«Βιωσιμότητα και Φέρουσα Ικανότητα στον Σχεδιασμό: Αρχή ή Έννοια;» Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό LAWYER | The Business Magazine.

Η αρχή της Βιωσιμότητας – Νομοθεσία και Νομολογία (2010-2024)

Στο πεδίο του δικαίου Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος διάγουμε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας (2010 – 2024) η οποία διακρίνεται, αφενός από πολλές νομοθετικές πρωτοβουλίες και αφετέρου από την έκδοση πολλών αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που διαμορφώνουν μια έντονη τάση για τη μείωση του φαινομένου της άναρχης δόμησης στην εκτός σχεδίου περιοχή, την προστασία του περιβάλλοντος και διαφύλαξη της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομίας.

Πράγματι, ειδικά την τελευταία 15ετία, εάν κωδικοποιήσει κανείς το σύνολο των νομοθετημάτων γύρω από αυτά τα ζητήματα της πολεοδομίας, της χωροταξίας και του περιβάλλοντος, θα διαπιστώσει την ψήφιση άνω των 15 σημαντικών κατά το νομοθέτη πρωτοβουλιών, όπου στην αιτιολογική τους έκθεση περιγράφεται η ανάγκη πολεοδομικής μεταρρύθμισης και αλλαγής με στόχο τη βιωσιμότητα και την προστασία του περιβάλλοντος. Αναφέρουμε ιδίως την ψήφιση των Ν. 4030/20111, Ν. 3937/20112, Ν. 4178/20133, 4447/ 20164, 4467/20175, N. 4685/20206, Ν. 4964/20227 και τον πρόσφατο Ν. 5037/20238καθώς και τον τελευταίο νόμο του 2024 «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των πολυεπίπεδων επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στους τομείς:

α) της διαχείρισης υδάτων,

β) της διαχείρισης και προστασίας των δασών,

γ) της αστικής ανθεκτικότητας και πολιτικής,

δ) της καταπολέμησης της αυθαίρετης δόμησης,

ε) της ενεργειακής ασφάλειας».

Γεννάται επιπλέον το ερώτημα: Oι νομοθετικές πρωτοβουλίες, όπου στο αιτιολογικό και στο σκεπτικό τους έχουν ως στόχο την πολεοδομική μεταρρύθμιση, έφεραν τα επιθυμητά αποτελέσματα; Η αλήθεια είναι, ότι διακρίνεται συνεχής, εγγενής προβληματισμός τόσο στον τυπικό νομοθέτη όσο και στον εφαρμοστή του δικαίου και στους πολίτες.

Παράλληλα, ιστορικά ενώ προσπαθούμε να αποκαταστήσουμε δια νομοθετικών πρωτοβουλιών κενά του παρελθόντος και να ενσωματώσουμε τη νομολογία του ΣτΕ, στον ευρωπαϊκό χώρο τελούνται σημαντικές και εξαιρετικές αλλαγές που αλλάζουν και τοποθετούν τον πήχη ακόμα πιο ψηλά σε σχέση με τις δικές μας προοπτικές και μεταρρυθμίσεις. Με φάρο την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία διαμορφώνεται το νέο πεδίο του «Δικαίου της Βιωσιμότητας» και αναπτύσσονται ταχύτατα εξειδικεύσεις της νομικής επιστήμης (Φυσικοί Πόροι – Προστασία της Φύσης, Κυκλική οικονομία, Προστασία του Κλίματος – Ενεργειακή ουδετερότητα – Αστική βιωσιμότητα, κινητικότητα κ.α).

Περαιτέρω, ενσωματώνονται στο πεδίο των νομικών μελετών και ελέγχων οι εκθέσεις βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας (legal sustainability report) και φέρεται το δίκαιο βιωσιμότητας (Sustainability law) να διαμορφώνει ένα ευρύτερο κλάδο δικαίου από τον παραδοσιακό τομέα του Δικαίου Περιβάλλοντος.

Υπό αυτό το πρίσμα και υπό αυτή την ιστορική συνθήκη, ως αναλύθηκε, ο σύγχρονος νομικός καλείται να δώσει απαντήσεις στο ερώτημα: «Πώς το εθνικό δίκαιο μπορεί να διαδραματίσει ουσιαστικό ρόλο στην εφαρμογή των Ευρωπαϊκών εξελίξεων για τη βιωσιμότητα;»

Το ειδικό ζήτημα της «φέρουσας ικανότητας»

Αν και η ρητή νομοθετική αποτύπωση του ορισμού της Φ.Ι. είναι εξαιρετικά πρόσφατη, το ΣτΕ ήδη από την δεκαετία του 1990 επικαλούταν την έννοια αυτή είτε κατά την κρίση επί αιτήσεων ακυρώσεως αποφάσεων είτε κατά την έκδοση πρακτικών επεξεργασίας (ΠΕ) επί σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων στο πλαίσιο άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων.

Η έννοια της Φ.Ι. έχει, μεταξύ άλλων, οριστεί ως η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων, ώστε να μην επέλθει σοβαρή επιδείνωσή τους10. Ο προσδιορισμός της απαιτεί συνεκτίμηση παραμέτρων του τρίπτυχου κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον και δεν εξαρτάται μόνο από μετρήσιμα ποσοτικά δεδομένα (τεχνικά, οικονομικά, επιστημονικά), αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών παραγόντων που συνδέονται με τις πολιτιστικές αξίες, τις παραδόσεις, τη φυσιογνωμία της περιοχής.

Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι., στην παρ. 1 του άρθρου 64 του πρόσφατου Ν. 4964/202212 δόθηκε ο νομοθετικός ορισμός της ως εξής: «Ως Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος, νοού- νται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία».

Ενσωμάτωση νέων αρχών και τάσεων στο σχεδιασμό και στο Δίκαιο

Κυρίαρχο συμπέρασμα των ανωτέρων δεδομένων καθίσταται ότι, πέραν του γενικότερου «βάρους» των πολεοδομικών αλλαγών και μεταρρυθμίσεων, πρέπει να ενσωματώσουμε νέες νομικές έννοιες, νέα πεδία εξειδίκευσης και σαφώς να επαναπροσδιορίσουμε τις απαιτήσεις νομικών ελέγχων και εκθέσεων υπό το φως των σημαντικών νομικών εξελίξεων.

Πρώτο μεγάλο πεδίο ενσωμάτωσης των αλλαγών αποτελεί ο σχεδιασμός και ιδίως το πρόγραμμα που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά σε εκατοντάδες Τοπικά και Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια που εκπονούνται για το σύνολο σχεδόν της χώρας.

Ζητήματα, όπως η ενσωμάτωση στο εσωτερικό μας δίκαιο και στις διαδικασίες σχεδιασμού των υποχρεωτικών εκθέσεων βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας τουλάχιστον για σχέδια ή προγράμματα, καθώς και η νομική αξιολόγηση και η ένταξη στο σχεδιασμό των αρχών της φέρουσας ικανότητας θα μας απασχολήσουν ως προαπαιτούμενα την επόμενη ιστορική περίοδο.

Εντασσόμενοι σε αυτό το νέο ιστορικό κύκλο που μας δεσμεύει ως φαίνεται α) να αποκαταστήσουμε την ασφάλεια δικαίου συμφώνως με τις αποφάσεις του ΣτΕ και β) να μελετήσουμε νέες διεθνείς νομικές τάσεις, ώστε να ακολουθήσουμε την πορεία της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, θεωρούμε ότι η πρόκληση δεν είναι μόνο μέρος της νομικής επιστήμης.

Οι νέες διεθνείς νομικές τάσεις καθώς και η νομολογία του ΣτΕ αναδεικνύουν την αναγκαιότητα όχι μόνο επεξεργασίας – δημιουργίας και ακολουθίας των νόμων per se, αλλά πολύ περισσότερο, τη δημιουργία «attitude» – αντίληψης και κουλτούρας, ώστε να διέπονται όλες οι δράσεις, οι ενέργειές μας και οι ενσωματώσεις στο δίκαιό μας από συνεκτικότητα και κοινό στόχο. Η εδραίωση νομικών εργαλείων (sustainability reports, αξιολόγηση ενσωμάτωσης αρχών της φέρουσας ικανότητας στο σχεδιασμό) θα υποβοηθήσουν αυτή την πρόοδο, ώστε από την έννοια της υποχρεωτικότητας και της «αρχής» να οδηγηθούμε στην έννοια της κοινής κατανόησης και στοχοθεσίας για την βιωσιμότητα. Στην έννοια της «αντίληψης».

«ESG: Προκλήσεις στην εφαρμογή τους», άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό LAWYER | The Business Magazine

H Νομοθεσία για τα κριτήρια ESG (Environmental, Social, Governance) έχει αναδειχθεί ως κρίσιμος παράγοντας για τη βιώσιμη ανάπτυξη των επιχειρήσεων, την προώθηση υπεύθυνων πρακτικών και την προτεραιοποίηση στη χρηματοδότηση επενδύσεων. Σημαντικός κρίνεται ο εντοπισμός των προκλήσεων και των κενών που εμφανίζονται κατά την εφαρμογή των ΕSG, ώστε με τα κατάλληλα εργαλεία αυτά να αντιμετωπίζονται και να ελαχιστοποιούνται.

Greenwashing και ESG

Υπό αυτό το πρίσμα, και με δεδομένο ότι τα κριτήρια ESG και οι εκθέσεις βιωσιμότητας συνεχίζουν να επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τις επενδυτικές ευκαιρίες, το Greenwashing φαίνεται να παρουσιάζεται ως ένα μεγάλο πρόβλημα παγκοσμίως, αποτελώντας σημαντικό εμπόδιο για τις εταιρείες επενδύσεων που στοχεύουν να εφαρμόσουν τη βιωσιμότητα στην επενδυτική τους στρατηγική.

Τι είναι όμως το «Greenwashing» – Ο όρος του «πράσινου ξεπλύματος»;

«Παραπληροφόρηση που διαδίδεται από έναν οργανισμό, ώστε να παρουσιάζεται μια δημόσια εικόνα περιβαλλοντικής ευθύνης που δημοσιεύεται από ή για έναν οργανισμό, αλλά θεωρείται ως αβάσιμη ή σκόπιμα παραπλανητική», ή «πρακτική της προώθησης φιλικών προς το περιβάλλον προγραμμάτων για την εκτροπή της προσοχής από τις μη, ή λιγότερο, φιλικές προς το περιβάλλον δραστηριότητες ενός οργανισμού»[1].

Έλλειψη Καταρτισμένου Προσωπικού

Η έλλειψη κατάλληλου ανθρώπινου δυναμικού με γνώση και εμπειρία στον τομέα ESG και βιωσιμότητας μπορεί να αποτελέσει τροχοπέδη στην αποτελεσματική υλοποίηση των πολιτικών συμμόρφωσης και πρακτικών. Πλέον καθίσταται απαραίτητο εταιρίες που ασχολούνται ειδικά με την ανάπτυξη ακινήτων και την αδειοδότηση επενδύσεων να διαθέτουν καταρτισμένη νομική και τεχνική ομάδα στο δίκαιο της βιωσιμότητας, του περιβάλλοντος, στις πρακτικές και στα ESG κριτήρια. Είναι σαφές πιά πως η διαμόρφωση μιας νέας κουλτούρας και αντίληψης εντός των εταιριών για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζονται πλέον οι επενδύσεις και οι κάθε είδους αναπτύξεις είναι αναγκαία.

Ελλείψεις στα υπάρχοντα πολεοδομικά εργαλεία

Αναφορές των κριτηρίων ESG στην ελληνική νομοθεσία, αναφορικά με τον πολεοδομικό σχεδιασμό εμφανίζονται στον Ν. 4864/2021 (ΦΕΚ 237/Α/2.12.2021) περί Στρατηγικών Επενδύσεων, όπου στην περίπτωση έγκρισης του ειδικού πολεοδομικού εργαλείου του Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. ορίζεται ότι «Επενδυτικά σχέδια για τα οποία εγκρίνεται Ε. Σ.Χ.Α.Σ.Ε., οφείλουν από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας τους να εφαρμόζουν σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης στη βάση των κριτηρίων ESG και να καταρτίζουν ετήσιο απολογισμό Βιωσιμότητας («sustainability reporting») για την παράθεση μη χρηματοοικονομικών πληροφοριών στο πλαίσιο των ESG, σύμφωνα με διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα.» Παράλληλα, ο νόμος προβλέπει την έκδοση ΚΥΑ, με την οποία θα καθορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή από τον επενδυτή σχεδίου αρχών βιώσιμης ανάπτυξης. Ωστόσο, δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα το εν λόγω σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης, ώστε να αναλύονται με περισσότερες λεπτομέρειες η εξέταση και η εφαρμογή των ESG και Sustainability κριτηρίων, στο πλαίσιο επιλογής ενός πολεοδομικού εργαλείου για την ανάπτυξη μιας έκτασης. Παρόλο που στο νομοθετικό πλαίσιο υπάρχουν αναφορές και κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα προς την επιτακτική ανάγκη αξιολόγησης των επενδύσεων υπό το νέο πρίσμα της βιωσιμότητας, η εξειδίκευση αυτού του πλαισίου δεν έχει πλήρως θεσπιστεί, δημιουργώντας σημαντικά κενά και προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν για την εν τοις πράγμασι βιώσιμη και υπεύθυνη επιχειρηματική πρακτική, ελαχιστοποιώντας τον «φόβο» για την υιοθέτηση Greenwashing πρακτικών.

[1] Οι εν λόγω πολιτικές “Greenwashing” θεωρούνται ότι αποτελούν μια νέα τάξη πραγμάτων στις δικαστικές διαφορές για το κλίμα (climate litigation) [βλ. την ολλανδική υπόθεση «FossielVrij NL v. KLM» σχετικά με τις διαφημίσεις «Greenwashing»].

«Οι Στρατηγικές Επενδύσεις στον Τουρισμό», δημοσιευμένο στην εφημερίδα Καθημερινή

Είναι οι Στρατηγικές Επενδύσεις απαραίτητα και «μεγάλες επενδύσεις»;

Στρατηγικές Επενδύσεις, οι επενδύσεις οι οποίες λόγω της στρατηγικής τους βαρύτητας για την εθνική ή τοπική οικονομία, με κύρια χαρακτηριστικά την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων, τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό και την εξοικονόμηση φυσικών πόρων, δύνανται να ενισχύσουν την ανάδειξη φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος της Χώρας και την ανασυγκρότηση, σύμφωνα με τις αρχές της ισόρροπης και αειφόρου ανάπτυξης.

Ολοένα και περισσότερο παρατηρείται, σπουδαίες επενδύσεις στον τουρισμό στη χώρα μας, να αναπτύσσονται μέσω του οργανωμένου πλαισίου των Στρατηγικών Επενδύσεων.

Παράλληλα ωστόσο φαίνεται να γεννάται από τις τοπικές κοινωνίες ο προβληματισμός, ίσως και η γνώμη, ακόμη πιο έντονα για τα μικρά νησιά των Κυκλάδων, ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις συντελούν στην υπερανάπτυξη, στην απώλεια της πολιτιστικής ταυτότητας, και στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος.

Αυτό που θα πρέπει να γίνει αντιληπτό είναι ότι ο θετικός ρόλος των Στρατηγικών επενδύσεών στη βιώσιμη ανάπτυξη απορρέει από το πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, το οποίο παρέχει αποκλειστικά τη δυνατότητα έγκρισης, επιστημονικά και τεκμηριωμένα, ενιαίου πολεοδομικού σχεδιασμού με αυστηρούς περιβαλλοντικούς όρους, μέσω της εκπόνησης ΕΣΧΑΣΕ και ΣΜΠΕ και έγκρισης αυτών με την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος. Με την εν λόγω διαδικασία και την προηγούμενη επεξεργασία του Π.Δ. από το Συμβούλιο της Επικρατείας, παρέχεται ασφάλεια δικαίου τόσο στην ίδια την επένδυση όσο και στην προστασία του περιβάλλοντος. Εξάλλου, κάθε Στρατηγική Επένδυση υποχρεούται να εκπονεί σχέδιο αρχών βιώσιμης ανάπτυξης βάσει των κριτηρίων «ESG », καθώς και ετήσιο απολογισμό βιωσιμότητας «sustainability reporting».

Αυτό επιβεβαιώνεται άλλωστε και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο έχει κρίνει θετικά το πολεοδομικό εργαλείο του ΕΣΧΑΣΕ ως «εργαλείο βιώσιμης ανάπτυξης» που ικανοποιεί την επιδίωξη του Συντάγματος για την οργανωμένη εγκατάσταση δραστηριοτήτων, αντί της «απρογραμμάτιστης και διάσπαρτης» εκτός σχεδίου δόμησης (βλ. ΣτΕ 2564/2022).

Προκύπτει συνεπώς ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις μέσω του ενιαίου πολεοδομικού σχεδιασμού και του ολιστικού διοικητικού ελέγχου που λαμβάνει χώρα σε κάθε στάδιο της αδειοδότησής τους (από την υπαγωγή στο νόμο των Στρατηγικών Επενδύσεων, την επεξεργασία του σχεδίου Π.Δ. έγκρισης του ΕΣΧΑΣΕ από το ΣτΕ, έως την έκδοση της οικοδομικής άδειας), μπορούν να αποτελέσουν μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης, ειδικά σε περιοχές με ευαίσθητο οικοσύστημα, όπως είναι τα μικρά νησιά, σε σχέση με τη δημιουργία ενός 5* ξενοδοχείου με τις διατάξεις της εκτός σχεδίου δόμησης.

Ενδιαφέρον, επιπλέον, παρουσιάζει πώς λαμβάνει υπόψη του το νέο (υπό διαβούλευση) Ειδικό Χωροταξικό Σχέδιο για τον Τουρισμό την τουριστική ανάπτυξη. Εκτός άλλων, το σχέδιο φαίνεται να προσδίδει την χωροταξική κατεύθυνση της τουριστικής ανάπτυξης στις «οργανωμένες αναπτύξεις» (ΕΣΧΑΣΕ, ΣΤΚ, ΠΟΤΑ), ενώ σε κάποια νησιά προτείνει τις οργανωμένες αναπτύξεις “ήπιας ανάπτυξης” (ανώτατος συντελεστή δόμησης στο ½ του ισχύοντος).

Λαμβάνοντας υπόψη τη νέα χωροταξική κατεύθυνση που φαίνεται να υιοθετείται, βεβαιώνεται ότι οι Στρατηγικές Επενδύσεις και το ΕΣΧΑΣΕ, αποτελούν ήδη ένα παράδειγμα για το πώς μπορούν να τεθούν όρια στην εκτός σχεδίου δόμηση και να προωθηθούν βιώσιμες επενδύσεις που προστατεύουν τη φύση. Άλλωστε αυτό που ελέγχεται πρωταρχικά για τον χαρακτηρισμό μιας επένδυσης ως Στρατηγικής είναι εάν φέρει έντονα χαρακτηριστικά βιωσιμότητας.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια αξίζει να τονιστεί ότι σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η ιδιωτική πρωτοβουλία στον σχεδιασμό, ώστε η πρόταση και υλοποίηση της Στρατηγικής Επένδυσης να έχει χαρακτήρα ήπιας ανάπτυξης που σέβεται το περιβάλλον.

