθρο 5), αλλά και με τη χρηματοδότηση της αρχαιολογικής έρευνας και της συντήρησης. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 6 της εν λόγω Σύμβασης προβλέπεται ότι κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ρυθμίσει τη δημόσια οικονομική υποστήριξη για την αρχαιολογική έρευνα από τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές και να αυξήσει τους πόρους για τη σωστική αρχαιολογική έρευνα, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα ώστε κατά τη διάρκεια μεγάλων δημόσιων ή ιδιωτικών αναπτυξιακών έργων να προβλέπεται η κάλυψη του συνολικού κόστους όλων των αναγκαίων αρχαιολογικών εργασιών που συνδέονται με τα έργα αυτά.

4.2  Ελληνική Νομοθεσία

Στην Ελλάδα, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ρυθμίζεται, κατοχυρώνεται  και προστατεύεται κατ’ αρχήν συνταγματικά δυνάμει του αρ. 18 παρ. 1[15] του Συντάγματος «1. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών ιαματικών, ρεόντων και υπόγειων υδάτων και γενικά του υπόγειου πλούτου. 2. …………» και του  αρ. 24 του Συντάγματος: “1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας… . 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. 3. …4. … .5. … .6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών[16].

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Σύμβαση της Γρανάδας για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης κυρώθηκε με το Ν. 2039/1992 και απέκτησε ισχύ στην Ελλάδα, υπερισχύουσας κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου δυνάμει του αρ. 28[17] του Συντάγματος.

Με την υπογραφή της Σύμβασης της Γρανάδας και της ενσωμάτωσής της στο ελληνικό δίκαιο με τον ως άνω νόμο, επέρχεται μια σημαντική νομοθετική εξέλιξη στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς προς τις εξής κατευθύνσεις: 1. Υιοθετείται για την «αρχιτεκτονική κληρονομιά» ορισμός που περιλαμβάνει και τους τόπους, σε συνάφεια με τον ορισμό της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ, 2. Αναγνωρίζεται η ανάγκη μέριμνας για την προστασία της, 3. Τίθενται νομικές διαδικασίες προστασίας της στους συμβαλλόμενους, όπως είναι ο έλεγχος αδειών, σχεδίων και μελετών για την κατεδάφιση, μετατροπή και ανέγερση νέων κτιρίων, η δυνατότητα των δημοσίων υπηρεσιών να ζητούν από τον ιδιοκτήτη να αναλάβει τις εργασίες και αν ο ιδιοκτήτης δεν είναι σε θέση να τις αναλαμβάνουν εκείνες καθώς και η δυνατότητα απαλλοτρίωσης προστατευόμενων ακινήτων, 4. Προβλέπεται οικονομική υποστήριξη των δημόσιων υπηρεσιών, θέσπιση φορολογικών μέτρων και ενθάρρυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, 5. Λαμβάνονται μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της φυσικής φθοράς των μνημείων, μέσω της επιστημονικής έρευνας, 6. Προβλέπονται κυρώσεις, όπως η κατεδάφιση νέων κτισμάτων παράνομων ή αποκατάσταση παλιών προστατευόμενων, 7. Καθιερώνεται νέα πολιτική προστασίας με την υποχρέωση υιοθέτησης πολιτικής «ολοκληρωμένης προστασίας», την ένταξη του θέματος στο πλαίσιο χωροταξικής, πολεοδομικής και περιβαλλοντικής πολιτικής, την ενθάρρυνση χρήσης παραδοσιακών τεχνικών και υλικών, με στόχο την προσαρμογή των παλιών κτιρίων σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες, την επισκεψιμότητα και τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών, 8. Προωθείται η συνεργασία Κράτους και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ο θεσμός της χορηγίας, 9. Τονίζεται η σημασία της σχετικής πληροφόρησης, εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης, 10. Προβάλλεται η ανάγκη συντονισμού δράσεων των ευρωπαϊκών κρατών μέσω της ανταλλαγής εμπειριών και πληροφοριών πάνω σε μεθόδους καταγραφής, προστασίας, συντήρησης, έρευνας, καθώς της αμοιβαίας τεχνικής βοήθειας[18].

Επιπλέον, πριν την κύρωση της Σύμβασης της Γρανάδας, είχαν ψηφισθεί στην Ελλάδα για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς: α. ο Ν. 5351/1932 (ΦΕΚ Α΄ 275) «περί αρχαιοτήτων» και β. ο Ν. 1469/1950 (ΦΕΚ Α΄ 169) «περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενέστερων του 1830». Ειδικότερα, ο Ν. 5351/1932 έχει ως αντικείμενο την προστασία των αρχαιοτήτων και γενικότερα καλλιτεχνικών και ιστορικών μνημείων παλαιότερων του 1830, θεωρούμενων ως αρχαίων και των αρχιτεκτονικών μνημείων (βλ. αρ. 1 παρ. 1). O N. 5351/1932 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α΄ 153) «Περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς». Σύμφωνα με τον τελευταίο αυτό νόμο, τα ακίνητα που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων 100 ετών και μεταγενέστερα του 1830, προστατεύονται ως νεότερα μνημεία ενώ δύνανται να χαρακτηριστούν ως νεότερα μνημεία και ακίνητα νεότερα των τελευταίων 100 ετών εφόσον η προστασία τους επιβάλλεται λόγω αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής κοινωνικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους. Αντίστοιχα προστατεύονται οι ιστορικοί τόποι, δηλαδή περιοχές ή και οικισμοί που αποτέλεσαν χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, καθώς και περιοχές με ενδείξεις ύπαρξης μνημείων ή σύνθετων έργων του ανθρώπου και της φύσης, μεταγενέστερων του 1830.

Κατά πάγια τακτική, η προστασία των πολιτιστικών αγαθών από Υπουργείο Περιβάλλοντος προβλέπεται από τους Γενικούς Οικοδομικούς Κανονισμούς. Αρχικά με τον ΓΟΚ του 1973 και πιο πρόσφατα με τον ν. 4067/2016 άρθρο 6 (Νέος Οικοδομικός Κανονισμός) προβλέπεται η προστασία της αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ) μπορούν να χαρακτηρίζονται:

α. ως παραδοσιακά, προστατευόμενα σύνολα οι οικισμοί ή τμήματα πόλεων ή οικισμών ή αυτοτελή οικιστικά σύνολα εκτός αυτών.

β. Ως ζώνες ιδιαιτέρου κάλλους οι χώροι, τόποι, τοπία ή φυσικοί σχηματισμοί που συνοδεύουν ή περιβάλλουν στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, όπως και αυτοτελείς σχηματισμοί φυσικού ή ανθρωπογενούς χαρακτήρα

γ. Ως διατηρητέα, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα ή συγκροτήματα κτιρίων, στοιχεία του φυσικού ή και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος (όπως αυλές, κήποι, θυρώματα, κρήνες) και μεμονωμένα στοιχεία πολεοδομικού εξοπλισμού (όπως πλατείες, γέφυρες, λιθόστρωτα).

δ. Ως διατηρητέα η χρήση του ακινήτου και το τυχόν όνομα με το οποίο αυτή συνδέθηκε με το διατηρητέο χαρακτήρα της (όπως ιστορικό, λαογραφικό).

Περαιτέρω και συμπληρωματικά με τα ανωτέρω, τα πολιτιστικά αγαθά προστατεύονται και μέσω διατάξεων που περιλαμβάνονται στην περιβαλλοντική νομοθεσία, όπως ο Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ Α΄ 160) «Για την προστασία του περιβάλλοντος» καθώς επίσης και στην πολεοδομική νομοθεσία, όπως ο Ν. 947/1979 (ΦΕΚ Α΄ 169 ), Ν. 1337/1983 (ΦΕΚ Α΄ 33), Ν. 2300/1995 (ΦΕΚ Α΄ 69) Ν. 2508/1997 (ΦΕΚ Α’ 124), Ν. 4447/2016 (ΦΕΚ Α’ 241) κτλ.

Τέλος, ιδιαίτερης σημασίας τυγχάνουν οι διατάξεις του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α΄101) «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις», με τον οποίο εισήχθη το πρώτον η έννοια της «πολιτιστικής λειτουργίας» και η διάταξη του αρ. 8 παρ. 2[19] του Ν. 4030/2011 (ΦΕΚ Α΄ 249) «Νέος τρόπος έκδοσης αδειών δόμησης, ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις».

Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας τυγχάνουν οι διατάξεις του προαναφερόμενου ΝΟΚ και ειδικά το άρθρο 6 αυτού, το οποίο ρυθμίζει την προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Στο εν λόγω άρθρο δίδεται καταρχήν ο ορισμός της «αρχιτεκτονικής κληρονομιάς»[20] και προβλέπεται μεταξύ άλλων η διαδικασία χαρακτηρισμού κτιρίων, συγκροτημάτων κτιρίων και τμημάτων κτιρίων ή και στοιχείων του περιβάλλοντος χώρου αυτών ως διατηρητέων, ο τρόπος καθορισμού επιμέρους κατηγοριών των διατηρητέων κτιρίων, η διαδικασία επεμβάσεων ή προσθηκών σε διατηρητέα κτίρια ή κατασκευής νέων κτιρίων σε ακίνητα, στα οποία υπάρχουν διατηρητέα κτίρια, καθώς και οι προϋποθέσεις έκδοσης αδειών δόμησης και οι επιμέρους όροι αυτών.

Όσον αφορά, τις ενδεικτικά προαναφερόμενες διατάξεις για το χαρακτηρισμό, την προστασία και τις εν γένει ρυθμίσεις αναφορικά με τη διαχείριση των «διατηρητέων κτιρίων», επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης έχει αναθέσει, ουσιαστικά, αρμοδιότητα σε δύο (2) Υπουργεία: στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ) και στο Υπουργείο Πολιτισμού[21]. Η παράλληλη εφαρμογή των δυο διαφορετικών νομικών καθεστώτων που θεσπίζουν διαφορετική διαδικασία και αρμοδιότητα έχει προκαλέσει πολλές προστριβές και έριδες κυρίως μεταξύ των δύο Υπουργείων, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως συνέπεια, εκτός των άλλων τη μη αποτελεσματική προστασία των πολιτιστικών αγαθών[22].

Περαιτέρω, το καθεστώς «πολυνομίας» που επικράτησε και επικρατεί στην Ελλάδα, όπως αναλύεται εκτενώς στο παρόν, έχει δημιουργήσει «ερμηνευτικές συγκρούσεις» αναφορικά με το χαρακτηρισμό και τη διατήρηση αγαθών πολιτιστικής κληρονομιάς όπως τα αρχιτεκτονικά μνημεία, οι οποίες («συγκρούσεις») παράλληλα δημιουργούν καθυστερήσεις σε διαδικαστικά ζητήματα αναφορικά με τη διαχείριση των μνημείων, ειδικότερα δε σε επεμβατικές δραστηριότητες επ’ αυτών. Τα ανακύπτοντα ζητήματα καλείται να επιλύσει σε αρκετές περιπτώσεις το Συμβούλιο της Επικρατείας.

4.3 Επίδραση – Σύντομη κριτική επισκόπηση της ενσωμάτωση της  Διεθνούς/Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας στην Ελληνική- Αποτελεσματικότητα  υφιστάμενου νομικού πλαισίου

Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα ελληνικά νομοθετήματα δεν υφίσταται ενιαία νομοθετική ρύθμιση για την προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην Ελλάδα, αντιθέτως δε υφίσταται πλαίσιο προστασίας για επιμέρους κατηγορίες πολιτιστικών αγαθών, το οποίο ρυθμίζεται μέσω ειδικών ανά περίπτωση νόμων. Το γεγονός αυτό, δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα κατά την διαδικασία έκδοσης και επιβολής των σχετικών διοικητικών πράξεων, οπότε δημιουργείται η ανάγκη προσφυγής των ενδιαφερόμενων-θιγόμενων μερών στη Δικαιοσύνη. Η έλλειψη ενιαίου νομοθετικού πλαισίου σε συνδυασμό με τα «νομοθετικά κενά» και συχνά τη μη ορθή ερμηνεία των κεντρικών εννοιών δημιουργεί ακολούθως δυσχέρεια κατά την εξέταση των ζητημάτων προστασίας των αρχιτεκτονικών μνημείων από τα αρμόδια Δικαστήρια καθώς επιχειρείται σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα προσεκτική στάθμιση των έννομων αγαθών. Περαιτέρω, έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο της μη ορθής μεταφοράς των διατάξεων των Διεθνών συμβάσεων στο εθνικό δίκαιο ή/και της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει πράξεις που εφαρμόζουν τις επιταγές των διεθνών νομοθετικών κειμένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, η μη επαρκής και όχι ερμηνευτικά άρτια ενσωμάτωση της Σύμβασης της Γρανάδας στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 2039/1992.

Σε πρακτικό επίπεδο, μια περίπτωση εφαρμογής της «πολυνομίας» που επικρατεί στην Ελλάδα, αποτελεί η νήσος Ύδρα η οποία ως ιστορικός τόπος προστατεύεται από τον Αρχαιολογικό Νόμο (ν. 3028/02 αρμοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού) και ως χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΟΚ (ν. 4067/12) αρμοδιότητας του πρώην Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), με αποτέλεσμα να υφίσταται μία «σύγχυση» ως προς την εφαρμοζόμενη για την προστασία της εν λόγω περιοχής νομοθεσία[23].

Σε επίπεδο νομολογίας, μεγάλος αριθμός των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας προσδίδει μεγάλη εννοιολογική ευρύτητα στους όρους «πολιτιστικό περιβάλλον» και «μνημεία». Στην προστατευόμενη πολιτιστική κληρονομιά εντάσσονται «τα ανθρωπογενή μνημεία και τα στοιχεία που προέρχονται από την καλλιτεχνική δραστηριότητα και επιδεξιότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική κληρονομιά. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα κτίρια και οι εν γένει κατασκευές, οι οικισμοί ή τμήματά τους που κηρύσσονται διατηρητέα ή τους προσδίδεται η ιδιότητα του παραδοσιακού» (ΣτΕ 614/1985, 3146/1986, 811/1987, 1517/1993).

Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι για την προστασία του φυσικού, δομημένου περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αν και υπάρχει πολυνομία, η οποία δημιουργεί συχνά σύγχυση στη Διοίκηση και στους διοικούμενους και η οποία αποτυπώνεται και στον χώρο, εντούτοις το θεσμικό πλαίσιο κρίνεται επαρκές και δεν χρειάζονται νέα νομοθετήματα, τα οποία θα δημιουργήσουν μεγαλύτερη σύγχυση. Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

  1. Η διαφύλαξη της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς υπό το πρίσμα των νέων έργων ανάπτυξης/ Θεμελιώδεις αρχές

Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς υπήρξε πεδίο διαρκώς αλλά όχι ταχέως εξελισσόμενο κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Η έλλειψη ενιαίου νομοθετικού πλαισίου, η πολυνομία (όπως ειδικότερα αναλύθηκε ανωτέρω) αλλά και τα νομοθετικά κενά, οι νομοθετικές ασάφειες σε συνδυασμό με την έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού, τις ανεφάρμοστες συνταγματικές διατάξεις και την σε μεγάλο βαθμό έλλειψη κυρώσεων, είχαν ως αποτέλεσμα ακόμα και την καταστροφή μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Η επίτευξη της προστασίας των μνημείων στην Ελλάδα ειδικότερα, διέπεται από υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας καθόσον απαντάται πληθώρα πολιτιστικών αγαθών διαφορετικής χρονικής και ιστορικής προέλευσης. Για παράδειγμα, τα μνημεία της κλασσικής αρχαιότητας χρήζουν εντελώς διαφορετικής κατεύθυνσης προστασίας από τα νεοκλασσικά κτίρια, τόσο λόγω της ιστορικής τους σημασίας όσο και εκ του γεγονότος ότι τα πρώτα αποτελούν «μουσειακά» εκθέματα ενώ τα δεύτερα αποτελούν «ζωντανά» κτίρια που κατοικούνται – χρησιμοποιούνται και βρίσκονται εντός ενός συνεχούς εξελισσόμενου περιβάλλοντος. Περαιτέρω, το έργο της Διοίκησης ή του Δικαστή, όταν καλείται ν’ αποφασίσει για ζητήματα σχετικά με τα πολιτιστικά μνημεία δυσχεραίνεται στην πράξη καθώς καλείται ν’ αντιμετωπίσει ερμηνευτικά το πολιτιστικό περιβάλλον και την πολιτιστική κληρονομιά ως σύνολο σε συνδυασμό με το οικιστικό και φυσικό περιβάλλον.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε και η ερμηνεία της λέξης «αρχαία», όπως αυτή τέθηκε στο Ν. 5153/1932 «περί αρχαιοτήτων», η οποία δημιούργησε μεγάλη αντιπαράθεση ερμηνευόμενη τελικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3892/1986 απόφασής του ως επέκταση της έννοιας του ιστορικού μνημείου περιλαμβάνοντας κτίρια που συνδέονται όχι μόνο με την πολιτική αλλά και με την πολιτιστική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους.

