Πολιτιστική Κληρονομιά και Οικονομική Ανάπτυξη

Κ. Καρατσώλης, Δικηγόρος

  1. Εισαγωγή

Η Ελλάδα, λόγω της μακράς και πλούσιας ιστορίας της, αποτελεί μία από τις χώρες που διαθέτουν πλούσια πολιτιστική και ειδικότερα αρχιτεκτονική κληρονομιά. Το πολιτιστικά μνημεία που βρίσκονται σχεδόν σε κάθε πόλη της, καθώς και το πλήθος των ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος κτιρίων που συνόδευσαν κάθε σελίδα της ιστορίας της, αποτέλεσαν και αποτελούν χαρακτηριστικές εικόνες της χώρας και αναγνωρίζονται διεθνώς ως επιτεύγματα ιδιαίτερης ιστορικής αλλά και καλλιτεχνικής αξίας. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι στην χώρα μας υπάρχει πληθώρα πολιτιστικών αγαθών διαφορετικής ιστορικής προέλευσης, που ανάγονται δηλαδή σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και εκτείνονται από την κλασσική αρχαιότητα μέχρι τους νεωτέρους χρόνους, επιβεβαιώνοντας την πλούσια ιστορία αυτής και καθιστώντας κατά συνέπεια επιτακτική την προστασία όλων των εν λόγω μνημείων, τα οποία αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της εθνικής μας ταυτότητας.

Παράλληλα, η χώρα μας, όπως κάθε σύγχρονη και αναπτυγμένη χώρα, βρίσκεται ήδη σε μία τροχιά σχεδιασμού και υλοποίησης μεγάλων έργων, στρατηγικών επενδύσεων και υποδομών που ήδη αναπτύσσονται στα μεγάλα και μεσαία αστικά κέντρα και οι οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως, να επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στα πολιτιστικά μνημεία που απαντώνται στις εν λόγω περιοχές.

Θα μπορούσε, λοιπόν, να ισχυρισθεί κανείς ότι η «λύση» για την προστασία και την διατήρηση των μνημείων μας αναλλοίωτων είναι η ματαίωση της υλοποίησης των σύγχρονων υποδομών, έστω και αν αυτό θα ισοδυναμούσε με τη θέση φραγμών στην ανάπτυξη και στην εξέλιξη; Μήπως κάτι τέτοιο θα εξασφάλιζε μεν τη μέγιστη δυνατή προστασία των πολιτιστικών μνημείων, αλλά θα τοποθετούσε την χώρα μας σε μία θέση δυσχερή, καθιστώντας αυτή ανίκανη να παρακολουθήσει τις διεθνείς εξελίξεις και να συμπορευθεί με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες; Μήπως όμως τελικά η προάσπιση της ιστορίας και η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί επιτυχώς να συμβαδίσει με την ανάπτυξη, η οποία αποτελεί και πρέπει να αποτελεί ζητούμενο κάθε χώρας που επιθυμεί να καταστεί ανταγωνιστική;

Στο πλαίσιο αυτό του συγκερασμού των ως άνω δύο βασικών κατευθύνσεων, ήτοι της διαφύλαξης της ιστορίας μας και των μνημείων μας και της ανάπτυξης της χώρας σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, μέσω της εκπόνησης νέων έργων, ως πρόσφορη προσέγγιση διαφαίνεται η θεσμοθέτηση της κατάλληλης νομοθεσίας, των διατάξεων δηλαδή που θα είναι σε θέση να επιφέρουν μία ισορροπία στην επίτευξη των δύο αυτών παράλληλων στόχων, καθώς και η συνεργασία προς τούτο όλων των αρμοδίων Αρχών(κρατικών υπηρεσιών, τοπικής αυτοδιοίκησης, δικαστηρίων κ.λπ.).

Eπισημαίνεται δε ότι η ενσωμάτωση και η διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ένα πλαίσιο ισορροπίας, στις επενδύσεις του σήμερα, μπορούν να αποδώσουν και τους αναγκαίους πόρους από τα ιδιωτικά κεφάλαια για την πραγματική ανάδειξη και διαφύλαξη των στοιχείων πολιτιστικής κληρονομιάς.

Τις τελευταίες δεκαετίες η Ελληνική Πολιτεία έχει επιδοθεί σε μία προσπάθεια για την θέσπιση διατάξεων με σκοπό την προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, επιδεικνύοντας ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον, με ορόσημο , κατά την άποψή του γράφοντος, την κύρωση, με το Ν. 2039/1992 (ΦΕΚ Α΄ 61), της από 3 Οκτωβρίου 1985 Σύμβασης της Γρανάδα που αφορά στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης.

Στόχος της παρούσας μελέτης είναι να καταδείξει την εξέλιξη και την αποτελεσματικότητα της εν λόγω νομοθεσίας, τόσο αυτοτελώς στην προστασία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, όσο και υπό το πρίσμα των νέων έργων ανάπτυξης που συντελούνται στην χώρα μας.

  1. Θέμα

Η έννοια της προστασίας της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς δεν χρήζει αποκλειστικά και μόνο στενής ερμηνείας με κεντρική νοηματοδότηση στη διαδικασία προστασίας των πολιτιστικών αγαθών από τη φυσική φθορά που επιφέρει η έκθεση τους και στη διατήρηση αυτών στο πέρασμα του χρόνου. Επιχειρώντας μια πιο ευρεία ερμηνεία της έννοιας της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, θα πρέπει να ενσωματωθεί σε αυτή και η έννοια της ένταξης των αρχιτεκτονικών μνημείων και κτιρίων στο σχεδιασμό και την ανάπτυξη νέων κτιριακών εγκαταστάσεων και υποδομών, ερμηνεία που άλλωστε αρμόζει στην εποχή μας, η οποία χαρακτηρίζεται από την διαρκώς αυξανόμενη οικιστική και πολεοδομική ανάπτυξη των πόλεων .

Και τούτο καθώς σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας υπήρχε η αναγκαιότητα διατήρησης του αξιόλογου παρελθόντος κατά την εξέλιξη των πραγμάτων. Ωστόσο, η ιστορία ενός τόπου δεν μένει στάσιμη και κάθε εποχή ΟΦΕΙΛΕΙ να αφήνει το αποτύπωμά της. Δηλαδή όχι μόνο το «νέο» να σέβεται το «παλαιό» αλλά και αντίστροφα. Οι πόλεις ειδικά, είναι ζωντανοί – εξελισσόμενοι οργανισμοί, δεν είναι μουσεία όπου το προστατευόμενο αντικείμενο αποτελεί απλά έκθεμα.

Υπό αυτό το πρίσμα λοιπόν, θεωρείται σκόπιμο να εξετασθεί και η έννοια της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, όπως αυτή διατυπώνεται και αποτυπώνεται στην εθνική και διεθνή νομοθεσία, αλλά και στην αντίστοιχη νομολογία εθνικών και διεθνών Δικαστηρίων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το εξεταζόμενο ζήτημα αποτέλεσε και αποτελεί πηγή αντιπαράθεσης μεταξύ όλων των ενδιαφερόμενων φορέων και έχει οδηγήσει, όπως θα αναλυθεί περαιτέρω, ακόμα και στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων, με τις οποίες ερμηνεύονται σε όμοιες περιπτώσεις διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες νομοθετικές διατάξεις (βλ. παρ. 7.4 και 7.5 αποφάσεις 2338/2009, 2339/2009 ΣτΕ, ανέγερση Νέου Μουσείου Ακρόπολης – διατήρησης παρακειμένων «διατηρητέων» κτιρίων). Ο λόγος που δημιουργείται αυτή η «σύγκρουση» ερείδεται στη στάθμιση διαφορετικών έννομων αγαθών κάθε φορά ή ειδικότερα στη στάθμιση υπό διαφορετική σκοπιά των ίδιων έννομων αγαθών.

Ειδικότερα, η αντιπαράθεση δημιουργείται μεταξύ: α. αφενός μεν της διατήρησης «αυτούσιου» στο χώρο, όπου βρίσκεται, του αρχιτεκτονικά ενδιαφέροντος κτιρίου ή μνημείου χωρίς να επηρεάζεται αυτό δομικά ή αισθητικά από τις αναπτυσσόμενες υποδομές του περιβάλλοντα χώρου, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν τον χαρακτήρα αυτού, β. αφετέρου δε, αλλά και σε συνέχεια της προηγούμενης σκέψης, της δυνατότητας υλοποίησης των προγραμματιζόμενων επενδύσεων, σε μια προσπάθεια ανάπτυξης εγκαταστάσεων και υποδομών στον περιβάλλοντα χώρο του μνημείου και αναβάθμισης της εκάστοτε περιοχής και της άρσης των σχετικών εμποδίων που υφίστανται εξαιτίας των τυχόν ελλείψεων ρύθμισης της διαχείρισης/ προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Οι προβληματισμοί που ανακύπτουν από τα όσα παρατίθενται ανωτέρω είναι πολλοί αλλά το βασικό ερώτημα – προβληματισμός τίθεται ως εξής: Με ποιούς τρόπους θα προστατευθεί η αρχιτεκτονική κληρονομιά χωρίς παράλληλα να θιγούν τα έργα ανάπτυξης ή με ποιό τρόπο θα θωρακιστούν οι νέες, επενδυτικού χαρακτήρα κτιριακές υποδομές χωρίς να επηρεαστούν αρνητικά τα προστατευόμενα κτίρια και μνημεία της περιοχής;

Σε μια προσπάθεια ανάλυσης αυτών των ερωτημάτων παρατίθενται στη συνέχεια οι ορισμοί των βασικών εννοιών, ελληνικά και διεθνή νομοθετήματα που αφορούν στην προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς καθώς επίσης και η σχετική νομολογία. Ακολούθως επιχειρείται μια θεώρηση όλων των ανωτέρω υπό το πρίσμα της εκσυγχρόνισης της ελληνικής νομοθεσίας και της προσαρμογής αυτής στις σύγχρονες απαιτήσεις.

  1. Βασικοί Ορισμοί

 3.1 «Περιβάλλον» (φυσικό και ανθρωπογενές)

Ως «περιβάλλον» νοείται το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες[1].

3.2 «Πολιτιστική κληρονομιά»

Στον όρο «πολιτιστική κληρονομιά» περιλαμβάνονται μνημεία (δηλαδή αρχιτεκτονικά, γλυπτικά και ζωγραφικά έργα, κατασκευές που έχουν αρχαιολογικό χαρακτήρα καθώς και επιγραφές, σπήλαια και άλλα) οικοδομικά συγκροτήματα καθώς και χωρικά δημιουργήματα φτιαγμένα από τον άνθρωπο μόνο του ή και με τη συμβολή του φυσικού περιβάλλοντος. Στα κείμενα των Διεθνών Συμβάσεων και στη βιβλιογραφία συχνά ταυτίζεται ο όρος «πολιτιστική κληρονομιά» με τον όρο «πολιτιστικό αγαθό»[2].

3.3  «Αρχιτεκτονική κληρονομιά»

Στον όρο «αρχιτεκτονική κληρονομιά» περιλαμβάνονται τα ακόλουθα ακίνητα αγαθά:

  1. Τα μνημεία, 2. Τα αρχιτεκτονικά σύνολα και 3. Οι τόποι[3]

3.4 «Μνημείο»

Ο όρος «μνημείο» περιλαμβάνει κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους[4]. Σύμφωνα με άλλον ορισμό, ως «μνημεία» νοούνται τα πολιτιστικά αγαθά που αποτελούν υλικές μαρτυρίες και ανήκουν στην πολιτιστική κληρονομιά της Χώρας και των οποίων επιβάλλεται η ειδικότερη προστασία[5].

Κατά την προαναφερόμενη σύμβαση της Γρανάδας, η οποία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον νόμο 2039/1992, ως μνημείο ορίζεται κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω  του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού  ή  τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους.

3.5 «Αρχιτεκτονικά Σύνολα»

Τα αρχιτεκτονικά σύνολα κατά την Σύμβαση της Γρανάδας ορίζονται ως ομοιογενή σύνολα αστικών ή αγροτικών κατασκευών, σημαντικών λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού τους ενδιαφέροντος, συναφή μεταξύ τους ώστε να  σχηματίζουν ενότητες, που να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά.

 3.6  «Τοπίο»

Ως «τοπίο» νοείται η παρουσία φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων που συνεργούν στην κατασκευή (δημιουργία και αλλαγή) του τοπίου, προσδίδουν στο τοπίο ταυτόχρονα φυσική αλλά και πολιτισμική αξία και το καθιστούν μαρτυρία της αμφίδρομης και αέναης σχέσης επιρροής μεταξύ ανθρώπου και περιβάλλοντος[6].

Κατά την σύμβαση της Γρανάδας, οι τόποι είναι σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης,  εν  μέρει κτισμένα,  τα   οποία  αποτελούν  εκτάσεις  τόσο  χαρακτηριστικές   και ομοιογενείς, ώστε να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά και τα οποία είναι σημαντικά λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού και τεχνικού τους ενδιαφέροντος.

3.7 «Αρχή της πολιτιστικής κληρονομιάς» – «Αρχή της διατηρήσεως της πολιτιστικής κληρονομιάς»[7],[8]

Η «αρχή της πολιτιστικής κληρονομιάς» σκοπεύει να διασώσει τα πιο σπουδαία ανθρωπογενή συστήματα, αρχιτεκτονικά σύνολα και τόπους. Στο επίπεδο του ανθρώπου η πολιτιστική εξέλιξη έχει μεγαλύτερη σημασία από την φυσική, αφού μέσω αυτής ο άνθρωπος επιτυγχάνει την προσαρμογή του στο φυσικό περιβάλλον.

Η «αρχή της διατηρήσεως της πολιτιστικής κληρονομιάς» αποβλέπει να εξασφαλίσει την σταθερότητα και ιστορική συνέχεια του ανθρωπογενούς  περιβάλλοντος και μέσω αυτής, την πολιτιστική ταυτότητα των ανθρώπων που, αλλιώς, θα εκινδύνευε από τη συνεχή αλλαγή»[9],[10].

3.8 «Αρχή της ενσωμάτωσης της διατήρησης στον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό»[11]

Με τον όρο ενσωματωμένη διατήρηση νοείται η ενσωμάτωση του συνόλου της ακίνητης πολιτιστικής κληρονομιάς στο πλαίσιο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, μέσω του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού[12].

  1. Νομοθεσία

Η προστασία της αρχιτεκτονικής και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτέλεσε και αποτελεί αντικείμενο προστασίας μέσω πληθώρας νομοθετικών διατάξεων, γεγονός που, όπως παρατίθεται κατωτέρω, δυσχεραίνει το έργο του εφαρμοστή του δικαίου. Κατ’ αρχήν, επιχειρήθηκε διαρκής προσπάθεια για την προστασία των πολιτιστικών αγαθών σε παγκόσμιο και πανευρωπαϊκό επίπεδο μέσω της υπογραφής Διεθνών Συμβάσεων κλπ. (βλ. 4.1). Στην ελληνική έννομη τάξη, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς κατοχυρώνεται με πανηγυρικό τρόπο ειδικότερα μέσω των διατάξεων του Συντάγματος και ιδιαίτερα του αρ. 24 αυτού αλλά και μέσω διάφορων νόμων (βλ. κατωτέρω υπό 4.2), ενώ γίνεται διαρκώς προσπάθεια για την θεσμοθέτηση μιας ενιαίας νομοθετικής ρύθμισης για το εν λόγω ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα.

 4.1 Διεθνής και Ευρωπαϊκή Νομοθεσία

Όπως ήδη αναφέρθηκε, υφίσταται πληθώρα Διεθνών και Ευρωπαϊκών νομοθετημάτων που αφορούν στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Ορισμένα από τα πιο σημαντικά και η κύρωση αυτών στην Ελλάδα, είναι τα εξής: α. η Διεθνής Σύμβαση της Χάγης (1954) «δια την προστασίαν των πολιτιστικών αγαθών εις περίπτωσιν ενόπλου συρράξεως», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1114/1981, β. η Διεθνής Σύμβαση των Παρισίων (1970) «αφορώσα εις τα ληφθησόμενα μέτρα δια την απαγόρευσιν και παρεμπόδισιν της παρανόμου εισαγωγής, εξαγωγής και μεταβιβάσεως της κυριότητος των πολιτιστικών αγαθών», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1103/1980, γ. η Διεθνής Σύμβαση των Παρισίων (1972) «δια την προστασίαν Παγκοσμίου Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1126/1981, δ. η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Λονδίνου (1969) «δια την προστασίαν της Αρχαιολογικής κληρονομιάς», η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 1127/1981, ε. Η Διακήρυξη του Άμστερνταμ (1975 – Αποδοχή Ευρωπαϊκού Χάρτη Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς) στ. Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Γρανάδας (1985), η οποία έχει κυρωθεί με το Ν. 2039/1992 (βλ. αναλυτικά 4.2), ζ. η Σύσταση της UNESCO 15/16-11-1989 και η. Σύμβαση της Μάλτας για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (1992). Επίσης, αναφορά στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ως μέρους τους ανθρωπογενούς περιβάλλοντος γίνεται και στο αρ. 191[13] της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης καθώς επίσης και στον Κανονισμό 3911/1992 (ΕΟΚ) σχετικά με την εξαγωγή πολιτιστικών αγαθών και την Οδηγία 93/7 ΕΟΚ σχετικά με την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών που έχουν απομακρυνθεί  παράνομα  από  το  έδαφος  κράτους-μέλους,  την  Οδηγία  85/337/ΕΟΚ  σχετικά με την εκτίμηση των επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων δημόσιων και ιδιωτικών έργων στο περιβάλλον και την Οδηγία 97/11/ΕΟΚ (τροπ. 87/337/ΕΟΚ) και 2001/42/ΕΚ[14] σχετικά  με  τη  στρατηγική  εκτίμηση  των  επιπτώσεων  στο  περιβάλλον  σχεδίων  και  προγραμμάτων (Strategic Environmental AssesmentSEA) (βλ. αναλυτικά παρ. 7).

Επιπροσθέτως, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Βαλέτας, η οποία κυρώθηκε με το ν. 3378/2005 «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς (αναθεωρημένη)» (ΦΕΚ Α΄ 203/19.8.2005) και ισχύει από 11.1.2007, επιφορτίζει τα συμβαλλόμενα κράτη, όχι μόνον με τη συντήρηση και τη διατήρηση της αρχαιολογικής κληρονομιάς κατά προτίμηση στη θέση εύρεσης (άρθρο 4) και με την παροχή εξασφάλισης ότι το άνοιγμα των αρχαιολογικών χώρων στο κοινό και ειδικά οι εγκαταστάσεις και διαμορφώσεις για την υποδοχή μεγάλου αριθμού επισκεπτών δεν θα προσβάλλουν τον αρχαιολογικό και επιστημονικό χαρακτήρα των χώρων και του περιβάλλοντός τους (άρθρο 5), αλλά και με τη χρηματοδότηση της αρχαιολογικής έρευνας και της συντήρησης. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 6 της εν λόγω Σύμβασης προβλέπεται ότι κάθε Συμβαλλόμενο Μέρος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ρυθμίσει τη δημόσια οικονομική υποστήριξη για την αρχαιολογική έρευνα από τις εθνικές, περιφερειακές ή τοπικές αρχές και να αυξήσει τους πόρους για τη σωστική αρχαιολογική έρευνα, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα ώστε κατά τη διάρκεια μεγάλων δημόσιων ή ιδιωτικών αναπτυξιακών έργων να προβλέπεται η κάλυψη του συνολικού κόστους όλων των αναγκαίων αρχαιολογικών εργασιών που συνδέονται με τα έργα αυτά.

4.2  Ελληνική Νομοθεσία

Στην Ελλάδα, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς ρυθμίζεται, κατοχυρώνεται  και προστατεύεται κατ’ αρχήν συνταγματικά δυνάμει του αρ. 18 παρ. 1[15] του Συντάγματος «1. Ειδικοί νόμοι ρυθμίζουν τα σχετικά με την ιδιοκτησία και τη διάθεση των μεταλλείων, ορυχείων, σπηλαίων, αρχαιολογικών χώρων και θησαυρών ιαματικών, ρεόντων και υπόγειων υδάτων και γενικά του υπόγειου πλούτου. 2. …………» και του  αρ. 24 του Συντάγματος: “1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους και δικαίωμα του καθενός. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας… . 2. Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Οι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους. 3. …4. … .5. … .6. Τα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Κράτος. Νόμος θα ορίσει τα αναγκαία για την πραγματοποίηση της προστασίας αυτής περιοριστικά μέτρα της ιδιοκτησίας, καθώς και τον τρόπο και το είδος της αποζημίωσης των ιδιοκτητών[16].

Περαιτέρω, όπως ήδη αναφέρθηκε, η Σύμβαση της Γρανάδας για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης κυρώθηκε με το Ν. 2039/1992 και απέκτησε ισχύ στην Ελλάδα, υπερισχύουσας κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου δυνάμει του αρ. 28[17] του Συντάγματος.