Υπό το πρίσμα αυτό καθίσταται σαφές ότι οι Στρατηγικές επενδύσεις δεν είναι απαραίτητα «μεγάλες» επενδύσεις και δεν θα πρέπει να μας «φοβίζουν». Αντίθετα, πρέπει να τις βλέπουμε ως ευκαιρία οργανωμένης και βιώσιμης ανάπτυξης των τουριστικών επενδύσεων και του περιβάλλοντος αυτών.

«Ρυθμιστικό Πλαίσιο για Έργα Υδρογόνου: Εθνική και Ευρωπαϊκή Προσέγγιση.» Δημοσιεύτηκε στο energypress.gr

Addressing climate change and achieving decarbonisation are primary objectives of contemporary energy policies worldwide. The European Union has set the goal of achieving climate neutrality by 2050, with the reduction of greenhouse gas emissions at the core of its efforts. In this context, hydrogen is emerging as a central tool for supporting the energy transition and achieving these objectives. The development of hydrogen projects, whether relating to production, storage, or use, creates new prospects but also challenges for national and European legal systems. Among the gaps and problematic issues on the agenda are, inter alia, the following questions:

  • Under which specific category of environmental permitting do hydrogen installations and their ancillary works fall?
  • What land uses can accommodate such installations, and according to which nuisance/disturbance classifications are they recorded?

This article constitutes a preliminary publication of a detailed legal study, which will examine the regulatory framework for hydrogen projects at European level, with a thorough review of the relevant legal framework in approximately 15 countries of the European continent. By placing emphasis on these legislative directions, depending on their level of maturity, and on Greece’s strategy to date for promoting hydrogen, the study seeks to crystallise the challenges faced by hydrogen projects from a legal and environmental perspective in Greece. The study concludes with policy proposals aimed at strengthening the national legislative basis, enabling the faster penetration of hydrogen into the energy market, while at the same time promoting sustainable development and the energy transition.

The role of hydrogen in the energy transition

Hydrogen is considered the fuel of the future, as it is clean, environmentally friendly, and can be used in various applications across the economy. The production of hydrogen through renewable energy sources (RES), known as “green hydrogen,” is one of the main technological solutions promoted for reducing carbon emissions. Green hydrogen is produced through electrolysis, a process in which water is split into oxygen and hydrogen using electricity generated from RES such as wind and solar power. This type of production makes green hydrogen a zero-emission product, since no greenhouse gases are released during the process. As a result, green hydrogen plays a significant role in Europe’s effort to achieve climate neutrality. The use of hydrogen extends to many sectors. In transport, hydrogen is already used in vehicles powered by fuel cells, while its prospects for heavy-duty vehicles, aircraft, and ships are considered promising. In industry, hydrogen can replace fossil fuels in processes requiring high energy input, such as steel and cement production, while its capacity for storing energy from RES adds further value to the energy system, as it can balance the intermittent generation from sources such as wind and solar, thereby enhancing energy stability.

However, despite its significant potential, hydrogen faces challenges relating to production cost and infrastructure. At present, the production of green hydrogen is more expensive than “grey” hydrogen, which is produced from natural gas. Nevertheless, technological developments and investments are expected to reduce costs, making green hydrogen more competitive in the coming years.

European hydrogen strategy and examples from across Europe

The European Union has recognised hydrogen as a key tool for achieving its climate neutrality objectives. By 2030, the EU aims to produce 10 million tonnes of green hydrogen, while by 2050 the full integration of hydrogen into the Union’s energy system is envisaged.

Various European countries have adopted ambitious strategies to promote the production and use of hydrogen, with their legal frameworks largely following rules applied by analogy from those governing natural gas and industrial activities:

  • Germany: Germany is considered a leader in hydrogen policy, with its regulatory framework focusing on integrating hydrogen into its energy network. Hydrogen installations are subject to specific permitting procedures under the Federal Emission Control Act (BImSchG), while safety and environmental protection rules are strict, contributing to the long-term sustainable development of the hydrogen industry.
  • France: Hydrogen in France is subject to a specific legal framework established in the Energy Code, with clear distinctions between “renewable” hydrogen and “low-carbon” hydrogen. In addition, hydrogen production and storage infrastructure requires environmental permitting and strict safety standards due to the flammability of hydrogen, ensuring that the development of the technology takes place under conditions of environmental safety.
  • Spain and Portugal: These countries are promoting the use of hydrogen in transport and industry, while developing infrastructure for the large-scale production and distribution of hydrogen within the energy network. In particular, Spain aims to develop renewable hydrogen, linking it to the country’s ambitions for achieving climate neutrality.
  • Netherlands: In the Netherlands, the regulatory framework for hydrogen is still under development, with local authorities applying different approaches depending on the area and type of installation. The country promotes the adoption of technical standards and the use of “safe by design” installations for the safe development of hydrogen projects, a fact that highlights the Netherlands’ leading role in innovation.
  • Denmark: Denmark has set ambitious goals for hydrogen development through Power-to-X (PtX) technology, aiming to create an electrolysis capacity of 4-6 GW by 2030. For this reason, its legal framework focuses on ensuring environmental sustainability and facilitating investment, making Denmark a model for the development of green technologies.
  • Norway: Although the regulatory framework in Norway has not yet fully matured, the country promotes the production of green hydrogen from RES, with strict regulatory frameworks ensuring safety and compliance with environmental requirements.
  • Sweden: Sweden focuses on the production of green hydrogen to reduce carbon emissions, while the legal framework for hydrogen relies on existing natural gas regulations, with provisions for environmental protection, while also focusing on infrastructure development and reducing production costs.
  • Austria: Although Austria has adopted relevant legislation providing incentives for the production of renewable gases and hydrogen, the legal framework remains a work in progress. Hydrogen installations remain central to the energy strategy, given that exemptions for such installations are maintained within the RES framework. Furthermore, the provisions support hydrogen production from RES and the creation of infrastructure, ensuring compliance with applicable legislation.
  • Slovakia: Slovakia is examining the possibility of adapting its natural gas network for the storage and distribution of hydrogen, with emphasis on studies regarding the technical suitability of pipelines and the potential effects of blending hydrogen with natural gas on corrosion. Furthermore, it is expected to proceed with the introduction of new legislation to support hydrogen projects, including provisions on safety, infrastructure, and hydrogen transport.
  • Poland: In Poland, hydrogen is classified as a hazardous substance or fuel gas under various legislative provisions. Installing a hydrogen production unit in Poland requires compliance with strict environmental rules, as well as obtaining multiple permits, which ensure that the unit’s activities meet standards of environmental protection, safety, and sustainable resource management.
  • Belgium: Belgium has adopted a strategy aimed at achieving complete decarbonisation by 2050, with hydrogen playing a central role. The country’s regulatory framework relies mainly on European directives, such as the Pressure Equipment Directive (PED) and the ATEX Directive on explosive atmospheres. Harmonisation with European regulations strengthens the development of the hydrogen market, while the government places emphasis on international cooperation for infrastructure development.
  • Finland: Finland promotes the development of the hydrogen economy as part of its goal of climate neutrality by 2035, with particular emphasis on research and innovation. However, the country faces challenges in hydrogen storage, as it lacks geological formations for low-cost storage. The legal framework is evolving, while the country focuses on participation in European initiatives and on taxation measures to support hydrogen-based mobility.
  • United Kingdom: The United Kingdom has set as a central goal the integration of hydrogen into transport and industry. Existing regulations, such as the Gas Act 1986, govern the transport and storage of hydrogen, while large-scale projects are subject to environmental assessments by Ofgem, supporting the development of the hydrogen market.
  • Luxembourg: Luxembourg’s legal framework is characterised by strict licensing procedures and environmental impact assessments, given that hydrogen is classified among hazardous substances. However, the government encourages the simplification of procedures, in order to facilitate the development of the hydrogen market and support the transition to green energy.

By comparison, Germany and France stand out for developing the most comprehensive legal frameworks, with strong state support and strategies aiming at leadership in the hydrogen sector. They are followed by countries such as the Netherlands, Sweden, and Finland, which, although they do not have a fully developed legislative framework, demonstrate significant progress in research and technology development. By contrast, countries such as Poland and Slovakia face challenges due to the absence of specialised legislation and the slow development of infrastructure. Denmark, Austria, Belgium, and Norway focus on sustainable development through the use of renewable sources, while Finland, Portugal, Spain, and the United Kingdom focus on more innovative solutions for the storage and industrial use of hydrogen.

Codification of directions for the institutional framework of hydrogen

At European level, the inclusion of green hydrogen in the RES category creates more favourable conditions for its development. The regulatory framework governing natural gas infrastructure is used as the main starting point, with adjustments that take into account the particular characteristics of hydrogen. The codification of legal directions includes, among other things, the application by analogy of the provisions relating to the licensing of natural gas or RES installations, the management of industrial waste, the monitoring of emissions, as well as compliance with European safety standards.

Greece on the path to hydrogen: the national strategy and the NECP

Greece has set ambitious goals for the development of hydrogen projects, within the framework of its decarbonisation strategy and the achievement of climate neutrality by 2050. The National Hydrogen Strategy is incorporated into the National Energy and Climate Plan (NECP) and aims at the rapid integration of green hydrogen into the country’s energy mix by 2050, in order to achieve the climate objectives. The development of hydrogen is expected to take place in three phases:

Period 2025-2030: During this period, Greece aims at the rapid penetration of RES and the development of the first green hydrogen production infrastructure. The first pilot installations are expected to begin operating, with the aim of testing and adapting the technologies on an industrial scale.

Period 2030-2040: The second phase of the strategy involves the rapid electrification of final energy consumption, with hydrogen acquiring a leading role in the production of clean energy. The infrastructure created during the first phase will be further developed, while the use of hydrogen will expand into transport and industry.

Period 2040-2050: In the final phase, hydrogen is expected to constitute a significant component of the country’s energy infrastructure, with extensive use across various sectors and the development of synthetic fuels. This strategy is based on the development of sustainable technologies and export capabilities, with the creation of an appropriate licensing framework for hydrogen production and storage installations. Greece is oriented towards adopting European standards for the full integration of this technology.

Overall, Greece’s hydrogen strategy is based on promoting innovation and exports. The development of sustainable technologies is a priority, while the country aspires to become a hub for the production and export of green hydrogen in Europe.

Legal framework for hydrogen projects in Greece

Greece’s national legal framework for hydrogen has begun to take shape in recent years, with various legislative initiatives including provisions on hydrogen, such as:

  • Law 5037/2023: Defines green hydrogen as a renewable gas, placing it on an equal footing with other forms of RES energy, thereby ensuring more favourable licensing and financing conditions.
  • Law 4864/2021: Within the framework of strategic investments, green hydrogen is defined as hydrogen produced from RES, provided that the electricity generated by the power generation plant is used exclusively for hydrogen production.
  • Law 4710/2020: Defines the use of hydrogen as an alternative fuel in transport. As a fuel contributing to decarbonisation, it has the potential to improve the environmental performance of the transport sector.
  • Law 4936/2022: Under the NECP, hydrogen is classified among the renewable gases that will gradually replace natural gas, mainly in the transport and industrial sectors. Together with biomethane, green hydrogen is considered critical for the country’s gradual move away from fossil fuels.
  • Joint Ministerial Decision 36060/1155/E.103/2013 (Official Gazette B’ 1450/14.6.2013), as in force, concerns the management of industrial waste, including waste arising from activities involving the storage of hazardous substances such as hydrogen. Article 5 provides that undertakings involved in the storage or use of hydrogen are obliged to ensure that the hazardous waste generated by these activities is managed in a safe and environmentally friendly manner.

The main objective of these legislative initiatives is to establish a regulatory framework that will facilitate investment in hydrogen projects, although this framework is still at an early stage of maturity.

Land uses, environmental permitting, and compliance: gaps in the national framework

On the one hand, hydrogen installations in Greece, under Presidential Decree 59/2018, appear primarily to fall under specific spatial planning regulations concerning industrial zones of low, medium, and high nuisance/disturbance, or, in certain cases, within the siting framework applicable to RES. The siting of hydrogen production units, as regards industrial zones, should of course provide flexibility to businesses interested in developing hydrogen infrastructure, while environmental compliance remains a central issue.

On the other hand, environmental permitting for hydrogen projects may be governed either by the general framework for the licensing of industrial installations or by the framework applicable to RES, particularly with respect to the storage of green hydrogen. The SEVESO Directive on the storage of hazardous substances imposes, in any case, strict safety specifications for installations storing more than 5 tonnes of hydrogen, which requires the adoption of special measures and the preparation of an Environmental Impact Assessment (EIA) in accordance with Law 4014/2011 for hydrogen installations, in order to ensure the safety and viability of such projects.

Conclusions and proposals for Greece

Greece is moving in the right direction towards developing a sustainable hydrogen strategy. However, the legislative framework needs to be revised so as to fully incorporate new technologies and ensure clarity in siting and licensing procedures.

Key issues that need to be addressed for the success of the national strategy include the integration of hydrogen into the national natural gas network, the adaptation of existing industrial facilities, the clarification of the framework for the application of RES-related provisions, and, in general, the updating of spatial planning and environmental legislation.

Alignment with European practices, the strengthening of international cooperation, and the promotion of green technology are also essential if Greece is to become a pioneer in hydrogen development in the wider region. At the same time, during this period all Member States are formulating and developing their institutional licensing frameworks.

 

«Ευθύνες και υποχρεώσεις των Μηχανικών – Ιστορικότητα του θεσμού – Κωδικοποίηση διατάξεων»

Κ. Καρατσώλης, εισήγηση στην Ημερίδα με θέμα: «Νομικές Ευθύνες & Συνέπειες Πράξεων Μηχανικών», που διοργανώθηκε από το ΤΕΕ/ΤΚΜ στις 8 Απριλίου 2024.

Βασική Κωδικοποίηση Διατάξεων του νέου Νόμου 5092/2024

Αιγιαλός – Παραλία 

(ΦΕΚ Α’33/4.3.2024) 

Ελευθερία Βολάκη, Δικηγόρος LL.M. Δίκαιο Περιβάλλοντος 

Εισαγωγή 

Ο χαρακτήρας του αιγιαλού και της παραλίας ως κοινόχρηστων αγαθών[1] με ειδικότερη προέκταση αυτού την ελεύθερη ακώλυτη πρόσβαση του κοινού στο παράκτιο μέτωπο, αλλά και η σημασία περιβαλλοντικής προστασίας των παράκτιων περιοχών ως ευαίσθητων περιοχών έχει ιδιαίτερα απασχολήσει το τελευταίο διάστημα την κοινή γνώμη. Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι δικαίως έχει απασχολήσει, και θα συνεχίζει να απασχολεί και ενδεχομένως να φέρει σε σύγκρουση ιδέες και απόψεις, καθώς ο νησιωτικός κυρίαρχος χαρακτήρας της χώρας μας πάντα θα αποτελεί αντικείμενο σύγκρουσης δικαιωμάτων και προτάσεων. 

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε ο νόμος  5092/2024 (Α’ 33/4-03-2024) με τίτλο «Όροι αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας στις παραθαλάσσιες περιοχές και άλλες διατάξεις»[2], με ρυθμίσεις σχετικές με την διαδικασία χαρακτηρισμού αιγιαλού και παραλίας, τη διαδικασία και τη λήψη μέτρων προστασίας και κυρώσεων σχετικά με την παραχώρηση απλής χρήσης. 

Έχει ενδιαφέρον να μελετηθεί και καταγραφεί προς ποια κατεύθυνση κινούνται οι διατάξεις του νέου νόμου σε σχέση με το ν. 2971/2001, τι επιτυγχάνεται και σε ποιο βαθμό. Επιτυγχάνεται η προστασία του περιβάλλοντος, ο κοινόχρηστος χαρακτήρας του αιγιαλού και της παραλίας, η εξασφάλιση της ελεύθερης – απρόσκοπτης πρόσβασης; 

Με την παρούσα κωδικοποίηση παρουσιάζονται και αναλύονται τα εξής ερωτήματα – θέματα, όπως προκύπτουν από τις νέες διατάξεις του ν. 5092/2024:

  • Ποιοι χαρακτηρίζονται Προστατευόμενοι και «Απάτητοι» Αιγιαλοί και πώς ορίζονται;
  • Πώς διαμορφώνεται το Ιδιοκτησιακό Καθεστώς παλαιού αιγιαλού;
  • Ποιες είναι οι βασικές ρυθμίσεις και η διαδικασία παραχώρησης απλής χρήσης και ποιες είναι οι υποχρεώσεις των παραχωρησιούχων;
  • Παραχώρηση σε «Όμορες επιχειρήσεις» – Ποια διαδικασία και ποιοι όροι προβλέπονται ειδικότερα για την περίπτωση αυτή;
  • Νέος ελεγκτικός μηχανισμός και μέτρα προστασίας κοινοχρήστου χαρακτήρα αιγιαλού και παραλίας – Ποιες οι βασικές διαφορές σε σχέση με το ν. 2971/2001;

Σημειώνεται ότι με το ν. 5092/2024 ορίζονται τα ειδικότερα σχετικά με τον καθορισμό αιγιαλού – παραλίας, το πλαίσιο  παραχώρησης απλής χρήσης αιγιαλού – παραλίας καθώς και οι κυρώσεις – μέτρα προστασίας του κοινόχρηστου χαρακτήρα αιγιαλού και παραλίας, ως εκ τούτου καταργούνται τα αντίστοιχα άρθρα του ν. 2971/2001. Ειδικότερα καταργούνται τα άρθρα 1,2,3,4,5,6,7,7Α,9,10,13,οι παρ. 6,7,8,10,11 του άρθρου 15, και τα άρθρα 16Α, 26, 27 και 29[3], ενώ κατά λοιπά εξακολουθεί να ισχύει ειδικά για τις διατάξεις περί παραχώρησης τμήματος αιγιαλού παραλίας για την εκτέλεση έργων καθώς και περί ζωνών λιμένα o ν. 2971/2001. 

Βασικές ρυθμίσεις 1. Ποιοι θεωρούνται Προστατευόμενοι και «Απάτητοι» Αιγιαλοί και πώς ορίζονται; 

Εισάγεται στην έννομη τάξη, στο νόμο περί προστασίας του αιγιαλού, για πρώτη φορά η έννοια του προστατευόμενου και «απάτητου αιγιαλού» – «απάτητης παραλίας». Πρόκειται για τα τμήματα αιγιαλού και παραλίας τα οποία εντάσσονται εντός περιοχών του δικτύου Νatura 2000 και αναλόγως του βαθμού προστασίας τους θα ισχύουν πλέον ειδικότεροι όροι και περιορισμοί ως προς τις παραχωρήσεις απλής χρήσης για την τοποθέτηση ομπρελοκαθισμάτων. 

Ο νόμος προβαίνει στη διακριτή διαχείριση του προστατευόμενου αιγιαλού και παραλίας από τα χαρακτηρισμένα τμήματα αιγιαλού – παραλίας ως «απάτητα», με σκοπό την αυξημένη προστασία των δεύτερων. Στην περίπτωση δε χαρακτηρισμού μιας παραλίας ως «απάτητης» απαγορέυεται κάθε δραστηριότητα που θα μπορούσε να διακινδυνεύσει την ακεραιότητα του προστατευόμενου αιγιαλού και παραλίας, συμπεριλαμβανομένης και της τοποθέτησης κινητών στοιχείων, όπως ομπρελών, καθισμάτων κ.α. 