Με την πάροδο των ετών, η ελληνική νομοθεσία ως προς το ζήτημα αυτό αναπτύχθηκε τόσο με την κύρωση της Σύμβασης της Γρανάδας όσο και με την ψήφιση του αρχαιολογικού νόμου (ν. 3028/2002) με τον οποίο εισήχθησαν καινοτομίες και εκσυγχρονίσθηκε το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας.

Ωστόσο, στην πράξη και σε συνδυασμό με τα καινούρια δεδομένα που εισάγονται σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα λόγω των διαρκώς μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών, τα ήδη υπάρχοντα νομοθετήματα εξακολουθούν να εμφανίζονται ανεπαρκή. Το φαινόμενο αυτό ερείδεται στο γεγονός ότι στην προσπάθεια ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού της χώρας σχεδιάζονται και υλοποιούνται μεγάλα έργα υποδομής κατόπιν ιδιαίτερων και αξιόλογων επενδυτικών πρωτοβουλιών Στο πλαίσιο αυτό το «τοπίο» και το «περιβάλλον» της χώρας φαίνεται να αλλάζει, πλην όμως, καθώς πρόκειται για μια χώρα μια με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, οφείλουμε τόσο να προστατεύσουμε όσο και να αναδείξουμε την κληρονομιά αυτή, εντάσσοντας την στο πλαίσιο της υλοποίησης των νέων μεγάλων επενδυτικών έργων.

Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας αποτελεί μια υποχρέωση που πρέπει να βασίζεται στους άξονες: α. της διατήρησης, της ανάδειξης και της προβολής του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος εκτός από την αδιαμφισβήτητη ιστορική αξία των μνημείων της κλασσικής αρχαιότητας έχει να επιδείξει και πληθώρα αρχιτεκτονικών μνημείων της νεότερης ιστορίας της, β. της διατήρησης άρρηκτων των δεσμών των Ελλήνων με την ιστορία της χώρας και γ. το γεγονός ότι η ευθύνη για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος είναι μια υποχρέωση που μεταβιβάζεται από κάθε γενιά στην επόμενη.

  1. Η σπουδαιότητα του σχεδιασμού και της υλοποίησης μεγάλων έργων και η προστασία των αρχιτεκτονικών μνημείων

Όπως προαναφέρθηκε στην παράγραφο 5, η χώρα βρίσκεται ήδη σε μια κατεύθυνση ανάπτυξης που υλοποιείται και θα υλοποιηθεί μέσω του σχεδιασμού και της δημιουργίας μεγάλων έργων και στρατηγικών επενδύσεων. Οι νέες υποδομές που αναπτύσσονται ήδη στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι βέβαιο ότι θα επιφέρουν μεταβολές στο τοπίο κάθε περιοχής, ενδεχομένως στο φυσικό περιβάλλον και σε κάθε περίπτωση στο ανθρωπογενές. Τι θα συμβεί με τα πολιτιστικά αγαθά που βρίσκονται στην περιοχή που θα υλοποιηθεί το έργο; Με ποιο τρόπο θα συνυπάρξει το προστατευόμενο αγαθό με την ανάπτυξη της περιοχής; Προκειμένου να εξασφαλιστεί η προστασία του πολιτιστικού αγαθού θα παρεμποδιστεί η υλοποίηση μιας καινούργιας υποδομής, ενός μεγάλου έργου επιλέγοντας την απώλεια της ωφέλειας που θα αποκομίζονταν από τη δημιουργία του; Θα μπορούσε το πολιτιστικό αγαθό να «ενσωματωθεί» με επιτυχία στο νέο έργο και με ποιο τρόπο; Κι εάν υφίστανται περιουσιακά δικαιώματα επί του μνημείου πως θα αποζημιωθεί ο δικαιούχος;

Αναζητάται, επομένως, απάντηση σε όλα τα ανωτέρω ερωτήματα, με γνώμονα την στάθμιση όλων των έννομων αγαθών, των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εντός του πλαισίου «σύγχρονων» εννοιών που κάνουν την εμφάνισή τους στα νομοθετικά κείμενα και μελέτες, οι οποίες δεν είναι άλλες από τις έννοιες «βιωσιμότητα», την «αειφορίας» ή την «βιώσιμης ανάπτυξης».

Το γενικό περιεχόμενο των όρων αυτών συνίσταται στην υιοθέτηση προτύπων παραγωγής με στόχο την βέλτιστη, υπό την έννοια της βιωσιμότητας, ανάπτυξη για τον άνθρωπο και το περιβάλλον τόσο στο παρόν όσο και για το μέλλον. Συνήθως, στην έννοια των ως άνω όρων περιλαμβάνονται περιβαλλοντικές πρακτικές όπως η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και συστημάτων ανακύκλωσης, πλην όμως πρέπει να αναδειχθεί ο σύνδεσμος της βιώσιμης ανάπτυξης με την πολιτιστική κληρονομιά καθώς η δεύτερη έννοια αποτελεί συστατικό στοιχείο της πρώτης. Επιπλέον, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, ο ανθρώπινος παράγοντας μέσω των αποφάσεων της Διοίκησης, του Νομοθέτη ή/και του Δικαστή επηρεάζει τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ως εκ τούτου και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μεγάλων έργων στα πλαίσια των επενδύσεων που σχετίζονται με τη γενικότερη έννοια της βιωσιμότητας, η οποία άλλωστε έχει ενσωματωθεί στη Διακήρυξη της Στοκχόλμης (1972) και στη Διακήρυξη του Ρίο (1992)[24] και της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, ερείδεται στο αρ. 106 (Ειδικές Διατάξεις) του Συντάγματος: «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών».

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το οποίο αναδεικνύεται αφενός μεν η σημασία της εφαρμογής του πλαισίου περιβαλλοντικής προστασίας, αφετέρου δε η σημασία της υλοποίησης των μεγάλων έργων ήταν ο Ν. 2730/1999, με τον οποίο, όπως συμπληρώθηκε από το Ν. 2947/2001 για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την περάτωση των Ολυμπιακών Έργων, μεταξύ άλλων προβλέφθηκε η ενοποίηση και προβολή των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας με κύριο στόχο την ανάδειξη των μνημείων και των σημαντικών κτιρίων της Αθήνας.

Περαιτέρω δε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά το ζήτημα της υλοποίησης μεγάλων έργων – προστασία περιβάλλοντος, ένα από τα πιο σημαντικά νομοθετήματα σε επίπεδο δευτερογενούς ευρωπαϊκού δικαίου είναι η Οδηγία υπ’ αριθμ. 42/2001/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα, η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων[25] του προκαταρκτικού σχεδίου ή προγράμματος και της ακόλουθης περιβαλλοντικής μελέτης[26] καθίστανται αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης[27] πριν το σχέδιο ή πρόγραμμα εγκριθεί (αρ. 5 και 6). Ακολούθως, όταν το σχέδιο εγκριθεί, η υλοποίησή του καθίσταται αντικείμενο υποχρέωσης παρακολούθησης. Ως «σχέδια και προγράμματα», σύμφωνα με το αρ. 2α νοούνται τα σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τροποποιήσεις τους: που εκπονούνται ή/και εγκρίνονται από μια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν, μέσω νομοθετικής διαδικασίας, από το Κοινοβούλιο ή την Κυβέρνηση και που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.

Όπως καθίσταται σαφές από το κείμενο των διατάξεων της Οδηγίας 42/2001/ΕΚ η συμμετοχή του «κοινού» αναφορικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τόσο κατά την έγκριση του σχεδιασμού ενός μεγάλου έργου όσο και κατά την υλοποίησή του καθίσταται προϋπόθεση για την ορθή ολοκλήρωση της διαδικασίας. Είναι σημαντικό  να επισημανθεί ότι σύμφωνα με το αρ. 4δ της Οδηγίας ως «κοινό» νοούνται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, οι ενώσεις, οργανώσεις ή ομάδες τους.

Συνεπώς, η συμμετοχή του κοινού και ιδίως του άμεσα ενδιαφερόμενου, καθίσταται εξαιρετικά σημαντική καθώς το κοινό είναι εκείνο που βλάπτεται ή ωφελείται (αναλόγως της θέσης που κατέχει) από την υλοποίηση ενός έργου σε μία περιοχή. Ωστόσο, για να είναι «ωφέλιμη» η συμμετοχή του κοινού θα πρέπει να διενεργείται με τρόπο ώστε, αφενός μεν να παρέχεται στο κοινό η απαραίτητη ενημέρωση και πληροφόρηση προκειμένου να είναι σε θέση να διατυπώσει την άποψή του, αφετέρου δε να μην δημιουργούνται καθυστερήσεις με δυσμενείς επιπτώσεις στην υλοποίηση του έργου (όπως οικονομικές απώλειες και άσκοπες διενέξεις).

Η εφαρμογή όλων των ανωτέρω, παρατίθενται στη επόμενη παρ. 7 με νομολογιακά παραδείγματα ερμηνείας των σύγχρονων νομοθετημάτων επί της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και σε περιπτώσεις υλοποίησης «μεγάλων έργων».

7.Νομολογία/Περιπτώσεις – Σχολιασμός

 7.1 Απόφαση 6478/1995 ΣτΕ[28]

Περίληψη Απόφασης: Η υπ’ αριθμ. 6478/1995 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκε επί αιτήσεως περί ακυρώσεως απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, δυνάμει της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το κτίριο της ζυθοποιίας ΦΙΞ στη Λεωφόρο Συγγρού και εγκρίθηκε πρόγραμμα επεμβάσεων στο κτίσμα αυτό. Σημειώνεται ότι ο χώρος στον οποίο βρισκόταν το επίδικο κτίσμα είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέος για την εκτέλεση ειδικών έργων του μετρό Αθηνών ενώ με σχετικό νόμο είχε ορισθεί μεταξύ άλλων ότι ο κύριος του έργου θα διαθέσει στον ανάδοχο το ακίνητο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πρόσθετος εργοταξιακός χώρος και να είναι εφικτή η μερική κατεδάφιση του κτιρίου. Ενόψει αυτών, εκδόθηκε υπέρ της Αττικό Μετρό ΑΕ άδεια μερικής κατεδαφίσεως του επίδικου κτιρίου και ενώ η κατεδάφιση βρισκόταν στην τελευταία φάση της, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σύντομος Σχολιασμός: Η εν λόγω απόφαση η οποία έκανε δεκτή την υπό κρίση  αίτηση ακύρωσης και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έκρινε επίσης ότι η ιδιαίτερα καλλιτεχνική αξία διατηρητέου κτιρίου ελέγχεται πλήρως από το δικαστή καθώς επίσης και ότι το έργο δεν αποκτά την αξία αυτή εκ μόνης της προελεύσεώς του από επιφανή αρχιτέκτονα.

7.2 Απόφαση 2300/1997 ΣτΕ Ολ.

Περίληψη απόφασης: Η υπ’ αριθμ. 2300/1997 απόφαση της -λόγω της σπουδαιότητας αυτής- Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία εκδόθηκε ενόψει της κατασκευής του Αερολιμένα Αθηνών, απέρριψε αίτηση ακύρωσης του Δήμου Σπάτων Αττικής με την οποία ζητήθηκε να ακυρωθούν: απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, πράξη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, απόφαση του ιδίου ως άνω Υπουργού και Πράξη του ως άνω Συμβουλίου, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο την έγκριση του σχεδίου κατασκευής του Αερολιμένα και την “ταπείνωση” του ευρισκόμενου στην περιοχή λόφου Ζάγανι, στον οποίο υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα και έκανε δεκτή την παρέμβαση της εταιρείας «Διεθνής Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε.”.

Σύντομος σχολιασμός: Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι εφόσον από την προσβαλλόμενη πράξη και τη γνωμοδότηση που προηγήθηκε δεν προκύπτει ότι ο επιλεγείς τρόπος απομάκρυνσης των ευρημάτων τα εξασφαλίζει από βλάβη, αλλοίωση ή υποβάθμιση, η πράξη αυτή παραβιάζει ευθέως τη σχετική συνταγματική διάταξη και πρέπει να ακυρωθεί.

7.3 Απόφαση 3113/1998 ΣτΕ

Περίληψη απόφασης: Η υπ’ αριθμ. 3113/1998 απόφαση του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ απέρριψε αίτηση ακύρωσης των Συλλόγου Προστασίας Περιβάλλοντος Νήσου Ρόδου και κατοίκων της περιοχής της Ρόδου με την οποία ζητούσαν ν’ ακυρωθούν πράξεις της Δ/νσης Υποδομών και Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, πράξη του Γεν. Γραμματέα του ΥΠΠΟ, πράξη του Νομάρχη Δωδεκανήσου και απόφαση του Δήμου Ρόδου, με τις οποίες εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Ρόδου και χορηγήθηκε άδεια ανέγερσης Οικουμενικού Πανορθόδοξου Κέντρου και έκανε δεκτή την παρέμβαση του Ιδρύματος με την επωνυμία «ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ», που εδρεύει στη Ρόδο Δ. και της εταιρείας «ERGON A.E.».

Σύντομος σχολιασμός: Η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι εκ των στοιχείων του φακέλου ουδόλως προκύπτει ότι τα επίδικα διατηρητέα κτίρια έχουν ποτέ χαρακτηρισθεί, και δη δυνάμει πράξεώς της, ως αρχιτεκτονικό σύνολο, εν τη εννοία της Συμβάσεως της Γρανάδας, ενώ αντιθέτως προκύπτει ότι κατά το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως Ρόδου (Β.Δ. 20.1.1956 ΦΕΚ 36) το επίμαχο οικοδομικό τετράγωνο δεν είναι κοινόχρηστο άλσος, αλλά οικοδομικό τετράγωνο με οικοδομήσιμους χώρους εντός των οποίων έχουν ανεγερθεί πολυώροφο Ξενοδοχείο, πολυκατοικίες και λοιπά κτίσματα, η επίδικη δε έκταση των 9,5 περίπου στρεμμάτων ανήκει στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και στο παρελθόν χρησίμευε ως κατοικία του εκάστοτε Νομάρχη, καθ’ όλο δε το χρονικό αυτό διάστημα ανεπτύχθη απλώς βλάστηση πέριξ της κατοικίας αυτής και εντός του οικοπέδου της που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άλσος και μάλιστα κοινόχρηστο, εν τη εννοία του νόμου. Υπό τα δεδομένα ταύτα, ήτοι, εφ’ όσον πρόκειται πράγματι περί τρόπου δομήσεως οικοδομικού τετραγώνου, η ανέγερση στην έκταση αυτή του Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν δύναται να θεωρηθεί ότι βλάπτει το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της πόλης της Ρόδου εναντίον των ειρημένων σχετικών διατάξεων της Συμβάσεως της Γρανάδας, είναι δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως.

 7.4 Απόφαση 2338/2009 ΣτΕ

Περίληψη απόφασης: H υπ’ αριθμ. 2338/2009 απόφαση του Ε΄ Τμ. Του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, επισημαίνεται ότι εκδόθηκε ενόψει της ανέγερσης του νέου μουσείου της Ακρόπολης έκανε δεκτή την αίτησης ακύρωσης κατοίκων της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε η ολική και διηνεκής άρση της προστασίας του χαρακτηρισμένου ως μνημείου ακινήτου επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου 17, περιοχής Μακρυγιάννη του Δήμου Αθηναίων και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως και απέρριψε την παρέμβαση του Οργανισμού Ανεγέρσεως Νέου Μουσείου Ακρόπολης ύστερα από αίτημα του οποίου κινήθηκε η διαδικασία άρσης της προστασίας του ως άνω κτιρίου, γειτνιάζοντος με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης.

Σύντομος σχολιασμός: Το ΣτΕ ερμηνεύοντας μεταξύ άλλων τις διατάξεις των αρ. 24 παρ. Συντάγματος, 17 Συντάγματος, Ν. 2039/1992 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Γρανάδας, απεφάνθη, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται νομικό έρεισμα που να δικαιολογεί την άρση της προστασίας του χαρακτηρισμένου ως μνημείου ακινήτου και έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείτο αιτιολογίας.

