Κων/νος Δ.Καρατσώλης

Εισήγηση
11ο Αρχιτεκτονικό Συνέδριο – Ζάπειο Μέγαρο – 17,18,19,20 Μαρτίου 2011.
Ενότητα 6.

‘’Η προστασία της Αρχιτεκτονικής ως Συνταγματική απαίτηση και επιταγή.’’

1

1 Φωτογραφίες διαφόρων περιόδων που αναδεικνύουν ρεαλιστικά την εξέλιξη της Αρχιτεκτονικήςστην ‘’περιοχή’’ του Συντάγματος.

Εισαγωγή

Ο τίτλος δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, τι εμπεριέχεται στην έννοια Αρχιτεκτονική όταν αυτή την προσεγγίζουμε από την σκοπιά των συνταγματικών κανόνων.
Με αυτό το ερώτημα ως απαρχή, η εισήγηση μέσω της αναφοράς και της ερμηνείας των διατάξεων αποκαλύπτει την σύνδεση των εκφάνσεων και των στόχων της
Αρχιτεκτονικής με τις Συνταγματικές αξίες μας.

Κατά την ανάλυση , στους άξονες που θα ακολουθήσουν θα ασχοληθούμε με την Αρχιτεκτονική ως περιβάλλον, ως παράδοση, ως πολιτισμό, ως επάγγελμα, ως δημιουργία, ως ιδεολογία, ως φιλοσοφία.

 

1ος άξονας.
Σύνταγμα – Διεθνείς Συμβάσεις και Αρχιτεκτονική

Το Ελληνικό Κράτος, δεν έχει προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την εφαρμογή και την τήρηση των διεθνών συμβάσεων για την Αρχιτεκτονική. Αξίζει να σημειωθεί ότι με το ν. 2039/1992 «Κύρωση της Σύμβασης για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης» κυρώθηκε η σύμβαση της Γρανάδας που υπεγράφη από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Χωρίς την αναλυτική αναφορά στο περιεχόμενο της σύμβασης, τονίζεται ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με τις παρακάτω αναφερόμενες νομικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις :

  • Την τοποθέτηση της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μεταξύ των ουσιαστικών στόχων του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
  • Την ενθάρρυνση της χρήσης των προστατευόμενων ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής και την προσαρμογή, παλιών κτιρίων για νέες χρήσεις. 2
  • Την ενημέρωση της κοινή γνώμης για την αξία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ως στοιχείου της πολιτιστικής ταυτότητας αλλά και ως πηγής
    έμπνευσης και δημιουργικότητας, για τις σύγχρονες και μελλοντικές γενιές.
  • Την προσπάθεια αφύπνισης από τη σχολική ηλικία, στα θέματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής έκφρασης,
  • Την προσπάθεια για ενότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, τις τέχνες, τις λαϊκές παραδόσεις και τους τρόπους ζωής.

Οι παραπάνω παραλείψεις της ελληνικής διοίκησης τυγχάνουν από νομικής άποψης ιδιαιτέρα σημαντικές, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος3 η οποία ορίζει ότι: «Oι γενικά παραδεγμένoι κανόνες τoυ διεθνoύς δικαίoυ, καθώς και oι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τoυς με νόμo και τη θέση τoυς σε ισχύ σύμφωνα με τoυς όρoυς καθεμιάς, απoτελoύν αναπόσπαστo μέρoς τoυ εσωτερικoύ ελληνικoύ δικαίoυ και υπερισχύoυν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμoυ.»
Στην περίπτωσή μας η Σύμβαση της Γρανάδας και προφανώς και της Μάλτας (ενσωματώνεται) αποτελεί εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.


2 συνδέεται με την παρατήρηση ότι στις ρυθμίσεις της Σύμβασης, που αποτέλεσαν συνέχεια της Χάρτας της Βενετίας του 1964 και της Διακήρυξης του Άμστερνταμ του 1975 στο ζήτημα της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.
3 Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. (ερμηνευτική δήλωση).

 

2ος άξονας.
Σύνταγμα – Περιβάλλον και Αρχιτεκτονική

Η ευρεία έννοια του περιβάλλοντος καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντ. οι οποίες θεσπίζουν την υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία τόσο του φυσικού (άρθ. 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4) όσο και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. (άρθ. 24 παρ. 2-5).