Ειδικότερα, προστατευόμενος αιγιαλός-παραλία χαρακτηρίζεται «το διακριτό τμήμα αιγιαλού και παραλίας, το οποίο βρίσκεται εντός περιοχής που συμπεριλαμβάνεται στον Εθνικό Κατάλο- γο Περιοχών του Ευρωπαϊκού Οικολογικού Δικτύου Natura 2000, με ιδιαίτερα οικολογικά και γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά που πρέπει να βελτιωθούν, να προστατευθούν ή να διατηρηθούν». Προς τον σκοπό διατήρησης των χαρακτηριστικών αυτών, τίθενται απαγορεύσεις και περιορισμοί στις επιτρεπόμενες δραστηριότητες επί του αιγιαλού και της παραλίας. Στους προστατευόμενους αιγιαλούς και παραλίες εφαρμόζονται οι όροι και περιορισμοί που τίθενται με τις κανονιστικές πράξεις που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 1650/1986 (Α ́ 160), περί χαρακτηρισμού περιοχών, ήτοι μέχρι την έκδοση των Π.Δ. περί εγκρίσεως των Ειδικών Περιβαλλοντικών Μελετών (ΕΠΜ) για τις περιοχές Νatura 2000. 

Ως «απάτητες παραλίες» νοούνται σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν.5092/2024 οι «Αιγιαλοί και παραλίες υψηλής προστασίας και ειδικότερα οι αιγιαλοί ιδιαίτερης αισθητικής, γεωμορφολογικής ή οικολογικής αξίας, στους οποίους απαγορεύεται η παραχώρηση απλής χρήσης, καθώς και οποιαδήποτε άλλη δράση μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη μορφολογία τους και την ακεραιότητά τους ως προς τις οικολογικές τους λειτουργίες». 

Οι απαγορεύσεις και περιορισμοί των δραστηριοτήτων στις απάτητες παραλίες θα προβλέπονται:

– είτε στην Υ.Α. Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορισμού όρων και περιορισμών για επεμβάσεις και δραστηριότητες σε περιοχές προστασίας της βιοποικιλότητας και Εθνικών Πάρκων, η οποία εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6[4] του άρθρου 21 του ν. 1650/1986. Η εν λόγω Υ.Α δύναται να εκδοθεί ενώ βρίσκεται υπό εξέλιξη η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ)[5] της περιοχής προστασίας και μέχρι την έκδοση Π.Δ.[6] χαρακτηρισμού των προστατευόμενων περιοχών, θέσπισης όρων – περιορισμών ως προς της χρήσεις γης και τους όρους δόμησης και εγκρίσεως Σχεδίου Διαχείρισης. 

– είτε με την έκδοση ΚΥΑ των Υπουργών[7] Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του ΟΦΥΠΕΚΑ και μετά από πρόταση του προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Πολιτικής του  ΥΠΕΝ. Η εν λόγω ΚΥΑ προβλέπεται ότι δύναται να εκδοθεί έως 31-03-2024, ενώ αντικείμενο της θα αποτελεί ο χαρακτηρισμός ως «απάτητων» παραλιών που βρίσκονται εντός περιοχών του Δικτύου Natura 2000 και η πρόβλεψη περιορισμών και απαγορεύσεων ως προς τις δραστηριότητες που επιτρέπονται επ’ αυτών, μέχρι την έκδοση οικείου σχεδίου διαχείρισης και του οικείου Π.Δ. του άρθρου 21 του ν. 1650/1986. 

Για τον χαρακτηρισμό μιας παραλίας ως απάτητης λαμβάνονται υπόψη τα εξής κριτήρια, σύμφωνα με την παρ. 1 άρθρου 22 ν. 5092/2024:

  • Η σημαντική παρουσία σε αυτές φυσικών τύπων οικοτόπων που προστατεύονται από την ενωσιακή ή την εθνική νομοθεσία, σπάνιων ενδημικών ειδών χλωρίδας και πανίδας
  • Η επιτέλεση σημαντικών οικολογικών λειτουργιών για προστατευόμενα είδη
  • Ο χαρακτηρισμός τους ως Καίριων Περιοχών Βιοποικιλότητας του άρθρου 184 του ν. 5037/2023 (Α ́ 78), όπως και εν γένει η παρουσία σημαντικών οικοσυστημάτων που χρήζουν προστασίας και διατήρησης ή αποκατάστασης
  • Οι κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και οι περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες.

2. Πώς διαμορφώνεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς του παλαιού αιγιαλού; 

Με το άρθρο  6 ορίζεται το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αιγιαλού, της παραλίας και του παλαιού αιγιαλού. Ειδικότερα, ορίζεται ότι ο αιγιαλός και η παραλία[8] ανήκουν στη δημόσια κτήση και είναι κοινόχρηστα κατά το άρθρο 967 του Αστικού Κώδικα[9], ενώ διευκρινίζεται ότι ο παλαιός αιγιαλός ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. 

Με την εν λόγω διάταξη επανέρχεται το καθεστώς «κυριότητας» του παλαιού αιγιαλού, όπως ίσχυε υπό τον ν. 2971/2001 μέχρι την τροποποίησή του με τον ν. 4607/2019 (Α’ 65). Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη νέα διάταξη, το εν λόγω καθεστώς επί της ζώνης παλαιού αιγιαλού αίρεται στη περίπτωση παλαιού αιγιαλού που συνορεύει με «απάτητες» παραλίες. Ειδικότερα, με το άρθρο 6 παρ. 5 ορίζεται ρητώς ότι «Εκτάσεις του παλαιού αιγιαλού που συνορεύουν με απάτητες παραλίες της παρ. 2 του άρθρου 4 ανήκουν στη δημόσια κτήση, είναι ανεπίδεκτες κτήσης ιδιωτικών δικαιωμάτων και καταγράφονται ως πράγματα κοινόχρηστα». 

3. Ποιες είναι οι βασικές ρυθμίσεις και η διαδικασία παραχώρησης απλής χρήσης; 

Α. Φορείς παραχώρησης απλής χρήσης 

Με τη διάταξη του άρθρου 7 του ν. 5092/2024, πλέον αρμόδιοι φορείς για την παραχώρηση χρήσης αιγιαλού – παραλίας είναι το Ελληνικό Δημόσιο δια των Κτηματικών Υπηρεσιών και η ΕΤΑΔ Α.Ε., ενώ ο νόμος αφαιρεί την εν λόγω αρμοδιότητα πλέον από τους Δήμους. Οι Δήμοι ωστόσο, διατηρούν το δικαίωμα επί των εσόδων από την καταβολή ανταλλάγματος χρήσης [ποσοστό 60% επί του ανταλλάγματος από την παραχώρηση απλής χρήσης αποδίδεται στον οικείο Δήμο]. 

Β. Διαδικασία 

Με το νέο νόμο, ορίζεται πλέον υποχρεωτικώς, ανεξαρτήτως του φορέα παραχώρησης,  η ηλεκτρονική διαδικασία δημοπράτησης[10] για κάθε πλειοδοτική δημοπρασία περί παραχώρησης απλής χρήσης αιγιαλού́ και παραλίας[11]. Η υλοποίηση των ηλεκτρονικών δημοπρασιών θα υποστηρίζεται από το νέο σύστημα «Μητρώο Συμβάσεων Παραχώρησης Απλής χρήσης Αιγιαλού και παραλίας» του άρθρου 15 του ν. 5092/2024. 

Στο Μητρώο θα αναρτώνται τα στοιχεία κάθε παραχώρησης, όπως συντεταγμένες, πολύγωνο και αεροφωτογραφίες, η διάρκεια αυτής, οι όροι της παραχώρησης, καθώς και οι αντικειμενικές αξίες των ακινήτων εγγύς του παραχωρούμενου χώρου. Μετά τη λήξη της πλειοδοτικής διαδικασίας, η ηλεκτρονική πλατφόρμα εξάγει με αυτοματοποιημένο τρόπο σχέδιο σύμβασης, το οποίο αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στον πλειοδότη – παραχωρησιούχο. 

Επισημαίνεται ότι με ειδική μεταβατική διάταξη, για το έτος 2024[12], επιτρέπεται η διενέργεια δημοπρασιών με διακηρύξεις που δεν παράγονται αυτοματοποιημένα νέο σύστημα «Μητρώο Συμβάσεων Παραχώρησης Απλής χρήσης Αιγιαλού και παραλίας». 

Γ. Χρόνος ολοκλήρωσης συμβάσεων 

Περαιτέρω, προβλέπεται ρητώς δια του νόμου ο χρόνος ολοκλήρωσης των αιτημάτων παραχωρήσεων απλής χρήσης, τα οποία θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί έως 31 Μαρτίου εκάστου έτους[13]. Η εν λόγω ρύθμιση φαίνεται να επιλύει το πρόβλημα πολλών επιχειρηματιών να μην δύναται να τοποθετήσουν ομπρελοκαθίσματα στον αιγιαλό μέχρι την υπογραφή της σύμβασης τους, η οποία πολλές φορές ολοκληρώνονταν εντός Ιουλίου ή και Αυγούστου, καθώς η ΚΥΑ[14] της παρ. 3 άρθρου 13 του ν. 2971/2001, (ΦΕΚ Β’ 1432/2023), προέβλεπε ως χρόνο διεκπεραίωσης των αιτημάτων για τους μεν Δήμους, τέλος Ιουνίου, για τις δε Κτηματικές Υπηρεσίες, τέλος Ιουλίου. 

Κατά παρέκκλιση της ανωτέρω πρόβλεψης, για το έτος 2024, περί παραχώρησης χρήσης αιγιαλών και παραλιών κατόπιν ηλεκτρονικής δημοπρασίας[15], ο νέος νόμος προέβλεψε ειδικότερα ότι η διαδικασία για την παραχώρηση απλής χρήσης ολοκληρώνεται μέχρι την 31η Μαΐου 2024. 

Δ. Εμβαδόν παραχωρούμενου χώρου 

Με το άρθρο 9  παρ. 2 και 3 προβλέπονται οι δεσμεύσεις ως προς το εμβαδόν του «παραχωρούμενου αιγιαλού – παραλίας». Ειδικότερα:

  • Καθορίζεται ως ανώτατο εμβαδόν τμήματος αιγιαλού – παραλίας προς παραχώρηση τα 500 τ.μ.
  • Ορίζεται ως ελάχιστη απόσταση μεταξύ των τμημάτων παραχωρήσεων, ανεξαρτήτως του χρόνου ή της διαδικασίας που παραχωρούνται, τουλάχιστον έξι (6) μέτρων, με εξαίρεση τις συνεχόμενες όμορες επιχειρήσεις. Στην περίπτωση ύπαρξης συνεχόμενων όμορων επιχειρήσεων ή σωματείων, κατ’ εξαίρεση, το πλάτος της ελεύθερης ζώνης μειώνεται κατά πενήντα τοις εκατό (50%), εφόσον η πρόσοψη της επιχείρησης ή του ναυταθλητικού σωματείου έχει μήκος μικρότερο των έξι (6) μέτρων. Ειδικά σε περιπτώσεις επιχειρήσεων που βρίσκονται σε εφαπτόμενα κτίρια, το πλάτος της ελεύθερης ζώνης μειώνεται στα τέσσερα (4) μέτρα[16].
  • Το σύνολο των τμημάτων αιγιαλού και παραλίας που παραχωρούνται δεν επιτρέπεται να καλύπτει περισσότερο από το 50% του εμβαδού ή του μήκους του μετώπου του διακριτού τμήματος αιγιαλού -παραλίας.
  • Επιπλέον, όπως ορίζεται στο νόμο, δεν παραχωρούνται αιγιαλός και παραλία για απλή χρήση, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας αλλά και σε όμορη επιχείρηση, όταν το μήκος ή πλάτος αυτού είναι μικρότερο των 4 μ. ή όταν το συνολικό εμβαδόν του αιγιαλού είναι μικρότερο των 150 τ.μ. Εξαίρεση από τον εν λόγω περιορισμό τίθεται για τις περιπτώσεις που είναι σε ισχύ άδειες λειτουργίας επιχείρησης και μέχρι τη λήξη τους. Περαιτέρω, κατ΄ εξαίρεση, επιτρέπεται η παραχώρηση αιγιαλού και παραλίας σε ξενοδοχειακά καταλύματα[17].

4. Παραχώρηση σε «όμορες επιχειρήσεις» – Ποια διαδικασία και ποιοι όροι προβλέπονται ειδικότερα για την περίπτωση αυτή; 

Mε το άρθρο 11 του νέου νόμου καθορίζεται το ειδικότερο πλαίσιο παραχώρησης απλής χρήσης σε «όμορες επιχειρήσεις» που λειτουργούν σε όμορα με τον αιγιαλό-παραλίας οικόπεδα-γήπεδα. Οι όμορες επιχειρήσεις, όπως εξειδικεύονται στο νόμο, και αναφέρονται κάτωθι, δύναται μετά από αίτημα τους να λάβουν χωρίς δημοπρασία την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού- παραλίας για την τοποθέτηση ομπρελοκαθισμάτων για χρονικό διάστημα από 1 έως 3 χρόνια. Το αντάλλαγμα της παραχώρησης είναι αυτό που προκύπτει σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο της παρ. 5 του άρθρου 10 [αντικειμενική αξία όμορου ακινήτου Χ συντελεστής βαρύτητας αιγιαλού Χ συντελεστής βαρύτητας δραστηριότητας Χ έτη παραχώρησης Χ 3%], προσαυξημένο κατά 20%. 

Με τη νέα διάταξη προστίθενται επιπλέον σε σχέση με το ν. 2971/2001, ως δικαιούχοι στις όμορες επιχειρήσεις, τα ενοικιαζόμενα επιπλωμένα διαμερίσματα, ενώ πλέον αντί των κέντρων αναψυχής προβλέπονται στο νόμο τα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος (ΚΥΕ). Ειδικότερα:

  • Ποιες «όμορες επιχειρήσεις» δύναται να λάβουν παραχώρηση απλής χρήσης άνευ δημοπρασίας; 

Ειδικότερα, στις όμορες επιχειρήσεις, ρητώς συμπεριλαμβάνονται οι εξής: 

α) κύρια ξενοδοχειακά καταλύματα 

β) ενοικιαζόμενα επιπλωμένα δωμάτια – διαμερίσματα της υποπερ. γγ ́ της περ. β ́ της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 4276/2014 

γ) οργανωμένες τουριστικές κατασκηνώσεις (camping) 

δ) καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος, και 

ε) ναυταθλητικά σωματεία που φέρουν την ειδική αθλητική αναγνώριση της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 2725/1999 (Α ́ 121) και είναι εγγεγραμμένα στο ηλεκτρονικό μητρώο αθλητικών σωματείων. 

• Σε ποιες περιπτώσεις θεωρείται όμορη μια επιχείρηση; 

Η επιχείρηση ή το σωματείο θεωρείται όμορο του παραχωρούμενου τμήματος αιγιαλού και παραλίας και όταν ανάμεσα στον χώρο που δραστηριοποιείται η επιχείρηση ή το σωματείο και τον αιγιαλό ή την παραλία παρεμβάλλεται:

  • οδός, πλατεία ή άλλος κοινόχρηστος χώρος
  • ιδιωτικό ακίνητο που ανήκει ή μισθώνεται από την επιχείρηση ή το σωματείο
  • ακίνητο που ανήκει στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου ή στην Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤ.Α.Δ.)

Στην περίπτωση που το ακίνητο που παρεμβάλλεται ανήκει στην ΕΤΑΔ (π.χ. παλαιός αιγιαλός), ο νόμος προβλέπει νέα διαδικασία για την απόκτηση ενοχικού δικαιώματος επί αυτού, με σκοπό σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση την ταχύτερη ολοκλήρωση των συμβάσεων παραχώρησης αιγιαλού και παραλίας. Ειδικότερα, η νέα διαδικασία έχει ως εξής:

  1. Το αίτημα περί παραχώρησης απλής χρήσης τμήματος αιγιαλού και παραλίας διαβιβάζεται από τον ενδιαφερόμενο, εκτός από την κατά τόπο αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία, ταυτόχρονα και στην ΕΤ.Α.Δ..
  2. Η ΕΤ.Α.Δ. έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη σύναψη της σύμβασης, ιδίως, αν το ιδιωτικό ακίνητο αρμοδιότητάς της που παρεμβάλλεται, έχει ενταχθεί σε πρόγραμμα αξιοποίησης σύμφωνα με τον Κανονισμό της.
  3. Η αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία επεκτείνει το αντικείμενο της σύμβασης παραχώρησης απλής χρήσης τμήματος αιγιαλού και παραλίας και στο ενδιάμεσο τμήμα ακινήτου αρμοδιότητας της ΕΤ.Α.Δ..
  4. Το αντάλλαγμα για την παραχώρηση του υπό διαχείρισης της ΕΤΑΔ ακινήτου καθορίζεται από την ΕΤΑΔ ανά τετραγωνικό μέτρο χρήσης, ανά ζώνες, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου της, η οποία εκδίδεται μέχρι τη 15η Ιανουαρίου κάθε έτους και κοινοποιείται στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία.
  5. Το τίμημα για το παραχωρούμενο από την ΕΤΑΔ ακίνητο καταβάλλεται σε ετήσια βάση από τον παραχωρησιούχο, άπαξ και απευθείας στον λογαριασμό της ΕΤ.Α.Δ. κατά την υπογραφή της σύμβασης.
  6. Η σύμβαση τίθεται σε ισχύ, αφού προσυπογραφεί και από το αρμόδιο όργανο της ΕΤ.Α.Δ..
  7. Αν παρέλθει άπρακτο χρονικό διάστημα 30 ημερών από την υποβολή του αιτήματος από τον ενδιαφερόμενο, τεκμαίρεται σιωπηρώς η συναίνεση της ΕΤ.Α.Δ..

• Ποιοι ειδικότεροι όροι ισχύουν σε σχέση με την έκταση παραχώρησης; 

Το παραχωρούμενο τμήμα αιγιαλού και παραλίας σε όμορες επιχειρήσεις ή σωματεία οριοθετείται από: 

α) την προβολή των ορίων του χώρου όπου δραστηριοποιείται η επιχείρηση ή το σωματείο, όπως βαίνουν κάθετα προς την ακτογραμμή και από 

β) παράλληλη γραμμή τεσσάρων (4) μέτρων από την ακτογραμμή και την προβολή αυτής προς την επιχείρηση, ώστε το παραχωρούμενο εμβαδόν να μην υπερβαίνει τα πεντακόσια (500) τετραγωνικά μέτρα. 

Σε κάθε περίπτωση, σε συνδυασμό και με άλλες παραχωρήσεις απλής χρήσης, καταλείπεται ελεύθερο τουλάχιστον το 50% του εμβαδού ή του μήκους του μετώπου του διακριτού τμήματος αιγιαλού και παραλίας, εντός του οποίου βρίσκεται. 

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η παραχώρηση μεγαλύτερης επιφάνειας, εφόσον καταλείπεται ελεύθερο το ποσοστό του πρώτου εδαφίου, αν η όμορη επιχείρηση είναι κύριο ξενοδοχειακό κατάλυμα ή camping ή σύνθετο τουριστικό κατάλυμα. 