Με την υπογραφή της Σύμβασης της Γρανάδας και της ενσωμάτωσής της στο ελληνικό δίκαιο με τον ως άνω νόμο, επέρχεται μια σημαντική νομοθετική εξέλιξη στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς προς τις εξής κατευθύνσεις: 1. Υιοθετείται για την «αρχιτεκτονική κληρονομιά» ορισμός που περιλαμβάνει και τους τόπους, σε συνάφεια με τον ορισμό της Διεθνούς Σύμβασης του ΟΗΕ, 2. Αναγνωρίζεται η ανάγκη μέριμνας για την προστασία της, 3. Τίθενται νομικές διαδικασίες προστασίας της στους συμβαλλόμενους, όπως είναι ο έλεγχος αδειών, σχεδίων και μελετών για την κατεδάφιση, μετατροπή και ανέγερση νέων κτιρίων, η δυνατότητα των δημοσίων υπηρεσιών να ζητούν από τον ιδιοκτήτη να αναλάβει τις εργασίες και αν ο ιδιοκτήτης δεν είναι σε θέση να τις αναλαμβάνουν εκείνες καθώς και η δυνατότητα απαλλοτρίωσης προστατευόμενων ακινήτων, 4. Προβλέπεται οικονομική υποστήριξη των δημόσιων υπηρεσιών, θέσπιση φορολογικών μέτρων και ενθάρρυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, 5. Λαμβάνονται μέτρα για τη βελτίωση της ποιότητας του περιβάλλοντος που αποσκοπούν στην καταπολέμηση της φυσικής φθοράς των μνημείων, μέσω της επιστημονικής έρευνας, 6. Προβλέπονται κυρώσεις, όπως η κατεδάφιση νέων κτισμάτων παράνομων ή αποκατάσταση παλιών προστατευόμενων, 7. Καθιερώνεται νέα πολιτική προστασίας με την υποχρέωση υιοθέτησης πολιτικής «ολοκληρωμένης προστασίας», την ένταξη του θέματος στο πλαίσιο χωροταξικής, πολεοδομικής και περιβαλλοντικής πολιτικής, την ενθάρρυνση χρήσης παραδοσιακών τεχνικών και υλικών, με στόχο την προσαρμογή των παλιών κτιρίων σύμφωνα με τις σύγχρονες ανάγκες, την επισκεψιμότητα και τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών, 8. Προωθείται η συνεργασία Κράτους και Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς και ο θεσμός της χορηγίας, 9. Τονίζεται η σημασία της σχετικής πληροφόρησης, εκπαίδευσης και ευαισθητοποίησης, 10. Προβάλλεται η ανάγκη συντονισμού δράσεων των ευρωπαϊκών κρατών μέσω της ανταλλαγής εμπειριών και πληροφοριών πάνω σε μεθόδους καταγραφής, προστασίας, συντήρησης, έρευνας, καθώς της αμοιβαίας τεχνικής βοήθειας[18].

Επιπλέον, πριν την κύρωση της Σύμβασης της Γρανάδας, είχαν ψηφισθεί στην Ελλάδα για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς: α. ο Ν. 5351/1932 (ΦΕΚ Α΄ 275) «περί αρχαιοτήτων» και β. ο Ν. 1469/1950 (ΦΕΚ Α΄ 169) «περί προστασίας ειδικής κατηγορίας οικοδομημάτων και έργων τέχνης μεταγενέστερων του 1830». Ειδικότερα, ο Ν. 5351/1932 έχει ως αντικείμενο την προστασία των αρχαιοτήτων και γενικότερα καλλιτεχνικών και ιστορικών μνημείων παλαιότερων του 1830, θεωρούμενων ως αρχαίων και των αρχιτεκτονικών μνημείων (βλ. αρ. 1 παρ. 1). O N. 5351/1932 τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α΄ 153) «Περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς». Σύμφωνα με τον τελευταίο αυτό νόμο, τα ακίνητα που είναι προγενέστερα των εκάστοτε τελευταίων 100 ετών και μεταγενέστερα του 1830, προστατεύονται ως νεότερα μνημεία ενώ δύνανται να χαρακτηριστούν ως νεότερα μνημεία και ακίνητα νεότερα των τελευταίων 100 ετών εφόσον η προστασία τους επιβάλλεται λόγω αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής κοινωνικής, εθνολογικής, λαογραφικής, τεχνικής, βιομηχανικής ή εν γένει ιστορικής, καλλιτεχνικής ή επιστημονικής σημασίας τους. Αντίστοιχα προστατεύονται οι ιστορικοί τόποι, δηλαδή περιοχές ή και οικισμοί που αποτέλεσαν χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, καθώς και περιοχές με ενδείξεις ύπαρξης μνημείων ή σύνθετων έργων του ανθρώπου και της φύσης, μεταγενέστερων του 1830.

Κατά πάγια τακτική, η προστασία των πολιτιστικών αγαθών από Υπουργείο Περιβάλλοντος προβλέπεται από τους Γενικούς Οικοδομικούς Κανονισμούς. Αρχικά με τον ΓΟΚ του 1973 και πιο πρόσφατα με τον ν. 4067/2016 άρθρο 6 (Νέος Οικοδομικός Κανονισμός) προβλέπεται η προστασία της αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ) μπορούν να χαρακτηρίζονται:

α. ως παραδοσιακά, προστατευόμενα σύνολα οι οικισμοί ή τμήματα πόλεων ή οικισμών ή αυτοτελή οικιστικά σύνολα εκτός αυτών.

β. Ως ζώνες ιδιαιτέρου κάλλους οι χώροι, τόποι, τοπία ή φυσικοί σχηματισμοί που συνοδεύουν ή περιβάλλουν στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, όπως και αυτοτελείς σχηματισμοί φυσικού ή ανθρωπογενούς χαρακτήρα

γ. Ως διατηρητέα, μεμονωμένα κτίρια ή τμήματα ή συγκροτήματα κτιρίων, στοιχεία του φυσικού ή και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος (όπως αυλές, κήποι, θυρώματα, κρήνες) και μεμονωμένα στοιχεία πολεοδομικού εξοπλισμού (όπως πλατείες, γέφυρες, λιθόστρωτα).

δ. Ως διατηρητέα η χρήση του ακινήτου και το τυχόν όνομα με το οποίο αυτή συνδέθηκε με το διατηρητέο χαρακτήρα της (όπως ιστορικό, λαογραφικό).

Περαιτέρω και συμπληρωματικά με τα ανωτέρω, τα πολιτιστικά αγαθά προστατεύονται και μέσω διατάξεων που περιλαμβάνονται στην περιβαλλοντική νομοθεσία, όπως ο Ν. 1650/1986 (ΦΕΚ Α΄ 160) «Για την προστασία του περιβάλλοντος» καθώς επίσης και στην πολεοδομική νομοθεσία, όπως ο Ν. 947/1979 (ΦΕΚ Α΄ 169 ), Ν. 1337/1983 (ΦΕΚ Α΄ 33), Ν. 2300/1995 (ΦΕΚ Α΄ 69) Ν. 2508/1997 (ΦΕΚ Α’ 124), Ν. 4447/2016 (ΦΕΚ Α’ 241) κτλ.

Τέλος, ιδιαίτερης σημασίας τυγχάνουν οι διατάξεις του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α΄101) «Για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη και άλλες διατάξεις», με τον οποίο εισήχθη το πρώτον η έννοια της «πολιτιστικής λειτουργίας» και η διάταξη του αρ. 8 παρ. 2[19] του Ν. 4030/2011 (ΦΕΚ Α΄ 249) «Νέος τρόπος έκδοσης αδειών δόμησης, ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις».

Επιπλέον, ιδιαίτερης σημασίας τυγχάνουν οι διατάξεις του προαναφερόμενου ΝΟΚ και ειδικά το άρθρο 6 αυτού, το οποίο ρυθμίζει την προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς. Στο εν λόγω άρθρο δίδεται καταρχήν ο ορισμός της «αρχιτεκτονικής κληρονομιάς»[20] και προβλέπεται μεταξύ άλλων η διαδικασία χαρακτηρισμού κτιρίων, συγκροτημάτων κτιρίων και τμημάτων κτιρίων ή και στοιχείων του περιβάλλοντος χώρου αυτών ως διατηρητέων, ο τρόπος καθορισμού επιμέρους κατηγοριών των διατηρητέων κτιρίων, η διαδικασία επεμβάσεων ή προσθηκών σε διατηρητέα κτίρια ή κατασκευής νέων κτιρίων σε ακίνητα, στα οποία υπάρχουν διατηρητέα κτίρια, καθώς και οι προϋποθέσεις έκδοσης αδειών δόμησης και οι επιμέρους όροι αυτών.

Όσον αφορά, τις ενδεικτικά προαναφερόμενες διατάξεις για το χαρακτηρισμό, την προστασία και τις εν γένει ρυθμίσεις αναφορικά με τη διαχείριση των «διατηρητέων κτιρίων», επισημαίνεται ότι ο νομοθέτης έχει αναθέσει, ουσιαστικά, αρμοδιότητα σε δύο (2) Υπουργεία: στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ) και στο Υπουργείο Πολιτισμού[21]. Η παράλληλη εφαρμογή των δυο διαφορετικών νομικών καθεστώτων που θεσπίζουν διαφορετική διαδικασία και αρμοδιότητα έχει προκαλέσει πολλές προστριβές και έριδες κυρίως μεταξύ των δύο Υπουργείων, οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως συνέπεια, εκτός των άλλων τη μη αποτελεσματική προστασία των πολιτιστικών αγαθών[22].

Περαιτέρω, το καθεστώς «πολυνομίας» που επικράτησε και επικρατεί στην Ελλάδα, όπως αναλύεται εκτενώς στο παρόν, έχει δημιουργήσει «ερμηνευτικές συγκρούσεις» αναφορικά με το χαρακτηρισμό και τη διατήρηση αγαθών πολιτιστικής κληρονομιάς όπως τα αρχιτεκτονικά μνημεία, οι οποίες («συγκρούσεις») παράλληλα δημιουργούν καθυστερήσεις σε διαδικαστικά ζητήματα αναφορικά με τη διαχείριση των μνημείων, ειδικότερα δε σε επεμβατικές δραστηριότητες επ’ αυτών. Τα ανακύπτοντα ζητήματα καλείται να επιλύσει σε αρκετές περιπτώσεις το Συμβούλιο της Επικρατείας.

4.3 Επίδραση – Σύντομη κριτική επισκόπηση της ενσωμάτωση της  Διεθνούς/Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας στην Ελληνική- Αποτελεσματικότητα  υφιστάμενου νομικού πλαισίου

Όπως προκύπτει από τα προαναφερθέντα ελληνικά νομοθετήματα δεν υφίσταται ενιαία νομοθετική ρύθμιση για την προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην Ελλάδα, αντιθέτως δε υφίσταται πλαίσιο προστασίας για επιμέρους κατηγορίες πολιτιστικών αγαθών, το οποίο ρυθμίζεται μέσω ειδικών ανά περίπτωση νόμων. Το γεγονός αυτό, δημιούργησε και εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα κατά την διαδικασία έκδοσης και επιβολής των σχετικών διοικητικών πράξεων, οπότε δημιουργείται η ανάγκη προσφυγής των ενδιαφερόμενων-θιγόμενων μερών στη Δικαιοσύνη. Η έλλειψη ενιαίου νομοθετικού πλαισίου σε συνδυασμό με τα «νομοθετικά κενά» και συχνά τη μη ορθή ερμηνεία των κεντρικών εννοιών δημιουργεί ακολούθως δυσχέρεια κατά την εξέταση των ζητημάτων προστασίας των αρχιτεκτονικών μνημείων από τα αρμόδια Δικαστήρια καθώς επιχειρείται σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα προσεκτική στάθμιση των έννομων αγαθών. Περαιτέρω, έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο της μη ορθής μεταφοράς των διατάξεων των Διεθνών συμβάσεων στο εθνικό δίκαιο ή/και της παράλειψης της Διοίκησης να εκδώσει πράξεις που εφαρμόζουν τις επιταγές των διεθνών νομοθετικών κειμένων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί, η μη επαρκής και όχι ερμηνευτικά άρτια ενσωμάτωση της Σύμβασης της Γρανάδας στο ελληνικό δίκαιο με τον νόμο 2039/1992.

Σε πρακτικό επίπεδο, μια περίπτωση εφαρμογής της «πολυνομίας» που επικρατεί στην Ελλάδα, αποτελεί η νήσος Ύδρα η οποία ως ιστορικός τόπος προστατεύεται από τον Αρχαιολογικό Νόμο (ν. 3028/02 αρμοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού) και ως χαρακτηρισμένος παραδοσιακός οικισμός προστατεύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΟΚ (ν. 4067/12) αρμοδιότητας του πρώην Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε.), με αποτέλεσμα να υφίσταται μία «σύγχυση» ως προς την εφαρμοζόμενη για την προστασία της εν λόγω περιοχής νομοθεσία[23].

Σε επίπεδο νομολογίας, μεγάλος αριθμός των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας προσδίδει μεγάλη εννοιολογική ευρύτητα στους όρους «πολιτιστικό περιβάλλον» και «μνημεία». Στην προστατευόμενη πολιτιστική κληρονομιά εντάσσονται «τα ανθρωπογενή μνημεία και τα στοιχεία που προέρχονται από την καλλιτεχνική δραστηριότητα και επιδεξιότητα και συνθέτουν την ιστορική, καλλιτεχνική, τεχνολογική κληρονομιά. Σε αυτά περιλαμβάνονται τα κτίρια και οι εν γένει κατασκευές, οι οικισμοί ή τμήματά τους που κηρύσσονται διατηρητέα ή τους προσδίδεται η ιδιότητα του παραδοσιακού» (ΣτΕ 614/1985, 3146/1986, 811/1987, 1517/1993).

Ωστόσο, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι για την προστασία του φυσικού, δομημένου περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, αν και υπάρχει πολυνομία, η οποία δημιουργεί συχνά σύγχυση στη Διοίκηση και στους διοικούμενους και η οποία αποτυπώνεται και στον χώρο, εντούτοις το θεσμικό πλαίσιο κρίνεται επαρκές και δεν χρειάζονται νέα νομοθετήματα, τα οποία θα δημιουργήσουν μεγαλύτερη σύγχυση. Εκείνο το οποίο απαιτείται είναι η ορθή εφαρμογή και ερμηνεία του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

  1. Η διαφύλαξη της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς υπό το πρίσμα των νέων έργων ανάπτυξης/ Θεμελιώδεις αρχές

Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς υπήρξε πεδίο διαρκώς αλλά όχι ταχέως εξελισσόμενο κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα. Η έλλειψη ενιαίου νομοθετικού πλαισίου, η πολυνομία (όπως ειδικότερα αναλύθηκε ανωτέρω) αλλά και τα νομοθετικά κενά, οι νομοθετικές ασάφειες σε συνδυασμό με την έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού, τις ανεφάρμοστες συνταγματικές διατάξεις και την σε μεγάλο βαθμό έλλειψη κυρώσεων, είχαν ως αποτέλεσμα ακόμα και την καταστροφή μνημείων της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας.

Η επίτευξη της προστασίας των μνημείων στην Ελλάδα ειδικότερα, διέπεται από υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας καθόσον απαντάται πληθώρα πολιτιστικών αγαθών διαφορετικής χρονικής και ιστορικής προέλευσης. Για παράδειγμα, τα μνημεία της κλασσικής αρχαιότητας χρήζουν εντελώς διαφορετικής κατεύθυνσης προστασίας από τα νεοκλασσικά κτίρια, τόσο λόγω της ιστορικής τους σημασίας όσο και εκ του γεγονότος ότι τα πρώτα αποτελούν «μουσειακά» εκθέματα ενώ τα δεύτερα αποτελούν «ζωντανά» κτίρια που κατοικούνται – χρησιμοποιούνται και βρίσκονται εντός ενός συνεχούς εξελισσόμενου περιβάλλοντος. Περαιτέρω, το έργο της Διοίκησης ή του Δικαστή, όταν καλείται ν’ αποφασίσει για ζητήματα σχετικά με τα πολιτιστικά μνημεία δυσχεραίνεται στην πράξη καθώς καλείται ν’ αντιμετωπίσει ερμηνευτικά το πολιτιστικό περιβάλλον και την πολιτιστική κληρονομιά ως σύνολο σε συνδυασμό με το οικιστικό και φυσικό περιβάλλον.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε και η ερμηνεία της λέξης «αρχαία», όπως αυτή τέθηκε στο Ν. 5153/1932 «περί αρχαιοτήτων», η οποία δημιούργησε μεγάλη αντιπαράθεση ερμηνευόμενη τελικά από το Συμβούλιο της Επικρατείας δυνάμει της υπ’ αριθμ. 3892/1986 απόφασής του ως επέκταση της έννοιας του ιστορικού μνημείου περιλαμβάνοντας κτίρια που συνδέονται όχι μόνο με την πολιτική αλλά και με την πολιτιστική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους.

Με την πάροδο των ετών, η ελληνική νομοθεσία ως προς το ζήτημα αυτό αναπτύχθηκε τόσο με την κύρωση της Σύμβασης της Γρανάδας όσο και με την ψήφιση του αρχαιολογικού νόμου (ν. 3028/2002) με τον οποίο εισήχθησαν καινοτομίες και εκσυγχρονίσθηκε το ελληνικό νομοθετικό πλαίσιο προστασίας.

Ωστόσο, στην πράξη και σε συνδυασμό με τα καινούρια δεδομένα που εισάγονται σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και πιο συγκεκριμένα στην Ελλάδα λόγω των διαρκώς μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών, τα ήδη υπάρχοντα νομοθετήματα εξακολουθούν να εμφανίζονται ανεπαρκή. Το φαινόμενο αυτό ερείδεται στο γεγονός ότι στην προσπάθεια ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού της χώρας σχεδιάζονται και υλοποιούνται μεγάλα έργα υποδομής κατόπιν ιδιαίτερων και αξιόλογων επενδυτικών πρωτοβουλιών Στο πλαίσιο αυτό το «τοπίο» και το «περιβάλλον» της χώρας φαίνεται να αλλάζει, πλην όμως, καθώς πρόκειται για μια χώρα μια με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά, οφείλουμε τόσο να προστατεύσουμε όσο και να αναδείξουμε την κληρονομιά αυτή, εντάσσοντας την στο πλαίσιο της υλοποίησης των νέων μεγάλων επενδυτικών έργων.

Η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας αποτελεί μια υποχρέωση που πρέπει να βασίζεται στους άξονες: α. της διατήρησης, της ανάδειξης και της προβολής του ελληνικού πολιτισμού, ο οποίος εκτός από την αδιαμφισβήτητη ιστορική αξία των μνημείων της κλασσικής αρχαιότητας έχει να επιδείξει και πληθώρα αρχιτεκτονικών μνημείων της νεότερης ιστορίας της, β. της διατήρησης άρρηκτων των δεσμών των Ελλήνων με την ιστορία της χώρας και γ. το γεγονός ότι η ευθύνη για την προστασία του πολιτιστικού περιβάλλοντος είναι μια υποχρέωση που μεταβιβάζεται από κάθε γενιά στην επόμενη.

  1. Η σπουδαιότητα του σχεδιασμού και της υλοποίησης μεγάλων έργων και η προστασία των αρχιτεκτονικών μνημείων

Όπως προαναφέρθηκε στην παράγραφο 5, η χώρα βρίσκεται ήδη σε μια κατεύθυνση ανάπτυξης που υλοποιείται και θα υλοποιηθεί μέσω του σχεδιασμού και της δημιουργίας μεγάλων έργων και στρατηγικών επενδύσεων. Οι νέες υποδομές που αναπτύσσονται ήδη στα μεγάλα αστικά κέντρα είναι βέβαιο ότι θα επιφέρουν μεταβολές στο τοπίο κάθε περιοχής, ενδεχομένως στο φυσικό περιβάλλον και σε κάθε περίπτωση στο ανθρωπογενές. Τι θα συμβεί με τα πολιτιστικά αγαθά που βρίσκονται στην περιοχή που θα υλοποιηθεί το έργο; Με ποιο τρόπο θα συνυπάρξει το προστατευόμενο αγαθό με την ανάπτυξη της περιοχής; Προκειμένου να εξασφαλιστεί η προστασία του πολιτιστικού αγαθού θα παρεμποδιστεί η υλοποίηση μιας καινούργιας υποδομής, ενός μεγάλου έργου επιλέγοντας την απώλεια της ωφέλειας που θα αποκομίζονταν από τη δημιουργία του; Θα μπορούσε το πολιτιστικό αγαθό να «ενσωματωθεί» με επιτυχία στο νέο έργο και με ποιο τρόπο; Κι εάν υφίστανται περιουσιακά δικαιώματα επί του μνημείου πως θα αποζημιωθεί ο δικαιούχος;

Αναζητάται, επομένως, απάντηση σε όλα τα ανωτέρω ερωτήματα, με γνώμονα την στάθμιση όλων των έννομων αγαθών, των εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, εντός του πλαισίου «σύγχρονων» εννοιών που κάνουν την εμφάνισή τους στα νομοθετικά κείμενα και μελέτες, οι οποίες δεν είναι άλλες από τις έννοιες «βιωσιμότητα», την «αειφορίας» ή την «βιώσιμης ανάπτυξης».

Το γενικό περιεχόμενο των όρων αυτών συνίσταται στην υιοθέτηση προτύπων παραγωγής με στόχο την βέλτιστη, υπό την έννοια της βιωσιμότητας, ανάπτυξη για τον άνθρωπο και το περιβάλλον τόσο στο παρόν όσο και για το μέλλον. Συνήθως, στην έννοια των ως άνω όρων περιλαμβάνονται περιβαλλοντικές πρακτικές όπως η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και συστημάτων ανακύκλωσης, πλην όμως πρέπει να αναδειχθεί ο σύνδεσμος της βιώσιμης ανάπτυξης με την πολιτιστική κληρονομιά καθώς η δεύτερη έννοια αποτελεί συστατικό στοιχείο της πρώτης. Επιπλέον, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, ο ανθρώπινος παράγοντας μέσω των αποφάσεων της Διοίκησης, του Νομοθέτη ή/και του Δικαστή επηρεάζει τη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς και ως εκ τούτου και της βιώσιμης ανάπτυξης.

Ο σχεδιασμός και η υλοποίηση μεγάλων έργων στα πλαίσια των επενδύσεων που σχετίζονται με τη γενικότερη έννοια της βιωσιμότητας, η οποία άλλωστε έχει ενσωματωθεί στη Διακήρυξη της Στοκχόλμης (1972) και στη Διακήρυξη του Ρίο (1992)[24] και της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, ερείδεται στο αρ. 106 (Ειδικές Διατάξεις) του Συντάγματος: «1. Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Λαμβάνει τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αξιοποίηση των πηγών του εθνικού πλούτου, από την ατμόσφαιρα και τα υπόγεια ή υποθαλάσσια κοιτάσματα, για την προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης και την προαγωγή ιδίως της οικονομίας των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών».