Σε συνέχεια του Συντάγματός μας ο εκτελεστικός ν. 1650/1986, στο άρθρο 2 παρ. 1, ορίζει το περιβάλλον ως «το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες». Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην προστασία κάθε αγαθού που επηρεάζει την ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Αναλύοντας τα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της Αρχιτεκτονικής – είτε υπό το πρίσμα της εφαρμοσμένης επιστήμης, είτε υπό το πρίσμα της τέχνης και της πνευματικής ιδιοκτησίας – καθίσταται σαφές ότι οι εκφάνσεις της Αρχιτεκτονικής επηρεάζουν την διαμόρφωση του περιβάλλοντος κατά την έννοια του ν.1650/1986 .

Επίσης, από το άρθρο 24 και τη συνδυαστική ερμηνεία των παρ. 1 και 2 του  άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει η σχέση της προστασίας του περιβάλλοντος με την προστασία της ποιότητας ζωής (καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης). Στην έννοια του οικιστικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος εντάσσεται τόσο η πολιτιστική ακίνητη κληρονομιά, όσο και τα οικιστικά πολιτιστικά αγαθά. Τα τελευταία, πόλεις και οικισμοί, συγκροτούν το οικιστικό περιβάλλον και επηρεάζουν την παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων.

4

Περαιτέρω, στη πολιτιστική ακίνητη κληρονομιά, η οποία υπάγεται στο πολιτιστικό περιβάλλον σε ευρεία έννοια, αναφέρεται η παρ.6 του άρθρου 24 του Συντάγματος. Οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν την ψήφιση του συντάγματος του 1975 και αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος είναι αρκετές. Ωστόσο από την ενδελεχή ανάλυση των κειμένων προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα :

  • Η προστασία που παρέχει η παρ. 6 του άρθρου 24, περιορίζεται στην υποχρέωση απαλλοτρίωσης. Δεν περιλαμβάνει το σύνολο της προστασίας σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.
  • Tα νομοθετήματα που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτιστικής ακίνητης κληρονομιάς δεν απαντούν ευθέως στους δικαιϊκούς «φάρους» της σύμβασης της Γρανάδας, της Μάλτας και της σύμβασης για την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του 1972. 5 Περιορίζονται στην αναφορά και την ‘’περιφρούρηση’’ των κειμένων των συμβάσεων, αλλά δεν εναρμονίζονται πλήρως και ακριβώς με τους ορισμούς και τις κατευθυντήριες αρχές αυτών.

Αποτέλεσμα της σύγχυσης που υπάρχει είναι η σύγκρουση και η αλληλοεπικάλυψη κανόνων δικαίου. Επιπροσθέτως, δημιουργείται και ένα ζήτημα διοικητικής πρακτικής σχετικά με τη διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών. Έχουν προκληθεί πολλές προστριβές και έριδες μεταξύ των συντρεχόντως αρμόδιων Υπουργείων, κυρίως του Υπουργείου Πολιτισμού και του νυν ΥΠΕΚΑ, 6 οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως συνέπεια, εκτός των άλλων, την μη αποτελεσματική προστασία των εκάστοτε πολιτιστικών αγαθών.7 .

Πάντως κατά τη συνταγματική προσέγγιση, η ιεράρχηση των πηγών, ώστε να προταχθούν οι στόχοι των διεθνών συμβάσεων και η υλοποίηση, καταρχάς, των ορισμών που αυτές θέτουν, θα έλυνε πολλά ζητήματα εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων.

Αναφέρονται κατωτέρω οι κυριότερες διατάξεις του δικαίου μας που αφορούν την προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς :

Σύνταγμα της Ελλάδας του 1975 όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 2001.

Σύμβαση της Γρανάδας (1985) ως Νόμος 2039/92 του ελληνικού κράτους.

Ν. 3028/2002 για την προστασία των Αρχαιοτήτων που αντικατέστησε το Νόμο 5351/1932 «Περί Αρχαιοτήτων».