7.5 Απόφαση 2339/2009 ΣτΕ

Περίληψη απόφασης: H υπ’ αριθμ. 2338/2009 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, επισημαίνεται ότι εκδόθηκε επίσης ενόψει της ανέγερσης του νέου μουσείου της Ακρόπολης, απέρριψε αίτηση ακύρωσης της Αστικής Εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα προστασίας Φυσικής και Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς Ελλάδας και Κύπρου, με τον διακριτικό τίτλο «Μ…….», με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν: απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία  αποφασίστηκε ο  μη χαρακτηρισμός ως μνημείων του κτιρίου στη συμβολή των οδών Χατζηχρήστου 1 και Μητσαίων 10 και του κτιριακού συνόλου (κτίρια α, β, γ, δ και ε) στη συμβολή των   οδών Μακρυγιάννη 10 και Χατζηχρήστου 21 στην Αθήνα, πράξεις του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τις οποίες κρίθηκε ότι τα ως άνω κτίριο και κτιριακό σύνολο, αντιστοίχως, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4  παρ.  2 του ν. 1577/1985, ώστε να  χαρακτηρισθούν  ως διατηρητέα, καθώς και των αντίστοιχων από 26.5. 2008 υπηρεσιακών σημειωμάτων της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου, κατ’’ επίκληση των οποίων εκδόθηκαν τα  έγγραφα αυτά, άδειες κατεδάφισης του Πολεοδομικού  Γραφείου  του  Δήμου  Αθηναίων   που   αφορούν, αντιστοίχως,  το κτίριο και το κτιριακό σύνολο που αναφέρονται παραπάνω και έκανε δεκτή την παρέμβαση του Οργανισμού Ανεγέρσεως Νέου Μουσείου Ακρόπολης.

Σύντομος Σχολιασμός: To ΣτΕ ερμηνεύοντας μεταξύ άλλων τις διατάξεις του ν.  3028/02 έκρινε ότι η άρνηση χαρακτηρισμού ως μνημείων των ανωτέρω κτιρίων αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, η δε ορθότητα της ουσιαστικής αξιολόγησης των πραγματικών δεδομένων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται περαιτέρω στον ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο. Επίσης, θεωρήθηκε ότι αιτιολογούνται επαρκώς και οι συμπροσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των επίμαχων κτιρίων ως διατηρητέων.

7.6 Η περίπτωση της Ύδρας – Απόφαση 978/2012 ΣτΕ[29]

Με την υπ’ αριθμ. 978/2012 απόφασή του το ΣτΕ έκανε δεκτή την προσφυγή της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και του Συλλόγου Οικολόγων Ύδρας – Η Υδραία Φώκια και ακύρωσε απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού του 2006 για την ανέγερση 9 διώροφων κατοικιών (συνολικού εμβαδού 698 τ.μ.) στη θέση Αυλάκι, στον λόφο Αγίου Αθανασίου. Η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη νομοθετικά έρευνα για το αν προϋπήρχε κτίσμα στο συγκεκριμένο οικόπεδο. Η απόφαση επισημαίνει ότι ολόκληρος ο οικισμός της Ύδρας προστατεύεται από το 1962 από ένα πλέγμα νομοθετικών διατάξεων, ως αρχαιολογικός και μνημειακός χώρος, ως ιστορικός τόπος, ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους κ.λπ., ενώ ο οικισμός της Ύδρας έχει χαρακτηριστεί και παραδοσιακός καθώς επίσης και ότι ο μεταγενέστερος αρχαιολογικός νόμος 3028/2002 δεν κατήργησε το αυστηρό αυτό καθεστώς προστασίας που είχε επιβληθεί.

7.7 Πρόσφατη Νομολογία

Σχετικά με τα εξεταζόμενα στο παρόν ζητήματα και ειδικότερα εκείνα του χαρακτηρισμού των αρχιτεκτονικών μνημείων, αναφέρονται ενδεικτικά αποφάσεις της πρόσφατης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας: η υπ’ αριθμ. 1855/2016 απόφαση, η οποία έκρινε ότι αιτιολογημένα κρίθηκε το κέλυφος και τα ουσιώδη τυπολογικά στοιχεία του κτιρίου άξια προστασίας, κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2002, για λόγους διαφύλαξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της χώρας … Ο προηγούμενος χαρακτηρισμός του κτιρίου ως διατηρητέου, από το πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ δεν εμποδίζει τη διαδικασία χαρακτηρισμού του ως μνημείου, κατά τον αρχαιολογικό νόμο, δοθέντος ότι οι ρυθμίσεις χαρακτηρισμού και προστασίας των πολιτιστικών αγαθών από την αρχαιολογική και την πολεοδομική νομοθεσία χωρούν επί τη βάσει διαφορετικών κριτηρίων.

Με την υπ’ αριθμ. 533/2015 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι είναι νόμιμος ο χαρακτηρισμός ως διατηρητέων μνημείων δύο κτιρίων στην Ακτή Κονδύλη στον Πειραιά καθώς προέκυψε ότι εκτιμήθηκε αφενός η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία ως συνόλου των επίμαχων κτιρίων, τα οποία αποτελούν αξιόλογα δείγματα της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου και αφετέρου η ιδιαίτερη πολεοδομική και ιστορική τους αξία, δεδομένου ότι αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα κατοικιών προσφύγων του 1922 που σηματοδοτούν την ιστορική εξέλιξη της Ακτής Κονδύλη στον Πειραιά, συνδεόμενα δε ταυτόχρονα με την πολιτική και κοινωνική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Ο ισχυρισμός ότι η Ακτή Κονδύλη έχει ήδη αλλοιωθεί μορφολογικά από τις όψεις σύγχρονων πολυώροφων οικοδομών και, άρα, η διατήρηση των εν λόγω κτιρίων δεν θα αναβαθμίσει αισθητικά την περιοχή, δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της πράξης, δεδομένου ότι τα κτίσματα αυτά κηρύχθηκαν ως μνημεία ενόψει της δικής τους ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής και ιστορικής αξίας και όχι λόγω της συμβολής τους στη διατήρηση της φυσιογνωμίας της περιοχής. Απορριπτέος λόγος ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας, διότι ο χαρακτηρισμός μνημείου κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3028/2002 αποτελεί για τη Διοίκηση αρμοδιότητα που ασκείται κατά δέσμια εξουσία, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται προς τούτο από το Σύνταγμα και τον νόμο.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η με αριθμό 2637/2013 απόφαση του ΣτΕ, η οποία στο πλαίσιο της εκδίκασης αίτησης ακύρωσης άδειας κατεδάφισης κτίσματος και άδειας οικοδομής νέου κτίσματος σε οικισμού της Τήνου δέχθηκε ότι «σε περίπτωση ανακατασκευής οικοδομής ή κατασκευής νέας οικοδομής σε ακίνητο όπου προϋπήρχε οικοδομή που κατεδαφίστηκε σε παραδοσιακό οικισμό, η «νέα» ή ανακατασκευαζόμενη οικοδομή εντάσσεται στον παραδοσιακό οικισμό, ως μέρος ενός συνόλου, τόσο ως προς τον όγκο, όσο και ως προς το ύψος της, ώστε να μη διαταράσσεται η σχέση της με τα γειτονικά ακίνητα, ενόψει και της στάθμης του φυσικού εδάφους, αλλά και τη συνολική φυσιογνωμία του παραδοσιακού οικισμού, δεδομένου ότι συχνά οι οικισμοί των Κυκλάδων έχουν αμφιθεατρική διάταξη».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η με αριθμό 658/2017 απόφαση του ΣτΕ αναφορικά με την ανάκληση οικοδομικής άδειας για την επανακατασκευή οικοδομής σε παραδοσιακό οικισμό. Στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης, κρίθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό ότι κατά την ανέγερση οικοδομής οι τυχόν επιτρεπόμενες από τον νόμο επεμβάσεις επί της φυσικής στάθμης του εδάφους στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, από  τις  οποίες  είναι  ενδεχόμενο   να   επηρεάζεται   και   το   τελικό   νόμιμο   ύψος της οικοδομής, επιτρέπονται αν είναι αναγκαίες μόνο για την προσαρμογή του κτιρίου στο έδαφος και όχι για την προσαρμογή του εδάφους στις διαστάσεις και τα λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά που επιθυμεί να προσδώσει στο κτίριο ο κατασκευαστής του. Ειδικές διατάξεις, θεσπιζόμενες για την προστασία, μεταξύ άλλων, παραδοσιακών οικισμών και συνόλων και καθορίζουσες το μέγιστο ύψος των κτιρίων και την αφετηρία μετρήσεως αυτού κατισχύουν των αντίστοιχων διατάξεων του Γ.Ο.Κ. Ομοίως, και στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης προστασίας παραδοσιακού οικισμού, έγινε δεκτό από την ως άνω απόφαση ότι σε περίπτωση ανεγέρσεως εντός του παραδοσιακού οικισμού της Κόνιτσας, σε οικόπεδο μη άρτιο και οικοδομήσιμο κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση, νέας οικοδομής στη θέση παλαιάς, η οποία κατεστράφη από σεισμό, α) η νέα οικοδομή, συμπεριλαμβανομένων κυρίων και βοηθητικών χώρων, πρέπει να έχει συνολικά τηv ίδια έκταση και τοv ίδιο όγκο με τηv προηγούμενη, και β) αφετηρία μετρήσεως του μέγιστου ύψους της οικοδομής είναι το διαμορφωμένο έδαφος που περιέβαλλε την παλαιά οικοδομή, μετρούμενο σε κάθετη όψη, με την προϋπόθεση ότι δεν αφίσταται πέραν του ενός μέτρου από το φυσικό έδαφος. Τούτο δε προς προστασία της παραδοσιακής φυσιογνωμίας του οικισμού και διατήρηση των όγκων και της κλίμακας των οικιών και του φυσικού αναγλύφου του εδάφους, αλλά και την αποτροπή της κατεδάφισης παλαιών παραδοσιακών οικιών προς ανέγερση νέων, με σκοπό την μεγαλύτερη εκμετάλλευση του ακινήτου.

 7.8  Διεθνής Νομολογία

Στο σημείο αυτό παρατίθενται ορισμένες αποφάσεις ανώτατων Δικαστηρίων τριών ευρωπαϊκών χωρών (Ισπανία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο), οι οποίες έχουν διατυπώσει σκέψεις και κρίσεις αναφορικά με την προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, τόσο υπό το πρίσμα της εσωτερικής νομοθεσίας του κάθε Κράτους, όσο και υπό το πρίσμα της Σύμβασης της Γρανάδας, η οποία, άλλωστε αποτελεί ήδη και εσωτερικό δίκαιο των ως άνω Κρατών, κατόπιν της ενσωμάτωσής της από καθένα από αυτά. Η συνοπτική παράθεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς παρέχει γενικές μεν αλλά ιδιαίτερα χρήσιμες πληροφορίες για το ισχύον σε κάθε Κράτος ειδικότερο νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των μνημείων πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος και την εφαρμογή αυτού σε κάθε ειδικότερη περίπτωση.

  1. Η από 26 Οκτωβρίου 2006 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισπανίας (Supreme Court of Spain)

To δίκαιο πολεοδομικού σχεδιασμού της Βαλέντσια Ισπανίας (LRAU- Νόμος 6/1994) περιλαμβάνει, μεταξύ των κατευθυντήριων γραμμών του, και διατάξεις για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, του περιβάλλοντος και του τοπίου. Σύμφωνα με σχετική διάταξη του ως άνω νόμου, τα κτίρια που βρίσκονται δίπλα σε κτίρια ιστορικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, πρέπει να εναρμονίζονται με αυτά, καθώς και με την ευρύτερη περιοχή.

Ο συγκεκριμένος νόμος θέτει το βασικό πλαίσιο, εντός του οποίου μπορούν να αναπτύσσονται οι ζώνες χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και ειδικά για τις περιοχές ιστορικού ενδιαφέροντος εισάγει ορισμένους περαιτέρω περιορισμούς. Στις περιοχές αυτές η επέκταση ή αντικατάσταση των κτιρίων απαγορεύεται ρητώς, ενώ οποιαδήποτε μετατροπή ή αναδόμηση πραγματοποιείται, πρέπει να συνάδει με τον χαρακτήρα της περιοχής. Ο νόμος LRAU περιλαμβάνει επίσης προβλέψεις για την εκπόνηση ειδικών σχεδίων που συμπληρώνουν ή τροποποιούν τον γενικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Ειδικότερα προβλέπει την λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την προστασία κτιρίων με πολιτιστική ή αρχιτεκτονική αξία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας στην από 26.10.2006 απόφασή του υπογράμμισε την ιδιαίτερη σημασία της νομοθεσίας περί τοπικών πολεοδομικών ζωνών και εκπόνησης σχετικών καταλόγων ανά περιοχή. Πλεόν συγκεκριμένως, τα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης που ήρθη ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι τα εξής: Το Συμβούλιο του Badajoz ενέκρινε την επέκταση κτιρίου στην περιοχή Alcazaba – περιοχή μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς (bien de interés cultural – σύμφωνα με την αντίστοιχη ισπανική ορολογία). Η εν λόγω περιοχή αποτελούσε ειδική ζώνη πολεοδομικής προστασίας και υπήγετο σε ειδικό καθεστώς (zoning law), το οποίο επέβαλε την εκπόνηση ειδικού καταλόγου των υπό προστασία ακινήτων με σκοπό την προστασία της εν λόγω περιοχής – μνημείου πολιτιστικής κληρονομιάς (bien de interés cultural). Ο εν λόγω κατάλογος ταξινομούσε επί της ουσίας όλα τα υφιστάμενα στην περιοχή κτίρια σε επιμέρους «κατηγορίες προστασίας».

Το ζήτημα που ετέθη ήταν ότι ορισμένα από τα υπαγόμενα στον εν λόγω καθεστώς ειδικότερης προστασίας κτίρια επηρεάζονταν από την εκπονηθείσα επέκταση του κτιρίου που το Συμβούλιο του Badajoz είχε εγκρίνει.

Επί των διατυπωθεισών επί του ζητήματος αυτού αντιρρήσεων, το Συμβούλιο του Badajor έκρινε ότι, έχοντας ακολουθήσει την οικεία νομοθεσία περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και έχοντας λάβει την σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ακινήτων Ιστορικής Κληρονομίας του Badajoz (Comision de Bienes Immuebles del Patrimonio Historico de Badajoz), ορθώς επέτρεψε την επίμαχη επέκταση του κτιρίου στην εν λόγω περιοχή, θεωρώντας ότι οι ειδικές προστατευτικές διατάξεις που προβλέπονταν για τα περιλαμβανόμενα στους ειδικούς καταλόγους κτίρια της εν λόγω περιοχής δεν ήταν υποχρεωτικό να ακολουθηθούν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην μείζονα σκέψη του, διατύπωσε την άποψη ότι, ακόμη και αν το Τοπικό Συμβούλιο του Badajoz ακολούθησε τις γενικές περί προστασίας της πολιτιστικής κληρομομιάς διατάξεις και έλαβε την σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να αγνοήσει την ειδικότερη νομοθεσία περί χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και ειδικών ζωνών πολεοδόμησης. Για τον λόγο αυτό διέταξε το Συμβούλιο να αποκαταστήσει όλα τα στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρεάστηκαν από τις εκπονηθείσες εργασίες, επαναφέροντάς τα στην αρχική τους κατάσταση.

Σύντομος σχολιασμός: Η ιδιαίτερη νομική αξία της ως άνω απόφασης συνίσταται κυρίως στην διαπίστωση ότι η προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, η οποία, ως φαίνεται αποτελεί και πρέπει να αποτελεί μείζονα επιδίωξη όλων των Κρατών, επιτυγχάνεται μέσω ενός πλέγματος διατάξεων και του συνδυασμού αυτών, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται συνολικά, με σκοπό την μέγιστη προάσπιση και προστασία των υφιστάμενων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς.

  1. Η από 14 Νοεμβρίου 2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου (Cour Administrative) του Λουξεμβούργου

Το ως άνω Δικαστήριο κλήθηκε να δικάσει έφεση του Κράτους του  Λουξεμβούργου κατά σχετικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που ήρθη ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου είναι συνοπτικά τα κάτωθι:

Με σχετική απόφαση της Κυβέρνησης του Λουξεμβούργου, ακίνητα ευρισκόμενα στην περιοχή Diekirch (οικία και αχυρώνας), κηρύχθηκαν εθνικά μνημεία, λόγω του ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που παρουσίαζαν, αντιμετωπιζόμενα ως ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο.

Ο ιδιοκτήτης των ακινήτων αυτών, αμφισβητώντας το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον του αχυρώνα και συνακόλουθα την κρίση του Κράτους ότι τα ακίνητα ιδιοκτησίας του αποτελούν ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο, προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου αιτούμενος την ακύρωση της εν λόγω απόφασης της Κυβέρνησης. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή του, δεχόμενο ότι το Κράτος δεν κατάφερε να αποδείξει ότι τα δύο κτίρια κατασκευάσθηκαν κατά την ίδια χρονική στιγμή και ότι δεν εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό και κατά συνέπεια δεν δύνανται να χαρακτηριστούν ως ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο χρήζον της προστασίας της οικείας νομοθεσίας. Ως εκ τούτου ακύρωσε την απόφαση της Κυβέρνησης περί κήρυξης των εν λόγω κτιρίων ως μνημείων ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος.