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα από το οποίο αναδεικνύεται αφενός μεν η σημασία της εφαρμογής του πλαισίου περιβαλλοντικής προστασίας, αφετέρου δε η σημασία της υλοποίησης των μεγάλων έργων ήταν ο Ν. 2730/1999, με τον οποίο, όπως συμπληρώθηκε από το Ν. 2947/2001 για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη και την περάτωση των Ολυμπιακών Έργων, μεταξύ άλλων προβλέφθηκε η ενοποίηση και προβολή των αρχαιολογικών χώρων της Αθήνας με κύριο στόχο την ανάδειξη των μνημείων και των σημαντικών κτιρίων της Αθήνας.

Περαιτέρω δε, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όσον αφορά το ζήτημα της υλοποίησης μεγάλων έργων – προστασία περιβάλλοντος, ένα από τα πιο σημαντικά νομοθετήματα σε επίπεδο δευτερογενούς ευρωπαϊκού δικαίου είναι η Οδηγία υπ’ αριθμ. 42/2001/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα, η εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων[25] του προκαταρκτικού σχεδίου ή προγράμματος και της ακόλουθης περιβαλλοντικής μελέτης[26] καθίστανται αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης[27] πριν το σχέδιο ή πρόγραμμα εγκριθεί (αρ. 5 και 6). Ακολούθως, όταν το σχέδιο εγκριθεί, η υλοποίησή του καθίσταται αντικείμενο υποχρέωσης παρακολούθησης. Ως «σχέδια και προγράμματα», σύμφωνα με το αρ. 2α νοούνται τα σχέδια και προγράμματα, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και οι τροποποιήσεις τους: που εκπονούνται ή/και εγκρίνονται από μια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από μια αρχή προκειμένου να εγκριθούν, μέσω νομοθετικής διαδικασίας, από το Κοινοβούλιο ή την Κυβέρνηση και που απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων.

Όπως καθίσταται σαφές από το κείμενο των διατάξεων της Οδηγίας 42/2001/ΕΚ η συμμετοχή του «κοινού» αναφορικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τόσο κατά την έγκριση του σχεδιασμού ενός μεγάλου έργου όσο και κατά την υλοποίησή του καθίσταται προϋπόθεση για την ορθή ολοκλήρωση της διαδικασίας. Είναι σημαντικό  να επισημανθεί ότι σύμφωνα με το αρ. 4δ της Οδηγίας ως «κοινό» νοούνται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα και, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία και πρακτική, οι ενώσεις, οργανώσεις ή ομάδες τους.

Συνεπώς, η συμμετοχή του κοινού και ιδίως του άμεσα ενδιαφερόμενου, καθίσταται εξαιρετικά σημαντική καθώς το κοινό είναι εκείνο που βλάπτεται ή ωφελείται (αναλόγως της θέσης που κατέχει) από την υλοποίηση ενός έργου σε μία περιοχή. Ωστόσο, για να είναι «ωφέλιμη» η συμμετοχή του κοινού θα πρέπει να διενεργείται με τρόπο ώστε, αφενός μεν να παρέχεται στο κοινό η απαραίτητη ενημέρωση και πληροφόρηση προκειμένου να είναι σε θέση να διατυπώσει την άποψή του, αφετέρου δε να μην δημιουργούνται καθυστερήσεις με δυσμενείς επιπτώσεις στην υλοποίηση του έργου (όπως οικονομικές απώλειες και άσκοπες διενέξεις).

Η εφαρμογή όλων των ανωτέρω, παρατίθενται στη επόμενη παρ. 7 με νομολογιακά παραδείγματα ερμηνείας των σύγχρονων νομοθετημάτων επί της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και σε περιπτώσεις υλοποίησης «μεγάλων έργων».

7.Νομολογία/Περιπτώσεις – Σχολιασμός

 7.1 Απόφαση 6478/1995 ΣτΕ[28]

Περίληψη Απόφασης: Η υπ’ αριθμ. 6478/1995 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας εκδόθηκε επί αιτήσεως περί ακυρώσεως απόφασης του Υφυπουργού Πολιτισμού, δυνάμει της οποίας χαρακτηρίσθηκε ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο το κτίριο της ζυθοποιίας ΦΙΞ στη Λεωφόρο Συγγρού και εγκρίθηκε πρόγραμμα επεμβάσεων στο κτίσμα αυτό. Σημειώνεται ότι ο χώρος στον οποίο βρισκόταν το επίδικο κτίσμα είχε κηρυχθεί απαλλοτριωτέος για την εκτέλεση ειδικών έργων του μετρό Αθηνών ενώ με σχετικό νόμο είχε ορισθεί μεταξύ άλλων ότι ο κύριος του έργου θα διαθέσει στον ανάδοχο το ακίνητο προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως πρόσθετος εργοταξιακός χώρος και να είναι εφικτή η μερική κατεδάφιση του κτιρίου. Ενόψει αυτών, εκδόθηκε υπέρ της Αττικό Μετρό ΑΕ άδεια μερικής κατεδαφίσεως του επίδικου κτιρίου και ενώ η κατεδάφιση βρισκόταν στην τελευταία φάση της, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Σύντομος Σχολιασμός: Η εν λόγω απόφαση η οποία έκανε δεκτή την υπό κρίση  αίτηση ακύρωσης και ακύρωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έκρινε επίσης ότι η ιδιαίτερα καλλιτεχνική αξία διατηρητέου κτιρίου ελέγχεται πλήρως από το δικαστή καθώς επίσης και ότι το έργο δεν αποκτά την αξία αυτή εκ μόνης της προελεύσεώς του από επιφανή αρχιτέκτονα.

7.2 Απόφαση 2300/1997 ΣτΕ Ολ.

Περίληψη απόφασης: Η υπ’ αριθμ. 2300/1997 απόφαση της -λόγω της σπουδαιότητας αυτής- Ολομέλειας του ΣτΕ, η οποία εκδόθηκε ενόψει της κατασκευής του Αερολιμένα Αθηνών, απέρριψε αίτηση ακύρωσης του Δήμου Σπάτων Αττικής με την οποία ζητήθηκε να ακυρωθούν: απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, πράξη του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, απόφαση του ιδίου ως άνω Υπουργού και Πράξη του ως άνω Συμβουλίου, οι οποίες είχαν ως αντικείμενο την έγκριση του σχεδίου κατασκευής του Αερολιμένα και την “ταπείνωση” του ευρισκόμενου στην περιοχή λόφου Ζάγανι, στον οποίο υπάρχουν αρχαιολογικά ευρήματα και έκανε δεκτή την παρέμβαση της εταιρείας «Διεθνής Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε.”.

Σύντομος σχολιασμός: Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι εφόσον από την προσβαλλόμενη πράξη και τη γνωμοδότηση που προηγήθηκε δεν προκύπτει ότι ο επιλεγείς τρόπος απομάκρυνσης των ευρημάτων τα εξασφαλίζει από βλάβη, αλλοίωση ή υποβάθμιση, η πράξη αυτή παραβιάζει ευθέως τη σχετική συνταγματική διάταξη και πρέπει να ακυρωθεί.

7.3 Απόφαση 3113/1998 ΣτΕ

Περίληψη απόφασης: Η υπ’ αριθμ. 3113/1998 απόφαση του Ε’ Τμήματος του ΣτΕ απέρριψε αίτηση ακύρωσης των Συλλόγου Προστασίας Περιβάλλοντος Νήσου Ρόδου και κατοίκων της περιοχής της Ρόδου με την οποία ζητούσαν ν’ ακυρωθούν πράξεις της Δ/νσης Υποδομών και Τεχνικών Έργων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Δωδεκανήσου, πράξη του Γεν. Γραμματέα του ΥΠΠΟ, πράξη του Νομάρχη Δωδεκανήσου και απόφαση του Δήμου Ρόδου, με τις οποίες εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Ρόδου και χορηγήθηκε άδεια ανέγερσης Οικουμενικού Πανορθόδοξου Κέντρου και έκανε δεκτή την παρέμβαση του Ιδρύματος με την επωνυμία «ΠΑΝΟΡΘΟΔΟΞΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ», που εδρεύει στη Ρόδο Δ. και της εταιρείας «ERGON A.E.».

Σύντομος σχολιασμός: Η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι εκ των στοιχείων του φακέλου ουδόλως προκύπτει ότι τα επίδικα διατηρητέα κτίρια έχουν ποτέ χαρακτηρισθεί, και δη δυνάμει πράξεώς της, ως αρχιτεκτονικό σύνολο, εν τη εννοία της Συμβάσεως της Γρανάδας, ενώ αντιθέτως προκύπτει ότι κατά το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλεως Ρόδου (Β.Δ. 20.1.1956 ΦΕΚ 36) το επίμαχο οικοδομικό τετράγωνο δεν είναι κοινόχρηστο άλσος, αλλά οικοδομικό τετράγωνο με οικοδομήσιμους χώρους εντός των οποίων έχουν ανεγερθεί πολυώροφο Ξενοδοχείο, πολυκατοικίες και λοιπά κτίσματα, η επίδικη δε έκταση των 9,5 περίπου στρεμμάτων ανήκει στην ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου και στο παρελθόν χρησίμευε ως κατοικία του εκάστοτε Νομάρχη, καθ’ όλο δε το χρονικό αυτό διάστημα ανεπτύχθη απλώς βλάστηση πέριξ της κατοικίας αυτής και εντός του οικοπέδου της που δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άλσος και μάλιστα κοινόχρηστο, εν τη εννοία του νόμου. Υπό τα δεδομένα ταύτα, ήτοι, εφ’ όσον πρόκειται πράγματι περί τρόπου δομήσεως οικοδομικού τετραγώνου, η ανέγερση στην έκταση αυτή του Κέντρου του Οικουμενικού Πατριαρχείου δεν δύναται να θεωρηθεί ότι βλάπτει το φυσικό ή πολιτιστικό περιβάλλον της πόλης της Ρόδου εναντίον των ειρημένων σχετικών διατάξεων της Συμβάσεως της Γρανάδας, είναι δε απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως.

 7.4 Απόφαση 2338/2009 ΣτΕ

Περίληψη απόφασης: H υπ’ αριθμ. 2338/2009 απόφαση του Ε΄ Τμ. Του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, επισημαίνεται ότι εκδόθηκε ενόψει της ανέγερσης του νέου μουσείου της Ακρόπολης έκανε δεκτή την αίτησης ακύρωσης κατοίκων της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου με την οποία ζητούσαν να ακυρωθεί απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε η ολική και διηνεκής άρση της προστασίας του χαρακτηρισμένου ως μνημείου ακινήτου επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου 17, περιοχής Μακρυγιάννη του Δήμου Αθηναίων και κάθε άλλη συναφής πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως και απέρριψε την παρέμβαση του Οργανισμού Ανεγέρσεως Νέου Μουσείου Ακρόπολης ύστερα από αίτημα του οποίου κινήθηκε η διαδικασία άρσης της προστασίας του ως άνω κτιρίου, γειτνιάζοντος με το Νέο Μουσείο Ακρόπολης.

Σύντομος σχολιασμός: Το ΣτΕ ερμηνεύοντας μεταξύ άλλων τις διατάξεις των αρ. 24 παρ. Συντάγματος, 17 Συντάγματος, Ν. 2039/1992 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση της Γρανάδας, απεφάνθη, μεταξύ άλλων, ότι δεν υφίσταται νομικό έρεισμα που να δικαιολογεί την άρση της προστασίας του χαρακτηρισμένου ως μνημείου ακινήτου και έκρινε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείτο αιτιολογίας.

7.5 Απόφαση 2339/2009 ΣτΕ

Περίληψη απόφασης: H υπ’ αριθμ. 2338/2009 απόφαση του Ε΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, επισημαίνεται ότι εκδόθηκε επίσης ενόψει της ανέγερσης του νέου μουσείου της Ακρόπολης, απέρριψε αίτηση ακύρωσης της Αστικής Εταιρείας μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα προστασίας Φυσικής και Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς Ελλάδας και Κύπρου, με τον διακριτικό τίτλο «Μ…….», με την οποία ζητούσε να ακυρωθούν: απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού, με την οποία  αποφασίστηκε ο  μη χαρακτηρισμός ως μνημείων του κτιρίου στη συμβολή των οδών Χατζηχρήστου 1 και Μητσαίων 10 και του κτιριακού συνόλου (κτίρια α, β, γ, δ και ε) στη συμβολή των   οδών Μακρυγιάννη 10 και Χατζηχρήστου 21 στην Αθήνα, πράξεις του Υφυπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, με τις οποίες κρίθηκε ότι τα ως άνω κτίριο και κτιριακό σύνολο, αντιστοίχως, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 4  παρ.  2 του ν. 1577/1985, ώστε να  χαρακτηρισθούν  ως διατηρητέα, καθώς και των αντίστοιχων από 26.5. 2008 υπηρεσιακών σημειωμάτων της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου, κατ’’ επίκληση των οποίων εκδόθηκαν τα  έγγραφα αυτά, άδειες κατεδάφισης του Πολεοδομικού  Γραφείου  του  Δήμου  Αθηναίων   που   αφορούν, αντιστοίχως,  το κτίριο και το κτιριακό σύνολο που αναφέρονται παραπάνω και έκανε δεκτή την παρέμβαση του Οργανισμού Ανεγέρσεως Νέου Μουσείου Ακρόπολης.

Σύντομος Σχολιασμός: To ΣτΕ ερμηνεύοντας μεταξύ άλλων τις διατάξεις του ν.  3028/02 έκρινε ότι η άρνηση χαρακτηρισμού ως μνημείων των ανωτέρω κτιρίων αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς, η δε ορθότητα της ουσιαστικής αξιολόγησης των πραγματικών δεδομένων από τη Διοίκηση δεν υπόκειται περαιτέρω στον ακυρωτικό δικαστικό έλεγχο. Επίσης, θεωρήθηκε ότι αιτιολογούνται επαρκώς και οι συμπροσβαλλόμενες πράξεις, με τις οποίες κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χαρακτηρισμού των επίμαχων κτιρίων ως διατηρητέων.

7.6 Η περίπτωση της Ύδρας – Απόφαση 978/2012 ΣτΕ[29]

Με την υπ’ αριθμ. 978/2012 απόφασή του το ΣτΕ έκανε δεκτή την προσφυγή της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού και του Συλλόγου Οικολόγων Ύδρας – Η Υδραία Φώκια και ακύρωσε απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού του 2006 για την ανέγερση 9 διώροφων κατοικιών (συνολικού εμβαδού 698 τ.μ.) στη θέση Αυλάκι, στον λόφο Αγίου Αθανασίου. Η εν λόγω απόφαση έκρινε ότι δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη νομοθετικά έρευνα για το αν προϋπήρχε κτίσμα στο συγκεκριμένο οικόπεδο. Η απόφαση επισημαίνει ότι ολόκληρος ο οικισμός της Ύδρας προστατεύεται από το 1962 από ένα πλέγμα νομοθετικών διατάξεων, ως αρχαιολογικός και μνημειακός χώρος, ως ιστορικός τόπος, ως τόπος ιδιαίτερου φυσικού κάλλους κ.λπ., ενώ ο οικισμός της Ύδρας έχει χαρακτηριστεί και παραδοσιακός καθώς επίσης και ότι ο μεταγενέστερος αρχαιολογικός νόμος 3028/2002 δεν κατήργησε το αυστηρό αυτό καθεστώς προστασίας που είχε επιβληθεί.

7.7 Πρόσφατη Νομολογία

Σχετικά με τα εξεταζόμενα στο παρόν ζητήματα και ειδικότερα εκείνα του χαρακτηρισμού των αρχιτεκτονικών μνημείων, αναφέρονται ενδεικτικά αποφάσεις της πρόσφατης νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας: η υπ’ αριθμ. 1855/2016 απόφαση, η οποία έκρινε ότι αιτιολογημένα κρίθηκε το κέλυφος και τα ουσιώδη τυπολογικά στοιχεία του κτιρίου άξια προστασίας, κατά τις διατάξεις του ν. 3028/2002, για λόγους διαφύλαξης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της χώρας … Ο προηγούμενος χαρακτηρισμός του κτιρίου ως διατηρητέου, από το πρώην ΥΠΕΧΩΔΕ δεν εμποδίζει τη διαδικασία χαρακτηρισμού του ως μνημείου, κατά τον αρχαιολογικό νόμο, δοθέντος ότι οι ρυθμίσεις χαρακτηρισμού και προστασίας των πολιτιστικών αγαθών από την αρχαιολογική και την πολεοδομική νομοθεσία χωρούν επί τη βάσει διαφορετικών κριτηρίων.

Με την υπ’ αριθμ. 533/2015 απόφαση του ΣτΕ κρίθηκε ότι είναι νόμιμος ο χαρακτηρισμός ως διατηρητέων μνημείων δύο κτιρίων στην Ακτή Κονδύλη στον Πειραιά καθώς προέκυψε ότι εκτιμήθηκε αφενός η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική αξία ως συνόλου των επίμαχων κτιρίων, τα οποία αποτελούν αξιόλογα δείγματα της εκλεκτικιστικής αρχιτεκτονικής του Μεσοπολέμου και αφετέρου η ιδιαίτερη πολεοδομική και ιστορική τους αξία, δεδομένου ότι αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα κατοικιών προσφύγων του 1922 που σηματοδοτούν την ιστορική εξέλιξη της Ακτής Κονδύλη στον Πειραιά, συνδεόμενα δε ταυτόχρονα με την πολιτική και κοινωνική ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, συμβάλλουν στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Ο ισχυρισμός ότι η Ακτή Κονδύλη έχει ήδη αλλοιωθεί μορφολογικά από τις όψεις σύγχρονων πολυώροφων οικοδομών και, άρα, η διατήρηση των εν λόγω κτιρίων δεν θα αναβαθμίσει αισθητικά την περιοχή, δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της πράξης, δεδομένου ότι τα κτίσματα αυτά κηρύχθηκαν ως μνημεία ενόψει της δικής τους ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής, πολεοδομικής και ιστορικής αξίας και όχι λόγω της συμβολής τους στη διατήρηση της φυσιογνωμίας της περιοχής. Απορριπτέος λόγος ότι η απόφαση εκδόθηκε κατά κακή χρήση της διακριτικής ευχέρειας, διότι ο χαρακτηρισμός μνημείου κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3028/2002 αποτελεί για τη Διοίκηση αρμοδιότητα που ασκείται κατά δέσμια εξουσία, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται προς τούτο από το Σύνταγμα και τον νόμο.

Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η με αριθμό 2637/2013 απόφαση του ΣτΕ, η οποία στο πλαίσιο της εκδίκασης αίτησης ακύρωσης άδειας κατεδάφισης κτίσματος και άδειας οικοδομής νέου κτίσματος σε οικισμού της Τήνου δέχθηκε ότι «σε περίπτωση ανακατασκευής οικοδομής ή κατασκευής νέας οικοδομής σε ακίνητο όπου προϋπήρχε οικοδομή που κατεδαφίστηκε σε παραδοσιακό οικισμό, η «νέα» ή ανακατασκευαζόμενη οικοδομή εντάσσεται στον παραδοσιακό οικισμό, ως μέρος ενός συνόλου, τόσο ως προς τον όγκο, όσο και ως προς το ύψος της, ώστε να μη διαταράσσεται η σχέση της με τα γειτονικά ακίνητα, ενόψει και της στάθμης του φυσικού εδάφους, αλλά και τη συνολική φυσιογνωμία του παραδοσιακού οικισμού, δεδομένου ότι συχνά οι οικισμοί των Κυκλάδων έχουν αμφιθεατρική διάταξη».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η με αριθμό 658/2017 απόφαση του ΣτΕ αναφορικά με την ανάκληση οικοδομικής άδειας για την επανακατασκευή οικοδομής σε παραδοσιακό οικισμό. Στο πλαίσιο της εν λόγω δίκης, κρίθηκε από το Ανώτατο Ακυρωτικό ότι κατά την ανέγερση οικοδομής οι τυχόν επιτρεπόμενες από τον νόμο επεμβάσεις επί της φυσικής στάθμης του εδάφους στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, από  τις  οποίες  είναι  ενδεχόμενο   να   επηρεάζεται   και   το   τελικό   νόμιμο   ύψος της οικοδομής, επιτρέπονται αν είναι αναγκαίες μόνο για την προσαρμογή του κτιρίου στο έδαφος και όχι για την προσαρμογή του εδάφους στις διαστάσεις και τα λοιπά τεχνικά χαρακτηριστικά που επιθυμεί να προσδώσει στο κτίριο ο κατασκευαστής του. Ειδικές διατάξεις, θεσπιζόμενες για την προστασία, μεταξύ άλλων, παραδοσιακών οικισμών και συνόλων και καθορίζουσες το μέγιστο ύψος των κτιρίων και την αφετηρία μετρήσεως αυτού κατισχύουν των αντίστοιχων διατάξεων του Γ.Ο.Κ. Ομοίως, και στο πλαίσιο της επιδιωκόμενης προστασίας παραδοσιακού οικισμού, έγινε δεκτό από την ως άνω απόφαση ότι σε περίπτωση ανεγέρσεως εντός του παραδοσιακού οικισμού της Κόνιτσας, σε οικόπεδο μη άρτιο και οικοδομήσιμο κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση, νέας οικοδομής στη θέση παλαιάς, η οποία κατεστράφη από σεισμό, α) η νέα οικοδομή, συμπεριλαμβανομένων κυρίων και βοηθητικών χώρων, πρέπει να έχει συνολικά τηv ίδια έκταση και τοv ίδιο όγκο με τηv προηγούμενη, και β) αφετηρία μετρήσεως του μέγιστου ύψους της οικοδομής είναι το διαμορφωμένο έδαφος που περιέβαλλε την παλαιά οικοδομή, μετρούμενο σε κάθετη όψη, με την προϋπόθεση ότι δεν αφίσταται πέραν του ενός μέτρου από το φυσικό έδαφος. Τούτο δε προς προστασία της παραδοσιακής φυσιογνωμίας του οικισμού και διατήρηση των όγκων και της κλίμακας των οικιών και του φυσικού αναγλύφου του εδάφους, αλλά και την αποτροπή της κατεδάφισης παλαιών παραδοσιακών οικιών προς ανέγερση νέων, με σκοπό την μεγαλύτερη εκμετάλλευση του ακινήτου.