Ν. 3201/2003 Προστασία φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος Νήσων Αιγαίου.8

Ν. 3378/ 2005 Προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Ν. 3658/2008 Προστασία πολιτιστικών αγαθών.

Προς επίρρωση του στόχου του παρόντος κειμένου, σε σχέση με την ευρύτητα και την δυναμικότητα της έννοιας της Αρχιτεκτονικής, σημειώνονται οι  εξής  αναφορές:

Α. Με τη Σύμβαση για την προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης (Σύμβαση της Γρανάδας-1985), κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται να καθιερώσει ένα νομικό καθεστώς προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς (άρθρο 3).

Στην Σύμβαση σαν “αρχιτεκτονική κληρονομιά” θεωρείται ότι περιλαμβάνει τα ακόλουθα ακίνητα αγαθά:

  1. Τα μνημεία: κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους.
  2. Τα αρχιτεκτονικά σύνολα: ομοιογενή σύνολα αστικών ή αγροτικών κατασκευών, σημαντικών λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού τους ενδιαφέροντος, συναφή μεταξύ τους ώστε να σχηματίζουν ενότητες, που να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά.
  3. Οι τόποι : Σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης, εν μέρει κτισμένα, τα οποία αποτελούν εκτάσεις τόσο χαρακτηριστικές και ομοιογενείς, ώστε να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά και τα οποία είναι σημαντικά λόγω ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού και τεχνικού τους ενδιαφέροντος.

Από την απλή καταγραφή των ανωτέρω «αγαθών» προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης δεν εξαντλείται στα μνημεία, αλλά περιέχει ευρύτερα Αρχιτεκτονικά σύνολα και τοπία επιστημονικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος τα οποία προφανώς έχουν λησμονηθεί σε μεγάλο βαθμό από το Εθνικό μας Δίκαιο.

β.Οικιστικό περιβάλλον είναι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου.  Το οικιστικό περιβάλλον, ως προστατευόμενο αγαθό, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.

ο Ζωτικός μας χώρος.9


ο Ζωτικός μας χώρος.10

Για πολλούς ανθρώπους, εκτός της νομικής προσέγγισης, η αρχιτεκτονική παράγει χώρο, όχι απαραίτητα για να μένεις αλλά και χώρο για να  κινείσαι, να στέκεσαι,  να απολαμβάνεις και να σκέφτεσαι. Έχει δηλαδή ως αντικείμενο βασικές αναφορές του ζωτικού χώρου του ανθρώπου. Πληροί επομένως και υπό το πρίσμα του δικαίου εκφάνσεις και στοιχεία του οικιστικού περιβάλλοντος κατά το άρθρο 24 του Συντάγματός μας.


4 Υδροβιότοπος Λευκάδας και ο ανεμόμυλος στην Γύρα.
5 Η διεθνής κοινότητα ήδη από το 1972 με την υπογραφή της «Συνθήκης για την Προστασία της Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς» της UNESCO υιοθέτησε τις αξίες της προστασίας και εισήγαγε την έννοια της εξέχουσας αξίας ορισμένων μνημείων για την παγκόσμια κοινότητα.«Εξέχουσας παγκόσμιας αξίας εννοείται οτιδήποτε είναι, από άποψη φυσικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς, τόσο εξαιρετικής σημασίας ώστε να υπερβαίνει τα εθνικά όρια καινα έχει κοινή σπουδαιότητα για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές όλης της ανθρωπότητας. Εξ΄ αυτού, η διαρκής προστασία αυτής της κληρονομιάς είναι υψίστης σημασίας για τη διεθνή κοινότητα συνολικά»
6 Δ. Χριστοφιλόπουλος, σ. 90.

7 Σχετικό είναι και το ζήτημα της δυνατότητας επιβολής υποχρεώσεως ανακατασκευής κτιρίου που έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του ΓΟΚ δεν μπορούν να έχουν ανάλογη εφαρμογή και στα διατηρητέα της εξεταζόμενης κατηγορίας, αφού δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των δύο ρυθμίσεων. Μάλιστα, το Υπουργείο αυτό λόγω έλλειψης νομοθετικού πλαισίου αδυνατεί να υποχρεώσει ιδιοκτήτη ακινήτου που όχι μόνο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο σύμφωνα με το ν. 1469/1950 αλλά και με το ν. 2039/1992, δηλαδή που έχει χαρακτηριστεί σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γρανάδας ως μνημείο .(Η νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αντώνιος Μανιατάκης.Νόμος και Φύση.2008).
8 Αποκατάσταση, προστασία και ανάδειξη του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος των νησιών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αιγαίου.
9 Οικισμός Amatciems, Cesis, Λεττονία.
10 Λεκανοπέδιο Αττικής.