5. Ποιες είναι οι υποχρεώσεις των παραχωρησιούχων; 

Με το άρθρο 8 του νέου νόμου καθορίζονται οι ειδικότερες υποχρεώσεις του παραχωρησιούχου, οι οποίες μνημονεύονται σε έκαστη σύμβαση παραχώρησης, μεταξύ των οποίων στις σημαντικότερες συμπεριλαμβάνονται οι εξής:

  • Η ανάπτυξη των ομπρελών, ξαπλωστρών και θαλάσσιων μέσων αναψυχής και λοιπών κινητών στοιχείων περιορίζεται σε ποσοστό του εμβαδού της παραχωρούμενης έκτασης που δεν υπερβαίνει το εξήντα τοις εκατό (60%) ή το τριάντα τοις εκατό (30%), αν πρόκειται για προστατευόμενο αιγιαλό και παραλία.
  • Η ύπαρξη ελεύθερης ζώνης από την ακτογραμμή πλάτους τουλάχιστον τεσσάρων (4) μέτρων, με σκοπό τη διασφάλιση διέλευσης του κοινού κάθετα και παράλληλα προς τη θάλασσα.
  • Διασφάλιση ελεύθερης, απρόσκοπτης και ασφαλούς διέλευσης του κοινού στον αιγιαλό και την παραλία.
  • Εγκατάσταση ειδικής πλατφόρμας για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία (sea tracks), αν αυτές δεν έχουν εγκατασταθεί με μέριμνα του δήμου. Στην περίπτωση αυτή, ο παραχωρησιούχος συμψηφίζει τις δαπάνες για εγκατάσταση των πλατφορμών με το αντάλλαγμα της παραχώρησης.
  • Ανάρτηση πινακίδας με τις συντεταγμένες της παραχώρησης, τον αριθμό απόφασης παραχώρησης, τα δικαιώματα του κοινού, καθώς και QR code μοναδικού για κάθε παραχώρηση, σε εμφανές σημείο στον αιγιαλό ή την παραλία
  • Τοποθέτηση κινητών στοιχείων για την εξυπηρέτηση του κοινού
  • Διασφάλιση της παρουσίας ναυαγοσώστη, εφόσον η υποχρέωση αυτή δεν καλύπτεται από τον οικείο δήμο. Στην περίπτωση αυτή, η αμοιβή του ναυαγοσώστη συμψηφίζεται με το αντάλλαγμα της παραχώρησης.

Σημειώνεται ότι με τη διακήρυξη παραχώρησης απλής χρήσης αιγιαλού- παραλίας  μπορούν να προβλέπονται και επιπλέον υποχρεώσεις του παραχωρησιούχου τόσο σε σχέση με την προστασία, διατήρηση και ανάπτυξη του παραχωρούμενου τμήματος αιγιαλού και παραλίας, όσο και με την ενίσχυση της κοινοχρησίας. 

6. Ελεγκτικός Μηχανισμός – Ποιες νέες ρυθμίσεις εισάγονται; 

Με τα άρθρα 15, 16 και 17 του νέου νόμου προβλέπεται νέος ελεγκτικός μηχανισμός, ο οποίος σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση θα εξασφαλίζει τον έλεγχο τήρησης της νομιμότητας στα παραχωρούμενα ή και μη τμήματα αιγιαλών και παραλίας, την διαπίστωση τυχόν παραβάσεων και την άμεση ενεργοποίηση της εφαρμογής των μέτρων προστασίας της κοινοχρησίας αυτών. Ειδικότερα:

  • Θεσπίζεται και τίθεται σε λειτουργία το πληροφοριακό Σύστημα «Μητρώο Συμβάσεων Παραχώρησης Απλής χρήσης αιγιαλού και παραλίας»[18], το οποίο θα περιλαμβάνει κάθε απαραίτητη πληροφορία των συμβάσεων παραχώρησης, μέσω αυτού θα ολοκληρώνονται οι συμβάσεις παραχώρησης απλής χρήσης και μέσω αυτού το κοινό θα ενημερώνεται για κάθε πράξη παραχώρησης για τοποθέτηση ομπρελοκαθισμάτων
  • Διευρύνονται οι αρμόδιες ελεγκτικές αρχές. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 17, η ελεγκτική και η διαπιστωτική αρμοδιότητα τήρησης της νομιμότητας στον αιγιαλό και την παραλία θα ασκούνται από ένα σύνολο φορέων και συγκεκριμένα, από την οικεία Κτηματική́ Υπηρεσία, τον οικείο Δήμο, καθώς και από τα μικτά κλιμάκια του άρθρου 271 και 271Α του ν. 5037/2023. Επιπλέον, με απόφαση του Γενικού Γραμματέα δημόσιας περιουσίας του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών δύναται να συστήνονται «ομάδες κοινού ελέγχου»[19], αποτελούμενες από μέλη του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, της ΑΑΔΕ και της Οικονομικής Αστυνομίας, καθώς τον Προϊστάμενο της οικείας Εισαγγελίας.
  • Το έργο των ελεγκτικών οργάνων θα διευκολύνεται και θα υποστηρίζεται από τη σύγχρονη τεχνολογία, με τη χρήση «drones» και δορυφόρων.

7. Κυρώσεις – Μέτρα προστασίας του αιγιαλού – παραλίας 

Βασικό πυλώνα του νέου νόμου (άρθρα 18,19,20) αποτελεί η θέσπιση αυστηρότερων μέτρων και κυρώσεων προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας, ιδίως λόγω του κοινόχρηστου χαρακτήρα αυτών αλλά και της ιδιαίτερης περιβαλλοντικής αξίας τους. 

Οι κυρώσεις στο νέο νόμο διακρίνονται σε διοικητικά μέτρα, όπως πράξη άμεσης απομάκρυνσης των παράνομων εγκαταστάσεων, σφράγιση της επιχείρησης, απαγόρευση συμμετοχής σε νέους διαγωνισμούς παραχωρήσεων, στην επιβολή προστίμων, καθώς και σε ποινικά μέτρα. Περαιτέρω, οι κυρώσεις διακρίνονται στο νόμο με βάση την περίπτωση κατάληψης αιγιαλού και παραλίας άνευ σύμβασης παραχώρησης και στην περίπτωση υπέρβασης της σύμβασης παραχώρησης. 

Επίσης, στην περίπτωση διαπίστωσης αυθαίρετων κατασκευών έργων ή διαμορφώσεων επί αιγιαλού και παραλίας, τότε αυτές κατεδαφίζονται με δαπάνη του υπαιτίου[20], με την έκδοση από τον Προϊστάμενο της οικείας Κτηματικής Υπηρεσίας Πρωτοκόλλου Κατεδάφισης. 

Σημειώνεται δε, ότι όσον αναφορά στο διοικητικό μέτρο του αποκλεισμού από μελλοντική σύμβαση όπως θεσμοθετήθηκε, ο χρονικός αποκλεισμός από τις μελλοντικές συμβάσεις παραχώρησης ισχύει και για όλες τις προσωπικές ή κεφαλαιουχικές εταιρείες στις οποίες ο παραβάτης ή ο σύζυγος αυτού, καθώς και συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του δεύτερου βαθμού, μετέχουν ως εταίροι ή μέτοχοι. 

Ποια διαφορά θεσπίζεται σε σχέση με το ν. 2971/2001; 

Αναφορικά με το ν. 2971/2001 και το άρθρο 27 στο οποίο προβλεπόταν τα μέτρα προστασίας του αιγιαλού, καταργούνται ως έννοιες για τις περιπτώσεις απλής χρήσης αιγιαλού – παραλίας τα μέτρα του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής (ΠΔΑ) και του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης χρήσης (ΠΚΑΧ). Επίσης, καταργείται το άρθρο 29 του ν. 2971/2001 σχετικά με την επιβολή διοικητικών προστίμων, εκτός από τις περιπτώσεις που έχουν διαπιστωθεί παραβάσεις πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, και τίθεται πλέον σε ισχύ το άρθρο 19 του ν. 5092/2024  βάσει του οποίου προβλέπονται αυστηρότερα πρόστιμα και για περισσότερες περιπτώσεις. Σημειώνεται δε εκτός άλλων, ότι για πρώτη φορά καθιερώνεται πρόστιμο για την παρεμπόδιση ελεύθερης πρόσβασης του κοινού στη θάλασσα, τον αιγιαλό και την παραλία[21]

8. Eπισημάνσεις – Μεταβατικές διατάξεις

  • Ο ν. 5092/2024 δεν θίγει υφιστάμενες διατάξεις που ρυθμίζουν τα επιχειρηματικά πάρκα, τα ΕΣΧΑΔΑ[22] και τα ΕΣΧΑΣΕ[23]
  • Ο ν. 5092/2024 δεν θίγει εμπράγματα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί πριν από την 23η Απριλίου 2019 σε παλαιούς αιγιαλούς που ανήκουν στη δημόσια κτήση. Παλαιοί αιγιαλοί που έχουν καθορισθεί από την 23η Απριλίου 2019 μέχρι την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου, με την επιφύλαξη της παρ. 12 του άρθρου 5. Ο ορισμός απάτητων παραλιών δεν θίγει προϋφιστάμενα ιδιωτικά δικαιώματα επί των εκτάσεων παλαιού αιγιαλού που συνορεύουν με αυτές.
  • Με τις διατάξεις του ν. 5092/2024 δεν θίγονται οι όροι συμβάσεων παραχώρησης που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του.
  • Παραβάσεις της παρ. 1 του άρθρου 29[24] του ν. 2971/2001 (Α΄ 285) που έχουν διαπιστωθεί πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 5092/2024, εξετάζονται ως προς τη διαδικασία επιβολής των διοικητικών κυρώσεων σύμφωνα με την καταργούμενη διάταξη, ήτοι του άρθρου 29.
  • Το άρθρο 16Α του ν. 2971/2001 εξακολουθεί να ισχύει για τον καθορισμό ανταλλάγματος στις περιπτώσεις παραχώρησης για εκτέλεση έργου, και ειδικότερα στα άρθρα 11, 14 και 14Α του ν. 2971/2001.
  • Το άρθρο 27 του ν. 2971/2001, ήτοι τα μέτρα του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης και το πρωτόκολλο κατεδάφισης, εξακολουθεί να ισχύει σε χώρους ζώνης λιμένα και για την εφαρμογή των άρθρων 11, 14 και 14Α του ν. 2971/2001[25](παραχώρηση χρήσης για την εκτέλεση έργων εντός αιγιαλού, παραλίας, θαλασσίου χώρου κτλ).

Για την επίτευξη της συνολικής προστασίας του αιγιαλού και της παραλίας αλλά και ταυτοχρόνως της βιώσιμης αξιοποίησής τους, πάντα θα είναι αναγκαία η ειδική «νομοθετική μέριμνα»[26] και η θεσμοθέτηση ειδικών κανόνων δικαίου.  Άλλωστε είναι αδήριτη ανάγκη  η προστασία του αιγιαλού και της παραλίας πλέον και λόγω της κλιματικής αλλαγής, ανάγκη η οποία  απορρέει  από το άρθρο 24 του Συντάγματος και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δη από τις αρχές προστασίας του περιβάλλοντος, της βιώσιμης ανάπτυξης και της φέρουσας ικανότητας του οικοσυστήματος. 

Σε κάθε περίπτωση, οι ρυθμίσεις του νέου νόμου 5092/2024, όπως ο καθορισμός των απάτητων παραλιών, η λήψη μέτρων για την εξασφάλιση της ελεύθερης πρόσβασης του κοινού στη θάλασσα, η ψηφιοποίηση των συμβάσεων παραχώρησης απλής χρήσης για την ακριβή αποτύπωση των δεδομένων και την  ενημέρωση του κοινού, τα αυστηρότερα μέτρα και κυρώσεις για την προστασία του αιγιαλού, φαίνεται ότι διαμορφώνουν μια νέα «κουλτούρα» για τη διαχείριση και προστασία του αιγιαλού και της παραλίας. 

Μέρος της παρούσας μελέτης δημοσιεύτηκε στο ECOPRESS, στον σύνδεσμο: https://ecopress.gr/kodikopoiisi-neou-nomou-gia-aigialo-p/

[1] Κ. Καρατσώλης – Ι. Τσακαλογιάννη, «Τα θαλάσσια παράκτια οικοσυστήματα και η ανθρώπινη δραστηριότητα εν έτει 2022 Κωδικοποίηση και καταγραφή του ισχύοντος Δικαίου», Νομικό Βήμα Απρίλιος 2022: «Ο αιγιαλός, ως χαρακτηρίζεται τόσο από το άρθρο 1 του ν. 2971/01 όσο και από τις διατάξεις των άρθρων 967 και 968 ΑΚ ως κοινόχρηστο πράγμα, αποτελεί φυσική δημόσια, κτήση, δηλαδή σε αντίθεση με τα τεχνητά κατασκευάσματα, δεν απαιτείται για την ένταξή του στη δημόσια κτήση διοικητική πράξη, αλλά λόγω της ίδιας της φύσης του είναι δημόσιο κτήμα δυνάμει γενικής και αφηρημένης επιταγής του νόμου. Και η παραλία, παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά στο ΑΚ 967, χαρακτηρίζεται διασταλτικά ως κοινόχρηστο πράγμα, γιατί εξυπηρετεί την κοινή χρήση» 

[2] Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει το νόμο σκοπό του νόμου αποτελεί «η διαχείριση των παραθαλάσσιων περιοχών της χώρας, ώστε να διασφαλίζεται ο κοινόχρηστος χαρακτήρας τους και να επιτρέπεται η αξιοποίησή τους κατά τρόπο επωφελή για την εθνική οικονομία, προστατευτικό για το περιβάλλον και σύμφωνο με το δημόσιο συμφέρον». 

[3] Με την επιφύλαξη των διατάξεων 23 και 24 του ν. 5092/2024. 

[4] “6. Για περιοχές, στοιχεία ή σύνολα της φύσης και του τοπίου, για τα οποία αρχίζει η διαδικασία χαρακτηρισμού με προεδρικό διάταγμα και έως ότου εκδοθεί η πράξη χαρακτηρισμού, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας με απόφασή του, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να καθορίζει όρους και περιορισμούς για επεμβάσεις και δραστηριότητες που είναι δυνατόν να έχουν βλαπτική επίδραση στις παραπάνω περιοχές, στοιχεία ή σύνολα και να υλοποιεί διαχειριστικές δράσεις της υποπαρ. α` της παρ. 3 και συγκεκριμένες διαχειριστικές δράσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση και διατήρηση της κατάστασης των προστατευτέων αντικειμένων. Η ισχύς της υπουργικής αυτής απόφασης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη. Αν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται, με όμοια υπουργική απόφαση, για τέσσερα (4) ακόμη έτη” 

[5] Παρ. 2 άρθρο 21 μ. 1650/1986 «Η Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη αποτελεί την επιστημονική μελέτη τεκμηρίωσης του Προεδρικού Διατάγματος μιας ή περισσότερων προστατευόμενων περιοχών και του Σχεδίου Διαχείρισης κάθε προστατευόμενης περιοχής. 

[6] Παρ. 4 άρθρο 21 ν. 1650/1986 

[7] Άρθρο 22 παρ. 1 ν.5092/2024 

[8] «Και η παραλία, παρόλο που δεν αναφέρεται ρητά στο ΑΚ 967, χαρακτηρίζεται διασταλτικά ως κοινόχρηστο πράγμα, γιατί εξυπηρετεί την κοινή χρήση», Κ. Καρατσώλης – Ι. Τσακαλογιάννη, «Τα θαλάσσια παράκτια οικοσυστήματα και η ανθρώπινη δραστηριότητα εν έτει 2022 Κωδικοποίηση και καταγραφή του ισχύοντος Δικαίου», Νομικό Βήμα Απρίλιος 2022 

[9] Βλ. ΑΠ 562/2016 (Α1 Πολιτικό Τμήμα), 721/ 2001, 1522/2002, 573/2008, 1334/2010, 1441/2011, 301/ 2013 (Γ’ Πολιτικό Τμήμα). 

[10] Άρθρο 10 ν. 5092/2024

[11] Σημειώνεται δε ότι σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 10 ν. 5092/2024, ειδικά για τους αιγιαλούς και παραλίες που διαχειρίζεται η ΕΤΑΔ Α.Ε, η παραχώρηση απλής χρήσης λαμβάνει χώρα σύμφωνα με τον Κανονισμό της. 

[12] Άρθρο 23 παρ. 5 ν. 5092/2024 

[13] Άρθρο 9 παρ. 1 ν. 5092/2024 

[14] περί «Καθορισμού όρων, προϋποθέσεων, τεχνικών θεμάτων, αναγκαίων λεπτομερειών και διαδικασίας για την παραχώρηση απλής χρήσης αιγιαλού…» 

[15] Άρθρο 23 ν. 5092/2024 

[16] Παρ. 5 άρθρο 11 ν. 5092/2024 

[17] Παρ. 4 άρθρο 11 ν. 5092/2024 

[18] Άρθρο 15 ν. 5092/2024 

[19] Άρθρο 17 παρ. 2 ν. 5092/2024 

[20] Παρ. 6 άρθρο 18 ν. 5092/2024 

[21] Άρθρο 19 παρ. 1 (ε) «Παρεμπόδισης της ελεύθερης πρόσβασης του κοινού στη θάλασσα, τον αιγιαλό και την παραλία, πρόστιμο από δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ έως εξήντα χιλιάδες (60.000) ευρώ». 

[22] Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημόσιων Ακινήτων του ν. 3986/2011 

[23] Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων του ν. 4864/2021 

[24] 1. Όποιος χωρίς άδεια ή με υπέρβαση αυτής ή με άδεια που εκδίδεται κατά παράβαση του νόμου αυτού επιφέρει στον αιγιαλό, την παραλία, τη θάλασσα, τον πυθμένα, τη Ζώνη λιμένα, τη μεγάλη λίμνη, πλεύσιμο ποταμό, όχθη ή παρόχθια ζώνη μεγάλης λίμνης ή πλεύσιμου ποταμού οποιαδήποτε μεταβολή με την κατασκευή, τροποποίηση ή καταστροφή έργων ή του εδάφους ή του πυθμένα με τη λήψη χώματος, λίθων ή άμμου ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, ανεξάρτητα αν με τον τρόπο αυτόν επήλθε ζημιά σε οποιονδήποτε, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με τα πρόστιμα που επιβάλλονται διοικητικά σύμφωνα με την παράγραφο 23 του άρθρου 3 του Ν. 2242/1994, που εφαρμόζεται κατά τα λοιπά. Τα πρόστιμα του προηγούμενου εδαφίου επιβάλλονται, όσον αφορά τις όχθες μεγάλων λιμνών και πλεύσιμων ποταμών, από την αρμόδια κατά τόπο Κτηματική Υπηρεσία. 