 7.8  Διεθνής Νομολογία

Στο σημείο αυτό παρατίθενται ορισμένες αποφάσεις ανώτατων Δικαστηρίων τριών ευρωπαϊκών χωρών (Ισπανία, Λουξεμβούργο, Βέλγιο), οι οποίες έχουν διατυπώσει σκέψεις και κρίσεις αναφορικά με την προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, τόσο υπό το πρίσμα της εσωτερικής νομοθεσίας του κάθε Κράτους, όσο και υπό το πρίσμα της Σύμβασης της Γρανάδας, η οποία, άλλωστε αποτελεί ήδη και εσωτερικό δίκαιο των ως άνω Κρατών, κατόπιν της ενσωμάτωσής της από καθένα από αυτά. Η συνοπτική παράθεση των ως άνω δικαστικών αποφάσεων είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς παρέχει γενικές μεν αλλά ιδιαίτερα χρήσιμες πληροφορίες για το ισχύον σε κάθε Κράτος ειδικότερο νομοθετικό πλαίσιο προστασίας των μνημείων πολιτιστικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος και την εφαρμογή αυτού σε κάθε ειδικότερη περίπτωση.

  1. Η από 26 Οκτωβρίου 2006 απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Ισπανίας (Supreme Court of Spain)

To δίκαιο πολεοδομικού σχεδιασμού της Βαλέντσια Ισπανίας (LRAU- Νόμος 6/1994) περιλαμβάνει, μεταξύ των κατευθυντήριων γραμμών του, και διατάξεις για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, του περιβάλλοντος και του τοπίου. Σύμφωνα με σχετική διάταξη του ως άνω νόμου, τα κτίρια που βρίσκονται δίπλα σε κτίρια ιστορικού ή αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, πρέπει να εναρμονίζονται με αυτά, καθώς και με την ευρύτερη περιοχή.

Ο συγκεκριμένος νόμος θέτει το βασικό πλαίσιο, εντός του οποίου μπορούν να αναπτύσσονται οι ζώνες χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και ειδικά για τις περιοχές ιστορικού ενδιαφέροντος εισάγει ορισμένους περαιτέρω περιορισμούς. Στις περιοχές αυτές η επέκταση ή αντικατάσταση των κτιρίων απαγορεύεται ρητώς, ενώ οποιαδήποτε μετατροπή ή αναδόμηση πραγματοποιείται, πρέπει να συνάδει με τον χαρακτήρα της περιοχής. Ο νόμος LRAU περιλαμβάνει επίσης προβλέψεις για την εκπόνηση ειδικών σχεδίων που συμπληρώνουν ή τροποποιούν τον γενικό χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Ειδικότερα προβλέπει την λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων για την προστασία κτιρίων με πολιτιστική ή αρχιτεκτονική αξία.

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ισπανίας στην από 26.10.2006 απόφασή του υπογράμμισε την ιδιαίτερη σημασία της νομοθεσίας περί τοπικών πολεοδομικών ζωνών και εκπόνησης σχετικών καταλόγων ανά περιοχή. Πλεόν συγκεκριμένως, τα πραγματικά περιστατικά της εν λόγω υπόθεσης που ήρθη ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι τα εξής: Το Συμβούλιο του Badajoz ενέκρινε την επέκταση κτιρίου στην περιοχή Alcazaba – περιοχή μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς (bien de interés cultural – σύμφωνα με την αντίστοιχη ισπανική ορολογία). Η εν λόγω περιοχή αποτελούσε ειδική ζώνη πολεοδομικής προστασίας και υπήγετο σε ειδικό καθεστώς (zoning law), το οποίο επέβαλε την εκπόνηση ειδικού καταλόγου των υπό προστασία ακινήτων με σκοπό την προστασία της εν λόγω περιοχής – μνημείου πολιτιστικής κληρονομιάς (bien de interés cultural). Ο εν λόγω κατάλογος ταξινομούσε επί της ουσίας όλα τα υφιστάμενα στην περιοχή κτίρια σε επιμέρους «κατηγορίες προστασίας».

Το ζήτημα που ετέθη ήταν ότι ορισμένα από τα υπαγόμενα στον εν λόγω καθεστώς ειδικότερης προστασίας κτίρια επηρεάζονταν από την εκπονηθείσα επέκταση του κτιρίου που το Συμβούλιο του Badajoz είχε εγκρίνει.

Επί των διατυπωθεισών επί του ζητήματος αυτού αντιρρήσεων, το Συμβούλιο του Badajor έκρινε ότι, έχοντας ακολουθήσει την οικεία νομοθεσία περί προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και έχοντας λάβει την σύμφωνη γνώμη της Επιτροπής Ακινήτων Ιστορικής Κληρονομίας του Badajoz (Comision de Bienes Immuebles del Patrimonio Historico de Badajoz), ορθώς επέτρεψε την επίμαχη επέκταση του κτιρίου στην εν λόγω περιοχή, θεωρώντας ότι οι ειδικές προστατευτικές διατάξεις που προβλέπονταν για τα περιλαμβανόμενα στους ειδικούς καταλόγους κτίρια της εν λόγω περιοχής δεν ήταν υποχρεωτικό να ακολουθηθούν.

Το Ανώτατο Δικαστήριο στην μείζονα σκέψη του, διατύπωσε την άποψη ότι, ακόμη και αν το Τοπικό Συμβούλιο του Badajoz ακολούθησε τις γενικές περί προστασίας της πολιτιστικής κληρομομιάς διατάξεις και έλαβε την σύμφωνη γνώμη της οικείας Επιτροπής, δεν θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να αγνοήσει την ειδικότερη νομοθεσία περί χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού και ειδικών ζωνών πολεοδόμησης. Για τον λόγο αυτό διέταξε το Συμβούλιο να αποκαταστήσει όλα τα στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς που επηρεάστηκαν από τις εκπονηθείσες εργασίες, επαναφέροντάς τα στην αρχική τους κατάσταση.

Σύντομος σχολιασμός: Η ιδιαίτερη νομική αξία της ως άνω απόφασης συνίσταται κυρίως στην διαπίστωση ότι η προστασία της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, η οποία, ως φαίνεται αποτελεί και πρέπει να αποτελεί μείζονα επιδίωξη όλων των Κρατών, επιτυγχάνεται μέσω ενός πλέγματος διατάξεων και του συνδυασμού αυτών, οι οποίες πρέπει να ακολουθούνται συνολικά, με σκοπό την μέγιστη προάσπιση και προστασία των υφιστάμενων μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς.

  1. Η από 14 Νοεμβρίου 2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου (Cour Administrative) του Λουξεμβούργου

Το ως άνω Δικαστήριο κλήθηκε να δικάσει έφεση του Κράτους του  Λουξεμβούργου κατά σχετικής απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης που ήρθη ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου είναι συνοπτικά τα κάτωθι:

Με σχετική απόφαση της Κυβέρνησης του Λουξεμβούργου, ακίνητα ευρισκόμενα στην περιοχή Diekirch (οικία και αχυρώνας), κηρύχθηκαν εθνικά μνημεία, λόγω του ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που παρουσίαζαν, αντιμετωπιζόμενα ως ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο.

Ο ιδιοκτήτης των ακινήτων αυτών, αμφισβητώντας το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον του αχυρώνα και συνακόλουθα την κρίση του Κράτους ότι τα ακίνητα ιδιοκτησίας του αποτελούν ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο, προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου αιτούμενος την ακύρωση της εν λόγω απόφασης της Κυβέρνησης. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο έκανε δεκτή την προσφυγή του, δεχόμενο ότι το Κράτος δεν κατάφερε να αποδείξει ότι τα δύο κτίρια κατασκευάσθηκαν κατά την ίδια χρονική στιγμή και ότι δεν εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό και κατά συνέπεια δεν δύνανται να χαρακτηριστούν ως ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο χρήζον της προστασίας της οικείας νομοθεσίας. Ως εκ τούτου ακύρωσε την απόφαση της Κυβέρνησης περί κήρυξης των εν λόγω κτιρίων ως μνημείων ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος.

Το Κράτος, κάνοντας επίκληση των διατάξεων της Σύμβασης της Γρανάδας και των προβλέψεων αυτής περί «αρχιτεκτονικών συνόλων» άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου, ισχυριζόμενο ότι ως αρχιτεκτονικό σύνολο νοείται κάθε «ομογενές σύνολο αστικών ή αγροτικών ακινήτων που ξεχωρίζουν από το ιστορικό, αρχαιολογικό, επιστημονικό, τεχνικό και κοινωνικό τους ενδιαφέρον και είναι επαρκώς αρμονικά, ώστε να αποτελέσουν το αντικείμενο τοπογραφικής οριοθέτησης». Το Εφετείο έκανε δεκτή την εν λόγω έφεση, επικυρώνοντας των χαρακτηρισμό των κτιρίων (οικία και αχυρώνας), ως μνημείων αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Οι βασικές του σκέψεις συνοψίζονται στα κάτωθι:

Ανεξαρτήτως της ύπαρξης του μικρού δρόμου που χώριζε τα δύο κτίρια ή της τυχόν διαφοροποίησης στον χρόνο κατασκευής τους και στην χρήση τους, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, δεδομένου του αδιαμφισβήτητου αρχαΐζοντος χαρακτήρα αμφοτέρων των ακινήτων, αυτό που έχει βασική σημασία είναι ότι αυτά τα δύο κτίρια συνθέτουν ένα ενιαίο αρχιτεκτονικό σύνολο, σύμφωνα με την Σύμβαση της Γρανάδας, υπό την έννοια ότι πρόκειται για δύο κατασκευές που εξυπηρετούν αγροτικό σκοπό, αν και εντάσσονται στον αστικό ιστό και ότι λόγω του ιστορικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος που παρουσιάζουν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο τοπογραφικής οριοθέτησης. Έκρινε, επομένως, το Διοικητικό Εφετείο ότι τα εν λόγω ακίνητα για λόγους που συναρτώνται με το ιστορικό, αρχαιολογικό, επιστημονικό, τεχνικό και κοινωνικό τους ενδιαφέρον πληρούν τις τασσόμενες από την Σύμβαση της Γρανάδας προϋποθέσεις ώστε να τύχουν προστασίας ως αρχιτεκτονικό σύνολο.

Σύντομος Σχολιασμός: Η εν λόγω απόφαση του Διοικητικού Εφετείου του Λουξεμβούργου παρουσιάζει ιδιαίτερο νομικό ενδιαφέρον υπό την έννοια καταρχήν ότι το δικάσαν Δικαστήριο προβαίνει σε εφαρμογή της Σύμβασης της Γρανάδας, η οποία αποτελεί εσωτερικό δίκαιο του Λουξεμβούργου κατόπιν της κύρωσής της με νόμο. Επιπρόσθετα, ιδιαίτερη νομική αξία παρουσιάζουν ο ορισμός του αρχιτεκτονικού συνόλου με βάση την Σύμβαση της Γρανάδας και τα επιμέρους κριτήρια που τίθενται τόσο από την απόφαση όσο και από τους διαδίκους για τον χαρακτηρισμό ομάδας κτιρίων ως «αρχιτεκτονικού συνόλου»

  1. H από 02 Φεβρουαρίου 2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας των Βρυξελλών με αριθμό 210.958

Με την υπ’ αριθμ. 210.958 απόφαση της 02/02/2011, το Συμβούλιο της Επικρατείας των Βρυξελλών, απέρριψε τα ένδικα βοηθήματα που είχαν ασκηθεί κατά του από 09/11/2006 διατάγματος της τοπικής Κυβέρνησης των Βρυξελλών, δυνάμει του οποίου η τελευταία κήρυξε ως μνημεία και τα έπιπλα και αντικείμενα στου Παλατιού Stoclet στην περιοχή Woluwe- Saint- Pierre, το οποίο (παλάτι) είχε ήδη κηρυχθεί ως μνημείο, καθώς και κατά του από 13/10/2005 διατάγματος της Κυβέρνησης που εκκίνησε την εν λόγω διαδικασία.

Η ως άνω απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ότι το άρθρο 206 του Πολεοδομικού και Χωροταξικού Κώδικα των Βρυξελλών επιτρέπει την κήρυξη ως μνημείων των επίπλων και των αντικειμένων, τα οποία από την φύση και την αποστολή τους, είναι τόσο συνδεδεμένα με το ίδιο το μνημείο, ώστε τελικώς συνεισφέρουν σημαντικά και επαυξάνουν την καλλιτεχνική του αξία. Στις περιπτώσεις, λοιπόν, αυτές η περί μνημείων προστασία πρέπει να επεκταθεί και στα αντικείμενα, παρά το γεγονός ότι αυτά δεν αποτελούν «ακίνητα», σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον Αστικό Κώδικα.

Περαιτέρω, το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο αναγνώρισε την εξουσία της τοπικής Κυβέρνησης να νομοθετεί σε σχέση με την προστασία της κινητής κληρονομιάς, σύμφωνα και με την υφιστάμενη νομολογία του Συνταγματικού Δικαστηρίου (απόφαση 25/2010 της 17 Μαρτίου 2010). Τέλος, το Συμβούλιο της Επικρατείας, απέρριψε τις αιτιάσεις των αιτούντων, ότι δήθεν η κήρυξη των κινητών ως μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς παραβιάζει τις διατάξεις περί προστασία της ιδιοκτησίας, με την  αιτιολογία ότι η προστασία της πολιτιστικής κληρονομίας αποτελεί υπέρτατο αγαθό.

Σύντομος σχολιασμός: Με την ως άνω απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού των Βρυξελλών, εισάγεται μία σημαντική καινοτομία στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, υπό την έννοια ότι αυτή, υπό προϋποθέσεις, δύναται να επεκταθεί και σε κινητά πράγματα, τα οποία βάσει της φύσης και της αποστολής τους χρήζουν προστασίας, καθώς επαυξάνουν την ίδια την καλλιτεχνική και ιστορική αξία του μνημείου εντός του οπίου ευρίσκονται.

  1. Δυνατότητες εξέλιξης του ελληνικού πλαισίου προστασίας της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς

Όπως ήδη αναφέρθηκε, η πολυνομία που διέπει το ελληνικό δίκαιο και σε ορισμένες περιπτώσεις η έκδοση αντιφατικών μεταξύ τους νομοθετικών διατάξεων, όσον αφορά το ζήτημα της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, έχουν δημιουργήσει και δημιουργούν πολλά προβλήματα σε συνάρτηση με την πολυνομία που επίσης διέπει τα συναφή και αλληλένδετα ζητήματα της προστασίας του περιβάλλοντος και του πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα παραπάνω δεδομένα, καθίσταται σαφές ότι είναι περισσότερο από επιτακτική η ανάγκη για τη δημιουργία ενός ενιαίου νομοθετικού πλαισίου. Το εν λόγω πλαίσιο θα πρέπει αφενός να είναι προσαρμοσμένο στα ελληνικά δεδομένα και στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης, αφετέρου να είναι εκσυγχρονισμένο με βάση τις ευρωπαϊκές και διεθνείς επιταγές.

Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί η προσπάθεια που έγινε προς αυτή την κατεύθυνση με την ψήφιση του Ν. 3028/2002 (ΦΕΚ Α΄ 153) «Περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς», το οποίο αποτέλεσε το πρώτο ολοκληρωμένο νομοθέτημα με το οποίο, μεταξύ άλλων, επιτεύχθηκαν η διεύρυνση της έννοιας της πολιτιστικής κληρονομιάς, η ισότιμη αντιμετώπιση των αρχαίων και νέων μνημείων, η κοινωνική διάσταση της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς και η ένταξη των μνημείων στο χώρο μέσω της διαμόρφωσης ενός ολοκληρωμένου πλαισίου προστασίας και ανάδειξης των πολιτιστικών αγαθών σε χωρικό επίπεδο.

Παρόλα αυτά, οι διατάξεις του Ν. 3028/2002 και των λοιπών υφιστάμενων νομοθετημάτων, όπως ο Ν. 2039/1992 κύρωσης της Σύμβασης της Γρανάδας, δεν επαρκούν για να απαντήσουν στους προβληματισμούς που τίθενται στο παρόν κείμενο ούτε να επιλύσουν τα ζητήματα που ανακύπτουν σε πρακτικό επίπεδο κατά το σχεδιασμό και υλοποίηση μεγάλων έργων. Προκειμένου ν’ απαντηθεί και πάντοτε κατά προσέγγιση το ερώτημα της «σύγκρουσης» που ανακύπτει σε σχέση με την διαχείριση ενός αρχιτεκτονικού μνημείου στο πλαίσιο υλοποίησης ενός μεγάλου έργου και της εν γένει ένταξής του στο χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό αλλά και σε γενικότερο πλαίσιο να επιτευχθεί η «χωρίς εκπτώσεις» προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, θα πρέπει να επανεξεταστεί ο τρόπος της γενικότερης αντιμετώπισης του ζητήματος και όχι μόνο από νομοθετική σκοπιά.

Αρχικά, θα πρέπει να υπάρχει μια συστηματική, ολοκληρωμένη και ουσιαστική διαβούλευση με το κοινό, ειδικότερα δε των άμεσα ενδιαφερόμενων (π.χ. των κατοίκων της περιοχής στην οποία προβλέπεται να υλοποιηθεί το έργο, του εκάστοτε φορέα διαχείρισης των μνημείων) καθιστώντας τους κοινωνούς των σχεδίων. Η διαβούλευση αυτή θα πρέπει να έχει ως στόχο την κατ’ αρχήν ευαισθητοποίηση όλων των εμπλεκομένων, την επαρκή παροχή πληροφοριών του συνόλου των επιμέρους ζητημάτων καθώς επίσης και τη δυνατότητα εξεύρεσης των βέλτιστων λύσεων συγκερασμού της προστασίας με την ανάπτυξη της περιοχής. Σε αντίθεση με την εφαρμοζόμενη πρακτική διαβούλευσης, η οποία αντιμετωπίζεται ως μια υποχρεωτική διαδικασία που δεν επιζητά την ουσία αλλά την τήρηση των τυπικών προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος, η λειτουργία ενός ουσιαστικού πλαισίου διαβούλευσης, σε συνδυασμό με τη ύπαρξη και λειτουργία μιας συνεπούς και άρτια καταρτισμένης Διοίκησης, θα συνέτεινε στη σύγκλιση απόψεων και την αποφυγή μελλοντικών καθυστερήσεων λόγω προσφυγών.

Σε νομοθετικό επίπεδο, θα πρέπει να υλοποιούνται οι κατάλληλες, κάθε φορά, προπαρασκευαστικές ενέργειες προκειμένου να ενσωματωθεί επιτυχώς ένα διεθνές ή ευρωπαϊκό νομικό κείμενο στην ελληνική έννομη τάξη, προσαρμοζόμενο στα ελληνικά δεδομένα, ώστε να οδηγεί σε ένα πλήρες, σαφές, κατανοητό και υλοποιήσιμο νομοθέτημα.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο εφαρμογής ενός επαρκούς νομοθετικού πλαισίου θα πρέπει να ενισχυθεί η διεθνής συνεργασία και η ανταλλαγή απόψεων και τεχνογνωσίας, με χώρες που αντιμετώπισαν αποτελεσματικά τέτοιου είδους προβληματισμούς (best practices). Επίσης, θα μπορούσε να ενισχυθεί η κατάρτιση του υπάρχοντος διοικητικού και τεχνικού προσωπικού της Διοίκησης, των ενδιαφερόμενων φορέων και γενικότερα των εμπλεκόμενων μερών.

Ωστόσο, όπως προαναφέρθηκε, τις αποτελεσματικές λύσεις θα επιφέρει ένα ισχυρό, σαφές και επαρκές νομοθετικό πλαίσιο που θα καλύπτει όσο το δυνατόν περισσότερες περιπτώσεις και δεν θα είναι δύσκολο να ερμηνευθεί και να εφαρμοσθεί από τους διοικητικούς φορείς και από τις δικαστικές αρχές, και έτσι θα αποφευχθεί η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά και η ύπαρξη αντικρουόμενων διοικητικών αποφάσεων, εγκυκλίων και ενεργειών. Σε κάθε περίπτωση, μείζονος σημασίας αναδεικνύεται και η ενίσχυση του νομοθετικού πλαισίου με την επιβολή κυρώσεων, σε περίπτωση μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής του, καθώς και ακολούθως η εφαρμογή των κυρώσεων αυτών, προβλέψεις που άλλωστε απουσιάζουν και από τα διεθνή νομοθετήματα.

  1. Συμπεράσματα – Επίλογος

Μια συνολική θεώρηση των ανωτέρω αναδεικνύει τα ζητήματα: 1. Της σημασίας της προστασίας των αρχιτεκτονικών μνημείων για τη διατήρηση της «μνήμης» και της ιστορικής κληρονομιάς της χώρας, 2. Της ταυτόχρονης σημασίας του σχεδιασμού και της υλοποίησης μεγάλων έργων και υποδομών στη χώρα, ειδικότερα ενόψει της τρέχουσας οικονομικής συγκυρίας, 3. Της ανάγκης υιοθέτησης νομοθετημάτων σύμφωνα με τις διεθνείς και ευρωπαϊκές επιταγές και την αρχή της ενσωμάτωσης παράλληλα με την «κατάργηση της ελληνικής πολυνομίας», 4. Της εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας όσον αφορά την προστασία του περιβάλλοντος, με τα σύγχρονα εργαλεία της διαβούλευσης και της συμμετοχής των πολιτών (public hearing) στην διαδικασία υλοποίησης σχεδίων και προγραμμάτων.

Όσον αφορά τους προβληματισμούς που τίθενται στο παρόν, τα προαναφερθέντα ζητήματα θα λειτουργήσουν συνδυαστικά προς την κατεύθυνση της αποτελεσματικότερης προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος με παράλληλη δημιουργία σύγχρονων έργων και υποδομών τα οποία με τη σειρά τους σφραγίζουν τη σύγχρονη ιστορία της χώρας και αφήνουν το αποτύπωμά τους στις μελλοντικές γενιές.