 

3ος άξονας.
Σύνταγμα – Τέχνη και Αρχιτεκτονική.

 Η Αρχιτεκτονική , ή Αρχιετεκτονία, ή  Αρχιτεκτοσύνη,  αναγνωρίστηκε ήδη από  τους αρχαίους ως η πνευματική και καλλιτεχνική μητέρα των τεχνών. Εκδηλώνεται με δύο ισοβαρείς όψεις, την μορφοποιημένη τέχνη και την φιλοσοφική αισθητική θεωρία. Αυτές οι δύο όψεις είναι αλληλένδετες και ολοκληρώνουν την αρχιτεκτονική ταυτότητα στην διαχρονική υπόστασή της. Προεκτάσεις αυτής της τέχνης είναι πρακτικές και κοινωνικές εφαρμογές που περιβάλλουν τη ζωή μας με πάμπολα κτίρια αλλά και πολεοδομικά σύνολα. Δηλ το άμεσο και ευρύτερο κτισμένο περιβάλλον.11

 Η Τέχνη, ως ιδιαίτερη ‘’όψη’’ της Αρχιτεκτονικής, προστατεύεται από  το  Σύνταγμα και μάλιστα με μια καινοτομία στην συνταγματική ιστορία μας, την κατοχύρωση της ελευθερίας της (παρ.1 του άρθρου 16).

Kατά το άρθρο 16 παρ.1 εδ.1 του Σ. η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Σημειώνεται ότι τέχνη κατά την έννοια της σχετικής διάταξης είναι κάθε δημιουργική έκφραση της ανθρώπινης φαντασίας. Δεν υπόκειται ούτε γενικά ούτε συγκεκριμένα στο κρατικό ορισμό και χαρακτηρισμό. Μόνο όταν το κράτος θέλει να προστατεύσει, να ενισχύσει ή να προωθήσει την τέχνη είναι αναπόφευκτος και συνταγματικά θεμιτός ο χαρακτηρισμός ή μη ενός έργου ως έργου τέχνης.

Εκτός από την διακήρυξη της ελευθερίας της τέχνης, το άρθρο 16 παρ.1 προβλέπει επίσης ότι η ανάπτυξη και προαγωγή της τέχνης αποτελεί υποχρέωση του κράτους . Το κράτος επομένως υποχρεούται να έχει μια συγκεκριμένη πολιτιστική πολιτική, η οποία όμως θα προάγει και δεν θα κηδεμονεύει την τέχνη.

12

Το άρθρο 16 παρ.1 δεν υπάγει την ελευθερία της τέχνης σε κανενός είδους περιορισμούς. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης και προφανώς και ο Αρχιτέκτονας ζει μέσα σε μια κοινωνία όπου η συμβίωση επιβάλλει νομικές ρυθμίσεις. Συνεπώς και ο Αρχιτέκτονας δεν είναι legibus solutus, αλλά υπόκειται στο γενικώς ισχύον δίκαιο. Ο Αρχιτέκτονας δεν απαλλάσσεται από την ανάγκη άδειας δόμησης με μόνη την επίκληση δημιουργίας έργου τέχνης.13

Η ελευθερία της Αρχιτεκτονικής περιορίζεται από τους γενικούς νόμους, τους νόμους δηλαδή εκείνους που προστατεύουν ένα έννομο αγαθό χωρίς όμως αυτοί να καθιστούν αδύνατη ή να δυσχεραίνουν δυσανάλογα την άσκηση της αρχιτεκτονικής, της οποίας η ανάπτυξη και η προαγωγή αποτελεί κατά το Σύνταγμα υποχρέωση του κράτους.