[25] Άρθρο 24 παρ. 2 ν. 5092/2024

[26] Κ. Καρατσώλης – Ι. Τσακαλογιάννη, «Τα θαλάσσια παράκτια οικοσυστήματα και η ανθρώπινη δραστηριότητα εν έτει 2022 Κωδικοποίηση και καταγραφή του ισχύοντος Δικαίου», Νομικό Βήμα Απρίλιος 2022

Η Φέρουσα Ικανότητα μέσα από τη Νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (Νόμος + Φύση)

Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος, Υπ. Δρ.
Βασιλοπούλου Ιωάννα, Δικηγόρος ΜΔΕ
Τσακαλογιάννη Ιφιγένεια, Δικηγόρος ΜΔΕ, MSc

Πρώτη δημοσίευση: Νόμος + Φύση, στον σύνδεσμο: https://nomosphysis.org.gr/22726/i-feroysa-ikanotita-mesa-apo-ti-nomologia-toy-symvoylioy-tis-epikrateias/

1. Πρόλογος

Το τελευταίο διάστημα, εν όψει μιας νέας εκκίνησης για το χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό [1], παρατηρούμε την έξαρση των συζητήσεων για το μέλλον ανάπτυξης, ιδίως στον νησιωτικό χώρο. Με αφορμή αυτές τις εξελίξεις έχουν ενταθεί και οι πολυεπίπεδες συζητήσεις για τον όρο «Φέρουσα Ικανότητα» (στο εξής Φ.Ι.).

Μάλιστα, η οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι. και οι διαφορετικές προσεγγίσεις στην ερμηνεία της αποτελούν τον πυρήνα προβληματισμών και ερωτημάτων, όπως:

  • Τι σημαίνει Φ.Ι. μιας περιοχής;
  • Σε ποιους τομείς δραστηριοτήτων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγραφής, αξιολόγησης και κρίσης;
  • Η  Φ.Ι. εννοιολογικά συνδέεται με την «ακεραιότητα» μίας προστατευόμενης περιοχής ή αφορά σε μελέτη και έρευνα και για μη προστατευόμενες περιοχές;
  • Περιορίζεται στο νησιωτικό χώρο ή θα πρέπει να μελετάται για το σύνολο των περιοχών της χώρας;
  • Ποιοι είναι οι δείκτες και πώς επιλέγονται για κάθε περιοχή;
  • Ποια είναι τα όρια της Φ.Ι. και πώς επιλέγονται;

Με την παρούσα μελέτη επιχειρείται η μελέτη, καταγραφή και κωδικοποίηση της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε να δούμε τη Φ.Ι. μέσα από τα μάτια των Αποφάσεων και των Πρακτικών Επεξεργασίας των Δικαστών του. Μέσα από τη μελέτη μπορούν να αναδειχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, κατευθύνσεις για τους απαιτούμενους δείκτες καθώς και οι κρίσιμοι άξονες που οριοθετούν τη συγκεκριμένη έννοια.

Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη μας, η Φ.Ι. θα μπορούσε να αποτελέσει μια  σημαντική «γενική αρχή», η οποία να μετουσιώνεται σε ένα εργαλείο που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον σχεδιασμό και τη λήψη αποφάσεων που επιδρούν στον Χώρο. Προς τούτο, θεωρούμε ότι είναι υψίστης σημασίας να μη χαθεί η ευκαιρία να τεθούν για πρώτη φορά υπό θεσμικό περίβλημα οι βασικές άξονες, άλλως τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση και τον υπολογισμό της Φ.Ι.

 

2. Το πεδίο Ορισμού της Φ.Ι. και η μεθοδολογία καταγραφής

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι η ανάδειξη των στοιχείων που κατά το ΣτΕ (από το έτος 1992 και έπειτα) αποτελούν κρίσιμα μεγέθη για τον καθορισμό της Φ.Ι. και θα μπορούσαν να καταγραφούν ως βασικές προδιαγραφές για την εκτίμησή της.

Η  έννοια της Φ.Ι. έχει, μεταξύ άλλων, οριστεί ως η πεπερασμένη χωρητικότητα και αντοχή των οικοσυστημάτων και των ανθρωπογενών συστημάτων, ώστε να μην επέλθει σοβαρή επιδείνωση τους [2]. Ο προσδιορισμός της απαιτεί συνεκτίμηση παραμέτρων του τρίπτυχου κοινωνία, οικονομία, περιβάλλον και δεν εξαρτάται μόνο από μετρήσιμα ποσοτικά δεδομένα (τεχνικά, οικονομικά, επιστημονικά),  αλλά και από ένα ευρύ φάσμα ποιοτικών παραγόντων που συνδέονται με τις πολιτιστικές αξίες, τις παραδόσεις, τη φυσιογνωμία της περιοχής [3].

Ενδεικτικά, η Φ.Ι. επηρεάζεται τόσο από περιβαλλοντικά, όσο και από πολεοδομικά δεδομένα – για παράδειγμα, για τον προσδιορισμό των Ζωνών Υποδοχής Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης προβλέπεται ρητώς στον Νόμο 4495/2017 πως ανά περιοχή λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, «η Φ.Ι. της περιοχής και το τοπίο» [4]. Αντίστοιχα, η Φ.Ι. αποτελεί έννοια που αφορά και περιλαμβάνεται σε πληθώρα διαφορετικών τομέων και δραστηριοτήτων, όπως είναι ο τουρισμός, όπου ως Φ.Ι. ενός τουριστικού προορισμού νοείται ο αριθμός των επισκεπτών που μπορεί αυτός να δεχθεί «χωρίς να αλλοιωθεί το φυσικό περιβάλλον και η ποιότητα της τουριστικής εμπειρίας την οποία προσφέρει [5]».

Επιχειρώντας την οριοθέτηση της έννοιας της Φ.Ι., στην παρ. 1 του άρθρου 64 του πρόσφατου Ν. 4964/2022 [6] δόθηκε ο νομοθετικός ορισμός της ως εξής: «Ως Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος, νοούνται τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο ανθρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία». Στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση για την έκδοση Προεδρικού Διατάγματος (Π.Δ.) με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας βάσει του οποίου θα προσδιορίζονται η μεθοδολογία εκτίμησης της Φ.Ι., οι βασικές παράμετροι που την καθορίζουν ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εξεταζόμενου κάθε φορά χωρικού συστήματος και τα ανεκτά όρια των δεικτών στόχων των βασικών παραμέτρων της βιώσιμης ανάπτυξής του – άξονες οι οποίοι θα μπορούσαν, από τη ματιά των νομικών, να προσδιοριστούν σε αδρές γραμμές βάσει της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ).

Αν και η ρητή νομοθετική αποτύπωση του ορισμού της Φ.Ι. είναι εξαιρετικά πρόσφατη, το ΣτΕ ήδη από την δεκαετία του 1990 επικαλούταν την έννοια αυτή είτε κατά την κρίση επί αιτήσεων ακυρώσεως αποφάσεων είτε κατά την έκδοση πρακτικών επεξεργασίας (ΠΕ) επί σχεδίων Προεδρικών Διαταγμάτων στο πλαίσιο άσκησης των διοικητικών του αρμοδιοτήτων. Έχει προκύψει, λοιπόν, πληθώρα αποφάσεων και πρακτικών επεξεργασίας που αναφέρονται στην έννοια της Φ.Ι. και προσπαθούν να την οριοθετήσουν δυνάμει του εξεταζόμενου κάθε φορά ζητήματος.

Δυνάμει της μελέτης προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι αποφάσεις και τα Πρακτικά Επεξεργασίας (Π.Ε.) του ΣτΕ μπορούν υπό μια μεθοδολογία να καταχωρηθούν συστηματικά στις εξής κατηγορίες, όπου από την κάθε μία δύναται να αντληθούν κριτήρια και δεδομένα για τη δημιουργία «προδιαγραφών» και κριτηρίων προσδιορισμού της έννοιας της Φ.Ι.:

Α) Κατηγορίες ανά περιοχή δραστηριότητας/επέμβασης: οικισμοί και επεκτάσεις οικισμών, νησιωτικά οικοσυστήματα, προστατευόμενες περιοχές, πολιτιστικό περιβάλλον.

Β) Κατηγορίες ανά τομέα δραστηριοτήτων: ενεργειακό σύστημα – Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.), τουριστική ανάπτυξη π.χ. μέσω Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. και Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α., άλλοι τομείς δραστηριοτήτων καθώς και οι παράμετροι των σωρευτικών επιπτώσεων δραστηριοτήτων και του συνεργιστικού αποτελέσματος αυτών.

Εν συνεχεία, ομαδοποιούνται σε μία κατηγορία συμπεράσματα αποφάσεων προκειμένου να αναδειχτεί η θέση της Φ.Ι. στον ορθολογικό σχεδιασμό καθώς και το πεδίο χωρικής ανάλυσής της, ενώ στην τελευταία ενότητα κωδικοποιούνται συγκεκριμένα συμπεράσματα και παρατίθενται καταληκτικές σκέψεις.

• Η Εκτίμηση της Φ.Ι. βάσει της Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας

Η πρώτη αναφορά του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) στην Φ.Ι. έγινε στο ΠΕ 246/1992 με τον περιφραστικό όρο «ανώτατα όρια αναπτύξεως της περιοχής άνευ αλλοιώσεως της φυσιογνωμίας της ή της υποβαθμίσεως της ποιότητος ζωής, τυχόν κορεσμός τομέων και αναγκών κτλ.». Ήδη, στα ΠΕ 586/1992 και 398/1993, τα οποία αφορούσαν την έγκριση πολεοδομικής μελέτης για παραθεριστικό οικισμό, αναφέρεται η «φέρουσα ικανότης (αντοχή)» ως κριτήριο καταλληλότητας της περιοχής για την οποία επρόκειτο να εγκριθεί η πολεοδομική μελέτη. Το ΣτΕ τόνισε την ανάγκη ύπαρξης χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, ώστε να μπορέσει να υπολογιστεί το μέγεθος της Φ.Ι. της ευρύτερης περιοχής (ολόκληρου του Νομού), η οποία πρέπει να αποτυπώνεται σε επίσημο χάρτη, ο οποίος δημιουργείται κατόπιν συνεκτιμήσεως δημογραφικών και οικονομικών στοιχείων, καθώς και εξέτασης της απόστασης μεταξύ των υφιστάμενων οικισμών.

 Α.       Κατηγορίες ανά περιοχή δραστηριότητας/επέμβασης

Επιχειρώντας λοιπόν την «κωδικοποίηση» της σχετικής Νομολογίας, προκύπτει καταρχάς η κατηγοριοποίηση των κατευθύνσεων του ΣτΕ αναφορικά με τη Φ.Ι. ανά είδος – χαρακτηριστικά της περιοχής της εκάστοτε δραστηριότητας ή «επέμβασης».

 Α.1.   Η Φ.Ι. στους Οικισμούς και στις Επεκτάσεις Οικισμών

 Πλήθος αποφάσεων αναφέρονται στη Φ.Ι. ως στοιχείο εκτίμησης της ικανοποίησης των οικιστικών αναγκών, οι οποίες είτε απορροφώνται από τους υπάρχοντες οικισμούς είτε εξυπηρετούνται με την επέκταση των ορίων οικισμών ή τη δημιουργία νέων.

Από τη συστηματική ανάλυση προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή πρέπει να μελετάται, αρχικώς, η δυνατότητα απορρόφησης των οικιστικών πιέσεων από τους υφιστάμενους οικισμούς. Τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για την εκτίμηση αυτής της δυνατότητας είναι, κατά το ΣτΕ, α) το βάρος του πληθυσμού, β) τα κριτήρια που σχετίζονται με τους νέους οικιστικούς υποδοχείς και προβλέπονται από πολεοδομικά – χωροταξικά σχέδια (π.χ. Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια), γ) το οδικό δίκτυο και δ) η δυνατότητα του υδρευτικού δικτύου να εξυπηρετήσει τον προσδοκώμενο πληθυσμό και τους νέους οικισμούς, χωρίς υπερεκμετάλλευση των υδατικών πόρων [7].

Επιπλέον, έχει επισημανθεί η ανάγκη να λαμβάνεται υπόψη η προστασία του πολιτιστικού κεφαλαίου οικιστικών περιοχών, νοούμενη ως η διασφάλιση της μη μεταβολής της πολεοδομικής φυσιογνωμίας της οικιστικής περιοχής [8], ιδίως όταν πρόκειται για έναν παραδοσιακό οικισμό υψηλής πολιτιστικής, αρχιτεκτονικής και ιστορικής αξίας.

Σημαντική είναι επίσης η μη υπέρβαση της φυσικής χωρητικότητας της οικιστικής περιοχής ως προς δύο σκέλη: πρώτον, στην προστασία των φυσικών της πόρων ως στοιχεία του τοπικού προστατευτέου φυσικού περιβάλλοντος, και δεύτερον στην ικανότητα των υποδομών τεχνικής και κοινωνικής υφής να ανταπεξέλθουν ομαλώς στις εκάστοτε «πιέσεις» [9].

Ειδικό καθεστώς πολεοδόμησης καθιερώνεται, τέλος, στις περιπτώσεις δημιουργίας οικισμών για κύρια ή παραθεριστική κατοικία με πρωτοβουλία ιδιωτών, συμπεριλαμβανομένων και των εκτάσεων ιδιοκτησίας οικοδομικών συνεταιρισμών. Η κρατική μέριμνα στις περιπτώσεις αυτές λαμβάνει τη μορφή καθορισμού της θέσης του οικισμού, με βάση χωροταξικά και πολεοδομικά κριτήρια, και έγκρισης του τελικού σχεδίου σύμφωνα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που ορίζονται στον νόμο. Ο ιδιώτης δεν έχει, πάντως, αξίωση έναντι της Διοικήσεως προς έγκριση του υποβαλλόμενου σχεδίου και δημιουργία του οικισμού. Με άλλα λόγια, τόσο η δημιουργία του οικισμού καθ’ εαυτή όσο και η έγκριση της προτεινόμενης από τους ιδιώτες πολεοδομικής διαρρύθμισής του απόκεινται στη διακριτική ευχέρεια της κανονιστικώς δρώσας Διοίκησης. Η τελευταία οφείλει, στο πλαίσιο και των συνταγματικών κανόνων για ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη, να λάβει υπόψη τις κατευθύνσεις του υπερκείμενου χωροταξικού σχεδιασμού καθώς και τις συνθήκες του περιβάλλοντος και τη Φ.Ι. της περιοχής, χωρίς να δεσμεύεται από το γεγονός της υπάρξεως ιδιοκτησίας των ενδιαφερόμενων ιδιωτών ή συνεταιρισμών σε συγκεκριμένη θέση [10] .

 

Α.2.  Η Φ.Ι. στα νησιωτικά οικοσυστήματα

Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού, διαχρονικά γίνεται μνεία στην ενότητα και τη λιτή συμμετρία του τοπίου των μικρών νησιών, στο εκτεταμένο ανάπτυγμα των ακτών τους σε σχέση προς την έκτασή τους και στη στενή αλληλεξάρτηση των ανθρωπογενών συστημάτων (δημογραφικού, πολιτιστικού, κοινωνικοοικονομικού κ.λπ.) με το φυσικό περιβάλλον, στοιχεία που έχουν ως συνέπεια να καθίστανται αυτά εντόνως ευπαθή και ευάλωτα οικοσυστήματα.

Γενικά, τα μικρά νησιά χαρακτηρίζονται από έντονη ευπάθεια σε εξωτερικές επεμβάσεις λόγω των εκτεταμένων ακτών σε σχέση με την έκτασή τους και την αλληλεξάρτηση μεταξύ του ανθρωπογενούς και φυσικού κεφαλαίου τους – εξ αυτού είναι δεκτικά μόνο μορφών ήπιας ανάπτυξης, συμβατής με ακριβώς αυτόν τον ευαίσθητο χαρακτήρα τους. Με άλλα λόγια, ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης ανάπτυξης επιτάσσει τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό και ισχύει κατά μείζονα λόγο για την προστασία των ευαίσθητων οικοσυστημάτων όπως τα μικρά νησιά [11]. Γι’ αυτό τον λόγο η επιτασσόμενη αυξημένη προστασία των ευαίσθητων αυτών οικοσυστημάτων επιβάλλει την ύπαρξη και εφαρμογή των κανόνων ενός ειδικού χωροταξικού σχεδιασμού. Αυτός, κατά το ΣτΕ, πρέπει να προβλέπει μορφές ήπιας αναπτύξεως [12], συμβατών με την αρχή της διατηρήσεως του πολιτιστικού και φυσικού κεφαλαίου τους και την Φ.Ι. αυτών των οικοσυστημάτων [13].

Στο πλαίσιο αυτό δικαιολογημένη παρίσταται καταρχάς η εισαγωγή διαφορετικών ρυθμίσεων για τα μικρά νησιά σε σχέση με τις λοιπές περιοχές της ηπειρωτικής χώρας, οι οποίες, εφόσον δεν υπάγονται σε ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς, επιτρεπτώς, κατ’ αρχήν, υφίστανται εντονότερη παραγωγική και εν γένει αναπτυξιακή δραστηριότητα από εκείνη στην οποία υπόκειται ο νησιωτικός χώρος [14]. Άρα, η Φ.Ι. των μικρών νησιών αποτελεί μέγεθος που πρέπει να εκτιμάται ιδιαιτέρως από τις εκάστοτε επιστημονικές μελέτες.

Από τη Νομολογία του ΣτΕ διαπιστώνεται ότι για τον υπολογισμό της Φ.Ι. των μικρών νησιών στοιχεία εκτίμησης είναι αφενός η πολλαπλή χρήση των εγχώριων πόρων των μικρών νησιών, αφετέρου η προστασία και διατήρηση της βιοποικιλότητας σε αυτά.

Πιο συγκεκριμένα, το ΣτΕ έχει αναφέρει πως η Φ.Ι. δύναται να προσδιοριστεί σε μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σχέδια βιώσιμης ανάπτυξης τα οποία θα πρέπει να ενσωματώνουν την προστασία του περιβάλλοντος στον οικονομικό σχεδιασμό, ιδίως με έμφαση: α) στην αναθεώρηση των μη βιώσιμων πρακτικών, β) στην προαγωγή περιβαλλοντικώς υγιούς τεχνολογίας και γ) στον αποκλεισμό των τεχνολογιών που δημιουργούν απειλή για το οικοσύστημά τους [15]. Μάλιστα, ιδίως όσον αφορά τη βιοποικιλότητα του νησιωτικού οικοσυστήματος, ουσιώδης είναι ο υπολογισμός του μέτρου διατήρησης της βιοποικιλότητας για το εκάστοτε νησί και  η ανάπτυξη νέων τεχνολογιών προς τον σκοπό αυτό [16].

Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η αναφορά για την εκπόνηση ειδικής μελέτης «χωρητικότητας» για τα μικρά νησιά, ήτοι ειδικού εργαλείου χωρικού σχεδιασμού προβλεπόμενου από το Περιφερειακό Πλαίσιο Ν. Αιγαίου [17], ενώ παράλληλα έχει τονιστεί η αναγκαιότητα για μη αποδιάρθρωση του νησιωτικού «μικρόκοσμου», ο οποίος αποτελεί ένα ιδιαίτερο και αυτοτελές οικοσύστημα [18]. Τέλος, έχει κριθεί ότι κύριος παράγοντας για τον καθορισμό των ορίων της Φ.Ι. στα μικρά νησιά είναι το ενεργειακό τους σύστημα [19] (αναλυτικότερα για τη Φ.Ι. σχετικά με τις ΑΠΕ στα μικρά νησιά βλ. κατωτέρω).