Η ανάλυση του διεθνούς δικαίου στο συγκεκριμένο ζήτημα αναδεικνύει την σκέψη ότι κάποια από τα σύγχρονα έργα αποτελούν με τη σειρά τους τα προστατευόμενα πολιτιστικά αγαθά του μέλλοντος .

Ωστόσο, η υλοποίηση αυτού του πλαισίου, θα επιτευχθεί αρχικά μέσω ριζικών αλλαγών που θα επέλθουν στο μέλλον όσον αφορά την παιδεία στα ζητήματα της προστασίας του (πολιτιστικού) περιβάλλοντος, λειτουργία που απουσιάζει από την σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η παιδεία και η γνώση για τα συγκεκριμένα ζητήματα θα οξύνει την κρίση του «κοινού» όσον αφορά τα ανακύπτοντα ζητήματα και θα αποδώσει ορθές και ισορροπημένες κρίσεις όσον αφορά την παράλληλη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και την υλοποίηση έργων βιώσιμης ανάπτυξης.

[1] Ν. 1650/86, 160 Α/1610-1986, άρθρο 2&1.

[2] Η Διεθνής Προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ντόρα Ν. Κόνσολα, εκδ, Σάκκουλα.

[3] Αρ. 1 παρ. 1 ν. 2039/1992.

[4] Αρ. 1 παρ. 2 ν. 2039/1992.

[5] http://www.law-archaeology.gr/Index.asp?C=12 – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΙΚΑΙΟΥ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΩΝ.

[6] Αρ. 1 παρ. 3 ν. 2039/1992 Ο ορισμός τοπίο έχει παρερμηνευθεί στην Ελλάδα ενώ στην ελληνική νομοθεσία εισήχθη με το αρ. 2 παρ. 16 ν. 1650/1986:«16.Τοπίο: κάθε δυναμικό σύνολο βιοτικών και μη βιοτικών παραγόντων και στοιχείων του περιβάλλοντος που μεμονωμένα ή αλληλοεπιδρώντας σε συγκεκριμένο χώρο συνθέτουν μια οπτική εμπειρία».

[7] Το δίκαιο της βιωσίμου αναπτύξεως, Μιχαήλ Δεκλερής, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλας, 2000.

[8] Βλ. και «αρχή της σφαιρικής προστασίας».

[9] Ο όρος «προστασία» στο διεθνές δίκαιο αναφέρεται όχι μόνο στη διαφύλαξη και τον σεβασμό αλλά και κυρίως τον προσδιορισμό, την προστασία, τη συντήρηση και τη μεταβίβαση στη μελλοντικές γενιές των αγαθών της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς. Η διεθνής προοπτική αναφέρεται στην προστασία των πολιτιστικών αγαθών που προέρχεται από τους διεθνείς οργανισμούς βάσει διεθνών κανόνων, βλ. πρώην άρθρο 6 της ΣΕΚ.

[10] Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτύπωσης των ανωτέρω αρχών αποτελούν, σύμφωνα με το Πρακτικό Επεξεργασίας  ΣτΕ υπ’ αριθμ. 37/1991, οι προέχοντες και θεμελιώδεις στόχοι και κατευθύνσεις του ρυθμιστικού σχεδίου της Αθήνας που είναι η ανάδειξη της ιστορικής φυσιογνωμίας της Αθήνας, η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η ποιοτική αναβάθμιση των ήδη υποβαθμισμένων περιοχών της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας (περιοχών εντός και εκτός σχεδίου). Συνεπώς, οι επί μέρους στόχοι και κατευθύνσεις του Ρ.Σ.Α., οι οποίοι ορίζονται στην παρ. 3 του αρ. 3 αυτού, και μάλιστα η οικονομική ανασυγκρότηση της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας, όπως περιγράφεται στο εδ. δ΄ της παρ. 3 του άρθρου 3 είναι υποτεταγμένοι στους θεμελιώδεις σκοπούς του Ρ.Σ.Α., όπως αναπτύσσονται στην παρ. 1 του άρθρου 3  αυτού».

[11] Έννοια στην οποία βασίστηκε η Διακήρυξη του Άμστερνταμ.

[12] Η εξέλιξη της αντίληψης της «Διατήρησης» από τον Χάρτη των Αθηνών του 1931 στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου του 2000, Εισήγηση Γιάννη Ζερβού, 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αρχιτεκτόνων, 2011.

[13] ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ Άρθρο 191 (πρώην άρθρο 174 της ΣΕΚ) 1. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος συμβάλλει στην επιδίωξη των ακόλουθων στόχων…..2. Η πολιτική της Ένωσης στον τομέα του περιβάλλοντος αποβλέπει σε υψηλό επίπεδο προστασίας και λαμβάνει υπόψη την ποικιλομορφία των καταστάσεων στις διάφορες περιοχές της Ένωσης. Στηρίζεται στις αρχές της προφύλαξης και της προληπτικής δράσης, της επανόρθωσης των καταστροφών του περιβάλλοντος, κατά προτεραιότητα στην πηγή, καθώς και στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει». Στο πλαίσιο αυτό, τα μέτρα εναρμόνισης που ανταποκρίνονται σε ανάγκες προστασίας του περιβάλλοντος περιλαμβάνουν, όπου ενδείκνυται, ρήτρα διασφάλισης που εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να λαμβάνουν, για μη οικονομικούς περιβαλλοντικούς λόγους, προσωρινά μέτρα υποκείμενα σε διαδικασία ελέγχου της Ένωσης. 3. Κατά την εκπόνηση της πολιτικής της στον τομέα του περιβάλλοντος, η Ένωση λαμβάνει υπόψη:- τα διαθέσιμα επιστημονικά και τεχνικά δεδομένα,- τις συνθήκες του περιβάλλοντος στις διάφορες περιοχές της Ένωσης,- τα πλεονεκτήματα και τις επιβαρύνσεις που μπορούν να προκύψουν από τη δράση ή την απουσία δράσης,- την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ένωσης στο σύνολό της και την ισόρροπη ανάπτυξη των περιοχών της. 4. Στο πλαίσιο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, η Ένωση και τα κράτη μέλη συνεργάζονται με τις τρίτες χώρες και τους αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς. Ο τρόπος της συνεργασίας της Ένωσης μπορεί να αποτελεί αντικείμενο συμφωνιών μεταξύ της Ένωσης και των ενδιαφερομένων τρίτων μερών. Το προηγούμενο εδάφιο δεν θίγει την αρμοδιότητα των κρατών μελών να διαπραγματεύονται στα πλαίσια διεθνών οργανισμών και να συνάπτουν διεθνείς συμφωνίες.

[14] http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/?uri=CELEX%3A32001L0042

[15] Η εν λόγω διάταξη εισήχθη με τη Συνταγματική Αναθεώρηση 2001 και διευκόλυνε στην άρση διάφορων ερμηνευτικών ασαφειών της μέχρι τότε ισχύουσας νομοθεσίας.

[16] Η εν λόγω διάταξη εισήχθη με τη Συνταγματική Αναθεώρηση 2001 και διευκόλυνε στην άρση διάφορων ερμηνευτικών ασαφειών της μέχρι τότε ισχύουσας νομοθεσίας.

[17] Ερμηνευτική δήλωση: Το άρθρο 28 του Συντάγματος «1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας. 2. …3….». αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.

[18]Περιοχές ή και οικισμοί που αποτέλεσαν χώρο εξαίρετων ιστορικών ή μυθικών γεγονότων, καθώς και περιοχές με ενδείξεις ύπαρξης μνημείων ή σύνθετων έργων του

http://portal.tee.gr/portal/page/portal/SCIENTIFIC_WORK/grafeio_politismou/nomothesia/diethneis-symvaseis/%D3%FD%EC%E2%E1%F3%E7%20%C3%F1%E1%ED%DC%E4%E1%F2%20(1985)

[19] 2. Οι μελετητές μηχανικοί ευθύνονται για την εκπόνηση όλων των επί μέρους μελετών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Για τις άδειες δόμησης που αφορούν κτίρια σε παραδοσιακό οικισμό, παραδοσιακό ή ιστορικό τμήμα πόλης, οικιστικό σύνολο που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς και κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή νεότερα μνημεία οι αρχιτεκτονικές μελέτες εκπονούνται και υπογράφονται αποκλειστικά από αρχιτέκτονες μηχανικούς και οι στατικές μελέτες από τους αρμόδιους πολιτικούς μηχανικούς.

[20] Άρθρο 6 παρ. 11. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά περιλαμβάνει Μνημεία, Αρχιτεκτονικά σύνολα, Τόπους και Τοπία ως αναλύονται στο άρθρο 1 του ν. 2039/1992 (Σύμβαση για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης, Γρανάδα, 3 Οκτωβρίου 1985) και στο άρθρο 1 του ν. 1126/1981 (Σύμβαση της UNESCO για την προστασία της παγκόσμιας πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς, Παρίσι 1972).

[21] http://www.ypeka.gr/?tabid=382

[22] Προστασία Αρχαιοτήτων και Πολιτιστικής Κληρονομιάς (Ν. 3028/2002), Παναγιώτης Σκουρής, Ελένη Τροβά, Εκδόσεις Σάκκουλα Α.Ε., 2003

[23] Προστασία αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς: Η περίπτωση της Ύδρας, Ελένη Μαΐστρου, αρχιτέκτων, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ε.Μ.Π., Η εξέλιξη της ιδεολογίας http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=2&lang=gr&CategoryID=3&ArticleID=5

[24] Άρθρο 3: Το δικαίωμα στην ανάπτυξη πρέπει να ασκείται έτσι ώστε να ικανοποιεί κατά δίκαιο τρόπο τις αναπτυξιακές και περιβαλλοντικές ανάγκες της παρούσης και των μελλουσών γενεών (ορισμός).

[25] Σύμφωνα με το αρ. 2 β) ως «εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων» νοείται η εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης, η διεξαγωγή διαβουλεύσεων, η συνεκτίμηση της περιβαλλοντικής μελέτης και των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων κατά τη λήψη αποφάσεων καθώς και η παροχή πληροφοριών σχετικά με την απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 9.

[26] Σύμφωνα με το αρ. 2 γ) ως «περιβαλλοντική μελέτη» νοείται το τμήμα του συνόλου των εγγράφων του σχεδίου ή προγράμματος, το οποίο περιέχει τις πληροφορίες που απαιτούνται βάσει του άρθρου 5 και του παραρτήματος Ι.

[27] Στο αγγλικό κείμενο «public hearing».

[28]http://www.adjustice.gr/webcenter/faces/wcnav_externalId/search-caselaws?_adf.ctrl- state=6vqxn36vn_4&_afrLoop=3810653700015315#!

[29] Προστασία αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς: Η περίπτωση της Ύδρας, Ελένη Μαΐστρου, αρχιτέκτων, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ε.Μ.Π., Η εξέλιξη της ιδεολογίας http://www.monumenta.org/article.php?IssueID=2&lang=gr&CategoryID=3&ArticleID=5

«Καθημερινή» (08.10.2018) Άποψη: Ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης αδειών δόμησης

Kαθημερινή – ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ 08.10.2018 Αποψη: Ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης αδειών δόμησης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Δ. ΚΑΡΑΤΣΩΛΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Γραμμή εκκίνησης για μια νέα εποχή στο πεδίο εφαρμογής του πολεοδομικού δικαίου αποτελεί η έναρξη του ηλεκτρονικού συστήματος έκδοσης οικοδομικών αδειών από την 3η Σεπτεμβρίου σε πιλοτικό στάδιο και σε πλήρη λειτουργία από τα μέσα Οκτωβρίου. Σε μια οργανωμένη προσπάθεια της πολιτείας για την αντιμετώπιση των προβλημάτων και των παθογενειών του παρελθόντος η απάντηση μέσω εφαρμογών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης οδηγεί από νομικής άποψης σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο ασφάλειας δικαίου, ενιαίας και συνολικής αντιμετώπισης των θεμάτων πολυνομίας, οδηγεί εν τέλει σε ένα καλύτερο επίπεδο Δημοκρατίας.

Τo ζήτημα της δόμησης στη χώρα μας αποτελούσε και αποτελεί πεδίο άσκησης κρατικής πολιτικής που με βάση το θεσμικό κανονιστικό πλαίσιο συνδέεται με τον πολιτισμό μας, τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που επικρατούν, τον τρόπο ζωής και έκφρασής μας.

Η οικοδομική άδεια δεν είναι μόνο μια διοικητική πράξη. Αποτελεί την άδεια παρέμβασης στο περιβάλλον, η οποία παραμένει για πολλά χρόνια ως πολιτιστική μαρτυρία για τις συνθήκες και την αντίληψη μιας κοινωνίας και τις επιρροές της στον χρόνο που εκδίδεται.

Γιατί όμως η ηλεκτρονική έκδοση αδειών αποτελεί τομή και σηματοδοτεί μια νέα εποχή στο πεδίο του πολεοδομικού δικαίου;

Πρώτον, στερούμαστε στην Ελλάδα ενός κωδικοποιημένου συστήματος πολεοδομικών κανόνων – διαδικασιών εφαρμογής των ρυθμίσεων κοινά αποδεκτών για όλες τις πολεοδομικές υπηρεσίες.

Μόνο μια ηλεκτρονική διαδικασία καταγραφής μπορεί να αναδείξει τα κενά, τις διαφορετικές ερμηνείες του δικαίου και να οδηγήσει σε συνολική και οριζόντια αντιμετώπιση των ζητημάτων. Βεβαίως πρέπει να επισημανθεί ότι με την έναρξη του ηλεκτρονικού συστήματος και την ανάδειξη των κενών και των λαθών του παρελθόντος δεν σημαίνει ότι τίθενται υπό αμφισβήτηση παλαιές πράξεις και αποφάσεις των υπηρεσιών οι οποίες συντάχθηκαν με την Α΄ ή Β΄ ερμηνεία, οι οποίες καλύπτονται από το τεκμήριο νομιμότητας και παράγουν όλα τα έννομα αποτελέσματα.

Αντιθέτως, πρέπει να καταστεί σαφές ότι χαράσσουμε μια γραμμή και εντασσόμαστε σε ενιαίους και σαφείς κανόνες για το μέλλον.

Δεύτερον, η βάση δεδομένων και η ηλεκτρονική καταγραφή στα ζητήματα δόμησης και αξιοποίησης της περιουσίας στηρίζεται σε μία και μοναδική αρχή «δικαίου»: Τοποθετεί τη συζήτηση και την ολοκλήρωση της διοικητικής διαδικασίας για όλους με καθαρότητα «πάνω στο τραπέζι». Τα στοιχεία υποβολής και τα αιτήματα των πολιτών καταγράφονται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο υποβολής ηλεκτρονικά. Ο έλεγχος της διοίκησης καταγράφεται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο διενέργειας ηλεκτρονικά. Η εφαρμογή των κανόνων δικαίου και η διοικητική διαδικασία έκδοσης των πράξεων καταγράφονται ως προς το περιεχόμενο και τον χρόνο έκδοσης ηλεκτρονικά.

Μάλιστα πρώτη φορά θα εφαρμοστούν συνολικά ρυθμίσεις πολύ σημαντικές για την προστασία της ασφάλειας των πολιτών και την προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος όπως: το πλαίσιο επαγγελματικών δικαιωμάτων μηχανικών, η απαίτηση έκδοσης παράλληλων εγκρίσεων υπηρεσιών (γνωμοδοτήσεις φορέων, εγκρίσεις του υπουργείου Πολιτισμού για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς, πράξεις χαρακτηρισμού κατά τη δασική νομοθεσία) και μάλιστα κατά τρόπο ενιαίο και στη βάση κωδικοποίησης.

Τα τελευταία χρόνια στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης προχωρούν με ταχύτητα προγράμματα ηλεκτρονικής καταγραφής και δημιουργίας βάσεων δεδομένων, όπως κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, σύστημα e-poleodomia, αρχαιολογικό κτηματολόγιο, ηλεκτρονική έκδοση άδειας λειτουργίας επιχειρήσεων. Είναι τομή με το παρόν σύστημα η συγκέντρωση και η διασύνδεση πληροφοριών υπηρεσιών με έναν τελικό σκοπό, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις. Αυτόν της τελικής πράξης αδειοδότησης πριν από την επέμβαση στο περιβάλλον και τη δόμηση. Μιας πράξης που θα θυμίζει για πάντα τις επιλογές μας. Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η ηλεκτρονική έκδοση αδειών αποτελεί σήμερα τομή, ωστόσο θα χαρακτηριστεί μικρό βήμα αύριο αν όλο το υπόλοιπο φάσμα ηλεκτρονικής διακυβέρνησης δεν ολοκληρωθεί και δεν ενσωματωθεί στη διαδικασία.

Με την έναρξη της e-αδειοδότησης στα πολεοδομικά ζητήματα, η ηλεκτρονική διακυβέρνηση θα επιβληθεί ως μια κατεύθυνση για τη διαμόρφωση κουλτούρας κωδικοποίησης και τη δημιουργία ενός συστήματος κανόνων. Αυτό με τη σειρά του θα οδηγήσει σε μια νέα αντίληψη για τον τρόπο αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας, της αρχιτεκτονικής μας αξίας και επιλογής, τη στάση μας και την ηθική μας απέναντι στο περιβάλλον.

Ζητήματα Εφαρμογής Πολεοδομικού Δικαίου στο πλαίσιο Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας

Εισήγηση Kων/νος Καρατσώλης Δικηγόρος

  1. Το νόημα, το οποίο προσδίδει μία κοινωνία στην αξιοποίηση της ακινητης περιουσίας , συνδέεται με τον τρόπο που αυτή βιώνει το χρόνο, τις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει μέσα σε αυτόν, τις σταθερές αξίες που θέλει να διαφυλάξει και την ετοιμότητά της στις αλλαγές. Σήμερα    λοιπόν,   που    η    ύφεση    ενέτεινε    την    «ασφυξία»   σε    όλα    τα    επίπεδα, «ξανασκεφτόμαστε» μια ολοκληρωμένη λύση για την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας ώστε αυτή τη φορά να απαντηθούν με θετικό τρόπο για την ποιότητα ζωής των ανθρώπων – σε συνδυασμό με ένα νέο παραγωγικό μοντέλο – τα κρίσιμα ερωτήματα: • για την περιβαλλοντική υποβάθμιση, τη διεύρυνση των ανισοτήτων, • την κατάσταση των δημόσιων χώρων και της δημόσιας περιουσίας, • αλλά και σχετικά με την χωροθέτηση δραστηριοτήτων, οι οποίες δημιουργούν θέσεις εργασίας και αναβιώνουν «παραμελημένα» δικαιώματα. Υπό αυτό το πρίσμα η εισήγηση πραγματεύεται ζητήματα καλών πρακτικών και επιλύσεων ορθής  εφαρμογής του δικαίου στο  πλαίσιο ειδικών κανόνων   αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας ιδιωτικής και δημόσιας.
  2. Τα τελευταία χρόνια έχουν αποκρυσταλλωθεί στον τεχνικό και το νομικό κόσμο τα προβλήματα εφαρμογής ενός πλαισίου κανόνων και έχουν καταγραφεί οι συνέπειες στον τομέα της αξιοποίησης και επενδύσεων με κυριότερες : • ‘’Αίσθηση’’ ανασφάλειας δικαίου • Αποσπασματική εφαρμογή διαδικασιών • Μεγάλες καθυστερήσεις και αδυναμία υλοποίησης χρονοδιαγραμμάτων • Συνεχείς τροποποιήσεις του νομοθετικού πλαισίου για την άρση αδιεξόδων • Έλλειψη συνεργασίας και συντονισμού συναρμοδίων υπηρεσιών και Υπουργείων. • Έλλειψη και καθυστέρηση στον σχεδιασμό και τον καθορισμό των χρήσεων γης.

Έχει όντως ενδιαφέρον σε σχέση με τη ανωτέρω ανάγνωση να γίνει μια δεύτερη επισκόπηση από την πλευρά του ενδιαφερόμενου – πολίτη – επενδυτή και να αξιολογήσουμε το τελικό αποτέλεσμα των προβλημάτων ως προς το οικονομικό αποτέλεσμα μιας συμφωνίας ( Π.Χ το τίμημα) και βεβαίως να εξεταστεί αν η διόρθωση των σχετικών κενών – προβλημάτων θα επέφερε και άλλα αποτελέσματα – θετικά – οικονομικού περιεχομένου σε μια συμφωνία αξιοποίησης της ακίνητης περιουσίας.

Ως πρώτη επισκόπηση διακρίνονται τα εξής αποτελέσματα :

Σε νομικό επίπεδο . οι καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις δημιουργούν αντίστοιχα πεδίο αναβλητικών αιρέσεων και προθεσμιών για την ολοκλήρωση των συναλλαγών .

Επί της ουσίας δηλαδή οι πολίτες – επενδυτές θέλουν να προστατευτούν από το ενδεχόμενο μεγάλων καθυστερήσεων ή και μη έκδοσης των απαιτούμενων αδειοδοτήσεων και θέτουν – ορθώς καταρχάς – αναβλητικές αιρέσεις και προθεσμίες για την καταβολή του τιμήματος ή την έναρξη καταβολής μισθωμάτων ή την υλοποίηση επενδύσεων .

Δευτερευόντως ως πρώτη οικονομική συνέπεια της νομικής διάστασης των αιρέσεων και  των προθεσμιών επέρχεται η καθυστέρηση στην είσπραξη χρημάτων τόσο για ιδιώτες όσο και για το δημόσιο , η ανάληψη μεγάλου φόρτου μελετών και υπηρεσιών από τον κάτοχο   της ακίνητης περιουσίας ( πωλητή , εκμισθωτή κτλ) και βεβαίως η μείωση του τελικού τιμήματος καθώς η επένδυση αφορά σε ένα τελικώς μελλοντικό και υπό αβέβαιη αδειοδότηση asset.

Ως εδώ η κριτική πλευρά τουλάχιστον στις νομικές διαστάσεις και τις οικονομικές συνέπειες σε πρώτο επίπεδο .