Κατά τα παραπάνω οποιεσδήποτε νομοθετικές προσεγγίσεις που περιορίζουν την ελευθερία άσκησης Αρχιτεκτονικής και τη δυσχεραίνουν ελέγχονται συνταγματικά. Ο κανόνας υπαγορεύει καταρχάς την ελευθερία. Όπου γεννάται ζήτημα περιορισμού, θα πρέπει να γεννάται και ζήτημα παρέκκλισης για τον Αρχιτέκτονα. Στο δίκαιό μας για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος ενσωματώσαμε και ενσωματώνουμε περιορισμούς (ειδικά διατάγματα, παραδοσιακοί οικισμοί, μορφολογικοί κανόνες, κ.ο.κ) χωρίς να περιφρουρούμε το στόχο του συντακτικού νομοθέτη για την ελευθερία της Αρχιτεκτονικής. Προς τούτο, κρίνεται απαραίτητο, όταν σχεδιάζουμε κανόνες προστασίας εννόμων αγαθών που περικλείουν και την άσκηση της Αρχιτεκτονικής, να περιγράφουμε πάντα τον τρόπο και την νομική διαδικασία με την οποία ο Αρχιτέκτων θα δύναται, έστω υπό προϋποθέσεις, να ‘’δραπετεύει’’, να σχεδιάζει ελεύθερα και να προστατεύεται. Το Κράτος οφείλει να αναγάγει σε συνταγματική προτεραιότητα την προστασία της Αρχιτεκτονικής ως σημερινή παρουσία. Κατ΄ αυτό τον τρόπο η ερμηνευμένη σήμερα συνταγματική απαίτηση θα επιτρέψει αύριο στις επόμενες γενεές να ομιλούν για αρχιτεκτονική μνημείων, συνόλων, και τόπων κατά τους ορισμούς  της Γρανάδας. Θα επιτρέψει στον ιστορικό του μέλλοντος να ομιλεί για την Αρχιτεκτονική του 2011.

Ρυθμιστικό πεδίο προστασίας της Αρχιτεκτονικής με αφορμή τους συνταγματικούς κανόνες μας.

 Σήμερα σε μια περίοδο ευρύτερης κρίσης και προβληματικής που θίγει και εξοντώνει κυρίως την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, πιθανά να μην είναι κρατική προτεραιότητα η προστασία της ‘’Αρχιτεκτονικής’’.

Από αυτό όμως το συνέδριο δίδεται η δυνατότητα να αντιληφθούμε όλοι πως η ύπαρξη της αρχιτεκτονικής στο δομημένο περιβάλλον, μπορεί να δώσει  τον ζωτικό χώρο και την έκφραση στον σύγχρονο άνθρωπο για να οργανώσει ένα νέο σύστημα αξιών. Η σημερινή αισθητική των πόλεων και η σημερινή ανάγκη των πολιτών όχι μόνο να ‘’διαβιώνουν’’ αλλά να ζουν σ’ ένα κόσμο με σκοπό ένα καλύτερο αύριο απαιτούν και την ύπαρξη της Αρχιτεκτονικής.

Πως θα υπάρξει Αρχιτεκτονική κατά τη συνταγματική προσέγγιση των κανόνων  που αναλύθηκαν :