Το Κράτος, κάνοντας επίκληση των διατάξεων της Σύμβασης της Γρανάδας και των προβλέψεων αυτής περί «αρχιτεκτονικών συνόλων» άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, ισχυριζόμενο ότι ως αρχιτεκτονικό σύνολο νοείται κάθε «ομογενές σύνολο αστικών ή αγροτικών ακινήτων που ξεχωρίζουν από το ιστορικό, αρχαιολογικό, επιστημονικό, τεχνικό και κοινωνικό τους ενδιαφέρον και είναι επαρκώς αρμονικά, ώστε να αποτελέσουν το αντικείμενο τοπογραφικής οριοθέτησης». Το Εφετείο έκανε δεκτή την εν λόγω έφεση, επικυρώνοντας των χαρακτηρισμό των κτιρίων (οικία και αχυρώνας), ως μνημείων αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Οι βασικές του σκέψεις συνοψίζονται στα κάτωθι:

Ανεξαρτήτως της ύπαρξης του μικρού δρόμου που χώριζε τα δύο κτίρια ή της τυχόν διαφοροποίησης στον χρόνο κατασκευής τους και στην χρήση τους, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, δεδομένου του αδιαμφισβήτητου αρχαΐζοντος χαρακτήρα αμφοτέρων των ακινήτων, αυτό που έχει βασική σημασία είναι ότι αυτά τα δύο κτίρια συνθέτουν ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο, σύμφωνα με την Σύμβαση της Γρανάδας, υπό την έννοια ότι πρόκειται για δύο κατασκευές που εξυπηρετούν αγροτικό σκοπό, αν και εντάσσονται στον αστικό ιστό και ότι λόγω του ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο τοπογραφικής οριοθέτησης. Έκρινε, επομένως, το Διοικητικό Εφετείο ότι τα εν λόγω ακίνητα για λόγους που συναρτώνται με το ιστορικό, αρχαιολογικό, επιστημονικό, τεχνικό και κοινωνικό τους ενδιαφέρον πληρούν τις τασσόμενες από την Σύμβαση της Γρανάδας προϋποθέσεις ώστε να τύχουν προστασίας ως αρχιτεκτονικό σύνολο.

Σύντομος Σχολιασμός: Η εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου του Λουξεμβούργου παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον υπό την έννοια καταρχήν ότι το δικάσαν Δικαστήριο προβαίνει σε εφαρμογή της Σύμβασης της Γρανάδας, η οποία αποτελεί εσωτερικό δίκαιο του Λουξεμβούργου κατόπιν της κύρωσής της με νόμο. Επιπρόσθετα, ιδιαίτερη νομική αξία παρουσιάζουν ο ορισμός του αρχιτεκτονικού συνόλου με βάση την Σύμβαση της Γρανάδας και τα επιμέρους κριτήρια που τίθενται τόσο από την απόφαση όσο και από τους διαδίκους για τον χαρακτηρισμό ομάδας κτιρίων ως «αρχιτεκτονικού συνόλου»

  1. H από 02 Φεβρουαρίου 2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας των Βρυξελλών με αριθμό 210.958

Με την υπ’ αριθμ. 210.958 απόφαση της 02/02/2011, το Συμβούλιο της Επικρατείας των Βρυξελλών, απέρριψε τα ένδικα βοηθήματα που είχαν ασκηθεί κατά του από 09/11/2006 διατάγματος της τοπικής Κυβέρνησης των Βρυξελλών, δυνάμει του οποίου η τελευταία κήρυξε ως μνημεία και τα έπιπλα και αντικείμενα στου Παλατιού Stoclet στην περιοχή Woluwe- Saint- Pierre, το οποίο (παλάτι) είχε ήδη κηρυχθεί ως μνημείο, καθώς και κατά του από 13/10/2005 διατάγματος της Κυβέρνησης που εκκίνησε την εν λόγω διαδικασία.

Η ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι το άρθρο 206 του Πολεοδομικού και Χωροταξικού Κώδικα των Βρυξελλών επιτρέπει την κήρυξη ως μνημείων των επίπλων και των αντικειμένων, τα οποία από την φύση και την αποστολή τους, είναι τόσο συνδεδεμένα με το ίδιο το μνημείο, ώστε τελικώς συνεισφέρουν σημαντικά και επαυξάνουν την καλλιτεχνική του αξία. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, αυτές η περί μνημείων προστασία πρέπει να επεκταθεί και στα αντικείμενα, παρά το γεγονός ότι αυτά δεν αποτελούν «ακίνητα», σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Αστικό Κώδικα.

Περαιτέρω, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αναγνώρισε την εξουσία της τοπικής Κυβέρνησης να νομοθετεί σε σχέση με την προστασία της κινητής κληρονομιάς, σύμφωνα και με την υφιστάμενη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου (απόφαση 25/2010 της 17 Μαρτίου 2010). Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας, απέρριψε τις αιτιάσεις των αιτούντων, ότι δήθεν η κήρυξη των κινητών ως μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς παραβιάζει τις διατάξεις περί προστασία της ιδιοκτησίας, με την  αιτιολογία ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας αποτελεί υπέρτατο αγαθό.

Σύντομος σχολιασμός: Με την ως άνω απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού των Βρυξελλών, εισάγεται μία σημαντική καινοτομία στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, υπό την έννοια ότι αυτή, υπό προϋποθέσεις, δύναται να επεκταθεί και σε κινητά πράγματα, τα οποία βάσει της φύσης και της αποστολής τους χρήζουν προστασίας, καθώς επαυξάνουν την ίδια την καλλιτεχνική και ιστορική αξία του μνημείου εντός του οπίου ευρίσκονται.

  1. Δυνατότητες εξέλιξης του ελληνικού πλαισίου προστασίας της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η πολυνομία που διέπει το ελληνικό δίκαιο και σε ορισμένες περιπτώσεις η έκδοση αντιφατικών μεταξύ τους νομοθετικών διατάξεων, όσον αφορά το ζήτημα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, έχουν δημιουργήσει και δημιουργούν πολλά προβλήματα σε συνάρτηση με την πολυνομία που επίσης διέπει τα συναφή και αλληλένδετα ζητήματα της προστασίας του περιβάλλοντος και του πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα παραπάνω δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι είναι περισσότερο από επιτακτική η ανάγκη για τη δημιουργία ενός ενιαίου νομοθετικού πλαισίου. Το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει αφενός να είναι προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα και στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, αφετέρου να είναι εκσυγχρονισμένο με βάση τις ευρωπαϊκές και διεθνείς επιταγές.

Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί η προσπάθεια που έγινε προς αυτή την κατεύθυνση με την ψήφιση του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α΄ 153) «Περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς», το οποίο αποτέλεσε το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθέτημα με το οποίο, μεταξύ άλλων, επιτεύχθηκαν η διεύρυνση της έννοιας της πολιτιστικής κληρονομιάς, η ισότιμη αντιμετώπιση των αρχαίων και νέων μνημείων, η κοινωνική διάσταση της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και η ένταξη των μνημείων στο χώρο μέσω της διαμόρφωσης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου προστασίας και ανάδειξης των πολιτιστικών αγαθών σε χωρικό επίπεδο.

Παρόλα αυτά, οι διατάξεις του Ν. 3028/2002 και των λοιπών υφιστάμενων νομοθετημάτων, όπως ο Ν. 2039/1992 κύρωσης της Σύμβασης της Γρανάδας, δεν επαρκούν για να απαντήσουν στους προβληματισμούς που τίθενται στο παρόν κείμενο ούτε να επιλύσουν τα ζητήματα που ανακύπτουν σε πρακτικό επίπεδο κατά το σχεδιασμό και υλοποίηση μεγάλων έργων. Προκειμένου ν’ απαντηθεί και πάντοτε κατά προσέγγιση το ερώτημα της «σύγκρουσης» που ανακύπτει σε σχέση με την διαχείριση ενός αρχιτεκτονικού μνημείου στο πλαίσιο υλοποίησης ενός μεγάλου έργου και της εν γένει ένταξής του στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό αλλά και σε γενικότερο πλαίσιο να επιτευχθεί η «χωρίς εκπτώσεις» προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, θα πρέπει να επανεξεταστεί ο τρόπος της γενικότερης αντιμετώπισης του ζητήματος και όχι μόνο από νομοθετική σκοπιά.

Αρχικά, θα πρέπει να υπάρχει μια συστηματική, ολοκληρωμένη και ουσιαστική διαβούλευση με το κοινό, ειδικότερα δε των άμεσα ενδιαφερόμενων (π.χ. των κατοίκων της περιοχής στην οποία προβλέπεται να υλοποιηθεί το έργο, του εκάστοτε φορέα διαχείρισης των μνημείων) καθιστώντας τους κοινωνούς των σχεδίων. Η διαβούλευση αυτή θα πρέπει να έχει ως στόχο την κατ’ αρχήν ευαισθητοποίηση όλων των εμπλεκομένων, την επαρκή παροχή πληροφοριών του συνόλου των επιμέρους ζητημάτων καθώς επίσης και τη δυνατότητα εξεύρεσης των βέλτιστων λύσεων συγκερασμού της προστασίας με την ανάπτυξη της περιοχής. Σε αντίθεση με την εφαρμοζόμενη πρακτική διαβούλευσης, η οποία αντιμετωπίζεται ως μια υποχρεωτική διαδικασία που δεν επιζητά την ουσία αλλά την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, η λειτουργία ενός ουσιαστικού πλαισίου διαβούλευσης, σε συνδυασμό με τη ύπαρξη και λειτουργία μιας συνεπούς και άρτια καταρτισμένης Διοίκησης, θα συνέτεινε στη σύγκλιση απόψεων και την αποφυγή μελλοντικών καθυστερήσεων λόγω προσφυγών.

Σε νομοθετικό επίπεδο, θα πρέπει να υλοποιούνται οι κατάλληλες, κάθε φορά, προπαρασκευαστικές ενέργειες προκειμένου να ενσωματωθεί επιτυχώς ένα διεθνές ή ευρωπαϊκό νομικό κείμενο στην ελληνική έννομη τάξη, προσαρμοζόμενο στα ελληνικά δεδομένα, ώστε να οδηγεί σε ένα πλήρες, σαφές, κατανοητό και υλοποιήσιμο νομοθέτημα.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο εφαρμογής ενός επαρκούς νομοθετικού πλαισίου θα πρέπει να ενισχυθεί η διεθνής συνεργασία και η ανταλλαγή απόψεων και τεχνογνωσίας, με χώρες που αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τέτοιου είδους προβληματισμούς (best practices). Επίσης, θα μπορούσε να ενισχυθεί η κατάρτιση του υπάρχοντος διοικητικού και τεχνικού προσωπικού της Διοίκησης, των ενδιαφερόμενων φορέων και γενικότερα των εμπλεκόμενων μερών.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, τις αποτελεσματικές λύσεις θα επιφέρει ένα ισχυρό, σαφές και επαρκές νομοθετικό πλαίσιο που θα καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερες περιπτώσεις και δεν θα είναι δύσκολο να ερμηνευθεί και να εφαρμοσθεί από τους διοικητικούς φορείς και από τις δικαστικές αρχές, και έτσι θα αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά και η ύπαρξη αντικρουόμενων διοικητικών αποφάσεων, εγκυκλίων και ενεργειών. Σε κάθε περίπτωση, μείζονος σημασίας αναδεικνύεται και η ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου με την επιβολή κυρώσεων, σε περίπτωση μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής του, καθώς και ακολούθως η εφαρμογή των κυρώσεων αυτών, προβλέψεις που άλλωστε απουσιάζουν και από τα διεθνή νομοθετήματα.

  1. Συμπεράσματα – Επίλογος

Μια συνολική θεώρηση των ανωτέρω αναδεικνύει τα ζητήματα: 1. Της σημασίας της προστασίας των αρχιτεκτονικών μνημείων για τη διατήρηση της «μνήμης» και της ιστορικής κληρονομιάς της χώρας, 2. Της ταυτόχρονης σημασίας του σχεδιασμού και της υλοποίησης μεγάλων έργων και υποδομών στη χώρα, ειδικότερα ενόψει της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας, 3. Της ανάγκης υιοθέτησης νομοθετημάτων σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές επιταγές και την αρχή της ενσωμάτωσης παράλληλα με την «κατάργηση της ελληνικής πολυνομίας», 4. Της εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, με τα σύγχρονα εργαλεία της διαβούλευσης και της συμμετοχής των πολιτών (public hearing) στην διαδικασία υλοποίησης σχεδίων και προγραμμάτων.

Όσον αφορά τους προβληματισμούς που τίθενται στο παρόν, τα προαναφερθέντα ζητήματα θα λειτουργήσουν συνδυαστικά προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικότερης προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος με παράλληλη δημιουργία σύγχρονων έργων και υποδομών τα οποία με τη σειρά τους σφραγίζουν τη σύγχρονη ιστορία της χώρας και αφήνουν το αποτύπωμά τους στις μελλοντικές γενιές.

Η ανάλυση του διεθνούς δικαίου στο συγκεκριμένο ζήτημα αναδεικνύει την σκέψη ότι κάποια από τα σύγχρονα έργα αποτελούν με τη σειρά τους τα προστατευόμενα πολιτιστικά αγαθά του μέλλοντος .

Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του πλαισίου, θα επιτευχθεί αρχικά μέσω ριζικών αλλαγών που θα επέλθουν στο μέλλον όσον αφορά την παιδεία στα ζητήματα της προστασίας του (πολιτιστικού) περιβάλλοντος, λειτουργία που απουσιάζει από την σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η παιδεία και η γνώση για τα συγκεκριμένα ζητήματα θα οξύνει την κρίση του «κοινού» όσον αφορά τα ανακύπτοντα ζητήματα και θα αποδώσει ορθές και ισορροπημένες κρίσεις όσον αφορά την παράλληλη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υλοποίηση έργων βιώσιμης ανάπτυξης.

[1] Ν. 1650/86, 160 Α/1610-1986, άρθρο 2&1.

[2] Η Διεθνής Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ντόρα Ν. Κόνσολα, εκδ, Σάκκουλα.

[3] Αρ. 1 παρ. 1 ν. 2039/1992.

[4] Αρ. 1 παρ. 2 ν. 2039/1992.

[5] http://www.law-archaeology.gr/Index.asp?C=12 – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ.

[6] Αρ. 1 παρ. 3 ν. 2039/1992 Ο ορισμός τοπίο έχει παρερμηνευθεί στην Ελλάδα ενώ στην ελληνική νομοθεσία εισήχθη με το αρ. 2 παρ. 16 ν. 1650/1986:«16.Τοπίο: κάθε δυναμικό σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος που μεμονωμένα ή αλληλοεπιδρώντας σε συγκεκριμένο χώρο συνθέτουν μια οπτική εμπειρία».

[7] Το δίκαιο της βιωσίμου αναπτύξεως, Μιχαήλ Δεκλερής, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2000.

[8] Βλ. και «αρχή της σφαιρικής προστασίας».

[9] Ο όρος «προστασία» στο διεθνές δίκαιο αναφέρεται όχι μόνο στη διαφύλαξη και τον σεβασμό αλλά και κυρίως τον προσδιορισμό, την προστασία, τη συντήρηση και τη μεταβίβαση στη μελλοντικές γενιές των αγαθών της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς. Η διεθνής προοπτική αναφέρεται στην προστασία των πολιτιστικών αγαθών που προέρχεται από τους διεθνείς οργανισμούς βάσει διεθνών κανόνων, βλ. πρώην άρθρο 6 της ΣΕΚ.

[10] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτύπωσης των ανωτέρω αρχών αποτελούν, σύμφωνα με το Πρακτικό Επεξεργασίας  ΣτΕ υπ’ αριθμ. 37/1991, οι προέχοντες και θεμελιώδεις στόχοι και κατευθύνσεις του ρυθμιστικού σχεδίου της Αθήνας που είναι η ανάδειξη της ιστορικής φυσιογνωμίας της Αθήνας, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η ποιοτική αναβάθμιση των ήδη υποβαθμισμένων περιοχών της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας (περιοχών εντός και εκτός σχεδίου). Συνεπώς, οι επί μέρους στόχοι και κατευθύνσεις του Ρ.Σ.Α., οι οποίοι ορίζονται στην παρ. 3 του αρ. 3 αυτού, και μάλιστα η οικονομική ανασυγκρότηση της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, όπως περιγράφεται στο εδ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 3 είναι υποτεταγμένοι στους θεμελιώδεις σκοπούς του Ρ.Σ.Α., όπως αναπτύσσονται στην παρ. 1 του άρθρου 3  αυτού».

[11] Έννοια στην οποία βασίστηκε η Διακήρυξη του Άμστερνταμ.

[12] Η εξέλιξη της αντίληψης της «Διατήρησης» από τον Χάρτη των Αθηνών του 1931 στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου του 2000, Εισήγηση Γιάννη Ζερβού, 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αρχιτεκτόνων, 2011.