 

Α.3.    Η Φ.Ι. στις Προστατευόμενες Περιοχές

Καταλήγοντας σε, ενδεχομένως, μία από τις παλαιότερες αναφορές τουλάχιστον σε επίπεδο Ευρωπαϊκού Δικαίου, η Φ.Ι. έχει άμεσα συνδεθεί με την διατήρηση της «ακεραιότητας» προστατευόμενων περιοχών (κυρίως αυτών του Δικτύου NATURA 2000). Η ακεραιότητα είναι άμεσα συνδεόμενη με την Φ.Ι. (carrying capacity) ενός προστατευόμενου οικοσυστήματος. Στο πεδίο αυτό, η Φ.Ι. αντιστοιχεί σε ένα ανώτατο σημείο ανεκτικότητας σε εξωτερικές, δηλαδή ανθρωπογενείς, παρεμβάσεις ενός χωρικά οριοθετημένου οικοσυστήματος – εάν ο αριθμός ή η ένταση των υπαρχουσών παρεμβάσεων αυξηθεί πέραν του ορίου της Φ.Ι., τότε τεκμαίρεται πως το οικοσύστημα υποβαθμίζεται και η ποιότητά του προσβάλλεται [20]. Αντίστοιχα, εάν ο αντίκτυπος των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων στο τοπικό φυσικό περιβάλλον κρίνεται συμβατός με τη Φ.Ι., η αδειοδότηση, χωροθέτηση και λειτουργία τους δύναται να επιτραπεί υπό προϋποθέσεις.

Η Φ.Ι. και η λεγόμενη «ακεραιότητα» μίας προστατευόμενης περιοχής αποτελούν αλληλοσυνδεόμενες έννοιες αφενός, αφετέρου η πρώτη κριτήριο εντοπισμού βλάβης της δεύτερης. Επειδή, όμως, η έννοια της ακεραιότητας είναι ευρεία και αφηρημένη υπάρχει δυσκολία ή αδυναμία του προσδιορισμού της βλάβης της. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο ερμηνεύεται σε αναφορά με την άλλη έννοια της Οδηγίας για τους Οικοτόπους [21], την «ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης» [22].

 

A.4.      Η Φ.Ι. του Πολιτιστικού Περιβάλλοντος

Ενδιαφέρουσα είναι επίσης η αναφορά σε «Φ.Ι. Πολιτιστικού Τοπίου» σε πρόσφατο Πρακτικό Επεξεργασίας του Δικαστηρίου, με το οποίο απερρίφθη Προεδρικό Διάταγμα Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.) λόγω μη αυτοτελούς αιτιολόγησης του «ήπιου» της προτεινόμενης επέμβασης.

Επί αυτού, το Δικαστήριο ανέφερε κατά την κρίση του τις γνωμοδοτήσεις αρμοδίων Υπηρεσιών, οι οποίες τόνιζαν τη σημασία της συμβατότητας της εκάστοτε επέμβασης με τη «Φ.Ι. του πολιτιστικού τοπίου», νοούμενη ως τη μη σημαντική και μη αναστρέψιμη διατάραξη του περιβάλλοντος «των μνημείων που αποτελούν μάρτυρες της συνεχούς κατοίκησης και ανθρώπινης δραστηριότητας στην περιοχή».

Μάλιστα, ως στοιχεία διάγνωσης αυτού του είδους Φ.Ι., αναφέρονταν η διασφάλιση, άλλως η μη ανατροπή της αναγκαίας σύνθεσης των μνημείων και του περιβάλλοντός τους σε μία «ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα» και η μη επέλευση οπτικής βλάβης στον συγκεκριμένο αρχαιολογικό χώρο [23].

 

Β.        Ειδικότερες Κατηγορίες – διάκριση ανά τομέα των δραστηριοτήτων

Περαιτέρω, προκύπτει η κατηγοριοποίηση των κατευθύνσεων του ΣτΕ αναφορικά με τη Φ.Ι. ανά το είδος και τα χαρακτηριστικά της εκάστοτε δραστηριότητας ή «επέμβασης» σε μία περιοχή.

 

Β.1.    Η Φ.Ι. στο Ενεργειακό Σύστημα – Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ)

Η Φ.Ι. στο πλαίσιο του ενεργειακού συστήματος [24] έχει προσεγγιστεί από το ΣτΕ ως έννοια μη υπέρβασης της δυνατότητας κάλυψης των ενεργειακών αναγκών, τις οποίες πρόκειται να καλύψουν οι προς εγκατάσταση (αιολικοί) σταθμοί, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις από την εγκατάσταση του συνόλου των αιολικών σταθμών και τον προσδιορισμό του συνολικού αριθμού ανεμογεννητριών που μπορούν να εγκατασταθούν σε μία περιοχή, ενιαίως ή κατά τμήματα αυτής [25].

Ειδικώς για τον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), η Φ.Ι. είχε ήδη αποτυπωθεί, από το έτος 2008, στο Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) [26], ως «ο μέγιστος αριθμός τυπικών ανεμογεννητριών που επιτρέπεται να εγκατασταθούν σε μια ενότητα χώρου», άλλως η μέγιστη δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εγκαταστάσεων. Μάλιστα, στην Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) που συνόδευε το Ειδικό Πλαίσιο οριζόταν πως η διαμόρφωση του ειδικότερου περιεχομένου των κανόνων χωροθέτησης κάθε κατηγορίας ανανεώσιμων πηγών γίνεται κατόπιν συνεκτιμήσεως του αναμενόμενου ποσοστού συμμετοχής τους στο μείγμα ενεργειακής παραγωγής και της ύπαρξης εκμεταλλεύσιμου ενεργειακού δυναμικού, το οποίο, κατ’ αυτόν τον τρόπο, ανάγεται σε κριτήριο ιδιαίτερης βαρύτητας της Φ.Ι. των περιοχών υποδοχής, καθώς και της ανάγκης για αρμονική ένταξη των οικείων έργων στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον.

Συγκεκριμένα, η Φ.Ι. μιας Περιοχής Αιολικής Προτεραιότητας ορίζεται ως «η μέγιστη δυνατότητα χωροθέτησης αιολικών εκπεφρασμένη σε αριθμό ανεμογεννητριών και σε εγκατεστημένη ισχύ ηλεκτρικής ενέργειας» [27].

Η Νομολογία του ΣτΕ βέβαια φαίνεται να εκτιμά διαφορετικά την εγκατάσταση ΑΠΕ σε μικρά νησιά σε σύγκριση με την εγκατάσταση τους στον ηπειρωτικό χώρο [28]. Ειδικώς για τα πρώτα, ως στοιχεία εκτίμησης της Φ.Ι. ορίζονται τα αντικειμενικά και τοπικά όριά της, στα οποία ανήκουν ιδίως οι οικείες πηγές ενέργειας, οι οποίες πρέπει να παραμένουν κατά βάση τοπικές και φιλικές προς το περιβάλλον, ενώ επισημαίνεται η σημασία της εγκατάστασης ενός ήπιου ενεργειακού συστήματος χαμηλής έως μεσαίας τάξεως με τεχνολογία φιλική προς το περιβάλλον [29].

Μάλιστα, το ΣτΕ υπογράμμισε προσφάτως ότι η Φ.Ι. των μικρών νησιών συναρτάται ευθέως προς τη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη της ενεργειακής ζήτησης, μάλιστα, ορίζεται ρητώς ως κύριος παράγοντας για τον καθορισμό των ορίων της Φ.Ι. τους το ενεργειακό τους σύστημα, από το οποίο εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό η βιώσιμη ανάπτυξή τους [30]. Στην απόφαση ΣτΕ 1429/2022 το Δικαστήριο φτάνει να διαμορφώνει το σκεπτικό πως η περιβαλλοντική προστασία, τα ανεκτά όρια των νησιωτικών οικοσυστημάτων μέσω της έννοιας της Φ.Ι., η ενεργειακή αυτονομία και η οικονομική ανάπτυξη αποτελούν εν τέλει «συστατικά» μίας σύγχρονης – δύσκολα επιτεύξιμης μεν, επιθυμητής δε – κοινωνικοοικονομικής «σύνθεσης», η οποία μετουσιώνεται στην έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης [31].

Τέλος, ειδικώς για τη Φ.Ι. σε μικρά υδροηλεκτρικά, στο άρθρο 16 του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καταγράφονται ειδικά κριτήρια για την εκτίμηση της Φ.Ι. των Μικρών Υδροηλεκτρικών (Μ.ΥΗ.Ε.), υπό την έννοια της μέγιστης δυνατότητας εγκατάστασης (δηλ. πυκνότητα εγκατάστασης) Μ.ΥΗ.Ε. στην ίδια «γραμμή» ύπαρξης υδροδυναμικού, δηλαδή στο ίδιο υδατόρευμα, ενώ στη Νομολογία του ΣτΕ αυτή αναφέρεται ως η μέγιστη δυνατότητα εγκατάστασης στην ίδια γραμμή ύπαρξης υδροδυναμικού, ως προς τη συνύπαρξη με άλλες χρήσεις και τη διατήρηση υδροβιολογικών και οικολογικών χαρακτηριστικών των υποδοχέων [32].

 

Β.2.    Προσεγγίσεις της Φ.Ι. σε άλλους τομείς δραστηριοτήτων

Κατά την έρευνα σε αποφάσεις και πρακτικά επεξεργασίας του ΣτΕ που αφορούν Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.) και Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α.) διαπιστώθηκε ότι το ΣτΕ κάνει αναφορά στην Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και/ή στις υπόλοιπες μελέτες που συνοδεύουν τα ανωτέρω σχέδια και ειδικότερα στον τρόπο υπολογισμού της Φ.Ι., στοιχεία τα οποία φαίνεται να γίνονται εμμέσως αποδεκτά από το Δικαστήριο στο σκεπτικό και εν τέλει στην απόφασή του [33].

Σε ειδικότερες νομολογιακές περιπτώσεις, στο πλαίσιο της Φ.Ι. των υδροφορέων (π.χ. ποτάμια), η Φ.Ι. ορίζεται ρητώς ως η διατήρηση του εύρους εισόδου των υδάτων, η μη μείωση της επάρκειας των διαθέσιμων υπογείων υδάτων [34] και η μη άντληση ποσοτήτων ύδατος που επηρεάζουν το υδατικό ισοζύγιο [35].

Ειδική αναφορά στην Φ.Ι. έγινε πολλάκις από το ΣτΕ σε περιπτώσεις Περιοχών Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (Π.Ο.Α.Υ.), για τις οποίες ο ορισμός της Φ.Ι. προερχόταν άμεσα από το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις υδατοκαλλιέργειες [36], ως «Φέρουσα ικανότητα υποδοχέα εγκατάστασης παραγωγικών μονάδων» η οποία «αποτελεί ένα εργαλείο με το οποίο δύναται να εκτιμηθεί η μέγιστη βιομάζα ενός ή περισσότερων ειδών εκτροφής, που μπορεί να υποστηρίξει ένας δεδομένος χώρος, λαμβάνοντας υπόψη τη βιωσιμότητα των οργανισμών και την αειφορία του περιβάλλοντος» [37]. Αντίστοιχα, σε παρόμοια απόφαση η Φ.Ι. οριοθετείται σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης των μονάδων και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτών στο οικοσύστημα, η οποία προσδιορίζεται ύστερα από αξιολόγηση σειράς παραμέτρων, όπως τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των υδάτων, η παραγωγικότητα του οικοσυστήματος, η οικολογική κατάσταση των υδάτων κ.λπ. [38].

Εντοπίστηκε επίσης, κατά την νομολογιακή έρευνα, ειδική αναφορά στην Φ.Ι. υποδοχέων αποβλήτων (ΟΕΔΑ – Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διάθεσης Απορριμμάτων), για τους οποίους ορίστηκε ρητά ως η χωρητικότητά τους σε απόβλητα ανά έτος [39].

 

Β.3.      Η Φ.Ι. στις σωρευτικές επιπτώσεις δραστηριοτήτων – συνεργιστικό αποτέλεσμα έργων και δραστηριοτήτων

Στην πλειοψηφία των αποφάσεων που αφορούσαν βιομηχανικές δραστηριότητες, εγκαταστάσεις διαχείρισης αποβλήτων, έργα μεταφορών ή παραγωγική δραστηριότητα και ετέθη η μη υπέρβαση των ανεκτών ορίων της περιοχής υποδοχής της εκάστοτε δραστηριότητας, υπήρξε ευθεία αναφορά στην έννοια της Φ.Ι..

Για παράδειγμα, στην περίπτωση μονάδας δευτερογενούς τομέα διαπιστώθηκε πως: «η Φ.Ι. δεν επιτρέπει την επιβάρυνση με νέες μονάδες του δευτερογενούς τομέα», άρα ετέθη η επιταγή για εξέταση των επιπτώσεων από τη σώρευση με υπάρχουσες χρήσεις και αριθμό εγκαταστάσεων με ίδιες χρήσεις [40].

Επιπλέον, το ΣτΕ επεσήμανε πολλές φορές πως για τη Φ.Ι. σε μονάδες διαχείρισης αποβλήτων (ΟΕΔΑ), βιομηχανίες, μονάδες κτηνοτροφίας και μεταναστευτικές δομές πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι σωρευτικές επιπτώσεις στο φυσικό και ανθρωπογενές περιβάλλον από την παράλληλη λειτουργία τέτοιου είδους μονάδων, με επίκεντρο στο αθροιστικό αποτέλεσμα αντιστοίχων διαφόρου είδους οχλήσεων στην περιοχή ενδιαφέροντος [41]. Αντιστοίχως, έχει επισημανθεί το δυνητικό αθροιστικό ζημιογόνο αποτέλεσμα από ομοειδείς εγκαταστάσεις [42] από την ταυτόχρονη λειτουργία εγκαταστάσεων [43].

Περαιτέρω δε, σε πρόσφατη απόφαση σχετικά με Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.), κρίθηκε ότι η επαρκής αξιολόγηση του προτεινόμενου σχεδίου Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. ως προς τη Φ.Ι. δεν ανατρέπεται από το γεγονός ότι μεταγενέστερα της έγκρισης του εν λόγω Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. με Π.Δ. αναρτήθηκε σε δημόσια διαβούλευση άλλο Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. σε όμορη περιοχή. Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το ΣτΕ κατά την επεξεργασία του μεταγενέστερου σχεδίου Π.Δ. του Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. στην όμορη αυτή περιοχή (σε απόσταση 1.500 μ. από την περιοχή επέμβασης), το απέρριψε, μεταξύ άλλων, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε το εάν κατά τον υπολογισμό του δείκτη της Φ.Ι. ελήφθη υπόψη ο αριθμός κλινών της προηγηθείσας και ήδη εγκεκριμένης Στρατηγικής Επένδυσης [44].

Εν τέλει, ουσιώδους σημασίας για την διακρίβωση της Φ.Ι. είναι η εξέταση των επιπτώσεων από τη σώρευση με υπάρχουσες διαφορετικές και όμοιες χρήσεις καθώς και βάσει του αριθμού εγκαταστάσεων/δραστηριοτήτων με ίδιες ή παρόμοιες χρήσεις.

 

Γ.    Η θέση της Φ.Ι. στον ορθολογικό σχεδιασμό και το πεδίο χωρικής ανάλυσής της

Παράλληλα, διατρέχει σημαντικό μέρος της Νομολογίας η διαπίστωση ότι η Φ.Ι. αποτελεί στοιχείο και κριτήριο που πρέπει να περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό [45].

Βέβαια, η Φ.Ι. αποτελεί ένα εργαλείο δυναμικό, το οποίο εκτιμάται σε διαφορετικά επίπεδα χωρικού σχεδιασμού και χωρικής ενότητας και ανάλογα με διάφορους παράγοντες της εκάστοτε περίπτωσης, όπως το είδος της επέμβασης, οι συνθήκες της περιοχής ενδιαφέροντος, τα ιδιαίτερα τοπικά, φυσικά, πολιτιστικά και πολεοδομικά χαρακτηριστικά, κ.α. Έτσι, ειδικά ως προς το πεδίο χωρικής ανάλυσης της Φ.Ι., εντοπίζονται διάφορες διαπιστώσεις του ΣτΕ.

Καταρχάς, σε περίπτωση έγκρισης Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) ως βάση ορίστηκε αυτή καθαυτή η έκταση της υπό έγκριση Ζ.Ο.Ε. [46], ενώ κατά τη δημιουργία νέων οικισμών τέθηκε το ευρύ κριτήριο της έκτασης του τότε Νομού (ήδη σήμερα Περιφερειακή Ενότητα) [47] σε αντίθεση με τις περιπτώσεις απορρόφησης οικιστικών πιέσεων (α’ και β’ κατοικίας) όπου δόθηκε έμφαση στο ειδικότερο κριτήριο της έκτασης του εκάστοτε υφιστάμενου οικισμού [48].

Επιπρόσθετα, κατά την έγκριση έργων και δραστηριοτήτων σε μικρά νησιά, τα οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελούν ιδιαιτέρως ευαίσθητα οικοσυστήματα, τέθηκαν ως βάση αναφοράς οι ενότητες στις οποίες εντάσσεται όλο το νησιωτικό σύνολο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, ήτοι ο νησιωτικός Δήμος [49]. Κατ’ αναλογία, κατά την έγκριση Π.Ο.Α.Υ. το απαραίτητο πεδίο χωρικής ανάλυσης της Φ.Ι. ήταν η θαλάσσια περιοχή της επέμβασης, νοούμενη διασταλτικά ως το οικοσύστημα αυτής [50], ενώ σε υπόθεση έγκρισης Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.) εντός της πόλης της Αθήνας, τη χωρική βάση διακρίβωσης της Φ.Ι. αποτέλεσε ο συγκεκριμένος Δήμος υποδοχής του εν λόγω Σχεδίου (Δήμος Αμαρουσίου [51]).

Συστέλλοντας από την άλλη το πεδίο χωρικής ενότητας, σε εξαιρετικές περιπτώσεις μεγάλων έργων, όπως ήταν τα Ολυμπιακά Έργα, ως βάση υπολογισμού ορίστηκε η περιοχή εγκατάστασης αυτών [52], σε Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α. και Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. το εκάστοτε συγκεκριμένο ακίνητο [53] και σε έγκριση τοπικών ρυμοτομικών σχεδίων για τον κατ’ εξαίρεση καθορισμό χώρων ανεγέρσεως κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιο, δημοτικό ή κοινωφελή σκοπό σε εκτός σχεδίου περιοχή, αυτή η συγκεκριμένη εκτός σχεδίου περιοχή [54].

Κατά κανόνα, όμως, κατά το ΣτΕ, πρέπει να αποφεύγεται η σημειακή και αποσπασματική χωροθέτηση έργων και δραστηριοτήτων, διότι αυτό αντίκειται στη Φ.Ι. της περιοχής [55] και στον ορθό χωροταξικό σχεδιασμό. Ο τελευταίος έχει ιδιαίτερο βάρος για το Δικαστήριο, αποτελώντας εν τέλει το κρίσιμο ειδοποιό στοιχείο που έχει στη διάθεσή της η Πολιτεία και τα διοικητικά της όργανα για τη διακρίβωση, καταρχάς, της δυνατότητας χωροθέτησης ενός έργου/μίας δραστηριότητας προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι κατά το δυνατόν βέλτιστοι όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας [56].