  1. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική εάν εξασφαλιστεί στον Αρχιτέκτονα η ελευθερία να σχεδιάσει και να υλοποιήσει σύννομα ένα κτίριο που ακολουθεί την επιστήμη του και το γνωστικό του αντικείμενο το οποίο είναι κατά βάση ανθρωπιστικό. Η πολιτεία, κύρωσε την ευρωπαϊκή σύμβαση του τοπίου 14 και εναρμόνισε την οδηγία για την άσκηση του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα στην Ευρώπη,15 ξέχασε όμως να συγκρίνει τις νομοθετικές εξελίξεις του 2010 με το περιοριστικό, αναχρονιστικό περιεχόμενο του Ν. 4663/1930. 16
    Αποτύπωσε με σαφήνεια το απαιτούμενο γνωστικό αντικείμενο του Αρχιτέκτονα 17, ξέχασε όμως να επιβεβαιώσει πως το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο εμπίπτει στον κύκλο σπουδών των Αρχιτεκτονικών Σχολών και μόνο.
    Δεν νοείται να συνυπάρχει το νομοθετικό πλαίσιο της προστασίας της Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της σύμβασης της Γρανάδας, με την οδηγία των ‘’Αρχιτεκτόνων’’ και την παράλειψη της Ελληνικής πολιτείας να εποπτεύσει το πεδίο άσκησης του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα.
    Η αρμονική σειρά των διατάξεων του συντάγματος των νόμων και των προεδρικών διαταγμάτων, με την παράλληλη ‘’τοποθέτηση’’, εφαρμογή και πιστή εναρμόνιση των διεθνών συμβάσεων αναδεικνύουν με βεβαιότητα ζητήματα παράλειψης των κρατικών οργάνων να ρυθμίσουν το πεδίο άσκησης Αρχιτεκτονικής και εκπόνησης Αρχιτεκτονικών μελετών στην Ελλάδα.
    Η Ελληνική διοίκηση γνωρίζει πως στην Ελλάδα πλήθος τεχνικών επαγγελμάτων ασκούν δραστηριότητες στον τομέα της αρχιτεκτονικής χωρίς να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις σπουδών αρχιτεκτονικής. Η κατάργηση των διατάξεων που επιτρέπουν την πρόσβαση σε δραστηριότητες αρχιτεκτονικής, κατόχων τίτλων που δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις σπουδών της αρχιτεκτονικής θεωρείται επιβεβλημένη.
  2. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική εάν το κράτος χαράξει πολιτική, με κύριο γνώμονα την Αρχιτεκτονική.
    Είναι εξοργιστικό για την ελληνική κοινωνία του σήμερα, να παράγει δημόσιους χώρους, μικρούς ή μεγάλους, και δημόσια κτίρια, μικρά ή μεγάλα χωρίς την διαδικασία των Αρχιτεκτονικών Διαγωνισμών.
    Επιπλέον, σε ένα πεδίο υγιούς κοινωνικής οικονομίας και δράσης, πέραν των συνολικών προγραμμάτων ανάπτυξης και αναβάθμισης μεγάλου οικονομικού μεγέθους, υπάρχει και ο δομημένος χώρος της γειτονιάς. Τα γκέτο του κέντρου, των προαστίων και των άχρωμων μεγαλουπόλεων μπορούν να ξεπεραστούν με προσεγγίσεις και λύσεις μέσω ‘’μικρών’’ Αρχιτεκτονικών διαγωνισμών.
    Αντίθετα δεν υφίσταται Αρχιτεκτονική μέσω της καταστρατήγησης του πλαισίου για τα δημόσια έργα και την ‘’αναγόρευση’’ της μεθόδου μελέτη – κατασκευή σε κύριο τρόπο παραγωγής δημοσίων έργων τα τελευταία χρόνια. Και δεν υφίσταται Αρχιτεκτονική διότι δια της μεθόδου αυτής δεν υπάρχει Αρχιτέκτονας αλλά εργολάβος. Δεν υπάρχει ελευθερία και σκέψη Αρχιτεκτονική αλλά εργολαβική ‘’παραγγελία’’ και ‘’παρατήρηση’’.
  3. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική όταν το κράτος λάβει τα κατάλληλα νομοθετικά μέτρα για την προστασία της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας των Αρχιτεκτονικών έργων. Η χώρα μας εκπληρώνει εν μέρει την υποχρέωση τόσο με την έκδοση νομοθετημάτων, όσο και με την προσχώρηση σε διεθνείς συμβάσεις για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Δυστυχώς… η πράξη υπολείπεται πολύ των νομοθετικών και συμβατικών υποχρεώσεων.
  4. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική όταν το  κράτος δώσει ουσιαστικό  λόγο  στους Αρχιτέκτονες.
    Με αφορμή την διάταξη του άρθρου 46 του π.δ 38/201018, έχω την άποψη ότι θα πρέπει σε επίπεδο Αρχιτεκτονικών Συλλόγων και Τ.Ε.Ε να διατυπωθούν προδιαγραφές και μορφές ελέγχου της έννοιας ‘’προσήκουσας γνώσης ‘’ Αρχιτεκτονικής.
    Επίσης, ενόψει της ενσωμάτωσης της οδηγίας θα πρέπει να μας απασχολήσει, σε θεωρητικό αλλά και νομοθετικό επίπεδο, η θέσπιση ενός ενιαίου επίπεδου σπουδών Αρχιτεκτόνων στην Ε.Ε., καθώς και η ιδιαιτερότητα του εθνικού μας συστήματος σπουδών Αρχιτεκτονικής σε σχέση με τα άλλα κράτη – μέλη.
    Σήμερα, που η ταχύτητα της εξέλιξης των ιδεών, των τεχνικών και των κοινωνικών σχέσεων μεταβάλλει συνεχώς τους τρόπους που διαχειριζόμαστε τα ζητήματα του κτισμένου χώρου και επιβάλλει αλλαγές στους τρόπους διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος και οι Σχολές Αρχιτεκτόνων θα πρέπει να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της εποχής.
  5. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική εάν οι Αρχιτέκτονες το επιδιώξουν. Οι Αρχιτέκτονες πρέπει να έχουν ως στόχο τον επαναπροσδιορισμό της θέσης τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Θα πρέπει με τα έργα τους να δημοσιοποιούν ποια είναι η σημασία της αρχιτεκτονικής δημιουργίας και ποιος ο ρόλος του αρχιτέκτονα. Η σχέση των αρχιτεκτόνων με το ευρύ κοινό προϋποθέτει αλλά και οδηγεί σε μια διαδικασία που θέτει ερωτήματα για τα ίδια τα θεμέλια της αρχιτεκτονικής σήμερα. Θα πρέπει ο Αρχιτέκτονας, να εξηγήσει ο ίδιος έμπρακτα τι ακριβώς έχει να προσφέρει το αρχιτεκτονικό έργο στους αποδέκτες του.
  6. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική όταν το κράτος επιβεβαιώσει την συνταγματική προστασία της.
    Η Αρχιτεκτονική, ως στοιχείο και έκφραση μέσα στο οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον προστατεύεται ή θα έπρεπε να προστατεύεται αυτοτελώς από το σύνταγμα. Εάν ωστόσο η κρατική μέριμνα υπολείπεται και συνεχίσει να υπολείπεται αυτής της ερμηνείας, τότε ευθέως θα πρέπει να οδηγηθούμε στην νομοθετική προσέγγιση πρότασης αναθεώρησης του άρθρου 24 του Συντάγματος, ώστε να ενταχθεί ειδικό εδάφιο σχετικά με την προστασία και την μέριμνα του κράτους όσον αφορά την άσκηση και την εξέλιξη της άσκησης Αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα καθώς και την προστασία της Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