[13] ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Άρθρο 191 (πρώην άρθρο 174 της ΣΕΚ) 1. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη των ακόλουθων στόχων…..2. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης. 3. Κατά την εκπόνηση της πολιτικής της στον τομέα του περιβάλλοντος, η Ένωση λαμβάνει υπόψη:- τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα,- τις συνθήκες του περιβάλλοντος στις διάφορες περιοχές της Ένωσης,- τα πλεονεκτήματα και τις επιβαρύνσεις που μπορούν να προκύψουν από τη δράση ή την απουσία δράσης,- την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ένωσης στο σύνολό της και την ισόρροπη ανάπτυξη των περιοχών της. 4. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, η Ένωση και τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τις τρίτες χώρες και τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς. Ο τρόπος της συνεργασίας της Ένωσης μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και των ενδιαφερομένων τρίτων μερών. Το προηγούμενο εδάφιο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διαπραγματεύονται στα πλαίσια διεθνών οργανισμών και να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες.

[14] http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX%3A32001L0042

[15] Η εν λόγω διάταξη εισήχθη με τη Συνταγματική Αναθεώρηση 2001 και διευκόλυνε στην άρση διάφορων ερμηνευτικών ασαφειών της μέχρι τότε ισχύουσας νομοθεσίας.

[16] Η εν λόγω διάταξη εισήχθη με τη Συνταγματική Αναθεώρηση 2001 και διευκόλυνε στην άρση διάφορων ερμηνευτικών ασαφειών της μέχρι τότε ισχύουσας νομοθεσίας.

[17] Ερμηνευτική δήλωση: Το άρθρο 28 του Συντάγματος «1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. 2. …3….». αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

[18]Περιοχές ή και οικισμοί που αποτέλεσαν χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, καθώς και περιοχές με ενδείξεις ύπαρξης μνημείων ή σύνθετων έργων του

http://portal.tee.gr/portal/page/portal/SCIENTIFIC_WORK/grafeio_politismou/nomothesia/diethneis-symvaseis/%D3%FD%EC%E2%E1%F3%E7%20%C3%F1%E1%ED%DC%E4%E1%F2%20(1985)

[19] 2. Οι μελετητές μηχανικοί ευθύνονται για την εκπόνηση όλων των επί μέρους μελετών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Για τις άδειες δόμησης που αφορούν κτίρια σε παραδοσιακό οικισμό, παραδοσιακό ή ιστορικό τμήμα πόλης, οικιστικό σύνολο που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς και κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή νεότερα μνημεία οι αρχιτεκτονικές μελέτες εκπονούνται και υπογράφονται αποκλειστικά από αρχιτέκτονες μηχανικούς και οι στατικές μελέτες από τους αρμόδιους πολιτικούς μηχανικούς.

[20] Άρθρο 6 παρ. 11. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά περιλαμβάνει Μνημεία, Αρχιτεκτονικά σύνολα, Τόπους και Τοπία ως αναλύονται στο άρθρο 1 του ν. 2039/1992 (Σύμβαση για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης, Γρανάδα, 3 Οκτωβρίου 1985) και στο άρθρο 1 του ν. 1126/1981 (Σύμβαση της UNESCO για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, Παρίσι 1972).

[21] http://www.ypeka.gr/?tabid=382

[22] Προστασία Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Ν. 3028/2002), Παναγιώτης Σκουρής, Ελένη Τροβά, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2003

[23] Προστασία αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς: Η περίπτωση της Ύδρας, Ελένη Μαΐστρου, αρχιτέκτων, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ε.Μ.Π., Η εξέλιξη της ιδεολογίας http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=2&lang=gr&CategoryID=3&ArticleID=5

[24] Άρθρο 3: Το δικαίωμα στην ανάπτυξη πρέπει να ασκείται έτσι ώστε να ικανοποιεί κατά δίκαιο τρόπο τις αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές ανάγκες της παρούσης και των μελλουσών γενεών (ορισμός).

[25] Σύμφωνα με το αρ. 2 β) ως «εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» νοείται η εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης, η διεξαγωγή διαβουλεύσεων, η συνεκτίμηση της περιβαλλοντικής μελέτης και των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων κατά τη λήψη αποφάσεων καθώς και η παροχή πληροφοριών σχετικά με την απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 9.

[26] Σύμφωνα με το αρ. 2 γ) ως «περιβαλλοντική μελέτη» νοείται το τμήμα του συνόλου των εγγράφων του σχεδίου ή προγράμματος, το οποίο περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 και του παραρτήματος Ι.

[27] Στο αγγλικό κείμενο «public hearing».

[28]http://www.adjustice.gr/webcenter/faces/wcnav_externalId/search-caselaws?_adf.ctrl- state=6vqxn36vn_4&_afrLoop=3810653700015315#!

[29] Προστασία αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς: Η περίπτωση της Ύδρας, Ελένη Μαΐστρου, αρχιτέκτων, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ε.Μ.Π., Η εξέλιξη της ιδεολογίας http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=2&lang=gr&CategoryID=3&ArticleID=5

«Καθημερινή» (08.10.2018) Άποψη: Ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης αδειών δόμησης

Kαθημερινή – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 08.10.2018 Αποψη: Ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης αδειών δόμησης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΚΑΡΑΤΣΩΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γραμμή εκκίνησης για μια νέα εποχή στο πεδίο εφαρμογής του πολεοδομικού δικαίου αποτελεί η έναρξη του ηλεκτρονικού συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών από την 3η Σεπτεμβρίου σε πιλοτικό στάδιο και σε πλήρη λειτουργία από τα μέσα Οκτωβρίου. Σε μια οργανωμένη προσπάθεια της πολιτείας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και των παθογενειών του παρελθόντος η απάντηση μέσω εφαρμογών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης οδηγεί από νομικής άποψης σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο ασφάλειας δικαίου, ενιαίας και συνολικής αντιμετώπισης των θεμάτων πολυνομίας, οδηγεί εν τέλει σε ένα καλύτερο επίπεδο Δημοκρατίας.

Τo ζήτημα της δόμησης στη χώρα μας αποτελούσε και αποτελεί πεδίο άσκησης κρατικής πολιτικής που με βάση το θεσμικό κανονιστικό πλαίσιο συνδέεται με τον πολιτισμό μας, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν, τον τρόπο ζωής και έκφρασής μας.

Η οικοδομική άδεια δεν είναι μόνο μια διοικητική πράξη. Αποτελεί την άδεια παρέμβασης στο περιβάλλον, η οποία παραμένει για πολλά χρόνια ως πολιτιστική μαρτυρία για τις συνθήκες και την αντίληψη μιας κοινωνίας και τις επιρροές της στον χρόνο που εκδίδεται.

Γιατί όμως η ηλεκτρονική έκδοση αδειών αποτελεί τομή και σηματοδοτεί μια νέα εποχή στο πεδίο του πολεοδομικού δικαίου;

Πρώτον, στερούμαστε στην Ελλάδα ενός κωδικοποιημένου συστήματος πολεοδομικών κανόνων – διαδικασιών εφαρμογής των ρυθμίσεων κοινά αποδεκτών για όλες τις πολεοδομικές υπηρεσίες.

Μόνο μια ηλεκτρονική διαδικασία καταγραφής μπορεί να αναδείξει τα κενά, τις διαφορετικές ερμηνείες του δικαίου και να οδηγήσει σε συνολική και οριζόντια αντιμετώπιση των ζητημάτων. Βεβαίως πρέπει να επισημανθεί ότι με την έναρξη του ηλεκτρονικού συστήματος και την ανάδειξη των κενών και των λαθών του παρελθόντος δεν σημαίνει ότι τίθενται υπό αμφισβήτηση παλαιές πράξεις και αποφάσεις των υπηρεσιών οι οποίες συντάχθηκαν με την Α΄ ή Β΄ ερμηνεία, οι οποίες καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας και παράγουν όλα τα έννομα αποτελέσματα.

Αντιθέτως, πρέπει να καταστεί σαφές ότι χαράσσουμε μια γραμμή και εντασσόμαστε σε ενιαίους και σαφείς κανόνες για το μέλλον.

Δεύτερον, η βάση δεδομένων και η ηλεκτρονική καταγραφή στα ζητήματα δόμησης και αξιοποίησης της περιουσίας στηρίζεται σε μία και μοναδική αρχή «δικαίου»: Τοποθετεί τη συζήτηση και την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας για όλους με καθαρότητα «πάνω στο τραπέζι». Τα στοιχεία υποβολής και τα αιτήματα των πολιτών καταγράφονται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο υποβολής ηλεκτρονικά. Ο έλεγχος της διοίκησης καταγράφεται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο διενέργειας ηλεκτρονικά. Η εφαρμογή των κανόνων δικαίου και η διοικητική διαδικασία έκδοσης των πράξεων καταγράφονται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο έκδοσης ηλεκτρονικά.

Μάλιστα πρώτη φορά θα εφαρμοστούν συνολικά ρυθμίσεις πολύ σημαντικές για την προστασία της ασφάλειας των πολιτών και την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος όπως: το πλαίσιο επαγγελματικών δικαιωμάτων μηχανικών, η απαίτηση έκδοσης παράλληλων εγκρίσεων υπηρεσιών (γνωμοδοτήσεις φορέων, εγκρίσεις του υπουργείου Πολιτισμού για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, πράξεις χαρακτηρισμού κατά τη δασική νομοθεσία) και μάλιστα κατά τρόπο ενιαίο και στη βάση κωδικοποίησης.

Τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης προχωρούν με ταχύτητα προγράμματα ηλεκτρονικής καταγραφής και δημιουργίας βάσεων δεδομένων, όπως κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, σύστημα e-poleodomia, αρχαιολογικό κτηματολόγιο, ηλεκτρονική έκδοση άδειας λειτουργίας επιχειρήσεων. Είναι τομή με το παρόν σύστημα η συγκέντρωση και η διασύνδεση πληροφοριών υπηρεσιών με έναν τελικό σκοπό, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις. Αυτόν της τελικής πράξης αδειοδότησης πριν από την επέμβαση στο περιβάλλον και τη δόμηση. Μιας πράξης που θα θυμίζει για πάντα τις επιλογές μας. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η ηλεκτρονική έκδοση αδειών αποτελεί σήμερα τομή, ωστόσο θα χαρακτηριστεί μικρό βήμα αύριο αν όλο το υπόλοιπο φάσμα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν ολοκληρωθεί και δεν ενσωματωθεί στη διαδικασία.

Με την έναρξη της e-αδειοδότησης στα πολεοδομικά ζητήματα, η ηλεκτρονική διακυβέρνηση θα επιβληθεί ως μια κατεύθυνση για τη διαμόρφωση κουλτούρας κωδικοποίησης και τη δημιουργία ενός συστήματος κανόνων. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε μια νέα αντίληψη για τον τρόπο αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας, της αρχιτεκτονικής μας αξίας και επιλογής, τη στάση μας και την ηθική μας απέναντι στο περιβάλλον.

Ζητήματα Εφαρμογής Πολεοδομικού Δικαίου στο πλαίσιο Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας

Εισήγηση Kων/νος Καρατσώλης Δικηγόρος

  1. Το νόημα, το οποίο προσδίδει μία κοινωνία στην αξιοποίηση της ακινητης περιουσίας , συνδέεται με τον τρόπο που αυτή βιώνει το χρόνο, τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει μέσα σε αυτόν, τις σταθερές αξίες που θέλει να διαφυλάξει και την ετοιμότητά της στις αλλαγές. Σήμερα    λοιπόν,   που    η    ύφεση    ενέτεινε    την    «ασφυξία»   σε    όλα    τα    επίπεδα, «ξανασκεφτόμαστε» μια ολοκληρωμένη λύση για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας ώστε αυτή τη φορά να απαντηθούν με θετικό τρόπο για την ποιότητα ζωής των ανθρώπων – σε συνδυασμό με ένα νέο παραγωγικό μοντέλο – τα κρίσιμα ερωτήματα: • για την περιβαλλοντική υποβάθμιση, τη διεύρυνση των ανισοτήτων, • την κατάσταση των δημόσιων χώρων και της δημόσιας περιουσίας, • αλλά και σχετικά με την χωροθέτηση δραστηριοτήτων, οι οποίες δημιουργούν θέσεις εργασίας και αναβιώνουν «παραμελημένα» δικαιώματα. Υπό αυτό το πρίσμα η εισήγηση πραγματεύεται ζητήματα καλών πρακτικών και επιλύσεων ορθής  εφαρμογής του δικαίου στο  πλαίσιο ειδικών κανόνων   αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας ιδιωτικής και δημόσιας.
  2. Τα τελευταία χρόνια έχουν αποκρυσταλλωθεί στον τεχνικό και το νομικό κόσμο τα προβλήματα εφαρμογής ενός πλαισίου κανόνων και έχουν καταγραφεί οι συνέπειες στον τομέα της αξιοποίησης και επενδύσεων με κυριότερες : • ‘’Αίσθηση’’ ανασφάλειας δικαίου • Αποσπασματική εφαρμογή διαδικασιών • Μεγάλες καθυστερήσεις και αδυναμία υλοποίησης χρονοδιαγραμμάτων • Συνεχείς τροποποιήσεις του νομοθετικού πλαισίου για την άρση αδιεξόδων • Έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού συναρμοδίων υπηρεσιών και Υπουργείων. • Έλλειψη και καθυστέρηση στον σχεδιασμό και τον καθορισμό των χρήσεων γης.

Έχει όντως ενδιαφέρον σε σχέση με τη ανωτέρω ανάγνωση να γίνει μια δεύτερη επισκόπηση από την πλευρά του ενδιαφερόμενου – πολίτη – επενδυτή και να αξιολογήσουμε το τελικό αποτέλεσμα των προβλημάτων ως προς το οικονομικό αποτέλεσμα μιας συμφωνίας ( Π.Χ το τίμημα) και βεβαίως να εξεταστεί αν η διόρθωση των σχετικών κενών – προβλημάτων θα επέφερε και άλλα αποτελέσματα – θετικά – οικονομικού περιεχομένου σε μια συμφωνία αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας.

Ως πρώτη επισκόπηση διακρίνονται τα εξής αποτελέσματα :

Σε νομικό επίπεδο . οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις δημιουργούν αντίστοιχα πεδίο αναβλητικών αιρέσεων και προθεσμιών για την ολοκλήρωση των συναλλαγών .

Επί της ουσίας δηλαδή οι πολίτες – επενδυτές θέλουν να προστατευτούν από το ενδεχόμενο μεγάλων καθυστερήσεων ή και μη έκδοσης των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων και θέτουν – ορθώς καταρχάς – αναβλητικές αιρέσεις και προθεσμίες για την καταβολή του τιμήματος ή την έναρξη καταβολής μισθωμάτων ή την υλοποίηση επενδύσεων .

Δευτερευόντως ως πρώτη οικονομική συνέπεια της νομικής διάστασης των αιρέσεων και  των προθεσμιών επέρχεται η καθυστέρηση στην είσπραξη χρημάτων τόσο για ιδιώτες όσο και για το δημόσιο , η ανάληψη μεγάλου φόρτου μελετών και υπηρεσιών από τον κάτοχο   της ακίνητης περιουσίας ( πωλητή , εκμισθωτή κτλ) και βεβαίως η μείωση του τελικού τιμήματος καθώς η επένδυση αφορά σε ένα τελικώς μελλοντικό και υπό αβέβαιη αδειοδότηση asset.

Ως εδώ η κριτική πλευρά τουλάχιστον στις νομικές διαστάσεις και τις οικονομικές συνέπειες σε πρώτο επίπεδο .

Πλέον , Στόχος της εισήγησης είναι να αποφευχθεί η επανάληψη της καταγραφής των προβλημάτων και να προβλεφθούν γενικά μέτρα και πρόνοιες νομικού ενδιαφέροντος

Κατά προτεραιότητα τα νομικά εργαλεία που στην παρούσα περίπτωση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σταδιακά στην απαλοιφή των  καθυστερήσεων κατά την άποψή μου  θα πρέπει  να αποτυπώνονται στους εξής άξονες :

  • Να υλοποιηθεί ένα πλαίσιο κωδικοποιημένων κανόνων για όλους και να διαμορφωθεί μια συνεχής νομική κουλτούρα κωδικοποίησης στο νομοθετικό πεδίο
  • Να ενισχυθεί η νομική έννοια των οδηγών εφαρμογής διαδικασιών
  • Να ομογενοποιηθούν οι δομές που έχουν προβλεφθεί αντίστοιχα για τις ιδιωτικές επενδύσεις και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Να προβλεφθεί η διαδικασία ‘’τυποποίησης ‘’ των πράξεων της διοίκησης και των απαιτούμενων προδιαγραφών και οι ηλεκτρονικές διαδικασίες υποβολής αιτημάτων και έκδοσης αποφάσεων.

Για την εφαρμογή των παραπάνω στόχων αναφέρονται παραδείγματα κανόνων από το 1923 μέχρι σήμερα , εν ισχύ, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκδοση κανονιστικών ρυθμίσεων και οδηγιών.