Πλέον , Στόχος της εισήγησης είναι να αποφευχθεί η επανάληψη της καταγραφής των προβλημάτων και να προβλεφθούν γενικά μέτρα και πρόνοιες νομικού ενδιαφέροντος

Κατά προτεραιότητα τα νομικά εργαλεία που στην παρούσα περίπτωση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σταδιακά στην απαλοιφή των  καθυστερήσεων κατά την άποψή μου  θα πρέπει  να αποτυπώνονται στους εξής άξονες :

  • Να υλοποιηθεί ένα πλαίσιο κωδικοποιημένων κανόνων για όλους και να διαμορφωθεί μια συνεχής νομική κουλτούρα κωδικοποίησης στο νομοθετικό πεδίο
  • Να ενισχυθεί η νομική έννοια των οδηγών εφαρμογής διαδικασιών
  • Να ομογενοποιηθούν οι δομές που έχουν προβλεφθεί αντίστοιχα για τις ιδιωτικές επενδύσεις και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Να προβλεφθεί η διαδικασία ‘’τυποποίησης ‘’ των πράξεων της διοίκησης και των απαιτούμενων προδιαγραφών και οι ηλεκτρονικές διαδικασίες υποβολής αιτημάτων και έκδοσης αποφάσεων.

Για την εφαρμογή των παραπάνω στόχων αναφέρονται παραδείγματα κανόνων από το 1923 μέχρι σήμερα , εν ισχύ, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην έκδοση κανονιστικών ρυθμίσεων και οδηγιών.

Η κωδικοποίηση και κοινή καταγραφή διαδικασιών για επί μέρους περιπτώσεις και είδη έργων θα αναδείξει με μεγαλύτερη ευκολία πιθανά κενά ή αλληλοεπικαλύψεις ώστε να επιλύονται με αντικειμενικό τρόπο μέσα από το νομοθετικό έργο της πολιτείας.

Βασικά παραδείγματα εφαρμογής υφιστάμενων κανόνων

  • Πλαίσιο κωδικοποιημένων κανόνων ώστε να διαμορφωθεί μια συνεχής νομική κουλτούρα κωδικοποίησης στο νομοθετικό πεδίο:
  • Εφαρμογή . Κ.Β.Π.Ν (Αρθρο: 12 . Ν.4269/2014)
  • Σύνταξη κώδικα χωροταξίας και πολεοδομίας.
  • Ο κώδικας περιλαμβάνει τις ισχύουσες διατάξεις νόμων και κανονιστικών πράξεων, που αφορούν στη χωροταξική και πολεοδομική νομοθεσία.
  • Κατά τη σύνταξη του κώδικα, επιτρέπεται :
    • η κατάργηση διατάξεων που κρίνονται ατελέσφορες για την επίτευξη πρακτικών αποτελεσμάτων,
    • η απάλειψη διατάξεων που έχουν καταργηθεί σιωπηρώς
    • καθώς και των μεταβατικών διατάξεων που δεν έχουν πλέον πεδίο εφαρμογής, η προσαρμογή διατάξεων προς το ισχύον Σύνταγμα,
    • η αναδιατύπωση διατάξεων χάριν απλουστεύσεως ή άρσεως ερμηνευτικών αμφιβολιών ή συσχετισμού προς παρεμφερείς διατάξεις,
    • o καθορισμός των αρμόδιων οργάνων σε συνάρτηση με το υφιστάμενο οργανωτικό σχήμα των κεντρικών και αποκεντρωμένων υπηρεσιών και των οργάνων της αυτοδιοίκησης,
    • η ενοποίηση και η αναδιάρθρωση νομοθετημάτων
    • και κάθε άλλη μεταβολή απαραίτητη για την ενότητα της ρυθμίσεως. ( Εκτιμώμενος χρόνος : 1 έτος)
  • ο κώδικας καταρτίζεται σε ηλεκτρονική βάση και ορίζονται οι εξουσιοδοτικές διατάξεις για τα αρμόδια όργανα,
  • τη διαδικασία ενημέρωσης, επικαιροποίησης και έγκρισης της τροποποίησής του.

Η προηγούμενη έκδοση εγκρίθηκε με προεδρικό διάταγμα το 1999 , ποτέ δεν επικαιροποιήθηκε.

  • Να ενισχυθεί η νομική έννοια των οδηγών εφαρμογής διαδικασιών ( παραδείγματα δικαίου)
  1. Αρθρο: 2 ν.δ 1923 Δια Β.Δ/των κανονίζεται ο τρόπος συντάξεως και ελέγχου των κατά τα ανωτέρω τοπογραφικών κλπ, χαρτών και σχεδίων.
  2. άρθρο 14 του ν. 998/1979, ως ισχύει, προστίθεται « Με απόφαση καθορίζεται ο τύπος, τα απαιτούμενα στοιχεία της αίτησης, καθώς και ο τύπος, το περιεχόμενο και τα στοιχεία της πράξης του Δασάρχη και της απόφασης της Επιτροπής των προηγούμενων παραγράφων. « καθορίζεται ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής αιτήσεων και έκδοσης πράξης του Δασάρχη, καθώς και αυτόματης εισαγωγής των στοιχείων στην ταυτότητα του κτιρίου  κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3843/2010.»
  1. παράδειγμα εφαρμογής από ΚΥΠΡΟ. YΠOYPΓEIO EΣΩTEPIKΩN TMHMA ΠOΛEOΔOMIAΣ KAI OIKHΣEΩΣ Oδηγός Eρμηνείας Πολεοδομικών Kανονισμών 2η ΕΚΔΟΣΗ 2011 Oδηγός αυτός έχει ως στόχο την ενημέρωση και καθοδήγηση όσων ασχολούνται με την επιμέλεια μελετών για ανάπτυξη ώστε οι προτάσεις των μελετητών να βρίσκονται πιο κοντά στην Πολεοδομική Νομοθεσία και να αποφεύγεται η απώλεια χρόνου στη διόρθωση σχεδίων. Επίσης, στοχεύει στην υποβοήθηση των μελετητών για την υποβολή αιτήσεων με τη διαδικασία του Αυτοελέγχου. Επιπρόσθετα με την ομοιόμορφη ερμηνεία από τις Πολεοδομικές Αρχές βασικών ορισμών / στοιχείων που σχετίζονται με την ανάπτυξη, μεγιστοποιείται η αξιοπιστία του συστήματος ελέγχου της ανάπτυξης και αποκαθίσταται η εμπιστοσύνη του πολίτη στο σύστημα, ως μιας παραμέτρου για αναβάθμιση του φυσικού και δομημένου περι
  2. Παραδείγματα από τον Οικοδομικο Κανονισμό κρατιδίων της Γερμανίας ώστε να αντιληφθούμε την έννοια της τυποποίησης και των πρακτικών οδηγών εφαρμογής.
    • Να προβλεφθεί η διαδικασία ‘’τυποποίησης ‘’ των πράξεων της διοίκησης και των απαιτούμενων προδιαγραφών και οι ηλεκτρονικές διαδικασίες υποβολής αιτημάτων και έκδοσης αποφάσεων.
      • Αρθρο: 9 ν.4164/2013 Τα κεντρικά υπολογιστικά συστήματα της εταιρείας «ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», όπως αυτή μετονομάζεται και «του Υπουργείου Οικονομικών» διασυνδέονται μόνιμα για την παροχή αμοιβαίας δυνατότητας άμεσης πρόσβασης στα στοιχεία των ηλεκτρονικών αρχείων που τηρούν και ανταλλαγής δεδομένων με μέσα ηλεκτρονικής αποθήκευσης, κατ’ εξαίρεση των οριζομένων στις διατάξεις του ν. 2472/1997 για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (Α’ 50). Με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος, οι όροι, οι ειδικότερες προϋποθέσεις, η διαδικασία και οι τεχνικές προδιαγραφές για τη σύνδεση των υπολογιστικών συστημάτων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Γενικά συμπεράσματα και κατευθύνσεις.

 Δημόσια και ιδιωτική Ακίνητη περιουσία

Προσαρμοσμένη μεταφορά των απλοποιημένων αλλά και αξιόπιστων διαδικασιών παραδειγμάτων άλλων κρατώ . (βλ.οδηγό εφαρμογής κύπρου , οικοδομικό κανονισμό με παρρτήματα από γερμανία)

Έχει αποκτηθεί μετά τους νόμους 3986/2011 και 3894῎2010 τεχνοκρατική αλλά και βιωματική εμπειρία, που είναι εξαιρετικά ωφέλιμη, όχι μόνο για την υλοποίηση των έργων  σε εξέλιξη , αλλά και για τη βελτίωση της λειτουργίας τους στο μέλλον.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η διαθέσιμη εμπειρία να συσχετιστεί και να αντλήσει παραδείγματα από τη διεθνή πρακτική και την πλούσια τυπολογία των συναλλαγών της ιδιωτικής οικονομίας. Μια πρωτοβουλία προς αυτήν την κατεύθυνση, όχι μόνο θα ενίσχυε τη θεσμική της αξιοποίησης στην ελληνική έννομη τάξη, αλλά και θα υπηρετούσε ακόμη πιο αποτελεσματικά το δημόσιο συμφέρον της χώρας.

Νέοι μέθοδοι και διαδικασίες που θα διασφαλίζουν, μεταξύ άλλων:

  • Δυνατότητες μακροπρόθεσμης παρακολούθησης και εποπτείας του επενδυτικού αποτελέσματος, με τρόπο που να αντισταθμίζει και εξισορροπεί ορισμένες ιδιαίτερες ή εξαιρετικές ευχέρειες που παρέχονται στον επενδυτή (π.χ., ολοκλήρωση έργων που χωροθετούνται με την έγκριση των ΕΣΧΑΔΑ ή ΕΣΧΑΣΕ σε εύλογο χρονικό διάστημα, παρακολούθηση της εκδόσεως των απαιτούμενων πρόσθετων αδειών μετά την ολοκλήρωση της συναλλαγής, παρακολούθηση της νόμιμης ολοκλήρωσης των έργων, καθώς και ολοκλήρωση των έργων κατά τα οριζόμενα στην περιβαλλοντική αδειοδότηση, επιβολή κατά το συμβατικό στάδιο υποχρεωτικών επενδύσεων, κλπ.

Συμπερασματικά η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος κωδικοποίησης : των κανόνων

  • των διαδικασιών αδειοδότησης ,
  • των οδηγιών εφαρμογής κοινών προδιαγραφών ,
  • των παράλληλων εγκρίσεων υπηρεσιών διαφορετικών τομέων :

θα μπορούσε να οδηγήσει άμεσα στην αλλαγή της ‘’εικόνας’’ ενός συστήματος κανόνων γύρω από το πολεοδομικό δίκαιο που σήμερα παρουσιάζεται ως ένα σύστημα κενών , δύσκολων στην ερμηνεία κανόνων και εχθρικό για επιλογές αξιοποίησης από τους πολίτες ( ως πολίτης νοείται και κάθε δυνητικός επενδυτής )

Υπό το πρίσμα του δικαίου η ανταπόκριση του κράτους στην ανάγκη για κωδικοποίηση και απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή να οδηγηθούμε ξανά στο μέλλον σε φαινόμενα άναρχης και απρογραμμάτιστης δόμησης.

Πλέον η ηλεκτρονική διακυβέρνηση και η κουλτούρα κωδικοποίησης εν γένει ως κατευθυντήρια αρχή δύναται να επιβάλλουν μελλοντικά μια τάξη  ρυθμίσεων  …ένα  σύστημα κανόνων που θα μας οδηγήσουν σε μια νέα αντίληψη για τις  πολεοδομικές  επιλογές ωρίμανσης των ακινήτων και αξιοποίησης της γης , τις αρχιτεκτονικές  μας αξίες  και επιλογές , την αισθητική μας και την στάση μας απέναντι στο περιβάλλον.

Τα προηγούμενα 30 – 40 χρόνια αναδείχτηκε διεθνώς η προσπάθεια ισορροπίας μεταξύ της προστασίας στο περιβάλλον της παραβίασης των νόμων και των αισθητικών κανόνων-, .

Σήμερα οι σχετικές προσπάθειες για ισορροπίες , ιδίως στο κομμάτι του πολεοδομικού δικαίου πήραν νέες διαστάσεις από την ύφεση. Και καθώς τα ατομικά περιθώρια στένεψαν ασφυκτικά για την συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, αναβιώνει πλέον το ενδιαφέρον για τα «κοινά αγαθά» της ανάπτυξης.

Σε αυτές τις ανακατατάξεις, οι οποίες σήμερα είναι ιδιαιτέρως πολύπλοκες και επιπροσθέτως φορτισμένες με το αίτημα για την διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού μοντέλου, – το οποίο δεν θα κινεί μόνο τη μηχανή της οικονομίας, αλλά θα νοηματοδοτεί και την ζωή των ανθρώπων-, το Δίκαιο σχετικά με την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας Δημόσιας και Ιδιωτικής έχει αυτονόητα αυξημένο ρόλο.

η Πολιτεία έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει το οικιστικό περιβάλλον και να αναδείξει την πολιτισμική της κληρονομιά, καθορίζοντας τους κανόνες της οργανωμένης δόμησης με βάση τις νέες ανάγκες.

Αρχιτεκτονική υπό το πρίσμα του Συντάγματος – Παραδοσιακοί Οικισμοί και Μορφολογικοί Κανόνες

Κων/νος Δ.Καρατσώλης Δικηγόρος, Νομικός Συνεργάτης ΤΕΕ

23 Ιανουαρίου 2012 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Περιβάλλοντος & Πολιτισμού,

‘’Αρχιτεκτονική υπό το Πρίσμα του Συντάγματος. Παραδοσιακοί Οικισμοί και Μορφολογικοί Κανόνες ’’

 

Aντί εισαγωγής.

 Σήμερα σε μια περίοδο απόλυτης κρίσης και προβληματικής που θίγει και εξοντώνει κυρίως την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, θα πρέπει να ερευνηθεί εάν αξίζει να είναι κρατική προτεραιότητα η προστασία της ‘’Αρχιτεκτονικής’’. Με αφορμή εκδηλώσεων όπως η παρούσα, πρέπει να αντιληφθούμε όλοι πως η ύπαρξη της αρχιτεκτονικής στο δομημένο περιβάλλον, μπορεί να δώσει τον ζωτικό χώρο και την έκφραση στον σύγχρονο άνθρωπο για να οργανώσει ένα νέο σύστημα αξιών. Η σημερινή αισθητική των πόλεων και των οικισμών μας και η σημερινή ανάγκη των πολιτών όχι μόνο να ‘’διαβιώνουν’’ αλλά να απαιτήσουν συνταγματικά να ζουν σ’ ένα κόσμο καλύτερο απαιτούν και την ‘’ύπαρξη’’ της Αρχιτεκτονικής.

Έχοντας αποτυπώσει τη σχέση της Αρχιτεκτονικής με το οικιστικό και το πολιτιστικό περιβάλλον, ως αναλύεται αυτή η σχέση υπό το πρίσμα του Συντάγματος, καλούμαστε να απαντήσουμε στο ερώτημα εάν είναι θεμιτοί οι κανόνες δικαίου και σύμφωνοι με το σύνταγμα που διαμορφώνουν μορφολογικά δεδομένα, ειδικούς όρους σχεδιασμού και τεχνικών λύσεων που καταλήγουν σε μονοδιάστατο αποτέλεσμα και μάλιστα όταν περιορίζουν την άσκηση της δημιουργικής αρχιτεκτονικής αλλά εκ του αποτελέσματος διαφυλάττουν ένα επίπεδο αισθητικής των όψεων του οικιστικού αποθέματος των όψεων.

Προκειμένου να απαντήσουμε στον προβληματισμό , αναδιπλώνουμε τις κύριες συνταγματικές εκφάνσεις αρχιτεκτονικής προστασίας και προστασίας του περιβάλλοντος εν γένει ,τις συγκρίνουμε και αξιολογούμε τα αποτελέσματα των μέχρι τώρα ρυθμίσεων..

1.

Το Ελληνικό Κράτος, δεν έχει προβεί στις απαιτούμενες, εκ του συντάγματος ενέργειες για την εφαρμογή και την τήρηση των διεθνών συμβάσεων για την Αρχιτεκτονική , ενώ θεσμοθετεί κανόνες για την προστασία των παραδοσιακών οικισμών και μορφολογικούς κανόνες προκειμένου να αναδείξει την συνταγματικό φάρο προστασίας της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και του οικιστικού περιβάλλοντος της χώρας.

Νομικές υποχρεώσεις…

  • τοποθέτηση της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μεταξύ των ουσιαστικών στόχων του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
  • ενθάρρυνση της χρήσης των προστατευόμενων ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής και την προσαρμογή, παλιών κτιρίων για νέες χρήσεις. 1
  • ενημέρωση της κοινή γνώμης για την αξία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ως στοιχείου της πολιτιστικής ταυτότητας αλλά και ως πηγής έμπνευσης και δημιουργικότητας, για τις σύγχρονες και μελλοντικές γενιές.
  • προσπάθεια αφύπνισης από τη σχολική ηλικία, στα θέματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής έκφρασης,
  • προσπάθεια για ενότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, τις τέχνες, τις λαϊκές παραδόσεις και τους τρόπους ζωής.

Οι παραπάνω παραλείψεις της ελληνικής διοίκησης τυγχάνουν από νομικής άποψης ιδιαιτέρα σημαντικές, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος2 η οποία ορίζει ότι: «Oι γενικά παραδεγμένoι κανόνες τoυ διεθνoύς

δικαίoυ, καθώς και oι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τoυς με νόμo και τη θέση τoυς σε ισχύ σύμφωνα με τoυς όρoυς καθεμιάς, απoτελoύν αναπόσπαστo μέρoς τoυ εσωτερικoύ ελληνικoύ δικαίoυ και υπερισχύoυν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμoυ.»

Στην περίπτωσή μας η Σύμβαση της Γρανάδας και προφανώς και της Μάλτας (ενσωματώνεται) αποτελεί εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.

2.

Από τη συνδυαστική ερμηνεία των παρ. 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει η σχέση της προστασίας του οικιστικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος με την προστασία της ποιότητας ζωής μας. Στην έννοια του οικιστικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος εντάσσεται τόσο η πολιτιστική ακίνητη κληρονομιά, όσο και τα οικιστικά πολιτιστικά αγαθά. Τα τελευταία, πόλεις και οικισμοί, συγκροτούν το οικιστικό περιβάλλον και επηρεάζουν την παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων.

Πολλές φορές τα νομοθετήματα που αποβλέπουν στην προστασία της ακίνητης κληρονομιάς υπό την ένταξη μορφολογικών κανόνων και αναγνώρισης παραδοσιακών οικισμών δεν απαντούν ευθέως στους δικαιϊκούς «φάρους» της σύμβασης της Γρανάδας, της Μάλτας και της σύμβασης για την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του 1972. Περιορίζονται στην αναφορά και την ‘’περιφρούρηση’’ των κειμένων των συμβάσεων, αλλά δεν εναρμονίζονται πλήρως και ακριβώς με τους ορισμούς και τις κατευθυντήριες αρχές αυτών. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες που διαμορφώνουν τις συνθήκες δόμησης στην Ελλάδα η επιλογή παρουσιάζεται στις περισσότερες των περιπτώσεων επιτακτική.

Αρκεί κανείς να εξετάσει σε γενικό επίπεδο την αισθητική και το επίπεδο αυθαίρετης δόμησης σε οικισμούς ειδικών διαταγμάτων και σε οικισμών που δομούνται σύμφωνα με τους γενικούς πολεοδομικούς ισχύοντες κανόνες.

Η ευρεία έννοια του περιβάλλοντος καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντ. οι οποίες θεσπίζουν την υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία τόσο του φυσικού (άρθ. 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4) όσο και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. (άρθ. 24 παρ. 2-5).

Σε συνέχεια του Συντάγματός μας ο εκτελεστικός ν. 1650/1986, στο άρθρο 2 παρ. 1, ορίζει το περιβάλλον ως «το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες». Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην προστασία κάθε αγαθού που επηρεάζει την ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Αναλύοντας τα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της Αρχιτεκτονικής – είτε υπό το πρίσμα της εφαρμοσμένης επιστήμης, είτε υπό το πρίσμα της τέχνης και της πνευματικής ιδιοκτησίας – καθίσταται σαφές ότι οι εκφάνσεις της Αρχιτεκτονικής επηρεάζουν την διαμόρφωση του περιβάλλοντος κατά την έννοια του ν.1650/1986 .

Οικιστικό περιβάλλον  είναι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου. Το οικιστικό περιβάλλον, ως προστατευόμενο αγαθό, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.

Για πολλούς ανθρώπους, εκτός της νομικής προσέγγισης, η αρχιτεκτονική παράγει χώρο, όχι απαραίτητα για να μένεις αλλά και χώρο για να κινείσαι, να στέκεσαι,  να απολαμβάνεις και να σκέφτεσαι. Έχει δηλαδή ως αντικείμενο βασικές αναφορές του ζωτικού χώρου του ανθρώπου. Πληροί επομένως και υπό το πρίσμα του δικαίου, απόλυτα, τον ορισμό του οικιστικού περιβάλλοντος κατά το άρθρο 24.

Σε τούτη εδώ τη σύγκριση (άρθρο 24 Συντάγματος , προστασία περιβάλλοντος εν γένει και μορφολογικοί κανόνες ή προστασία παραδοσιακών οικισμών ) τα αποτελέσματα δεν ενθαρρύνουν την σκέψη ότι η Εμείς αλλά και η πολιτεία μας έχουμε κατά νου την συνταγματική αναφορά του άρθρου 24 σε σχέση με το οικιστικό περιβάλλον ως ζωτικό χώρο του ανθρώπου.

Διαμαρτυρόμαστε για το σκληρό πλαίσιο σχεδιασμού , ομοιομορφίας , έλλειψης φαντασίας που επήλθε με την κήρυξη πολλών παραδοσιακών οικισμών, αρνούμαστε ως ορισμό την έννοια ‘’μορφολογικός κανόνας’’ ωστόσο η πραγματική εικόνα μας διαψεύδει.