11 (Καθηγ.Μυλωνάς. Εισήγηση Ακαδημίας Αθηνών.)
12 Guggenheim Museum, Bilbao, Frank Gehry.
13 Βιβλιογραφία : Γ.Θεοδόσης .Η ελευθερία της τέχνης, 2000.Μια συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 16 παρ.1 του Συντάγματος..Η απόφαση mephisto του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου , mélanges a la memoire de michel Dendias , 1978.
14 N 3827/2010 (ΦΕΚ Α΄ 30/25.2.2010 Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου.
15 Π.δ 38/2010. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων.
16 «Περί ασκήσεως επαγγέλματος του Πολιτικού Μηχανικού, Αρχιτέκτονα και
17 ικανότητα σύλληψης αρχιτεκτονικών δημιουργιών που να ικανοποιούν συγχρόνως αισθητικές και τεχνικές απαιτήσεις·β) προσήκουσα γνώση της ιστορίας και των θεωριών της αρχιτεκτονικής καθώς και των συναφών τεχνών, τεχνολογιών και επιστημών του ανθρώπου·γ) γνώση των καλών τεχνών ως παραγόντων που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ποιότητα της αρχιτεκτονικής σύλληψης·δ) προσήκουσα γνώση της πολεοδομίας, του πολεοδομικού σχεδιασμού και των τεχνικών που εφαρμόζονται στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού ε) ικανότητα κατανόησης των σχέσεων, αφενός, ανάμεσα στους ανθρώπους και τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, και αφετέρου, ανάμεσα στα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα και το περιβάλλον τους, καθώς και ικανότητα κατανόησης της ανάγκης αρμονικού συνδυασμού των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων με τους χώρους, ανάλογα με  τις ανάγκες του ανθρώπου και την αντίστοιχη κλίμακα·στ) ικανότητα κατανόησης του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα και του ρόλου του στην κοινωνία, ειδικότερα μέσω της επεξεργασίας σχεδίων στα οποία λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοί παράγοντες·ζ) γνώση των μεθόδων τεκμηρίωσης και προπαρασκευής της οικοδομικής μελέτης·η) γνώση των προβλημάτων στατικού σχεδιασμού, οικοδομικής και έργων πολιτικού μηχανικού, τα οποία συνδέονται με το σχεδιασμό των κτιρίων·θ) προσήκουσα γνώση των προβλημάτων που έχουν σχέση με τις φυσικές ιδιότητες των κτιρίων, των τεχνολογιών, καθώς επίσης και της λειτουργίας των κατασκευών, ώστε να τις εφοδιάζει με όλα τα στοιχεία εσωτερικής άνεσης και κλιματικής προστασίας·ι) τεχνική ικανότητα, χάρη στην οποία ο αρχιτέκτονας θα μπορεί να επινοεί κατασκευές που να ικανοποιούν τις απαιτήσεις αυτών που τις χρησιμοποιούν, σεβόμενος τους οικονομικούς περιορισμούς και τους οικοδομικούς κανονισμούς· ια) προσήκουσα γνώση των βιομηχανιών, οργανώσεων, κανονισμών και διαδικασιών, που έχουν σχέση με την υλοποίηση των κτιριακών μελετών και την ένταξη των σχεδίων στο γενικό σχεδιασμό.