Η κωδικοποίηση και κοινή καταγραφή διαδικασιών για επί μέρους περιπτώσεις και είδη έργων θα αναδείξει με μεγαλύτερη ευκολία πιθανά κενά ή αλληλοεπικαλύψεις ώστε να επιλύονται με αντικειμενικό τρόπο μέσα από το νομοθετικό έργο της πολιτείας.

Βασικά παραδείγματα εφαρμογής υφιστάμενων κανόνων

  • Πλαίσιο κωδικοποιημένων κανόνων ώστε να διαμορφωθεί μια συνεχής νομική κουλτούρα κωδικοποίησης στο νομοθετικό πεδίο:
  • Εφαρμογή . Κ.Β.Π.Ν (Αρθρο: 12 . Ν.4269/2014)
  • Σύνταξη κώδικα χωροταξίας και πολεοδομίας.
  • Ο κώδικας περιλαμβάνει τις ισχύουσες διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων, που αφορούν στη χωροταξική και πολεοδομική νομοθεσία.
  • Κατά τη σύνταξη του κώδικα, επιτρέπεται :
    • η κατάργηση διατάξεων που κρίνονται ατελέσφορες για την επίτευξη πρακτικών αποτελεσμάτων,
    • η απάλειψη διατάξεων που έχουν καταργηθεί σιωπηρώς
    • καθώς και των μεταβατικών διατάξεων που δεν έχουν πλέον πεδίο εφαρμογής, η προσαρμογή διατάξεων προς το ισχύον Σύνταγμα,
    • η αναδιατύπωση διατάξεων χάριν απλουστεύσεως ή άρσεως ερμηνευτικών αμφιβολιών ή συσχετισμού προς παρεμφερείς διατάξεις,
    • o καθορισμός των αρμόδιων οργάνων σε συνάρτηση με το υφιστάμενο οργανωτικό σχήμα των κεντρικών και αποκεντρωμένων υπηρεσιών και των οργάνων της αυτοδιοίκησης,
    • η ενοποίηση και η αναδιάρθρωση νομοθετημάτων
    • και κάθε άλλη μεταβολή απαραίτητη για την ενότητα της ρυθμίσεως. ( Εκτιμώμενος χρόνος : 1 έτος)
  • ο κώδικας καταρτίζεται σε ηλεκτρονική βάση και ορίζονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις για τα αρμόδια όργανα,
  • τη διαδικασία ενημέρωσης, επικαιροποίησης και έγκρισης της τροποποίησής του.

Η προηγούμενη έκδοση εγκρίθηκε με προεδρικό διάταγμα το 1999 , ποτέ δεν επικαιροποιήθηκε.

  • Να ενισχυθεί η νομική έννοια των οδηγών εφαρμογής διαδικασιών ( παραδείγματα δικαίου)
  1. Αρθρο: 2 ν.δ 1923 Δια Β.Δ/των κανονίζεται ο τρόπος συντάξεως και ελέγχου των κατά τα ανωτέρω τοπογραφικών κλπ, χαρτών και σχεδίων.
  2. άρθρο 14 του ν. 998/1979, ως ισχύει, προστίθεται « Με απόφαση καθορίζεται ο τύπος, τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης, καθώς και ο τύπος, το περιεχόμενο και τα στοιχεία της πράξης του Δασάρχη και της απόφασης της Επιτροπής των προηγούμενων παραγράφων. « καθορίζεται ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής αιτήσεων και έκδοσης πράξης του Δασάρχη, καθώς και αυτόματης εισαγωγής των στοιχείων στην ταυτότητα του κτιρίου  κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3843/2010.»
  1. παράδειγμα εφαρμογής από ΚΥΠΡΟ. YΠOYPΓEIO EΣΩTEPIKΩN TMHMA ΠOΛEOΔOMIAΣ KAI OIKHΣEΩΣ Oδηγός Eρμηνείας Πολεοδομικών Kανονισμών 2η ΕΚΔΟΣΗ 2011 Oδηγός αυτός έχει ως στόχο την ενημέρωση και καθοδήγηση όσων ασχολούνται με την επιμέλεια μελετών για ανάπτυξη ώστε οι προτάσεις των μελετητών να βρίσκονται πιο κοντά στην Πολεοδομική Νομοθεσία και να αποφεύγεται η απώλεια χρόνου στη διόρθωση σχεδίων. Επίσης, στοχεύει στην υποβοήθηση των μελετητών για την υποβολή αιτήσεων με τη διαδικασία του Αυτοελέγχου. Επιπρόσθετα με την ομοιόμορφη ερμηνεία από τις Πολεοδομικές Αρχές βασικών ορισμών / στοιχείων που σχετίζονται με την ανάπτυξη, μεγιστοποιείται η αξιοπιστία του συστήματος ελέγχου της ανάπτυξης και αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη του πολίτη στο σύστημα, ως μιας παραμέτρου για αναβάθμιση του φυσικού και δομημένου περι
  2. Παραδείγματα από τον Οικοδομικο Κανονισμό κρατιδίων της Γερμανίας ώστε να αντιληφθούμε την έννοια της τυποποίησης και των πρακτικών οδηγών εφαρμογής.
    • Να προβλεφθεί η διαδικασία ‘’τυποποίησης ‘’ των πράξεων της διοίκησης και των απαιτούμενων προδιαγραφών και οι ηλεκτρονικές διαδικασίες υποβολής αιτημάτων και έκδοσης αποφάσεων.
      • Αρθρο: 9 ν.4164/2013 Τα κεντρικά υπολογιστικά συστήματα της εταιρείας «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», όπως αυτή μετονομάζεται και «του Υπουργείου Οικονομικών» διασυνδέονται μόνιμα για την παροχή αμοιβαίας δυνατότητας άμεσης πρόσβασης στα στοιχεία των ηλεκτρονικών αρχείων που τηρούν και ανταλλαγής δεδομένων με μέσα ηλεκτρονικής αποθήκευσης, κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Α’ 50). Με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος, οι όροι, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, η διαδικασία και οι τεχνικές προδιαγραφές για τη σύνδεση των υπολογιστικών συστημάτων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Γενικά συμπεράσματα και κατευθύνσεις.

 Δημόσια και ιδιωτική Ακίνητη περιουσία

Προσαρμοσμένη μεταφορά των απλοποιημένων αλλά και αξιόπιστων διαδικασιών παραδειγμάτων άλλων κρατώ . (βλ.οδηγό εφαρμογής κύπρου , οικοδομικό κανονισμό με παρρτήματα από γερμανία)

Έχει αποκτηθεί μετά τους νόμους 3986/2011 και 3894῎2010 τεχνοκρατική αλλά και βιωματική εμπειρία, που είναι εξαιρετικά ωφέλιμη, όχι μόνο για την υλοποίηση των έργων  σε εξέλιξη , αλλά και για τη βελτίωση της λειτουργίας τους στο μέλλον.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η διαθέσιμη εμπειρία να συσχετιστεί και να αντλήσει παραδείγματα από τη διεθνή πρακτική και την πλούσια τυπολογία των συναλλαγών της ιδιωτικής οικονομίας. Μια πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση, όχι μόνο θα ενίσχυε τη θεσμική της αξιοποίησης στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και θα υπηρετούσε ακόμη πιο αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον της χώρας.

Νέοι μέθοδοι και διαδικασίες που θα διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων:

  • Δυνατότητες μακροπρόθεσμης παρακολούθησης και εποπτείας του επενδυτικού αποτελέσματος, με τρόπο που να αντισταθμίζει και εξισορροπεί ορισμένες ιδιαίτερες ή εξαιρετικές ευχέρειες που παρέχονται στον επενδυτή (π.χ., ολοκλήρωση έργων που χωροθετούνται με την έγκριση των ΕΣΧΑΔΑ ή ΕΣΧΑΣΕ σε εύλογο χρονικό διάστημα, παρακολούθηση της εκδόσεως των απαιτούμενων πρόσθετων αδειών μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, παρακολούθηση της νόμιμης ολοκλήρωσης των έργων, καθώς και ολοκλήρωση των έργων κατά τα οριζόμενα στην περιβαλλοντική αδειοδότηση, επιβολή κατά το συμβατικό στάδιο υποχρεωτικών επενδύσεων, κλπ.

Συμπερασματικά η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος κωδικοποίησης : των κανόνων

  • των διαδικασιών αδειοδότησης ,
  • των οδηγιών εφαρμογής κοινών προδιαγραφών ,
  • των παράλληλων εγκρίσεων υπηρεσιών διαφορετικών τομέων :

θα μπορούσε να οδηγήσει άμεσα στην αλλαγή της ‘’εικόνας’’ ενός συστήματος κανόνων γύρω από το πολεοδομικό δίκαιο που σήμερα παρουσιάζεται ως ένα σύστημα κενών , δύσκολων στην ερμηνεία κανόνων και εχθρικό για επιλογές αξιοποίησης από τους πολίτες ( ως πολίτης νοείται και κάθε δυνητικός επενδυτής )

Υπό το πρίσμα του δικαίου η ανταπόκριση του κράτους στην ανάγκη για κωδικοποίηση και απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή να οδηγηθούμε ξανά στο μέλλον σε φαινόμενα άναρχης και απρογραμμάτιστης δόμησης.

Πλέον η ηλεκτρονική διακυβέρνηση και η κουλτούρα κωδικοποίησης εν γένει ως κατευθυντήρια αρχή δύναται να επιβάλλουν μελλοντικά μια τάξη  ρυθμίσεων  …ένα  σύστημα κανόνων που θα μας οδηγήσουν σε μια νέα αντίληψη για τις  πολεοδομικές  επιλογές ωρίμανσης των ακινήτων και αξιοποίησης της γης , τις αρχιτεκτονικές  μας αξίες  και επιλογές , την αισθητική μας και την στάση μας απέναντι στο περιβάλλον.

Τα προηγούμενα 30 – 40 χρόνια αναδείχτηκε διεθνώς η προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ της προστασίας στο περιβάλλον της παραβίασης των νόμων και των αισθητικών κανόνων-, .

Σήμερα οι σχετικές προσπάθειες για ισορροπίες , ιδίως στο κομμάτι του πολεοδομικού δικαίου πήραν νέες διαστάσεις από την ύφεση. Και καθώς τα ατομικά περιθώρια στένεψαν ασφυκτικά για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, αναβιώνει πλέον το ενδιαφέρον για τα «κοινά αγαθά» της ανάπτυξης.

Σε αυτές τις ανακατατάξεις, οι οποίες σήμερα είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκες και επιπροσθέτως φορτισμένες με το αίτημα για την διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, – το οποίο δεν θα κινεί μόνο τη μηχανή της οικονομίας, αλλά θα νοηματοδοτεί και την ζωή των ανθρώπων-, το Δίκαιο σχετικά με την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας Δημόσιας και Ιδιωτικής έχει αυτονόητα αυξημένο ρόλο.

η Πολιτεία έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει το οικιστικό περιβάλλον και να αναδείξει την πολιτισμική της κληρονομιά, καθορίζοντας τους κανόνες της οργανωμένης δόμησης με βάση τις νέες ανάγκες.

Αρχιτεκτονική υπό το πρίσμα του Συντάγματος – Παραδοσιακοί Οικισμοί και Μορφολογικοί Κανόνες

Κων/νος Δ.Καρατσώλης Δικηγόρος, Νομικός Συνεργάτης ΤΕΕ

23 Ιανουαρίου 2012 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος & Πολιτισμού,

‘’Αρχιτεκτονική υπό το Πρίσμα του Συντάγματος. Παραδοσιακοί Οικισμοί και Μορφολογικοί Κανόνες ’’

 

Aντί εισαγωγής.

 Σήμερα σε μια περίοδο απόλυτης κρίσης και προβληματικής που θίγει και εξοντώνει κυρίως την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, θα πρέπει να ερευνηθεί εάν αξίζει να είναι κρατική προτεραιότητα η προστασία της ‘’Αρχιτεκτονικής’’. Με αφορμή εκδηλώσεων όπως η παρούσα, πρέπει να αντιληφθούμε όλοι πως η ύπαρξη της αρχιτεκτονικής στο δομημένο περιβάλλον, μπορεί να δώσει τον ζωτικό χώρο και την έκφραση στον σύγχρονο άνθρωπο για να οργανώσει ένα νέο σύστημα αξιών. Η σημερινή αισθητική των πόλεων και των οικισμών μας και η σημερινή ανάγκη των πολιτών όχι μόνο να ‘’διαβιώνουν’’ αλλά να απαιτήσουν συνταγματικά να ζουν σ’ ένα κόσμο καλύτερο απαιτούν και την ‘’ύπαρξη’’ της Αρχιτεκτονικής.

Έχοντας αποτυπώσει τη σχέση της Αρχιτεκτονικής με το οικιστικό και το πολιτιστικό περιβάλλον, ως αναλύεται αυτή η σχέση υπό το πρίσμα του Συντάγματος, καλούμαστε να απαντήσουμε στο ερώτημα εάν είναι θεμιτοί οι κανόνες δικαίου και σύμφωνοι με το σύνταγμα που διαμορφώνουν μορφολογικά δεδομένα, ειδικούς όρους σχεδιασμού και τεχνικών λύσεων που καταλήγουν σε μονοδιάστατο αποτέλεσμα και μάλιστα όταν περιορίζουν την άσκηση της δημιουργικής αρχιτεκτονικής αλλά εκ του αποτελέσματος διαφυλάττουν ένα επίπεδο αισθητικής των όψεων του οικιστικού αποθέματος των όψεων.

Προκειμένου να απαντήσουμε στον προβληματισμό , αναδιπλώνουμε τις κύριες συνταγματικές εκφάνσεις αρχιτεκτονικής προστασίας και προστασίας του περιβάλλοντος εν γένει ,τις συγκρίνουμε και αξιολογούμε τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα ρυθμίσεων..

1.

Το Ελληνικό Κράτος, δεν έχει προβεί στις απαιτούμενες, εκ του συντάγματος ενέργειες για την εφαρμογή και την τήρηση των διεθνών συμβάσεων για την Αρχιτεκτονική , ενώ θεσμοθετεί κανόνες για την προστασία των παραδοσιακών οικισμών και μορφολογικούς κανόνες προκειμένου να αναδείξει την συνταγματικό φάρο προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και του οικιστικού περιβάλλοντος της χώρας.

Νομικές υποχρεώσεις…

  • τοποθέτηση της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μεταξύ των ουσιαστικών στόχων του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
  • ενθάρρυνση της χρήσης των προστατευόμενων ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής και την προσαρμογή, παλιών κτιρίων για νέες χρήσεις. 1
  • ενημέρωση της κοινή γνώμης για την αξία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ως στοιχείου της πολιτιστικής ταυτότητας αλλά και ως πηγής έμπνευσης και δημιουργικότητας, για τις σύγχρονες και μελλοντικές γενιές.
  • προσπάθεια αφύπνισης από τη σχολική ηλικία, στα θέματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής έκφρασης,
  • προσπάθεια για ενότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, τις τέχνες, τις λαϊκές παραδόσεις και τους τρόπους ζωής.

Οι παραπάνω παραλείψεις της ελληνικής διοίκησης τυγχάνουν από νομικής άποψης ιδιαιτέρα σημαντικές, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος2 η οποία ορίζει ότι: «Oι γενικά παραδεγμένoι κανόνες τoυ διεθνoύς

δικαίoυ, καθώς και oι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τoυς με νόμo και τη θέση τoυς σε ισχύ σύμφωνα με τoυς όρoυς καθεμιάς, απoτελoύν αναπόσπαστo μέρoς τoυ εσωτερικoύ ελληνικoύ δικαίoυ και υπερισχύoυν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμoυ.»

Στην περίπτωσή μας η Σύμβαση της Γρανάδας και προφανώς και της Μάλτας (ενσωματώνεται) αποτελεί εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

2.

Από τη συνδυαστική ερμηνεία των παρ. 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει η σχέση της προστασίας του οικιστικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος με την προστασία της ποιότητας ζωής μας. Στην έννοια του οικιστικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος εντάσσεται τόσο η πολιτιστική ακίνητη κληρονομιά, όσο και τα οικιστικά πολιτιστικά αγαθά. Τα τελευταία, πόλεις και οικισμοί, συγκροτούν το οικιστικό περιβάλλον και επηρεάζουν την παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων.

Πολλές φορές τα νομοθετήματα που αποβλέπουν στην προστασία της ακίνητης κληρονομιάς υπό την ένταξη μορφολογικών κανόνων και αναγνώρισης παραδοσιακών οικισμών δεν απαντούν ευθέως στους δικαιϊκούς «φάρους» της σύμβασης της Γρανάδας, της Μάλτας και της σύμβασης για την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του 1972. Περιορίζονται στην αναφορά και την ‘’περιφρούρηση’’ των κειμένων των συμβάσεων, αλλά δεν εναρμονίζονται πλήρως και ακριβώς με τους ορισμούς και τις κατευθυντήριες αρχές αυτών. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις συνθήκες δόμησης στην Ελλάδα η επιλογή παρουσιάζεται στις περισσότερες των περιπτώσεων επιτακτική.