Αξίζει κανείς να αναφερθεί στην απόφαση του ΣΤΕ (1587/2010) και να αναλύσει το σκεπτικό του δικαστή όσον αφορά στην ανακατασκευή ενός κτίσματος (ερείπιο ) για το οποίο υπήρχε ως φωτογραφία του παρελθόντος η ιστορική του ταυτότητα και αρχιτεκτονική…3

Και βεβαίως αξίζει κανείς , υπό το πρίσμα του συντάγματος να εξετάσει εάν είναι δεκτική μια τέτοιου είδους ανακατασκευή , περιοριστική του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και του περιουσιακού δικαιώματος που όμως αποτυπώνει την ‘’Ύδρα’’. Τελικά δε , αξίζει κανείς να αναρωτηθεί , εάν στην πορεία των χρόνων ο νομοθέτης δεν είχε εξαντλήσει τα όρια της αυστηρότητάς του στο συγκεκριμένο τόπο , θα είχαμε ως εικόνα σήμερα αυτό τον μαγικό τόπο.

Μια ματιά στο σύνολο των οικισμών μας , σε όλη την επικράτεια ίσως δίδει κατά μέρος απάντηση.

Δεν καταφέραμε (κράτος, θεσμοί, αρχιτεκτονική , πολίτες και παιδεία) να διαμορφώσουμε και να εξελίξουμε την αισθητική , την δημιουργία και την προστασία της μνήμης στο οικιστικό περιβάλλον μας.

Όπου το νομικό πλαίσιο δεν ήταν σκληρό και εξαντλητικό , αποτύχαμε… Σήμερα , αξίζει να διαπραγματευτούμε πάλι τους στόχους μας.

3.

Η αρχιτεκτονική ως Τέχνη προστατεύεται από το Σύνταγμα και μάλιστα με μια καινοτομία στην συνταγματική ιστορία μας, την κατοχύρωση της ελευθερίας της (παρ.1 του άρθρου 16).

Το άρθρο 16 παρ.1 δεν υπάγει την ελευθερία της τέχνης σε κανενός είδους περιορισμούς. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης και προφανώς και ο Αρχιτέκτονας ζει μέσα σε μια κοινωνία όπου η συμβίωση επιβάλλει νομικές ρυθμίσεις. Συνεπώς και ο Αρχιτέκτονας δεν είναι legibus solutus, αλλά υπόκειται στο γενικώς ισχύον δίκαιο.

Η ελευθερία της Αρχιτεκτονικής περιορίζεται από τους γενικούς νόμους, τους νόμους δηλαδή εκείνους που προστατεύουν ένα έννομο αγαθό χωρίς όμως αυτοί να καθιστούν αδύνατη ή να δυσχεραίνουν δυσανάλογα την άσκηση της αρχιτεκτονικής, της οποίας η ανάπτυξη και η προαγωγή αποτελεί κατά το Σύνταγμα υποχρέωση του κράτους.

Και βεβαίως μην ξεχνούμε ότι ειδικώς η αρχιτεκτονική , υπόκεινται στο γενικό δημόσιο κοινωνικό καθημερινό έλεγχο της ματιάς όλων μας. Ο Αρχιτέκτων εκτίθεται εις αει όπως και τα έργα του.

Κατά τα παραπάνω οποιεσδήποτε νομοθετικές προσεγγίσεις που περιορίζουν τη ελευθερία άσκησης Αρχιτεκτονικής και τη δυσχεραίνουν ελέγχονται συνταγματικά. Ο κανόνας υπαγορεύει καταρχάς την ελευθερία. Όπου γεννάται ζήτημα περιορισμού, θα πρέπει να γεννάται και ζήτημα παρέκκλισης για τον Αρχιτέκτονα. Στο δίκαιό μας για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος ενσωματώσαμε και ενσωματώνουμε περιορισμούς (ειδικά διατάγματα, παραδοσιακοί οικισμοί, μορφολογικοί κανόνες, κ.ο.κ) χωρίς να περιφρουρούμε το στόχο του συντακτικού νομοθέτη για την ελευθερία της Αρχιτεκτονικής. Προς τούτο, κρίνεται απαραίτητο, όταν σχεδιάζουμε κανόνες προστασίας εννόμων αγαθών που περικλείουν και την άσκηση της Αρχιτεκτονικής, να περιγράφουμε πάντα τον τρόπο και την νομική διαδικασία με την οποία ο Αρχιτέκτων θα δύναται, έστω υπό προϋποθέσεις, να ‘’δραπετεύει’’, να σχεδιάζει ελεύθερα και να προστατεύεται. Το Κράτος οφείλει να αναγάγει σε συνταγματική προτεραιότητα την προστασία της Αρχιτεκτονικής ως σημερινή παρουσία. Κατ΄ αυτό τον τρόπο η ερμηνευμένη σήμερα συνταγματική απαίτηση θα επιτρέψει αύριο στις επόμενες γενεές να ομιλούν για αρχιτεκτονική μνημείων, συνόλων, και τόπων κατά τους ορισμούς της Γρανάδας.


1 συνδέεται με την παρατήρηση ότι στις ρυθμίσεις της Σύμβασης, που αποτέλεσαν συνέχεια της Χάρτας της  Βενετίας του 1964 και της Διακήρυξης του Άμστερνταμ του 1975 στο ζήτημα της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

2 Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης (ερμηνευτική δήλωση).

3 Οι όροι και περιορισμοί δόμησης, που αφορούν παραδοσιακούς οικισμούς, πρέπει να αποσκοπούν στη διατήρηση και ανάδειξη της φυσιογνωμίας τους, δεν επιτρέπεται δε να είναι δυσμενέστεροι για το περιβάλλον από τους όρους και περιορισμούς που ίσχυαν προηγουμένως……………………………………………………………………………… Είναι δυνατόν να επιτραπεί στην Ύδρα ανοικοδόμηση όχι μόνον οικοπέδων, επί των οποίων υπήρχαν κτίσματα κατά τη θέση σε ισχύ των περί μνημειακού χαρακτήρα διατάξεων, αλλά και οικοπέδων, επί των οποίων κατά την κρίση του Υπουργείου Πολιτισμού και Επιστημών, βάσει συμβολαίων, αυτοψίας ή άλλων στοιχείων, προϋπήρξαν κτίσματα οποτεδήποτε, έστω και πριν τη θέση σε ισχύ των περί προστασίας της νήσου Ύδρας διατάξεων. Επιτρέπεται επομένως ανακατασκευή οικοδομήματος παρομοίου προς εκείνο, του οποίου η ύπαρξη μπορεί να αποδειχθεί και κατά μείζονα λόγο, η αποκατάσταση οικοδομήματος στη μορφή, την οποία μπορεί να αποδειχθεί ότι είχε πάντοτε υπό τους τυχόν προσθέτους ισχύοντες όρους και περιορισμούς. Το καθεστώς προστασίας του οικισμού της Ύδρας, το οποίο έχει επιβληθεί προκειμένου να διαφυλάσσεται η σχέση δομημένου – αδόμητου χώρου και να μην διασπάται το ιδιαίτερο (βραχώδες) φυσικό ανάγλυφο της νήσου, με αποτέλεσμα την αλλοίωση του μνημειακού χαρακτήρα του οικισμού, ο οποίος προστατεύεται ως σύνολο, δεν έχει επηρεασθεί από τις διατάξεις του Ν 3028/2002 και εξακολουθεί να ισχύει στο σύνολό του.

*********************

Αναζητώντας την ισορροπία μεταξύ των 3 αξόνων που παρατίθενται ανωτέρω και την συνύπαρξη των συνταγματικών  κανόνων θα πρέπει πρωτίστως να αντιληφθούμε ότι το Οικιστικό περιβάλλον είναι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου.

Ως προστατευόμενο αγαθό, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.

Δεν ζούμε σε μια ιδανική πολιτεία και κυρίως δεν ζούμε σε μια πολιτεία που κατ’ εφαρμογή των διεθνών συμβάσεων θα έπρεπε να διδάσκει τις αρετές του πολιτιστικού περιβάλλοντος μας και της αρχιτεκτονικής μας κλρονομιάς στα σχολεία ….

…θα πρέπει όμως να σχεδιάζουμε με στόχο την ιδανική πολιτεία λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες του παρόντος και τα οράματά μας για το μέλλον.(Και μάλλον είναι ώριμη η χρονική στιγμή για ένα νέο αξιακό σύστημα).

Η ανάδειξη των μεθόδων διαφύλαξης της ιστορίας μας και της αρχιτεκτονικής μας μνήμης κατ’ επιταγή του άρθρου 24 του Συντάγματος αποδεικνύει ότι η αναζήτηση μορφολογικών κανόνων είναι αναγκαία.

Η σύγκριση όμως του κανόνα με την ανάγκη άλλων συνταγματικών στόχων ελευθερίας της τέχνης και εφαρμογής της σύμβασης της Γρανάδας θέτει ένα νέο πλαίσιο στην αναγκαιότητα…

Είναι απαραίτητη , υπό εμπεριστατωμένη ανάλυση και μεθοδολογία η αναζήτηση των μορφολογικών χαρακτηριστικών . Είναι απαραίτητη όμως ως εργαλείο μόρφωσης και ΄΄παίδευσης΄΄ των Ελλήνων Αρχιτεκτόνων.

Από αυτή την αναζήτησή  και την αξιολόγησή τους θα τεθούν οι κανόνες και  τα θεμέλια για τον σχεδιασμό του αύριο…

Η τέχνη κρίνεται από το αποτέλεσμα και την ιστορία αλλά και από τις νομοθετικές πρωτοβουλίες , με δείκτη το σύνταγμα..

Πρέπει να προσελκύσουμε στο δίκαιό μας κανόνες σε σύγκρουση με το παρελθόν που θα διαμορφώσουν τις συνθήκες εξέλιξης της αρχιτεκτονικής και απόδειξη ότι η καλή αρχιτεκτονική μπορεί να προστατέψει τον σκοπό του συντακτικού νομοθέτη χωρίς ιδιαίτερα πλαίσια.

Πρόσφατα η πολιτεία θεωρώ ότι έλαβε σημαντικές πρωτοβουλίες που απαντούν στο δίλλημα.

  • Διάταξη για τις άδειες δόμησης που αφορούν κτίρια σε παραδοσιακό οικισμό, παραδοσιακό ή ιστορικό τμήμα πόλης, οικιστικό σύνολο που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς και κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή νεότερα μνημεία σύμφωνα με την οποία οι αρχιτεκτονικές μελέτες εκπονούνται και υπογράφονται αποκλειστικά από αρχιτέκτονες μηχανικούς. (άρθρο 8 παρ.2 Ν.4030/2011)
  • Διάταξη σημαντικού ενδιαφέροντος για τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής σύμφωνα με την οποία η αρμοδιότητά τους εκτείνεται και σε γνωμοδότηση για αρχιτεκτονικές μελέτες που διαφοροποιούνται από τα μορφολογικά στοιχεία και την τυπολογία που επιβάλλεται με ειδικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί ανά περιοχή. (άρθρο 21 παρ.ε Ν.4030/2011)
  • Υπουργική απόφαση (26804/2011.ΦΕΚ 1427/Β/2011) για την διενέργεια αρχιτεκτονικών διαγωνισμών σχεδόν για το σύνολο των κτιριακών έργων στην Ελλάδα. Ένα νέο κανονιστικό πεδίο το οποίο θεωρώ ότι εάν προστατευτεί θα είναι η αφορμή για ένα καθαρό , διαγωνιστικό πλαίσιο αρχιτεκτονικών σχεδίων και ιδεών σε αντίθεση με την μέχρι τώρα διαδικασία συγκέντρωσης δεκαδικών ψηφίων μέσα από εκθέσεις τυπικης μεθολογίας , δάνειας ικανότητας και οικονομικών προσφορών.

 Θεσμικά προκειμένου να μην υπάρχουν διλλήματα θα πρέπει τέτοιου είδους πρωτοβουλίες να ενταθούν.

Το κράτος πρέπει να χαράξει πολιτική, με κύριο γνώμονα την Αρχιτεκτονική και Οι Αρχιτέκτονες πρέπει να έχουν ως στόχο τον επαναπροσδιορισμό της θέσης τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Θα πρέπει με τα έργα τους να δημοσιοποιούν ποια είναι η σημασία της αρχιτεκτονικής δημιουργίας και ποιος ο ρόλος του αρχιτέκτονα.

 Οι άνθρωποι πάντα, με η χωρίς μνημόνια θα χρειάζονται μέρη για να εργάζονται, να ζουν να παίζουν και να ερωτεύονται. Ο Αρχιτέκτονας οφείλει να μετατρέψει αυτές τις ανάγκες σε εικόνες και η πολιτεία πρέπει να δώσει τώρα στις δύσκολες εποχές βήμα στον Αρχιτέκτονα.

Υπό τέτοιες συνθήκες θα οδηγηθούμε με φάρο τους συνταγματικούς κανόνες μας στην αρχιτεκτονική της δημιουργίας .

Μιας   δηλαδή αρχιτεκτονικής  που που  apriori και a posteriori θα αμφισβητεί κάθε κανονιστική διάταξη μορφολογικών κανόνων.

Πνευματική Ιδιοκτησία και Αρχιτεκτονική Δημιουργία

Κων/νος Καρατσώλης Δικηγόρος

 

Η Αρχιτεκτονία  – πνευματικό άυλο αγαθό και δημιούργημα που προστατεύεται από ειδικούς κανόνες.

Στο σήμερα,  η πολιτική μας , η πολιτική εν γένει σ΄ αυτό τον τόπο αποδεδειγμένα αδυνατεί ν’ ανταποκριθεί σε ένα ευρύτερο φάσμα αξιών  θεσμών και αρχών. Περαιτέρω , θα έλεγε κανείς ότι η  πολιτική μας κατακρεούργησε , κατακερμάτισε και αλλοίωσε αξίες θεσμούς και αρχές.

Μέσα σ’ αυτό τον ορυμαγδό αλλαγών το σημερινό ζητούμενο είναι το εξής:

 ‘’ποιες διαδικασίες και υπό ποιες προϋποθέσεις οι επιστημονικές – δημιουργικές κοινότητες θα θωρακίσουν ανά πεδίο τους αξίες και θεσμούς προς όφελος των επερχόμενων γενναίων.

Ειδικότερα το σημερινό ζητούμενο είναι με ποιον τρόπο οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες θα θωρακίσουν σε  τέτοιο βαθμό την συνταγματική αξία προστασίας του αστικού περιβάλλοντος μέσω της αισθητικής και της αρχιτεκτονικής όχι ως απλά προϊόν, ως εμπόρευμα αλλά ως τέχνη και αγαθό που θα επιτρέψει  πρωτίστως στις επόμενες γενεές  να ζήσουν υπό πολιτισμό και όχι να διαβιώσουν …

Απαρχή για αυτή την προστασία ,  ως νομικός θέτω τους ήδη υπάρχοντες νομικούς κανόνες δικαίου , το δικανικό μας ελληνικό και ευρωπαϊκό σύστημα και λέω ότι πρέπει πέραν πολιτικών να εφαρμόσουμε τους νόμους μας.

Προστασία των Αρχιτεκτονικών Δημιουργημάτων.

Αρχιετεκτονική.

Δυαδική υπόσταση. Αρχιτεκτονική ως τέχνη . Αρχιτεκτονική ως εφαρμοσμένη επιστήμη.

Αρχιτεκτονική  , Αρχιετεκτονία, Αρχιτεκτοσύνη, αναγνωρίστηκε ήδη από τους αρχαίους ως η πνευματική και καλλιτεχνική μητέρα των τεχνών.

Εκδηλώνεται με δύο ισοβαρείς όψεις , την μορφοποιημένη τέχνη και την φιλοσοφική αισθητική θεωρία. Αυτές οι δύο όψεις είναι αλληλένδετες και ολοκληρώνουν την αρχιτεκτονική ταυτότητα στην διαχρονική υπόστασή της. Προεκτάσεις αυτής της τέχνης είναι πρακτικές και κοινωνικές εφαρμογές που περιβάλλουν τη ζωή μας με πάμπολα κτίρια αλλά και πολεοδομικά σύνολα. Δηλ το άμεσο και ευρύτερο κτισμένο περιβάλλον.

Καθηγ.Μυλωνάς. Εισήγηση Ακαδημίας Αθηνών.

Ως έργο νοείται κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή, ιδίως τα αρχιτεκτονικά έργα, τα έργα των εφαρμοσμένων τεχνών.

Πνευματικό δημιούργημα είναι το προϊόν του ανθρωπίνου πνεύματος, το οποίο, έχει μορφή προσιτή στις αισθήσεις και λόγω της ιδιαιτερότητας του, διαφέρει από όσα προϋπάρχουν στο περιεχόμενο ή τη μορφή του, ως προς τη συγκεκριμένη δηλαδή οργανική σύνδεση και συνθετική διαμόρφωση των επί μέρους στοιχείων του και ως προς τη συγκεκριμένη εκφραστική εφαρμογή της σχετικής αφετηριακής ιδέας του δημιουργού.

Πρωτοτυπία είναι η ιδιαίτερη ατομικότητα του έργου, που οφείλεται στην προσωπική συμβολή του δημιουργού. Εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, ο νόμος προστατεύει το έργο ως άϋλο αγαθό.

Τα αρχιτεκτονικά έργα προστατεύονται από τις διατάξεις της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως προβλέπεται στο εθνικό Δίκαιο (αρθρ.2 παρ.1 Ν. 2121/1993) και σε Διεθνείς Συμβάσεις [αρθρ. 2 παρ. 1 της Διεθνούς Σύμβασης Βέρνης (Παρισιού)], εφόσον νοούνται πρότυπα, πνευματικά δημιουργήματα επιστήμης.

Η πρωτοτυπία του αρχιτεκτονικού έργου χαρακτηρίζεται από τη μοναδικότητα του οικοδομήματος που διαμορφώνεται κάθε φορά διαφορετικά, ανάλογα με τη χρήση και τα πραγματικά στοιχεία.

Επισημαίνω για να συνδέσω την νομική ανάλυση με τα παραπάνω  ότι :

Η πνευματική ιδιοκτησία δεν προστατεύει τον αρχιτέκτονα μηχανικό, αλλά τον αρχιτέκτονα δημιουργό.

Η προστασία δεν αφορά τα στοιχεία του αρχιτεκτονικού έργου τα οποία προκύπτουν από τεχνικές και μηχανικές μετρήσεις[1].

Στην έννοια των αρχιτεκτονικών έργων περιλαμβάνονται τα οικοδομήματα, τόσο ως προς την εξωτερική τους μορφή όσο και ως προς τη διαμόρφωση των χώρων, καθώς και το σχέδιο ή τα σχέδια του κτηρίου που έχουν προηγηθεί της υλοποίησης, προσχέδια , σκίτσα και μακέτες.

Η προστασία των αρχιτεκτονικών έργων με τη νομοθεσία της πνευματικής ιδιοκτησίας έχει ως συνέπεια την αναγνώριση στον αρχιτέκτονα

 α) του δικαιώματος της εκμετάλλευσης του έργου (περιουσιακό δικαίωμα)

 και

β) του δικαιώματος της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα), όπως θεσπίζονται νομοθετικά στα άρθρα 3 και 4 του Ν. 2121/93, και τις αντίστοιχες εξουσίες όπως ο νόμος προσδίδει. Σύμφωνα με την παρ. 3 του αρθρ. 4 του Ν. 2121/93 το ηθικό δικαίωμα είναι ανεξάρτητο από το περιουσιακό δικαίωμα και παραμένει στο δημιουργό ακόμα και μετά τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος.

Κατά το άρθρο 12 του ίδιου νόμου, το ηθικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο.

Aυτό το ηθικό δικαίωμα (άρθρ. 4 Ν. 2121/93), πέρα των λοιπών εξουσιών, δίνει στο δημιουργό την εξουσία της απαγόρευσης κάθε παραμόρφωσης, περικοπής ή άλλης τροποποίησης του έργου του, καθώς και κάθε προσβολής του δημιουργού οφειλόμενης στις συνθήκες παρουσίασης του έργου στο κοινό. (περ. γ).

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Ν. 2121/93 η συναίνεση του δημιουργού για πράξεις ή παραλείψεις, που αλλιώς θα αποτελούσαν προσβολή του ηθικού δικαιώματος, αποτελεί τρόπο άσκησης του δικαιώματος αυτού και δεσμεύει το δημιουργό.

Επί αρχιτεκτονικών έργων η τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων που επιφέρει μεταβολές, οι οποίες αλλάζουν αισθητά την εξωτερική όψη και την εσωτερική διαρρύθμιση του χώρου, συνιστούν ουσιώδη παραμόρφωση του έργου και οδηγούν κατ’ αρχήν στην προσβολή του ανωτέρω ηθικού δικαιώματος του δημιουργού για τη διατήρηση της ακεραιότητας του έργου του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 γ’ του ν. 2121/1993, εφόσον βέβαια δεν συντρέχει περίπτωση συναίνεσής του.

Ωστόσο, στα αρχιτεκτονικά έργα, λόγω της φύσης τους, του ιδιαίτερου προορισμού τους να εξυπηρετούν πρακτικές ανάγκες, και του πλήθους προσώπων (φυσικών και νομικών) που εμπλέκονται, ο αρχιτέκτονας σε κάποιες περιπτώσεις  δεν μπορεί να απαιτήσει τον απόλυτο σεβασμό του ηθικού δικαιώματος της ακεραιότητας του έργου του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ηθικό δικαίωμα χάνεται καθ’ ολοκληρία.

Επί αρχιτεκτονικών έργων η τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων που επιφέρει μεταβολές, οι οποίες αλλάζουν αισθητά την εξωτερική όψη και την εσωτερική διαρρύθμιση του χώρου, συνιστούν ουσιώδη παραμόρφωση του έργου και οδηγούν κατ’ αρχήν στην προσβολή του ανωτέρω ηθικού δικαιώματος του δημιουργού για τη διατήρηση της ακεραιότητας του έργου του, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 γ’ του ν. 2121/1993, εφόσον βέβαια δεν συντρέχει περίπτωση συναίνεσής του.

Ωστόσο, στα αρχιτεκτονικά έργα, λόγω της φύσης τους, του ιδιαίτερου προορισμού τους να εξυπηρετούν πρακτικές ανάγκες, και του πλήθους προσώπων (φυσικών και νομικών) που εμπλέκονται (ιδιοκτήτης, πολεοδομική υπηρεσία κλπ), ο αρχιτέκτονας δεν μπορεί να απαιτήσει τον απόλυτο σεβασμό του ηθικού δικαιώματος της ακεραιότητας του έργου του, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ηθικό δικαίωμα χάνεται καθ’ ολοκληρία.