18 Η εκπαίδευση αρχιτέκτονα περιλαμβάνει τουλάχιστον είτε τέσσερα έτη σπουδών πλήρους παρακολούθησης, είτε έξι έτη σπουδών, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έτη πλήρους παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα και πιστοποιείται με την επιτυχία σε εξέταση πανεπιστημιακού επιπέδου. Η εν λόγω εκπαίδευση, που πρέπει να είναι πανεπιστημιακού επιπέδου και της οποίας το πρωταρχικό στοιχείο συνιστά η αρχιτεκτονική, πρέπει να διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των θεωρητικών και πρακτικών πτυχών της εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής και να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ανωτέρω γνώσεις και δεξιότητες.

Συμπέρασμα.

Η αρχιτεκτονική είναι το ευφάνταστο μίγμα της τέχνης και της επιστήμης στο σχεδιασμό των χώρων για τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι πάντα, με η χωρίς μνημόνια θα χρειάζονται μέρη για να εργάζονται, να ζουν να παίζουν και να ερωτεύονται. Ο Αρχιτέκτονας οφείλει να μετατρέψει αυτές τις ανάγκες σε εικόνες. Το κράτος, πρέπει να μεριμνήσει για την άσκηση της Αρχιτεκτονικής από Αρχιτέκτονες, ώστε να επιτρέψει στις επόμενες γενιές να μιλούν για νέα Αρχιτεκτονική Κληρονομιά. Επίσης, πρέπει να μεριμνήσει ώστε ο σύγχρονος πολίτης να καταστεί αποδέκτης ενός περιβάλλοντος που θα του δίνει το δικαίωμα, σε δύσκολες πραγματικά μέρες τουλάχιστον να ελπίζει.

Αντί επιλόγου:

Η απαρίθμηση τούτων των έργων δεν έχει άλλο σκοπό παρά να δείξει στον κριτικό που θα εξέταζε, τη σταθερή εμμονή ………..στο ίδιο, που από την αρχή συνέλαβα, ιδεώδες.

Τούτο είναι φυσικό, αφού οι «αρχές» εις τις οποίες στηρίζονται είναι αμετακίνητες. Να μιλήσω γι’ αυτές είναι ολότελα περιττό, αφού διατυπώθηκαν κατά καιρούς επανειλημμένα. Επανάληψη που δεν είχε άλλο σκοπό παρά να βαθαίνει ολοένα και να πλουτίζει το νόημά των, και για μένα τον ίδιο και για τους άλλους.

Δημήτρης. Πικιώνης
        Αυτοβιογραφικά Σημειώματα.