Σχετική και άξια αναφοράς είναι η απόφαση ΣτΕ 2996/2014, σύμφωνα με την οποία «ουσιώδης όρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη είναι τα ολοκληρωμένα χωροταξικά σχέδια. Τα σχέδια αυτά θέτουν, με βάση την ανάλυση των δεδομένων και την πρόγνωση των μελλοντικών εξελίξεων, τους μακροπρόθεσμους στόχους της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης και ρυθμίζουν, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών και των ελεύθερων χώρων στις εκτός σχεδίου περιοχές» [57]. Προς επίρρωση αυτού, αξίζει να σημειωθεί ότι τα τελευταία χρόνια αλλά εντονότερα πρόσφατα [58] το ΣτΕ επεσήμανε στην Διοίκηση, ενόψει της συνταγματικής επιταγής για χωροταξικό σχεδιασμό, την αναγκαιότητα για ταχεία έγκριση του νέου Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου και του νέου Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό [59].

 

  4.            Συμπεράσματα θεωρητικού περιεχομένου

Ύστερα από την ανωτέρω ανάλυση, κωδικοποιούμε στοχευμένα μερικά από τα σημαντικότερα συμπεράσματά μας:

Κατά πρώτον, τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της βιώσιμης ανάπτυξης [60] θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και για τον υπολογισμό της Φ.Ι., καθώς φαίνεται πως συχνά στη Νομολογία του ΣτΕ οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται [61].

Πέραν αυτού, ο υπολογισμός και η εκτίμηση της Φ.Ι. αποτελούν βασικό κριτήριο ορθολογικού ελέγχου των χρήσεων γης [62]. Αυτό σημαίνει πως και οι τυχόν αλλαγές ή οι αυξήσεις σε πολεοδομικά μεγέθη (π.χ. αύξηση συντελεστή) επηρεάζουν την Φ.Ι. και γι’ αυτό πρέπει να την λαμβάνουν υπόψη [63]. Φυσικά, εκτός των ποσοτικών στοιχείων, η Φ.Ι. συνδυάζεται και με κριτήρια ποιοτικά, όπως ο χαρακτήρας των νησιών ως παραδοσιακών ανθρωπογενών συστημάτων και η ιδιότητα περιοχών ως ευαίσθητων οικοσυστημάτων. Άρα, το μέγεθος της Φ.Ι. πρέπει να ερευνάται και υπό αυτό το πρίσμα. Ιδιαιτέρως, ειδική πρόνοια πρέπει να υπάρχει για την διατήρηση του χαρακτήρα των μικρών νησιών και του νησιωτικού ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος και τοπίου τους [64].

Τέλος, καθίσταται σαφές πως η Φ.Ι. αφορά ευρύτατο πεδίο δραστηριοτήτων: τουρισμό, ενέργεια, πρωτογενή τομέα, υδατοκαλλιέργειες (Π.Ο.Α.Υ.), βιομηχανία, κ.α., συνεπώς αποτελεί έννοια που πρέπει να εκτιμάται σε συνδυασμό και σε άμεση σχέση με την αειφόρο ανάπτυξη, τον ορθολογικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό, τον έλεγχο των χρήσεων γης και την προστασία του περιβάλλοντος.

Η πλειοψηφία των αποφάσεων και των πρακτικών επεξεργασίας του ΣτΕ συγκλίνει στο ότι η Φ.Ι. αποτελεί ουσιώδους σημασίας κριτήριο, το οποίο είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη, μεταξύ άλλων, κατά τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Εξάλλου, όπως έχει επισημάνει κατά τη θητεία της ως Αντιπρόεδρος του ΣτΕ η νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας κα Α. Σακελλαροπούλου, δεν μπορεί να μη λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι «η Φ.Ι. των ανθρωπίνων οικοσυστημάτων αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ίδια τους την υπόσταση» [65].

Ως καταληκτικό σχόλιο, θεωρούμε υψίστης σημασίας τον εμπλουτισμό της εθνικής έννομης τάξης με τα εχέγγυα ενσωμάτωσης της έννοιας της Φ.Ι. στον σχεδιασμό, με πρώτο βήμα την έκδοση του προβλεπόμενου από την παρ. 2 του άρθρου 64 του Ν. 4964/2022 Προεδρικού Διατάγματος.

 

5. Αντί επιλόγου

Η  σαφής παράθεση των πυλώνων που στοιχειοθετούν την έννοια της Φ.Ι. θα  πρέπει κατά την άποψή μας να θέτει τη βάση για την εδραίωση ενός εργαλείου που δεν θα απορρίπτει ή θα επιτρέπει παρεμβάσεις στον εκάστοτε προσδιορισμένο χώρο παρά θα λαμβάνει υπόψη τα πραγματικά πολεοδομικά περιβαλλοντικά και πολιτιστικά δεδομένα μίας περιοχής, υπό μία κοινή, επιστημονική αξιολόγηση σε ad hoc βάση.  Ευχόμαστε η παρούσα μελέτη να υποβοηθήσει το έργο της πολιτείας και των επιστημόνων προς αυτή την κατεύθυνση.

 Κάτωθι ακολουθεί κωδικοποιημένη σε πίνακα η ως άνω κατηγοριοποίηση, μαζί με ενδεικτικές αναφορές των αντίστοιχων Αποφάσεων και Πρακτικών Επεξεργασίας.

 Ευχαριστούμε θερμά την κα Μιχαλακέα Αθηνά, Δικηγόρο, Υπ. Δρ., για την συμβολή της στην αρχική έρευνα και καταγραφή.

 

   Στοιχεία εκτίμησης της Φ.Ι. σύμφωνα με το ΣτΕ Αναφορές σε Αποφάσεις και Πρακτικά Επεξεργασίας ΣτΕ
Α. Κατηγορίες ανά περιοχή δραστηριότητας – επέμβασης Α.1. Οικισμοί – Επεκτάσεις Οικισμών

α) το βάρος του πληθυσμού, β) τα κριτήρια που σχετίζονται με τους νέους οικιστικούς υποδοχείς και προβλέπονται από πολεοδομικά – χωροταξικά σχέδια (π.χ. ΓΠΣ), γ) το οδικό δίκτυο, δ) η δυνατότητα του υδρευτικού δικτύου να εξυπηρετήσει τον προσδοκώμενο πληθυσμό και τους νέους οικισμούς, χωρίς υπερεκμετάλλευση των υδατικών πόρων.

 

η μη μεταβολή της πολεοδομικής φυσιογνωμίας της οικιστικής περιοχής.

 

ΠΕ ΣτΕ 196/2021, ΣτΕ 164/2022.

 

 

 

 

 

 

ΣτΕ 6070/1996, ΣτΕ 585/2014, ΣτΕ 711/2014.

α) η προστασία των φυσικών πόρων, β) η ικανότητα των υποδομών, τεχνικής και κοινωνικής υφής. ΣτΕ 629/2022, ΣτΕ 630/2022, ΣτΕ 631/2022, ΣτΕ 1037/22.
  Α.2. Νησιωτικά οικοσυστήματα

Προσδιορισμός ΦΙ σε μακροπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα σχέδια βιώσιμης ανάπτυξης, τα οποία ενσωματώνουν την προστασία του περιβάλλοντος στον οικονομικό σχεδιασμό, ιδίως με έμφαση: α) στην αναθεώρηση των μη βιώσιμων πρακτικών, β) στην προαγωγή περιβαλλοντικώς υγιούς τεχνολογίας, γ) στον αποκλεισμό των τεχνολογιών που δημιουργούν απειλή για το οικοσύστημά τους.

 

ΠΕ ΣτΕ 273/1998, ΠΕ ΣτΕ 175/1999, ΠΕ ΣτΕ 216/1999, ΠΕ ΣτΕ 355/1999, ΠΕ ΣτΕ 359/1999, ΠΕ ΣτΕ 432/2001.

 

 

 

 

Υπολογισμός μέτρου διατήρησης βιοποικιλότητας για το εκάστοτε νησί και  ανάπτυξη νέων τεχνολογιών προς τον σκοπό αυτό.

 

 

Π.Ε. ΣτΕ 273/1998,

Π.Ε. ΣτΕ 175/1999,

Π.Ε. ΣτΕ 216/1999,

Π.Ε. ΣτΕ 355/1999,

Π.Ε. ΣτΕ 359/1999,

Π.Ε. ΣτΕ 432/2001.

Απαιτείται εκπόνηση ειδικής μελέτης «χωρητικότητας» (ήτοι το ειδικό εργαλείο χωρικού σχεδιασμού που προβλεπόταν από το Περιφερειακό Πλαίσιο Ν. Αιγαίου στη συγκεκριμένη περίπτωση). ΣτΕ 1037/2022.
  Α.3. Προστατευόμενες Περιοχές

Η Φ.Ι. σε άμεση σχέση με την «ακεραιότητα» και την «ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης» προστατευόμενων περιοχών.

ΣτΕ 2242/2020, ΣτΕ 1804/2018, ΣτΕ 245/2016, ΣτΕ 1964/2015, ΣτΕ 551/2015, ΣτΕ 2741/2014, ΣτΕ 807/2014.
  Α.4. Πολιτιστικό Περιβάλλον

Η διασφάλιση – η μη ανατροπή της αναγκαίας σύνθεσης των μνημείων και του περιβάλλοντός τους σε μία «ιστορική, αισθητική και λειτουργική ενότητα» και η μη επέλευση οπτικής βλάβης στον αρχαιολογικό χώρο.

 

ΠΕ ΣτΕ 109/2023.
Β. Ειδικότερες Κατηγορίες – διάκριση ανά τομέα των δραστηριοτήτων Β.1. Ενεργειακό Σύστημα – Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ)

α) Τα αντικειμενικά και τοπικά όρια της ΦΙ των μικρών νησιών, στα οποία ανήκουν ιδίως οι οικείες πηγές ενέργειας, οι οποίες πρέπει να παραμένουν κατά βάση τοπικές και φιλικές προς το περιβάλλον, β) ήπιο ενεργειακό σύστημα χαμηλής έως μεσαίας τάξεως τεχνολογίας φιλικής προς το περιβάλλον.

ΠΕ ΣτΕ 175/1999, ΣτΕ 1421/2013, ΣτΕ 1422/2013,

ΣτΕ 1429/2022, ΣτΕ 1538/2022.

  Β.2. Προσεγγίσεις της Φ.Ι. σε άλλους τομείς δραστηριοτήτων

Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.) και Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α.): αναφορά στην Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και/ή στις υπόλοιπες μελέτες που τα συνοδεύουν και ειδικότερα στον τρόπο υπολογισμού της Φ.Ι.

 

 

ΠΕ ΣτΕ 363/2013,  139/2014, 171/2020, 199/2020.

 

 

Υδροφορείς:  η διατήρηση του εύρους εισόδου των υδάτων, η μη μείωση της επάρκειας των διαθέσιμων υπογείων υδάτων  και η μη άντληση ποσοτήτων ύδατος που επηρεάζουν το υδατικό ισοζύγιο. ΣτΕ ΕΑ 737/2011.

 

 

Περιοχές Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (Π.Ο.Α.Υ.): οριοθέτηση σε σχέση με τον βαθμό συγκέντρωσης των μονάδων και τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις αυτών στο οικοσύστημα, η οποία προσδιορίζεται ύστερα από αξιολόγηση σειράς παραμέτρων, όπως τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των υδάτων, η παραγωγικότητα του οικοσυστήματος, η οικολογική κατάσταση των υδάτων κ.λπ. ΣτΕ 334/2020, ΣτΕ 4982/2014.
  Υποδοχείς αποβλήτων (ΟΕΔΑ – Ολοκληρωμένη Εγκατάσταση Διάθεσης Απορριμμάτων): χωρητικότητα σε απόβλητα ανά έτος. ΣτΕ 902/2011.
  Β.3. Σωρευτικές επιπτώσεις δραστηριοτήτων – συνεργιστικό αποτέλεσμα έργων και δραστηριοτήτων

Εξέταση αθροιστικού αποτελέσματος αντιστοίχων διαφόρου είδους οχλήσεων στην περιοχή ενδιαφέροντος.

Δυνητικό αθροιστικό ζημιογόνο αποτέλεσμα από ομοειδείς εγκαταστάσεις από την ταυτόχρονη λειτουργία εγκαταστάσεων.

 

 

Ειδικό Σχέδιο Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικής Επένδυσης (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.): λήψη υπόψη του αριθμού κλινών προηγηθείσας και ήδη εγκεκριμένης Στρατηγικής Επένδυσης στην περιοχή.

 

 

 

ΣτΕ 902/2011, 1531/2014.

 

 

ΣτΕ 380/2014, ΣτΕ 1973/2017, ΣτΕ 1678/22, ΣτΕ 1287/22, ΣτΕ 2940/2017, ΣτΕ 273/2019.

 

ΠΕ ΣτΕ 196/2021, ΣτΕ 2564/2022.

 

Γ. Ορθολογικός σχεδιασμός και πεδίο χωρικής ανάλυσης της Φ.Ι.
 

Επιχειρούμενη επέμβαση

 

Πεδίο χωρικής ανάλυσης της ΦΙ σύμφωνα με το ΣτΕ 

 

 

Αναφορές σε Αποφάσεις και Πρακτικά Επεξεργασίας ΣτΕ

Έγκριση Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) Η έκταση της Ζ.Ο.Ε. Π.Ε. ΣτΕ 527/2001,  ΣτΕ 5933/1996, ΣτΕ 1129/1999,  ΣτΕ 1588/1999, ΣτΕ 2239/2000, ΣτΕ 2425/2000.
Δημιουργία νέων οικισμών Η έκταση του Νομού (ήδη σήμερα η Περιφερειακή Ενότητα) Π.Ε. ΣτΕ 246/1992,  Π.Ε. ΣτΕ 586/1992, Π.Ε. ΣτΕ 398/1993.
Απορρόφηση των οικιστικών πιέσεων (α’ και β’ κατοικίας) Η έκταση του υφιστάμενου οικισμού Π.Ε. ΣτΕ 210/2002, Π.Ε. ΣτΕ 535/2002, Π.Ε. ΣτΕ 536/2002, Π.Ε. ΣτΕ 633/2022, Π.Ε. ΣτΕ 247/2003, Π.Ε. ΣτΕ 388/2003, Π.Ε. ΣτΕ 94/2004, Π.Ε. ΣτΕ 99/2004, Π.Ε. ΣτΕ 87/2020, Π.Ε. ΣτΕ 325/2006, Π.Ε. ΣτΕ 32/2005, Π.Ε. ΣτΕ 273/1998, Π.Ε. ΣτΕ 216/1999, Π.Ε. ΣτΕ 355/1999, Π.Ε. ΣτΕ 359/1999, Π.Ε. ΣτΕ 432/2001, Π.Ε. ΣτΕ 527/2001, Π.Ε. ΣτΕ 194/2001, Π.Ε. ΣτΕ 224/2011, Π.Ε. ΣτΕ 231/2011, Π.Ε. ΣτΕ 108/2012.
Έγκριση έργων και δραστηριοτήτων σε μικρά νησιά

 

Οι ενότητες, στις οποίες εντάσσεται όλο το νησιωτικό σύνολο, μικρότερο ή μεγαλύτερο, ήτοι ο νησιωτικός Δήμος. ΣτΕ 711/2014
Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μεγάλων έργων, όπως είναι τα Ολυμπιακά Έργα Η περιοχή εγκατάστασης Π.Ε. ΣτΕ 28/2001, Π.Ε. ΣτΕ 55/2002.
Έγκριση Π.Ο.Α.Υ. Η θαλάσσια περιοχή ως οικοσύστημα Π.Ε. ΣτΕ 171/2020, Π.Ε. ΣτΕ 199/2020.
Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α. και Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.

 

Το συγκεκριμένο ακίνητο Π.Ε. ΣτΕ 230/2020
Έγκριση τοπικών ρυμοτομικών σχεδίων για τον κατ’ εξαίρεση καθορισμό χώρων ανεγέρσεως κτιρίων που εξυπηρετούν δημόσιο, δημοτικό ή κοινωφελή σκοπό σε εκτός σχεδίου περιοχή Η συγκεκριμένη εκτός σχεδίου περιοχή Π.Ε. ΣτΕ 178/2001, Π.Ε. ΣτΕ 326/2001, Π.Ε. ΣτΕ 417/2001, Π.Ε. ΣτΕ 510/2001, Π.Ε. ΣτΕ 419/2002, Π.Ε. ΣτΕ 302/2006, Π.Ε. ΣτΕ 303/2006, Π.Ε. ΣτΕ 214/2008, Π.Ε. ΣτΕ 114/2010, Π.Ε. ΣτΕ 199/2010, Π.Ε. ΣτΕ 193/2010, Π.Ε. ΣτΕ 178/2019, Π.Ε. ΣτΕ 106/2021, Π.Ε. ΣτΕ 119/2021, Π.Ε. ΣτΕ 166/2021.

 

[1] Ειδικά για τις νησιωτικές περιοχές αναμένεται το επόμενο διάστημα η ολοκλήρωση και έγκριση  του Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό και του Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου Νοτίου Αιγαίου. Παράλληλα έχει εκκινήσει η εκπόνηση πολλών Τοπικών ή και Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων στο νησιωτικό χώρο.

[2] Σακελλαροπούλου Α., Η στάση του Συμβουλίου της Επικρατείας και η Φ.Ι., 2016, Νόμος και Φύση.

[3] Βλαντού Α., Περιβαλλοντικός-Χωρικός σχεδιασμός και Φ.Ι., 2016, Νόμος και Φύση.

[4] Σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 72 του Ν. 4495/2017 (ΦΕΚ Α’ 167/03.11.2017).

[5] Παναγιωτόπουλος Π., Βιώσιμη Περιφερειακή Ανάπτυξη, Αθλητισμός – Τουρισμός, Νομική Βιβλιοθήκη, 2023, σελ. 63.

[6] ΦΕΚ 150/Α/30.7.2022.

[7] ΠΕ ΣτΕ 196/2021, ΣτΕ 164/2022.

[8] ΣτΕ 6070/1996, ΣτΕ 585/2014, ΣτΕ 711/2014.

[9] ΣτΕ 629/2022, ΣτΕ 630/2022, ΣτΕ 631/2022, ΣτΕ 1037/2022.

[10] Γ. Γιαννακούρου (2022) Δίκαιο Χωροταξίας και Πολεοδομίας, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 160. ΣτΕ 293/2018 σκ. 9, 148/2018. Πρβλ. ΠΕ ΣτΕ 30/2001 Ολομ., 158/2003, 325/2003.

[11] Βλ. ΣτΕ 3920/2010, ΣτΕ 387/2014, ΣτΕ 413 – 414/2005.

[12] Η πάγια νομολογία του ΣτΕ επαναλαμβάνει σε πλήθος αποφάσεων πως «Ο θεμελιώδης κανόνας της βιώσιμης αναπτύξεως ισχύει, κατά μείζονα λόγο, για τα ευαίσθητα οικοσυστήματα, των οποίων η ανάπτυξη, οικιστική, τουριστική και, γενικώς, οικονομική, πρέπει να συνδέεται με τη διατ ήρηση του χαρακτήρα τους και του ανθρωπογενούς και φυσικού περιβάλλοντος», βλ. ενδεικτικά, ΣτΕ Ολ. 3920/2010, 2489/2006, 3478/2000.

[13] Ενδεικτικά ΣτΕ 629-631/2022.

[14] ΣτΕ 1421/2013, σκέψη 27.

[15] ΠΕ ΣτΕ 273/1998, ΠΕ ΣτΕ 175/1999, ΠΕ ΣτΕ 216/1999, ΠΕ ΣτΕ 355/1999 ΠΕ ΣτΕ 359/1999, ΠΕ ΣτΕ 432/2001.