Αρκεί κανείς να εξετάσει σε γενικό επίπεδο την αισθητική και το επίπεδο αυθαίρετης δόμησης σε οικισμούς ειδικών διαταγμάτων και σε οικισμών που δομούνται σύμφωνα με τους γενικούς πολεοδομικούς ισχύοντες κανόνες.

Η ευρεία έννοια του περιβάλλοντος καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντ. οι οποίες θεσπίζουν την υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία τόσο του φυσικού (άρθ. 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4) όσο και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. (άρθ. 24 παρ. 2-5).

Σε συνέχεια του Συντάγματός μας ο εκτελεστικός ν. 1650/1986, στο άρθρο 2 παρ. 1, ορίζει το περιβάλλον ως «το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες». Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην προστασία κάθε αγαθού που επηρεάζει την ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Αναλύοντας τα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της Αρχιτεκτονικής – είτε υπό το πρίσμα της εφαρμοσμένης επιστήμης, είτε υπό το πρίσμα της τέχνης και της πνευματικής ιδιοκτησίας – καθίσταται σαφές ότι οι εκφάνσεις της Αρχιτεκτονικής επηρεάζουν την διαμόρφωση του περιβάλλοντος κατά την έννοια του ν.1650/1986 .

Οικιστικό περιβάλλον  είναι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου. Το οικιστικό περιβάλλον, ως προστατευόμενο αγαθό, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.

Για πολλούς ανθρώπους, εκτός της νομικής προσέγγισης, η αρχιτεκτονική παράγει χώρο, όχι απαραίτητα για να μένεις αλλά και χώρο για να κινείσαι, να στέκεσαι,  να απολαμβάνεις και να σκέφτεσαι. Έχει δηλαδή ως αντικείμενο βασικές αναφορές του ζωτικού χώρου του ανθρώπου. Πληροί επομένως και υπό το πρίσμα του δικαίου, απόλυτα, τον ορισμό του οικιστικού περιβάλλοντος κατά το άρθρο 24.

Σε τούτη εδώ τη σύγκριση (άρθρο 24 Συντάγματος , προστασία περιβάλλοντος εν γένει και μορφολογικοί κανόνες ή προστασία παραδοσιακών οικισμών ) τα αποτελέσματα δεν ενθαρρύνουν την σκέψη ότι η Εμείς αλλά και η πολιτεία μας έχουμε κατά νου την συνταγματική αναφορά του άρθρου 24 σε σχέση με το οικιστικό περιβάλλον ως ζωτικό χώρο του ανθρώπου.

Διαμαρτυρόμαστε για το σκληρό πλαίσιο σχεδιασμού , ομοιομορφίας , έλλειψης φαντασίας που επήλθε με την κήρυξη πολλών παραδοσιακών οικισμών, αρνούμαστε ως ορισμό την έννοια ‘’μορφολογικός κανόνας’’ ωστόσο η πραγματική εικόνα μας διαψεύδει.

Αξίζει κανείς να αναφερθεί στην απόφαση του ΣΤΕ (1587/2010) και να αναλύσει το σκεπτικό του δικαστή όσον αφορά στην ανακατασκευή ενός κτίσματος (ερείπιο ) για το οποίο υπήρχε ως φωτογραφία του παρελθόντος η ιστορική του ταυτότητα και αρχιτεκτονική…3

Και βεβαίως αξίζει κανείς , υπό το πρίσμα του συντάγματος να εξετάσει εάν είναι δεκτική μια τέτοιου είδους ανακατασκευή , περιοριστική του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και του περιουσιακού δικαιώματος που όμως αποτυπώνει την ‘’Ύδρα’’. Τελικά δε , αξίζει κανείς να αναρωτηθεί , εάν στην πορεία των χρόνων ο νομοθέτης δεν είχε εξαντλήσει τα όρια της αυστηρότητάς του στο συγκεκριμένο τόπο , θα είχαμε ως εικόνα σήμερα αυτό τον μαγικό τόπο.

Μια ματιά στο σύνολο των οικισμών μας , σε όλη την επικράτεια ίσως δίδει κατά μέρος απάντηση.

Δεν καταφέραμε (κράτος, θεσμοί, αρχιτεκτονική , πολίτες και παιδεία) να διαμορφώσουμε και να εξελίξουμε την αισθητική , την δημιουργία και την προστασία της μνήμης στο οικιστικό περιβάλλον μας.

Όπου το νομικό πλαίσιο δεν ήταν σκληρό και εξαντλητικό , αποτύχαμε… Σήμερα , αξίζει να διαπραγματευτούμε πάλι τους στόχους μας.

3.

Η αρχιτεκτονική ως Τέχνη προστατεύεται από το Σύνταγμα και μάλιστα με μια καινοτομία στην συνταγματική ιστορία μας, την κατοχύρωση της ελευθερίας της (παρ.1 του άρθρου 16).

Το άρθρο 16 παρ.1 δεν υπάγει την ελευθερία της τέχνης σε κανενός είδους περιορισμούς. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης και προφανώς και ο Αρχιτέκτονας ζει μέσα σε μια κοινωνία όπου η συμβίωση επιβάλλει νομικές ρυθμίσεις. Συνεπώς και ο Αρχιτέκτονας δεν είναι legibus solutus, αλλά υπόκειται στο γενικώς ισχύον δίκαιο.

Η ελευθερία της Αρχιτεκτονικής περιορίζεται από τους γενικούς νόμους, τους νόμους δηλαδή εκείνους που προστατεύουν ένα έννομο αγαθό χωρίς όμως αυτοί να καθιστούν αδύνατη ή να δυσχεραίνουν δυσανάλογα την άσκηση της αρχιτεκτονικής, της οποίας η ανάπτυξη και η προαγωγή αποτελεί κατά το Σύνταγμα υποχρέωση του κράτους.

Και βεβαίως μην ξεχνούμε ότι ειδικώς η αρχιτεκτονική , υπόκεινται στο γενικό δημόσιο κοινωνικό καθημερινό έλεγχο της ματιάς όλων μας. Ο Αρχιτέκτων εκτίθεται εις αει όπως και τα έργα του.

Κατά τα παραπάνω οποιεσδήποτε νομοθετικές προσεγγίσεις που περιορίζουν τη ελευθερία άσκησης Αρχιτεκτονικής και τη δυσχεραίνουν ελέγχονται συνταγματικά. Ο κανόνας υπαγορεύει καταρχάς την ελευθερία. Όπου γεννάται ζήτημα περιορισμού, θα πρέπει να γεννάται και ζήτημα παρέκκλισης για τον Αρχιτέκτονα. Στο δίκαιό μας για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος ενσωματώσαμε και ενσωματώνουμε περιορισμούς (ειδικά διατάγματα, παραδοσιακοί οικισμοί, μορφολογικοί κανόνες, κ.ο.κ) χωρίς να περιφρουρούμε το στόχο του συντακτικού νομοθέτη για την ελευθερία της Αρχιτεκτονικής. Προς τούτο, κρίνεται απαραίτητο, όταν σχεδιάζουμε κανόνες προστασίας εννόμων αγαθών που περικλείουν και την άσκηση της Αρχιτεκτονικής, να περιγράφουμε πάντα τον τρόπο και την νομική διαδικασία με την οποία ο Αρχιτέκτων θα δύναται, έστω υπό προϋποθέσεις, να ‘’δραπετεύει’’, να σχεδιάζει ελεύθερα και να προστατεύεται. Το Κράτος οφείλει να αναγάγει σε συνταγματική προτεραιότητα την προστασία της Αρχιτεκτονικής ως σημερινή παρουσία. Κατ΄ αυτό τον τρόπο η ερμηνευμένη σήμερα συνταγματική απαίτηση θα επιτρέψει αύριο στις επόμενες γενεές να ομιλούν για αρχιτεκτονική μνημείων, συνόλων, και τόπων κατά τους ορισμούς της Γρανάδας.


1 συνδέεται με την παρατήρηση ότι στις ρυθμίσεις της Σύμβασης, που αποτέλεσαν συνέχεια της Χάρτας της  Βενετίας του 1964 και της Διακήρυξης του Άμστερνταμ του 1975 στο ζήτημα της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

2 Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (ερμηνευτική δήλωση).

3 Οι όροι και περιορισμοί δόμησης, που αφορούν παραδοσιακούς οικισμούς, πρέπει να αποσκοπούν στη διατήρηση και ανάδειξη της φυσιογνωμίας τους, δεν επιτρέπεται δε να είναι δυσμενέστεροι για το περιβάλλον από τους όρους και περιορισμούς που ίσχυαν προηγουμένως……………………………………………………………………………… Είναι δυνατόν να επιτραπεί στην Ύδρα ανοικοδόμηση όχι μόνον οικοπέδων, επί των οποίων υπήρχαν κτίσματα κατά τη θέση σε ισχύ των περί μνημειακού χαρακτήρα διατάξεων, αλλά και οικοπέδων, επί των οποίων κατά την κρίση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, βάσει συμβολαίων, αυτοψίας ή άλλων στοιχείων, προϋπήρξαν κτίσματα οποτεδήποτε, έστω και πριν τη θέση σε ισχύ των περί προστασίας της νήσου Ύδρας διατάξεων. Επιτρέπεται επομένως ανακατασκευή οικοδομήματος παρομοίου προς εκείνο, του οποίου η ύπαρξη μπορεί να αποδειχθεί και κατά μείζονα λόγο, η αποκατάσταση οικοδομήματος στη μορφή, την οποία μπορεί να αποδειχθεί ότι είχε πάντοτε υπό τους τυχόν προσθέτους ισχύοντες όρους και περιορισμούς. Το καθεστώς προστασίας του οικισμού της Ύδρας, το οποίο έχει επιβληθεί προκειμένου να διαφυλάσσεται η σχέση δομημένου – αδόμητου χώρου και να μην διασπάται το ιδιαίτερο (βραχώδες) φυσικό ανάγλυφο της νήσου, με αποτέλεσμα την αλλοίωση του μνημειακού χαρακτήρα του οικισμού, ο οποίος προστατεύεται ως σύνολο, δεν έχει επηρεασθεί από τις διατάξεις του Ν 3028/2002 και εξακολουθεί να ισχύει στο σύνολό του.

*********************

Αναζητώντας την ισορροπία μεταξύ των 3 αξόνων που παρατίθενται ανωτέρω και την συνύπαρξη των συνταγματικών  κανόνων θα πρέπει πρωτίστως να αντιληφθούμε ότι το Οικιστικό περιβάλλον είναι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου.

Ως προστατευόμενο αγαθό, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.

Δεν ζούμε σε μια ιδανική πολιτεία και κυρίως δεν ζούμε σε μια πολιτεία που κατ’ εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων θα έπρεπε να διδάσκει τις αρετές του πολιτιστικού περιβάλλοντος μας και της αρχιτεκτονικής μας κλρονομιάς στα σχολεία ….

…θα πρέπει όμως να σχεδιάζουμε με στόχο την ιδανική πολιτεία λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του παρόντος και τα οράματά μας για το μέλλον.(Και μάλλον είναι ώριμη η χρονική στιγμή για ένα νέο αξιακό σύστημα).

Η ανάδειξη των μεθόδων διαφύλαξης της ιστορίας μας και της αρχιτεκτονικής μας μνήμης κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του Συντάγματος αποδεικνύει ότι η αναζήτηση μορφολογικών κανόνων είναι αναγκαία.

Η σύγκριση όμως του κανόνα με την ανάγκη άλλων συνταγματικών στόχων ελευθερίας της τέχνης και εφαρμογής της σύμβασης της Γρανάδας θέτει ένα νέο πλαίσιο στην αναγκαιότητα…

Είναι απαραίτητη , υπό εμπεριστατωμένη ανάλυση και μεθοδολογία η αναζήτηση των μορφολογικών χαρακτηριστικών . Είναι απαραίτητη όμως ως εργαλείο μόρφωσης και ΄΄παίδευσης΄΄ των Ελλήνων Αρχιτεκτόνων.

Από αυτή την αναζήτησή  και την αξιολόγησή τους θα τεθούν οι κανόνες και  τα θεμέλια για τον σχεδιασμό του αύριο…

Η τέχνη κρίνεται από το αποτέλεσμα και την ιστορία αλλά και από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες , με δείκτη το σύνταγμα..

Πρέπει να προσελκύσουμε στο δίκαιό μας κανόνες σε σύγκρουση με το παρελθόν που θα διαμορφώσουν τις συνθήκες εξέλιξης της αρχιτεκτονικής και απόδειξη ότι η καλή αρχιτεκτονική μπορεί να προστατέψει τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη χωρίς ιδιαίτερα πλαίσια.

Πρόσφατα η πολιτεία θεωρώ ότι έλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες που απαντούν στο δίλλημα.

  • Διάταξη για τις άδειες δόμησης που αφορούν κτίρια σε παραδοσιακό οικισμό, παραδοσιακό ή ιστορικό τμήμα πόλης, οικιστικό σύνολο που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς και κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή νεότερα μνημεία σύμφωνα με την οποία οι αρχιτεκτονικές μελέτες εκπονούνται και υπογράφονται αποκλειστικά από αρχιτέκτονες μηχανικούς. (άρθρο 8 παρ.2 Ν.4030/2011)
  • Διάταξη σημαντικού ενδιαφέροντος για τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής σύμφωνα με την οποία η αρμοδιότητά τους εκτείνεται και σε γνωμοδότηση για αρχιτεκτονικές μελέτες που διαφοροποιούνται από τα μορφολογικά στοιχεία και την τυπολογία που επιβάλλεται με ειδικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί ανά περιοχή. (άρθρο 21 παρ.ε Ν.4030/2011)
  • Υπουργική απόφαση (26804/2011.ΦΕΚ 1427/Β/2011) για την διενέργεια αρχιτεκτονικών διαγωνισμών σχεδόν για το σύνολο των κτιριακών έργων στην Ελλάδα. Ένα νέο κανονιστικό πεδίο το οποίο θεωρώ ότι εάν προστατευτεί θα είναι η αφορμή για ένα καθαρό , διαγωνιστικό πλαίσιο αρχιτεκτονικών σχεδίων και ιδεών σε αντίθεση με την μέχρι τώρα διαδικασία συγκέντρωσης δεκαδικών ψηφίων μέσα από εκθέσεις τυπικης μεθολογίας , δάνειας ικανότητας και οικονομικών προσφορών.

 Θεσμικά προκειμένου να μην υπάρχουν διλλήματα θα πρέπει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες να ενταθούν.

Το κράτος πρέπει να χαράξει πολιτική, με κύριο γνώμονα την Αρχιτεκτονική και Οι Αρχιτέκτονες πρέπει να έχουν ως στόχο τον επαναπροσδιορισμό της θέσης τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Θα πρέπει με τα έργα τους να δημοσιοποιούν ποια είναι η σημασία της αρχιτεκτονικής δημιουργίας και ποιος ο ρόλος του αρχιτέκτονα.

 Οι άνθρωποι πάντα, με η χωρίς μνημόνια θα χρειάζονται μέρη για να εργάζονται, να ζουν να παίζουν και να ερωτεύονται. Ο Αρχιτέκτονας οφείλει να μετατρέψει αυτές τις ανάγκες σε εικόνες και η πολιτεία πρέπει να δώσει τώρα στις δύσκολες εποχές βήμα στον Αρχιτέκτονα.

Υπό τέτοιες συνθήκες θα οδηγηθούμε με φάρο τους συνταγματικούς κανόνες μας στην αρχιτεκτονική της δημιουργίας .

Μιας   δηλαδή αρχιτεκτονικής  που που  apriori και a posteriori θα αμφισβητεί κάθε κανονιστική διάταξη μορφολογικών κανόνων.

Πνευματική Ιδιοκτησία και Αρχιτεκτονική Δημιουργία

Κων/νος Καρατσώλης Δικηγόρος

 

Η Αρχιτεκτονία  – πνευματικό άυλο αγαθό και δημιούργημα που προστατεύεται από ειδικούς κανόνες.

Στο σήμερα,  η πολιτική μας , η πολιτική εν γένει σ΄ αυτό τον τόπο αποδεδειγμένα αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε ένα ευρύτερο φάσμα αξιών  θεσμών και αρχών. Περαιτέρω , θα έλεγε κανείς ότι η  πολιτική μας κατακρεούργησε , κατακερμάτισε και αλλοίωσε αξίες θεσμούς και αρχές.

Μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό αλλαγών το σημερινό ζητούμενο είναι το εξής:

 ‘’ποιες διαδικασίες και υπό ποιες προϋποθέσεις οι επιστημονικές – δημιουργικές κοινότητες θα θωρακίσουν ανά πεδίο τους αξίες και θεσμούς προς όφελος των επερχόμενων γενναίων.

Ειδικότερα το σημερινό ζητούμενο είναι με ποιον τρόπο οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες θα θωρακίσουν σε  τέτοιο βαθμό την συνταγματική αξία προστασίας του αστικού περιβάλλοντος μέσω της αισθητικής και της αρχιτεκτονικής όχι ως απλά προϊόν, ως εμπόρευμα αλλά ως τέχνη και αγαθό που θα επιτρέψει  πρωτίστως στις επόμενες γενεές  να ζήσουν υπό πολιτισμό και όχι να διαβιώσουν …

Απαρχή για αυτή την προστασία ,  ως νομικός θέτω τους ήδη υπάρχοντες νομικούς κανόνες δικαίου , το δικανικό μας ελληνικό και ευρωπαϊκό σύστημα και λέω ότι πρέπει πέραν πολιτικών να εφαρμόσουμε τους νόμους μας.

Προστασία των Αρχιτεκτονικών Δημιουργημάτων.

Αρχιετεκτονική.

Δυαδική υπόσταση. Αρχιτεκτονική ως τέχνη . Αρχιτεκτονική ως εφαρμοσμένη επιστήμη.

Αρχιτεκτονική  , Αρχιετεκτονία, Αρχιτεκτοσύνη, αναγνωρίστηκε ήδη από τους αρχαίους ως η πνευματική και καλλιτεχνική μητέρα των τεχνών.

Εκδηλώνεται με δύο ισοβαρείς όψεις , την μορφοποιημένη τέχνη και την φιλοσοφική αισθητική θεωρία. Αυτές οι δύο όψεις είναι αλληλένδετες και ολοκληρώνουν την αρχιτεκτονική ταυτότητα στην διαχρονική υπόστασή της. Προεκτάσεις αυτής της τέχνης είναι πρακτικές και κοινωνικές εφαρμογές που περιβάλλουν τη ζωή μας με πάμπολα κτίρια αλλά και πολεοδομικά σύνολα. Δηλ το άμεσο και ευρύτερο κτισμένο περιβάλλον.

Καθηγ.Μυλωνάς. Εισήγηση Ακαδημίας Αθηνών.

Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα αρχιτεκτονικά έργα, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών.

Πνευματικό δημιούργημα είναι το προϊόν του ανθρωπίνου πνεύματος, το οποίο, έχει μορφή προσιτή στις αισθήσεις και λόγω της ιδιαιτερότητας του, διαφέρει από όσα προϋπάρχουν στο περιεχόμενο ή τη μορφή του, ως προς τη συγκεκριμένη δηλαδή οργανική σύνδεση και συνθετική διαμόρφωση των επί μέρους στοιχείων του και ως προς τη συγκεκριμένη εκφραστική εφαρμογή της σχετικής αφετηριακής ιδέας του δημιουργού.

Πρωτοτυπία είναι η ιδιαίτερη ατομικότητα του έργου, που οφείλεται στην προσωπική συμβολή του δημιουργού. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο νόμος προστατεύει το έργο ως άϋλο αγαθό.

Τα αρχιτεκτονικά έργα προστατεύονται από τις διατάξεις της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στο εθνικό Δίκαιο (αρθρ.2 παρ.1 Ν. 2121/1993) και σε Διεθνείς Συμβάσεις [αρθρ. 2 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης (Παρισιού)], εφόσον νοούνται πρότυπα, πνευματικά δημιουργήματα επιστήμης.

Η πρωτοτυπία του αρχιτεκτονικού έργου χαρακτηρίζεται από τη μοναδικότητα του οικοδομήματος που διαμορφώνεται κάθε φορά διαφορετικά, ανάλογα με τη χρήση και τα πραγματικά στοιχεία.

Επισημαίνω για να συνδέσω την νομική ανάλυση με τα παραπάνω  ότι :

Η πνευματική ιδιοκτησία δεν προστατεύει τον αρχιτέκτονα μηχανικό, αλλά τον αρχιτέκτονα δημιουργό.

Η προστασία δεν αφορά τα στοιχεία του αρχιτεκτονικού έργου τα οποία προκύπτουν από τεχνικές και μηχανικές μετρήσεις[1].

Στην έννοια των αρχιτεκτονικών έργων περιλαμβάνονται τα οικοδομήματα, τόσο ως προς την εξωτερική τους μορφή όσο και ως προς τη διαμόρφωση των χώρων, καθώς και το σχέδιο ή τα σχέδια του κτηρίου που έχουν προηγηθεί της υλοποίησης, προσχέδια , σκίτσα και μακέτες.

Η προστασία των αρχιτεκτονικών έργων με τη νομοθεσία της πνευματικής ιδιοκτησίας έχει ως συνέπεια την αναγνώριση στον αρχιτέκτονα

 α) του δικαιώματος της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα)

 και

β) του δικαιώματος της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα), όπως θεσπίζονται νομοθετικά στα άρθρα 3 και 4 του Ν. 2121/93, και τις αντίστοιχες εξουσίες όπως ο νόμος προσδίδει. Σύμφωνα με την παρ. 3 του αρθρ. 4 του Ν. 2121/93 το ηθικό δικαίωμα είναι ανεξάρτητο από το περιουσιακό δικαίωμα και παραμένει στο δημιουργό ακόμα και μετά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος.

Κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, το ηθικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο.

Aυτό το ηθικό δικαίωμα (άρθρ. 4 Ν. 2121/93), πέρα των λοιπών εξουσιών, δίνει στο δημιουργό την εξουσία της απαγόρευσης κάθε παραμόρφωσης, περικοπής ή άλλης τροποποίησης του έργου του, καθώς και κάθε προσβολής του δημιουργού οφειλόμενης στις συνθήκες παρουσίασης του έργου στο κοινό. (περ. γ).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 2121/93 η συναίνεση του δημιουργού για πράξεις ή παραλείψεις, που αλλιώς θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος, αποτελεί τρόπο άσκησης του δικαιώματος αυτού και δεσμεύει το δημιουργό.

Επί αρχιτεκτονικών έργων η τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων που επιφέρει μεταβολές, οι οποίες αλλάζουν αισθητά την εξωτερική όψη και την εσωτερική διαρρύθμιση του χώρου, συνιστούν ουσιώδη παραμόρφωση του έργου και οδηγούν κατ’ αρχήν στην προσβολή του ανωτέρω ηθικού δικαιώματος του δημιουργού για τη διατήρηση της ακεραιότητας του έργου του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 γ’ του ν. 2121/1993, εφόσον βέβαια δεν συντρέχει περίπτωση συναίνεσής του.

Ωστόσο, στα αρχιτεκτονικά έργα, λόγω της φύσης τους, του ιδιαίτερου προορισμού τους να εξυπηρετούν πρακτικές ανάγκες, και του πλήθους προσώπων (φυσικών και νομικών) που εμπλέκονται, ο αρχιτέκτονας σε κάποιες περιπτώσεις  δεν μπορεί να απαιτήσει τον απόλυτο σεβασμό του ηθικού δικαιώματος της ακεραιότητας του έργου του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ηθικό δικαίωμα χάνεται καθ’ ολοκληρία.

Επί αρχιτεκτονικών έργων η τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων που επιφέρει μεταβολές, οι οποίες αλλάζουν αισθητά την εξωτερική όψη και την εσωτερική διαρρύθμιση του χώρου, συνιστούν ουσιώδη παραμόρφωση του έργου και οδηγούν κατ’ αρχήν στην προσβολή του ανωτέρω ηθικού δικαιώματος του δημιουργού για τη διατήρηση της ακεραιότητας του έργου του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 γ’ του ν. 2121/1993, εφόσον βέβαια δεν συντρέχει περίπτωση συναίνεσής του.

Ωστόσο, στα αρχιτεκτονικά έργα, λόγω της φύσης τους, του ιδιαίτερου προορισμού τους να εξυπηρετούν πρακτικές ανάγκες, και του πλήθους προσώπων (φυσικών και νομικών) που εμπλέκονται (ιδιοκτήτης, πολεοδομική υπηρεσία κλπ), ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να απαιτήσει τον απόλυτο σεβασμό του ηθικού δικαιώματος της ακεραιότητας του έργου του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ηθικό δικαίωμα χάνεται καθ’ ολοκληρία.

Βέβαια οι μεταβολές για να είναι αποδεκτές θα πρέπει να μην είναι ουσιώδεις, ώστε να μην αλλοιώνεται η αρμονία της δημιουργίας.

Έτσι ο Αρχιτέκτονας στα πλαίσια της καλής πίστης οφείλει να αποδεχτεί τροποποιήσεις που γίνονται για λόγους οικονομικούς ή πρακτικούς ή επιβάλλονται από την πολεοδομία ή άλλες αρχές.

Γενική συμφωνία περί μεταβιβάσεως πνευματικής ιδιοκτησίας,  καταλαμβάνει μόνο το περιουσιακό δικαίωμα και όχι το ηθικό, κατά ρητή διατύπωση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 2121/93.

Αλλά και στην περίπτωση που υπήρξε συμφωνία επέκτασης της μεταβιβάσεως του ηθικού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αυτή θα ήταν εξ αρχής άκυρη.

Η διάταξη του άρθρου 16 Ν. 2121/93 είναι λάθος να ερμηνεύεται ως μεταβίβαση του ηθικού δικαιώματος, γιατί αφορά συναίνεση κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

 

 

Προστασία.

Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται με ένα πλέγμα αστικών και ποινικών κυρώσεων αλλά και με προληπτικά μέτρα. Η προστασία αυτή θεμελιώνεται στις ειδικές ρυθμίσεις (άρθρα 63, 63Α, 63Β, 64, 64Α, 65, 65Α, 66, 66Α-66Δ) του Ν. 2121/93, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς επίσης και στις γενικές διατάξεις του Αστικού (ενδεικτικά: 59, 60, 914, 904, 739, κλπ ΑΚ) και Ποινικού Δικαίου (ενδεικτικά: 370 Β ΠΚ κλπ).

Σε περίπτωση λοιπόν που κάποιος προσβάλλει με πρόθεσή το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ενέργεια αυτή εκτός των άλλων είναι άκυρη ως αντίθετη με τα χρηστά ήθη.

(Λ. Κοτσίρης – Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Κεφάλαιο Γ΄, σελ.112).

Επιπλέον σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 65 παρ.1 του νόμου 2121/1993.Επιπλέον αυτός που προσβάλλει το πνευματικό δικαίωμα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση ποσού ίσης αξίας με το διπλάσιο της αξίας του έργου (αμοιβής νόμιμης της μελέτης εν προκειμένω) διάταξη του αρ. 65 παρ.2 του νόμου 2121/1993).

Συνεπώς : οι αρμόδιες υπηρεσίες θα πρέπει να εξετάσουν με ενδελεχή τρόπο την πιθανότητα προσβολής του πνευματικού έργου προς όφελος του αρχιτεκτονικού δημιουργήματος και συμφώνως προς το νομοθετικό πλαίσιο , ως αναλύθηκε.

Πέραν όμως της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης θεωρώ ότι θεσμικά θα πρέπει να εξεταστούν οι εξής προτάσεις :

Εν προκειμένω :

Για τις δημόσιες συμβάσεις.

Στις περιπτώσεις Αρχιτεκτονικών διαγωνισμών θα πρέπει να εκδοθεί υπουργική απόφαση που να αποτυπώνει πρότυπο τεύχος σύμβασης κατά την οποία θα αποκλείεται η μεταβίβαση του ηθικού δικαιώματος του Αρχιτέκτονα καθώς ενδεχόμενη τροποποίηση του πνευματικού έργου χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού.

Ενόψει τροποποιήσεων του θεσμικού πλαισίου διενέργειας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων όλων των περιπτώσεων σταδίων μελετών που βραβεύονται.

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς  ακραία πραγματικά και εκτός νομικού πολιτισμού τα ιδιωτικά συμφωνητικά που αναγκάζονται να υπογράψουν κυρίως νέοι Αρχιτέκτονες  για την παραλαβή των χρηματικών βραβείων

Αντίστοιχα στις περιπτώσεις εφαρμογής του Ν.3316/2005 και εν όψει τροποποιήσεως του θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να διασαφηνιστεί η περίπτωση εκπονήσεως ή τροποποιήσεως σταδίων Αρχιτεκτονικών μελετών λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του Ν. Ν. 2121/93.

Στις περιπτώσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων (π.δ 609/1985, Ν.3263/2004) θα πρέπει να προστεθούν διατάξεις οι οποίες θα καθορίζουν την διαδικασία παρέκλισης των εκτελούμενων εργασιών, τροποποιήσεως των αρχιτεκτονικών μελετών και παράδοσης του έργου με την αντίστοιχη συναίνεση του  αρχιτέκτονα του μελετώμενου έργου.

Σε περιπτώσεις δε αλλαγής σχεδίων , όψεων και μορφής των έργων θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα συμπληρωματικής συμβάσεως με τον αρχικό μελετητή υπό ορισμένες και σαφείς προϋποθέσεις.

Στόχος δεν είναι η δημιουργία νέας ύλης για τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό αλλά η προστασία του έργου του Αρχιτέκτονα – Δημιουργού προς όφελος του αστικού περιβάλλοντος και της σύγχρονης αισθητικής.

Τέλος πρέπει να καταστεί σαφές μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων ότι στην Ελλάδα δεν μπορούν όλοι να Αρχιτεκτονούν.

Διότι εν τοις πράγμασι τι σημασία έχουν τα ανωτέρω , τι σημασία δηλαδή θα έχει η ατομική προστασία κάθε αρχιτέκτονα για το ατομικό του έργου όταν το αποτέλεσμα θα αναδεικνύει κατασκευές και δόμηση άνευ αρχιτεκτονικής αξίας και προσωπικότητας.

Η πολιτική εν γένει κυρίως μεταπολεμικά δεν προστάτεψε το αποκλειστικό  επαγγελματικό δικαίωμα των Αρχιτεκτόνων ( δικαίωμα που είχε αποτυπωθεί σε παλαιότερα νομοθετήματα Β.διάτγμα 1836,Ν.Δ 1923,) να σχεδιάζουν και να ελέγχουν την κατασκευή του έργου συνόλου του έργου μέχρι την παράδοση στον πολίτη.

Η πολιτική της  συνολικής αντιπαροχής, των νέων επαγγελματικών ομάδων και οι τάσεις εμπορευματοποίησης της τέχνης γενικότερα αποτύπωσαν ένα νέο θεσμικό πλαίσιο γύρω από την κατασκευή που ενσαρκώθηκε με το   Β.Δ. 769/1972 ΦΕΚ 223Α/12-12-1972 για τους Υπομηχανικούς και κάποιες εγκυκλίους των πολεοδομικών υπηρεσιών οι οποίες ‘’ανακάτεψαν την τράπουλα των επαγγελματικών δικαιωμάτων με την ευλογία όλων εμπλεκομένων ειδικοτήτων των Μηχανικών’’.

Για το συγκεκριμένο ζήτημα όμως πιστεύω ότι θα έχω την ευκαιρία να εκφράσω τις νομικές μου σκέψεις αύριο κατά την συνάντηση του συντονιστικού Σας….

Δύσκολη πραγματικά εποχή….

Εποχή όμως για νέα πλαίσια πιο σταθερά με επίκεντρο τις ανθρώπινες αξίες και το συνταγματικό μας χάρτη.

Προς τούτο πρέπει κατά τη γνώμη μου να οδηγηθούμε σε δράσεις και διαδικασίες  οποίες θα πρέπει πρώτα και πάνω από όλα, υπό τη σκέπη του συντάγματος:

Να διασφαλίσει την ύπαρξη της ιδέας , της σκέψης και της δημιουργίας στα σπίτια μας και στο περιβάλλον, Να διασφαλίσει στον επιστήμονα αρχιτέκτονα δημιουργό ότι μπορεί να δράσει  και να υλοποιήσει όλα αυτά που διδάχθηκε.

Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η ορθολογική χωροταξική διάρθρωση της χώρας έχουν αναχθεί σε συνταγματικό κανόνα, απευθύνονται δε επιταγές στον Νομοθέτη (κοινό ή κανονιστικό) να λάβει μέτρα που συντελούν στην αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος, με κριτήρια την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και ανάπτυξης των οικισμών και την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης.

Η έννοια της αισθητικής των πόλεων και η σημερινή ανάγκη των πολιτών όχι μόνο να διαβιώνουν αλλά να ζουν σ’ ένα κόσμο με όραμα και τέχνη απευθύνουν μέσω του συντάγματος την ρύθμιση και την λήψη των μέτρων που θα φέρουν την αρχιτεκτονική στο δομημένο περιβάλλον και θα δίνουν το δικαίωμα στον Αρχιτέκτονα δημιουργό να σχεδιάσει υπό την σκέπη και την προστασία του Συντάγματος και του Κράτους Δικαίου προς όφελος των πολιτών.(βλ.Καρατσώλης Κων/νος.Εισήγηση ΣΑΔΑΣ.Φεβρουάριος 2010)

 [1] Καλλινίκου Δ. Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, Αθήνα 2005, σελ 36