[16] ΠΕ ΣτΕ 273/1998, ΠΕ ΣτΕ 175/1999, ΠΕ ΣτΕ 216/1999, ΠΕ ΣτΕ 355/1999, ΠΕ ΣτΕ 359/1999, ΠΕ ΣτΕ 432/2001.

[17] ΣτΕ 1037/2022.

[18] ΣτΕ 2939/2000, ΣτΕ 2940/2000.

[19] ΣτΕ 1421/2013, ΣτΕ 1422/2013, ΣτΕ 1429/2022, ΣτΕ 1538/2022.

[20] Σύμφωνα με πάγια ενωσιακή και εθνική Νομολογία, σχέδιο μη άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση ενός συγκεκριμένου Οικοτόπου, δυνάμενο, όμως, να επηρεάσει σημαντικά τον τόπο αυτό, θα πρέπει να εγκρίνεται μόνον αν, κατόπιν προηγούμενου ελέγχου, διαπιστωθεί ότι δεν πρόκειται να παραβλάψει την ακεραιότητα αυτού του τόπου. Ειδικότερα, απαιτείται να υπάρχει διαμορφωμένη πεποίθηση, να μην υφίσταται δηλαδή, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητα αυτού του τόπου (ενδεικτικά ΣτΕ 807/2014). Η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του σχεδίου ή του έργου στον προστατευόμενο τόπο προϋποθέτει ότι, πριν από την έγκριση του σχεδίου ή του έργου, προσδιορίζονται, λαμβανομένων υπόψη των βέλτιστων επιστημονικών γνώσεων επί του θέματος, όλες οι πτυχές του σχεδίου ή του έργου που θα μπορούσαν, είτε η καθεμία από μόνη της είτε σε συνδυασμό με άλλα σχέδια ή έργα, να επηρεάσουν τους στόχους διατήρησης του τόπου αυτού (ΔΕΕ C-387/15 και C-388/15, σκ. 50, απόφαση της 14.01.2016, C-399/14, Grune Liga Sachsen eV κ.λπ., σκ. 49, C-258/11, σκ. 40, C-404/09, σκ. 99, C-127/02 σκ. 42, ΣτΕ 2365-66/2021, 2242/2020, 1804/2018, 551/2015, 2741/2014). Η αρμόδια αρχή επιτρέπει την άσκηση δραστηριότητας στον οικείο τόπο μόνον εφόσον δεν υφίσταται, από επιστημονικής απόψεως, καμία εύλογη αμφιβολία ως προς την απουσία επιβλαβών συνεπειών για την ακεραιότητά του (ΔΕΕ C-399/14, σκ. 49, C-258/11, σκ. 40, ΣτΕ Ολ. 2996/2014, ΣτΕ 2242/2020, 1804/2018, 245/2016, 1964/2015, 551/2015, 2741/2014, 807/2014, 711/2014, 4224/2013, 1422/2013, 2473/2010, 293/2009 κ.ά.).

[21] Οδηγία 92/43/ΕΟΚ της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας.

[22] Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ έχει κρίνει ότι «προϋπόθεση για να μην παραβλάπτεται η ακεραιότητα ενός τόπου ως φυσικού οικοτόπου, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 3 της Οδηγίας για τους Οικοτόπους είναι η διατήρησή του σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, πράγμα που συνεπάγεται τη διασφάλιση της διατήρησης των συστατικών χαρακτηριστικών του οικείου τόπου που έχουν σχέση με την παρουσία ενός τύπου φυσικού οικοτόπου, του οποίου ο σκοπός διατήρησης αποτέλεσε το λόγο καταχώρισης του τόπου αυτού στον κατάλογο των ΤΚΣ, κατά την έννοια της Οδηγίας αυτής», βλ. C-258/2011, σκ. 48. Δηλαδή, ως «ακεραιότητα του τόπου» μπορεί πρακτικά να οριστεί το συνεκτικό σύνολο της οικολογικής δομής, της λειτουργίας και των οικολογικών διεργασιών του τόπου σε όλη την έκτασή του, που επιτρέπει στον τόπο να διατηρεί τους οικοτόπους, το σύμπλεγμα οικοτόπων και/ή τους πληθυσμούς των ειδών βάσει των οποίων χαρακτηρίστηκε ως προστατευόμενη περιοχή. Βλ. περαιτέρω Καρατσώλης Κ., Τσακαλογιάννη Ι., Κολοβέντζου Ε. (2021) Προστατευόμενες Περιοχές: Νομική Θεώρηση του Σύγχρονου Πλαισίου – Η ορθολογική κατανομή και τα επιτρεπτά όρια των ανθρωπογενών παρεμβάσεων, Νομική Βιβλιοθήκη. Επίσης βλ. ενδεικτικά ΣτΕ 1704/2017 σκ. 19: «(…) η υλοποίηση του σχεδίου εκτιμάται ότι δεν θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις προστατευόμενες περιοχές εντός των οποίων θα εκτελεσθεί και δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητά τους και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται, εν προκειμένω, ούτε ζήτημα διασφάλισης της συνολικής συνοχής του δικτύου NATURA 2000, ούτε ζήτημα συνδρομής της προϋποθέσεως του επιτακτικού λόγου οικονομικού και κοινωνικού συμφέροντος, που θα μπορούσε να καταστήσει, κατ’ εξαίρεση, ανεκτή την υλοποίηση σχεδίου με σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις στις ζώνες προστασίας κατά το άρθρο 6 παρ. 4 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, το οποίο, εν προκειμένω δεν έχει έδαφος εφαρμογής

[23] ΠΕ ΣτΕ 109/2023.

[24] ΠΕ ΣτΕ 175/1999, ΣτΕ 2814/2013, 4189/2014, 4191/2014, 4193/2014, 1420/2015, 1421/2015, 1422/2015, 1423-28/2015, 1430/2015, 1431/2015, 1432/2015, 3164/2015, 964/2018, 1260/2018, 1358/2018, 2242/2020, 1429/2022

[25] ΣτΕ 1508/2008, Βλ. σχετ. πρόσφατες αποφάσεις ΔΕφΑθ (Ακυρ) 818-819/2023.

[26] Όπως εγκρίθηκε με την απόφαση της Εθνικής Επιτροπής στον Τομέα του Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα του Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΦΕΚ 2464/Β/03.12.2008) μαζί με τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού, με την ενσωμάτωση όρων, περιορισμών και κατευθύνσεων για την προστασία και διαχείριση του περιβάλλοντος και την αντιμετώπιση των σημαντικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που ενδέχεται να προκύψουν από την εφαρμογή του. Το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις ΑΠΕ αποτελεί ένα εξαιρετικής σημασίας κείμενο στρατηγικού σχεδιασμού, το οποίο, λόγω του εξειδικευμένου χαρακτήρα του, υπερισχύει γενικότερων Χωροταξικών Πλαισίων, καθώς επικεντρώνεται στις δυνατότητες χωροθέτησης ΑΠΕ στον Ελλαδικό χώρο.

[27] ΦΕΚ 2464/Β/03.12.2008 με το οποίο εγκρίθηκε το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων αυτού.

[28] Ειδικά για τη Φ.Ι. στην περίπτωση χωροθέτησης αιολικών πάρκων βλ. ΣτΕ 1420-1428/2015, ΣτΕ 1430-1432/2015, ΣτΕ 3164/2015, ΣτΕ 964/2018, ΣτΕ 1260/2018, ΣτΕ 2242/2020.

[29] ΠΕ ΣτΕ 175/1999, ΣτΕ 1421/2013, ΣτΕ 1422/2013, ΣτΕ 1429/2022, ΣτΕ 1538/2022.

[30] ΣτΕ 1421/2013 (ομ. 1422/2013). Ενδιαφέρουσα η συνέχεια της σκέψης, σύμφωνα με την οποία παρόλο που μπορεί να υπάρχει «αδιάθετο ποσό καλύψεως» η εγκατάσταση ΑΣΠΗΕ εξαρτάται από τη συνδρομή των κατά την περιβαλλοντική νομοθεσία και τις λοιπές σχετικές διατάξεις απαιτούμενων προϋποθέσεων, διαπιστούμενη κατά την οικεία διοικητική διαδικασία (π.χ. ο καθορισμός νομίμως θεσμοθετημένων χρήσεων γης και τα ιδιαίτερα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά της κάθε περιοχής εξεταζόμενα κατά περίπτωση). Επίσης, στη ΣτΕ 4189/14 αναφέρεται πως «μέσο διασφάλισης της μη υπέρβασης της φέρουσας ικανότητας κάθε περιοχής προβλέπεται η διαδικασία της εγκρίσεως των περιβαλλοντικών όρων, κατά την οποία είναι δυνατόν, κατόπιν εκτιμήσεως των ιδιαιτεροτήτων της συγκεκριμένης περιοχής, είτε να απαγορεύεται είτε να επιτρέπεται με πρόσθετους, ενδεχομένως, όρους και περιορισμούς η χωροθέτηση και λειτουργία κάθε επιμέρους εγκατάστασης.» Η ΣτΕ 1778/2015 αναφέρει επίσης πως «Η συνδρομή δε των ανωτέρω προϋποθέσεων [ενν. πλήρωσης Φ.Ι.] εξετάζεται στην περίπτωση αυτή κατά τον έλεγχο της νομιμότητος όχι μόνο της πράξεως εγκρίσεως περιβαλλοντικών όρων, αλλά και της αδείας εγκαταστάσεως κάθε σταθμού».

[31] Βλ. σκ. 10 της απόφασης και περισσότερα σε: Τσακαλογιάννη Ι., Επιτρεπτή η υπό προϋποθέσεις χωροθέτηση αιολικών πάρκων στα νησιωτικά οικοσυστήματα – Παρατηρήσεις στην απόφαση ΣτΕ 1429/2022, ΠερΔικ 4/2022, σελ. 622.

[32] ΣτΕ 47/2018 και άρθρο 16 Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ.

[33] ΠΕ ΣτΕ 363/2013 139/2014, 171/2020, 199/2020.

[34] ΣτΕ ΕΑ 737/2011.

[35] ΣτΕ 3943/2015 για τον Ασωπό ποταμό: «συνεκτιμωμένης και της μέχρι τότε επιβάρυνσης του οικοσυστήματος από κάθε φύσης ανθρωπογενείς δραστηριότητες, νόμιμες ή παράνομες, όπως αυτές εκάστοτε προκύπτουν από τα στοιχεία του φακέλου και, εν ελλείψει αυτών, από ειδικώς, προς τούτο, διενεργούμενη μελέτη, αν το ως άνω οικοσύστημα μπορεί να υποδεχθεί νέα ανθρωπογενή κατάλοιπα, χωρίς ουσιώδη αλλοίωσή του ή αν η φέρουσα ικανότητά του έχει, πλέον, κορεσθεί, οπότε δεν είναι ανεκτή οποιαδήποτε περαιτέρω επιβάρυνσή του» (σκ. 8).

[36] ΦΕΚ 2505/Β/04.11.2011.

[37] ΣτΕ 334/2020. Επίσης στην απόφαση γίνεται ρητή αναφορά στο άρθρο 6 του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις υδατοκαλλιέργειες, το οποίο καθορίζει τεχνικές παραμέτρους για τον προσδιορισμό της Φ.Ι., όπως τα φυσικοχημικά χαρακτηριστικά των υδάτων του οικοσυστήματος, οι κινήσεις των υδάτινων μαζών (ρεύματα) και ο χρόνος ανανέωσης των υδάτων στην περιοχή, οι επιδράσεις της παρακείμενης χερσαίας έκτασης στο υδάτινο οικοσύστημα, κ.α.

[38] ΣτΕ 4982/2014.

[39] ΣτΕ 902/2011.

[40] ΣτΕ 581/2002.

[41] ΣτΕ 902/2011, 1531/2014.

[42] ΣτΕ 380/2014, ΣτΕ 1973/2017, ΣτΕ 1678/22, ΣτΕ 1287/22, ΣτΕ 2940/2017.

[43] ΣτΕ 273/2019.

[44] ΠΕ ΣτΕ 196/2021. Βλ. περαιτέρω ανάλυση σε Βολάκη Ελ., Τσακαλογιάννη Ιφ., Παρατηρήσεις στην ΣτΕ Ολ 2564/2022 – Απόρριψη αιτήσεως ακυρώσεως ΠΔ έγκρισης Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.: Το θεσμικό πλαίσιο των Στρατηγικών Επενδύσεων, τα εχέγγυα προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος και η συμβατότητα με τον πολεοδομικό σχεδιασμό, ΠερΔικ, 1/2023, σελ. 144 – 151. Για τη χρονική αλληλουχία των δεδομένων επισημαίνεται ότι κατά το στάδιο εκπόνησης της μελέτης Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. στην όμορη θέση βρισκόταν ήδη σε διαβούλευση με δημοσιευμένα στοιχεία η Σ.Μ.Π.Ε. του πρώτου Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε., ενώ κατά το στάδιο επεξεργασίας του σχεδίου Π.Δ. από το ΣτΕ, το πρώτο Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε. είχε ήδη εγκριθεί με Π.Δ.

[45] ΠΕ ΣτΕ 246/1992, 586/1992, 398/1993, 396/1999, 30/2001, 527/2001, 325/2003, 326/2003, 140/2002, 158/2003, 224/2011, 231/2011, 178/2001, 326/2001, 417/2001, 510/2001, 419/2002, 302/2006, 303/2006, 214/2008, 114/2010, 199/2010, 193/2010, 178/2019, 106/2021, 119/2021, 166/2021.

[46] ΠΕ ΣτΕ 527/2001,  ΣτΕ 5933/1996, ΣτΕ 1129/1999,  ΣτΕ 1588/1999, ΣτΕ 2239/2000, ΣτΕ 2425/2000.

[47] ΠΕ ΣτΕ 246/1992,  ΠΕ ΣτΕ 586/1992, ΠΕ ΣτΕ 398/1993.

[48] ΠΕ ΣτΕ 210/2002, ΠΕ ΣτΕ 535/2002, ΠΕ ΣτΕ 536/2002, ΠΕ ΣτΕ 633/2022, ΠΕ ΣτΕ 247/2003, ΠΕ ΣτΕ 388/2003, ΠΕ ΣτΕ 94/2004, ΠΕ ΣτΕ 99/2004, ΠΕ ΣτΕ 87/2020, ΠΕ ΣτΕ 325/2006, ΠΕ ΣτΕ 32/2005, ΠΕ ΣτΕ 273/1998, ΠΕ ΣτΕ 216/1999, ΠΕ ΣτΕ 355/1999, ΠΕ ΣτΕ 359/1999, ΠΕ ΣτΕ 432/2001, ΠΕ ΣτΕ 527/2001, ΠΕ ΣτΕ 194/2001, ΠΕ ΣτΕ 224/2011, ΠΕ ΣτΕ 231/2011, ΠΕ ΣτΕ 108/2012.

[49] ΣτΕ 711/2014.

[50] ΠΕ ΣτΕ 171/2020, ΠΕ ΣτΕ 199/2020.

[51] ΠΕ ΣτΕ 38/2023.

[52] ΠΕ ΣτΕ 28/2001, ΠΕ ΣτΕ 55/2002.

[53] ΠΕ ΣτΕ 230/2020.

[54] ΠΕ ΣτΕ 178/2001, ΠΕ ΣτΕ 326/2001,  ΠΕ ΣτΕ 417/2001, ΠΕ ΣτΕ 510/2001, ΠΕ ΣτΕ 419/2002, ΠΕ ΣτΕ 302/2006, ΠΕ ΣτΕ 303/2006, ΠΕ ΣτΕ 214/2008, ΠΕ ΣτΕ 114/2010, ΠΕ ΣτΕ 199/2010, ΠΕ ΣτΕ 193/2010, ΠΕ ΣτΕ 178/2019, ΠΕ ΣτΕ 106/2021, ΠΕ ΣτΕ 119/2021, ΠΕ ΣτΕ 166/2021.

[55] ΠΕ ΣτΕ 194/2011.

[56] Βλ. ΣτΕ 2038/2019: «Επειδή, από τον συνδυασμό των άρθρων 24 παρ. 1 και 2, 79 παρ. 8 και 106 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγεται ότι ο χωροταξικός σχεδιασμός, ο οποίος αποτελεί τη χωρική έκφραση των προγραμμάτων οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης, ανήκει στην αρμοδιότητα του κράτους, το οποίο υποχρεούται, σύμφωνα με τις αρχές και τα πορίσματα της επιστήμης της χωροταξίας, να λαμβάνει τα αναγκαία για τον ορθολογικό χωροταξικό σχεδιασμό μέτρα, προκειμένου να διασφαλίζεται η προστασία του περιβάλλοντος, οι κατά το δυνατόν βέλτιστοι όροι διαβίωσης του πληθυσμού και η οικονομική ανάπτυξη σύμφωνα με την αρχή της αειφορίας…» (σκ. 2).

[57] Σκ. 5, ΣτΕ 2996/2014.

[58] Βλ. ενδεικτικά ΠΕ ΣτΕ 196/2021.

[59] Το εγκεκριμένο Ειδικό Πλαίσιο του 2013 ακυρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 3632/2015 απόφαση του ΣτΕ και το προηγούμενο του 2009 κρίθηκε πως δεν αναβιώνει (σκ. 18). Βέβαια, σε κάθε περίπτωση, όπως έχει διαπιστώσει και το ΣτΕ (ΣτΕ 519/2017, σκέψη 6, πρβλ και ΣτΕ 3043/2011 σκ. 12-14 και ΠΕ ΣτΕ 70/2017), η ολιγωρία της Διοίκησης, στην οποία έχει αναπεμφθεί και εκκρεμεί το ζήτημα έγκρισης νέου Ε.Χ.Π. για τον Τουρισμό, δεν συνεπάγεται αδυναμία ανάπτυξης τουριστικής δραστηριότητας στη χώρα, η οποία θα πρέπει να πραγματοποιηθεί βάσει των προβλέψεων που τυχόν υπάρχουν σε υφιστάμενα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, καθώς και στα χωρικά σχέδια κατωτέρου ιεραρχικώς επιπέδου σχεδιασμού. Εν προκειμένω σήμερα υπό εξέλιξη βρίσκεται η εκπόνηση και η έγκριση του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τον Τουρισμό. Βλ. Τσακαλογιάννη Ι., Βασιλοπούλου Ι., Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 1037/2022, ΠερΔικ 3/2022, σελ. 477.

[60] Η βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη συνίσταται πρωτίστως στην αναζωογόνηση των οικισμών της χώρας που φθίνουν ή εγκαταλείπονται, προς τους οποίους θα πρέπει να κατευθύνεται η αναπτυξιακή δραστηριότητα, βλ. ΠΕ ΣτΕ 527/2001, 535/2002.

[61] ΠΕ ΣτΕ 210/2002, 535/2002, 536/2002, 633/2002, 247/2003, 388/2003, 94/2004, 99/2004, 87/2020

[62] ΠΕ ΣτΕ 120/2002, 159/2002.

[63] ΠΕ ΣτΕ 601/2002, 602/2002.

[64] ΠΕ ΣτΕ 210/2002, 535/2002, 536/2002, 633/2002, 247/2003, 388/2003, 94/2004, 99/2004, 87/2020.

[65] Α. Σακελλαροπούλου, Εισήγηση στην εσπερίδα της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού με θέμα «Φέρουσα ικανότητα και σχεδιασμός του χώρου», 2015, Ε.Μ.Π.