Βέβαια οι μεταβολές για να είναι αποδεκτές θα πρέπει να μην είναι ουσιώδεις, ώστε να μην αλλοιώνεται η αρμονία της δημιουργίας.

Έτσι ο Αρχιτέκτονας στα πλαίσια της καλής πίστης οφείλει να αποδεχτεί τροποποιήσεις που γίνονται για λόγους οικονομικούς ή πρακτικούς ή επιβάλλονται από την πολεοδομία ή άλλες αρχές.

Γενική συμφωνία περί μεταβιβάσεως πνευματικής ιδιοκτησίας,  καταλαμβάνει μόνο το περιουσιακό δικαίωμα και όχι το ηθικό, κατά ρητή διατύπωση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 2121/93.

Αλλά και στην περίπτωση που υπήρξε συμφωνία επέκτασης της μεταβιβάσεως του ηθικού δικαιώματος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αυτή θα ήταν εξ αρχής άκυρη.

Η διάταξη του άρθρου 16 Ν. 2121/93 είναι λάθος να ερμηνεύεται ως μεταβίβαση του ηθικού δικαιώματος, γιατί αφορά συναίνεση κατά την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

 

 

Προστασία.

Η πνευματική ιδιοκτησία προστατεύεται με ένα πλέγμα αστικών και ποινικών κυρώσεων αλλά και με προληπτικά μέτρα. Η προστασία αυτή θεμελιώνεται στις ειδικές ρυθμίσεις (άρθρα 63, 63Α, 63Β, 64, 64Α, 65, 65Α, 66, 66Α-66Δ) του Ν. 2121/93, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, καθώς επίσης και στις γενικές διατάξεις του Αστικού (ενδεικτικά: 59, 60, 914, 904, 739, κλπ ΑΚ) και Ποινικού Δικαίου (ενδεικτικά: 370 Β ΠΚ κλπ).

Σε περίπτωση λοιπόν που κάποιος προσβάλλει με πρόθεσή το δικαίωμα της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ενέργεια αυτή εκτός των άλλων είναι άκυρη ως αντίθετη με τα χρηστά ήθη.

(Λ. Κοτσίρης – Δίκαιο Πνευματικής Ιδιοκτησίας, Κεφάλαιο Γ΄, σελ.112).

Επιπλέον σε κάθε περίπτωση προσβολής της πνευματικής ιδιοκτησίας ο δημιουργός μπορεί να αξιώσει την αναγνώριση του δικαιώματός του, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 65 παρ.1 του νόμου 2121/1993.Επιπλέον αυτός που προσβάλλει το πνευματικό δικαίωμα άλλου υποχρεούται σε αποζημίωση ποσού ίσης αξίας με το διπλάσιο της αξίας του έργου (αμοιβής νόμιμης της μελέτης εν προκειμένω) διάταξη του αρ. 65 παρ.2 του νόμου 2121/1993).

Συνεπώς : οι αρμόδιες υπηρεσίες θα πρέπει να εξετάσουν με ενδελεχή τρόπο την πιθανότητα προσβολής του πνευματικού έργου προς όφελος του αρχιτεκτονικού δημιουργήματος και συμφώνως προς το νομοθετικό πλαίσιο , ως αναλύθηκε.

Πέραν όμως της διακριτικής ευχέρειας της διοίκησης θεωρώ ότι θεσμικά θα πρέπει να εξεταστούν οι εξής προτάσεις :

Εν προκειμένω :

Για τις δημόσιες συμβάσεις.

Στις περιπτώσεις Αρχιτεκτονικών διαγωνισμών θα πρέπει να εκδοθεί υπουργική απόφαση που να αποτυπώνει πρότυπο τεύχος σύμβασης κατά την οποία θα αποκλείεται η μεταβίβαση του ηθικού δικαιώματος του Αρχιτέκτονα καθώς ενδεχόμενη τροποποίηση του πνευματικού έργου χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού.

Ενόψει τροποποιήσεων του θεσμικού πλαισίου διενέργειας αρχιτεκτονικών διαγωνισμών θα πρέπει να προβλεφθούν διατάξεις για την προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων όλων των περιπτώσεων σταδίων μελετών που βραβεύονται.

Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς  ακραία πραγματικά και εκτός νομικού πολιτισμού τα ιδιωτικά συμφωνητικά που αναγκάζονται να υπογράψουν κυρίως νέοι Αρχιτέκτονες  για την παραλαβή των χρηματικών βραβείων

Αντίστοιχα στις περιπτώσεις εφαρμογής του Ν.3316/2005 και εν όψει τροποποιήσεως του θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να διασαφηνιστεί η περίπτωση εκπονήσεως ή τροποποιήσεως σταδίων Αρχιτεκτονικών μελετών λαμβάνοντας υπόψη τις διατάξεις του Ν. Ν. 2121/93.

Στις περιπτώσεις εκτέλεσης δημοσίων έργων (π.δ 609/1985, Ν.3263/2004) θα πρέπει να προστεθούν διατάξεις οι οποίες θα καθορίζουν την διαδικασία παρέκλισης των εκτελούμενων εργασιών, τροποποιήσεως των αρχιτεκτονικών μελετών και παράδοσης του έργου με την αντίστοιχη συναίνεση του  αρχιτέκτονα του μελετώμενου έργου.

Σε περιπτώσεις δε αλλαγής σχεδίων , όψεων και μορφής των έργων θα πρέπει να προβλέπεται η δυνατότητα συμπληρωματικής συμβάσεως με τον αρχικό μελετητή υπό ορισμένες και σαφείς προϋποθέσεις.

Στόχος δεν είναι η δημιουργία νέας ύλης για τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό αλλά η προστασία του έργου του Αρχιτέκτονα – Δημιουργού προς όφελος του αστικού περιβάλλοντος και της σύγχρονης αισθητικής.

Τέλος πρέπει να καταστεί σαφές μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων ότι στην Ελλάδα δεν μπορούν όλοι να Αρχιτεκτονούν.

Διότι εν τοις πράγμασι τι σημασία έχουν τα ανωτέρω , τι σημασία δηλαδή θα έχει η ατομική προστασία κάθε αρχιτέκτονα για το ατομικό του έργου όταν το αποτέλεσμα θα αναδεικνύει κατασκευές και δόμηση άνευ αρχιτεκτονικής αξίας και προσωπικότητας.

Η πολιτική εν γένει κυρίως μεταπολεμικά δεν προστάτεψε το αποκλειστικό  επαγγελματικό δικαίωμα των Αρχιτεκτόνων ( δικαίωμα που είχε αποτυπωθεί σε παλαιότερα νομοθετήματα Β.διάτγμα 1836,Ν.Δ 1923,) να σχεδιάζουν και να ελέγχουν την κατασκευή του έργου συνόλου του έργου μέχρι την παράδοση στον πολίτη.

Η πολιτική της  συνολικής αντιπαροχής, των νέων επαγγελματικών ομάδων και οι τάσεις εμπορευματοποίησης της τέχνης γενικότερα αποτύπωσαν ένα νέο θεσμικό πλαίσιο γύρω από την κατασκευή που ενσαρκώθηκε με το   Β.Δ. 769/1972 ΦΕΚ 223Α/12-12-1972 για τους Υπομηχανικούς και κάποιες εγκυκλίους των πολεοδομικών υπηρεσιών οι οποίες ‘’ανακάτεψαν την τράπουλα των επαγγελματικών δικαιωμάτων με την ευλογία όλων εμπλεκομένων ειδικοτήτων των Μηχανικών’’.

Για το συγκεκριμένο ζήτημα όμως πιστεύω ότι θα έχω την ευκαιρία να εκφράσω τις νομικές μου σκέψεις αύριο κατά την συνάντηση του συντονιστικού Σας….

Δύσκολη πραγματικά εποχή….

Εποχή όμως για νέα πλαίσια πιο σταθερά με επίκεντρο τις ανθρώπινες αξίες και το συνταγματικό μας χάρτη.

Προς τούτο πρέπει κατά τη γνώμη μου να οδηγηθούμε σε δράσεις και διαδικασίες  οποίες θα πρέπει πρώτα και πάνω από όλα, υπό τη σκέπη του συντάγματος:

Να διασφαλίσει την ύπαρξη της ιδέας , της σκέψης και της δημιουργίας στα σπίτια μας και στο περιβάλλον, Να διασφαλίσει στον επιστήμονα αρχιτέκτονα δημιουργό ότι μπορεί να δράσει  και να υλοποιήσει όλα αυτά που διδάχθηκε.

Η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και η ορθολογική χωροταξική διάρθρωση της χώρας έχουν αναχθεί σε συνταγματικό κανόνα, απευθύνονται δε επιταγές στον Νομοθέτη (κοινό ή κανονιστικό) να λάβει μέτρα που συντελούν στην αναβάθμιση του οικιστικού περιβάλλοντος, με κριτήρια την εξυπηρέτηση της λειτουργικότητας και ανάπτυξης των οικισμών και την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβίωσης.

Η έννοια της αισθητικής των πόλεων και η σημερινή ανάγκη των πολιτών όχι μόνο να διαβιώνουν αλλά να ζουν σ’ ένα κόσμο με όραμα και τέχνη απευθύνουν μέσω του συντάγματος την ρύθμιση και την λήψη των μέτρων που θα φέρουν την αρχιτεκτονική στο δομημένο περιβάλλον και θα δίνουν το δικαίωμα στον Αρχιτέκτονα δημιουργό να σχεδιάσει υπό την σκέπη και την προστασία του Συντάγματος και του Κράτους Δικαίου προς όφελος των πολιτών.(βλ.Καρατσώλης Κων/νος.Εισήγηση ΣΑΔΑΣ.Φεβρουάριος 2010)

 [1] Καλλινίκου Δ. Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, Αθήνα 2005, σελ 36

Σύστημα Χωροταξικού και Πολεοδομικού Σχεδιασμού

 

STRATEGY

  • Σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 24 Σ, ο χωροταξικός σχεδιασμός της χώρας και η πολεοδομική διαμόρφωση και επέκταση των οικιστικών περιοχών συνιστούν υποχρέωση της Πολιτείας.
  • Η ρυθμιστική αυτή αρμοδιότητα του Κράτους εκδηλώνεται με τη θέσπιση κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του φυσικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, στην ορθολογική διάταξη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο χώρο……

Υφιστάμενη Νομική κατάσταση

Με την 519/2017 απόφαση του Ε ́ Τμήματος του ΣτΕ κρίθηκε ότι η Κοινή Υπουργική Απόφαση Κ.Υ.Α. 24208/2009 (Β ́1138Β) που αφορά την έγκριση του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό έχει πλήρως αντικατασταθεί με την Κ.Υ.Α. 67659/9.12.2013 (ΦΕΚ Β ́3155) και δεν αναβίωσε μετά την ακύρωση της αποφάσεως (με την ΣτΕ3632/2015 ) που την αντικατέστησε, έχει δε, παύσει να ισχύει και να επιφέρει έννομες συνέπειες.

Μετά την ακύρωση του νεώτερου Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τον Τουρισμό και μέχρι την έγκριση νέου, (για το οποίο οι διαδικασίες έχουν ήδη δρομολογηθεί) εξακολουθεί να είναι δυνατή η ανάπτυξη τουριστικής δραστηριότητας στη χώρα, με βάση τις προβλέψεις που τυχόν υπάρχουν σε υφιστάμενα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια (πρβλ. ΣτΕ 3043/2011), καθώς και στα κατωτέρου ιεραρχικώς επιπέδου σχεδιασμού, σε σχέση με τα περιφερειακά, χωρικά σχέδια αλλά και βάσει της ισχύουσας τουριστικής νομοθεσίας και επιμέρους νομοθετημάτων που ενδεχομένως υπάρχουν για κάθε περιοχή.

  • Συνταγματική επιταγή εν όψει και των ρυθμίσεων του Ν.4447/2016 καθώς καθιερώθηκε εν νέου η βαθμίδα των Ειδικών Πλαισίων στο πλαίσιο του Χωροταξικού και Πολεοδομικού Συστήματος.
  • Ανάγκη εκδοσης για Νομικούς λόγους ουσιας λόγω της μη επικαιροποίησης των Περιφεριακών Χωροταξικών Σχεδίων του παρελθόντος.
  • Πλήρη συνταγματική συμμόρφωση καθιερώνοντας τα βασικά στοιχεία χωροταξικής οργάνωσης και πολιτικής γης μέσω των Ειδικών Πλαισίων και των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων
  • Ευκαιρία νομικού πλαισίου …Μεγάλη Πρόκληση…..
  • ασφάλεια δικαίου ῏συνεχεια της διοίκησης
  • σωστή ιεράρχηση και σειρά έγκρισης ( εν όψει της κατάρτισης των περιφερειακών χωροταξικών σχεδίων)
  • ορθή τεκμηρίωση και αποφυγή συγκρούσεων τομέων ανάπτυξης

Ν. 4447/2016

Ο χωρικός σχεδιασμός ασκείται σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και διακρίνεται, ανάλογα με το χαρακτήρα του, σε στρατηγικό ή ρυθμιστικό: α. Στην κατηγορία του στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού υπάγονται  –

Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια του άρθρου 5 και τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια του άρθρου 6.

Στην κατηγορία του ρυθμιστικού χωρικού σχεδιασμού υπάγονται τα πολεοδομικά σχέδια τα οποία εκπονούνται σε τοπική κλίμακα και τα οποία διακρίνονται σε δύο επίπεδα σχεδιασμού.

Στο πρώτο επίπεδο του ρυθμιστικού χωρικού σχεδιασμού περιλαμβάνονται:

  1. Τα Τοπικά Χωρικά Σχέδια του άρθρου 7, τα οποία ρυθμίζουν τη βιώσιμη χωρική ανάπτυξη και οργάνωση της εδαφικής περιφέρειας ενός Ο.Τ.Α.,
  2. τα Ειδικά Χωρικά Σχέδια του άρθρου 8, τα οποία αποτελούν υποδοχείς σχεδίων, έργων και προγραμμάτων ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων.

Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια

Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια αποτελούν σύνολα κειμένων και διαγραμμάτων, με τα οποία προσδιορίζονται στρατηγικές κατευθύνσεις σε εθνικό επίπεδο, ιδίως, για:

  1. Τη χωρική διάρθρωση και δομή του οικιστικού δικτύου της Χώρας,
  2. τη χωρική διάρθρωση τομέων ή κλάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων και γενικότερα τομέων ανάπτυξης εθνικής σημασίας σε εξειδίκευση της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής εφόσον αυτή εμπεριέχει σχετικές κατευθύνσεις,
  3. τη διαμόρφωση πολιτικής γης,
  4. την προστασία του πολιτιστικού και φυσικού τοπίου,
  5. τη χωρική ανάπτυξη και οργάνωση περιοχών του εθνικού χώρου που έχουν ιδιαίτερη σημασία από χωροταξική, περιβαλλοντική, αναπτυξιακή ή κοινωνική άποψη, όπως είναι ιδίως οι παράκτιες, οι θαλάσσιες και νησιωτικές περιοχές, οι ορεινές και προβληματικές περιοχές, στ) την προώθηση σχεδίων, προγραμμάτων ή έργων χωρικής ανάπτυξης μείζονος σημασίας ή/και διακρατικής, διαπεριφερειακής εμβέλειας.

Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια αναθεωρούνται ανά πενταετία, εφόσον προκύπτει τεκμηριωμένη ανάγκη προς τούτο από τις εκθέσεις αξιολόγησης.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η τροποποίησή τους, με στόχο τη βελτίωση και επικαιροποίησή τους, προκειμένου:

  1. να αντιμετωπιστούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή εφαρμογή προγραμμάτων διεθνούς, ευρωπαϊκού, διασυνοριακού, διακρατικού ή διαπεριφερειακού χαρακτήρα,
  2. να αντιμετωπιστούν εξαιρετικές ανάγκες από φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές και κινδύνους,
  3. να ενσωματώσουν κατευθύνσεις και προτάσεις των Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων σχεδίων στα πλαίσια της ανάδρασης.

Προσεκτική ανάλυση και διαδικασία ανάδρασης με τα εκπονούμενα Περιφερειακά Πλαίσια

Κάλυψη των κενών δικαίου μεταξύ προηγούμενων αποφάσεων και εγκρίσεως του νέου Ειδικού Πλαισίου.

Συσχέτιση του Ειδικού Πλαισίου με νομοθεσία για οργανωμένους υποδοχείς.

Σωστή ανάλυση και καταργραφή κατευθύνσεων σύμφωνα με την αρχή ιεράρχησης των σχεδίων στρατηγικού χαρακτήρα.

ΕΥΡΩΠΑΙΚΑ ΠΡΟΤΥΠΑ…..παραδείγματα …

Η σημασία των χωροταξικών σχεδίων στον Ευρωπαικό Χώρο…..

Ολλανδία (Έκταση: 41.543 km2, Πληθυσμός: 16.819.595 (εκτίμηση 2014) Έκθεση του κ. Λουδοβίκου Βασενχόβεν, ομότιμου Καθηγητή Ε.Μ. Πολυτεχνείου,

Τα σχέδια και κείμενα πολιτικής επιτρέπουν στους φορείς του σχεδιασμού στα 3  διοικητικά επίπεδα να σχεδιάζουν με ένα τρόπο σαφή και ανοικτό σε διάλογο:

  • Στο εθνικό επίπεδο:
    • Εθνική Πολιτική για τον Σχεδιασμό του Χώρου, που εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο – Εθνικά Δομικά Σχέδια για Τομείς Πολιτικής.
  • Στο επαρχιακό επίπεδο:
    • Περιφερειακά Σχέδια.
  • Στο τοπικό επίπεδο:
    • o Δομικό Σχέδιο. (από τους δήμους)
    • o Τοπικό Σχέδιο Χρήσεων Γης.
    • o Ειδικά τοπικά σχέδια, π.χ. για περιοχές αναπλάσεων ή βελτίωση συνθηκών ζωής.

Ιρλανδία (Έκταση: 84.421 km2, Πληθυσμός: 6.378.000)

  • Το σύστημα σχεδιασμού της Ιρλανδίας έχει επηρεασθεί από το Βρετανικό πρότυπο.
  • Εθνικές κατευθύνσεις
  • Περιφερειακές εκθέσεις
  • Τοπικά σχέδια ανάπτυξης (κομητειών και δήμων)
  • Λεπτομερή σχέδια περιοχών επέμβασης
  • Σχέδια – πλαίσια ανάπτυξης ειδικών ζωνών (π.χ. λιμενικών).

Δανία (Έκταση: 42.915.7 km2, Πληθυσμός: 5.627.235

  • Το Δανικό σύστημα θεωρείται γενικώς ότι είναι δείγμα καθολικού σχεδιασμού.
  • Στο εθνικό επίπεδο,
    • το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχει την βασικό αρμοδιότητα του χωρικού σχεδιασμού και των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων.
    • Μετά το 2007 καταρτίζουν απλώς στρατηγικά σχέδια γενικού χαρακτήρα, που παίρνουν μάλλον την μορφή «οραμάτων» (visions).
    • Δήμοι
      • Δημοτικά σχέδια Μόνο οι δήμοι έχουν πλέον την αρμοδιότητα να καταστρώνουν δεσμευτικά σχέδια χρήσεων γης.Σε δημοτικό επίπεδο ο πολεοδομικός σχεδιασμός παίρνει την μορφή γενικών δημοτικών σχεδίων και τοπικών λεπτομερειακών σχεδίων.

Πορτογαλία (Έκταση: 92.212 km2, Πληθυσμός: 10.487.289

  • Χωρικά σχέδια
  • Περιφερειακά Χωροταξικά Σχέδια (PROT ή Plano Regional de Ordenamento do Territόrio)
  • Σχέδια σε επίπεδο δήμου:
    • Τα Δημοτικά Κατευθυντήρια Σχέδια ή PDM καταστρώνονται υποχρεωτικά από τους δήμους και αποτελούν στρατηγικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της περιοχής τους. Εγκρίνονται από τους δήμους, αλλά πρέπει να επικυρωθούν και από την κεντρική κυβέρνηση.
    • Τα “Σχέδια αστικής ανάπτυξης” ή PU και τα “Λεπτομερή τοπικά σχέδια” ή PP.αποτελούν εξειδικευμένα σχέδια – ορίζουν την χωρική οργάνωση αστικών περιοχών και καθιερώνουν ποσοτικά κριτήρια και παραμέτρους.
    • Τα PP είναι λεπτομερή σχέδια για τμήματα της περιοχής ενός δήμου και αποτελούν τόσο ρυμοτομικά σχέδια, όσο σχέδια χρήσεων γης με όρους δόμησης και κατευθύνσεις ακόμη και σχεδιασμού κτηρίων. (Όλα αυτά τα σχέδια υπόκεινται στο δικαίωμα της κεντρικής κυβέρνησης να αναιρέσει την ισχύ τους σε ειδικές συνθήκες) 

Κύριο νομοθετικό πλαίσιο κανόνων πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού

 κινητρα………

γενικά μέτρα και πρόνοιες νομικού ενδιαφέροντος

Κατά προτεραιότητα τα νομικά εργαλεία που στην παρούσα περίπτωση θα μπορούσαν να οδηγήσουν σταδιακά στην απαλοιφή των  καθυστερήσεων κατά την άποψή μου θα πρέπει να αποτυπώνονται στους εξής άξονες :

  • Να υλοποιηθεί ένα πλαίσιο κωδικοποιημένων κανόνων για όλους και να διαμορφωθεί μια συνεχής νομική κουλτούρα κωδικοποίησης  στο νομοθετικό πεδίο
  • Να ενισχυθεί η νομική έννοια των οδηγών εφαρμογής διαδικασιών
  • Να ομογενοποιηθούν οι δομές που έχουν προβλεφθεί αντίστοιχα για τις ιδιωτικές επενδύσεις και την αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας.
  • Να προβλεφθεί η διαδικασία ‘’τυποποίησης ‘’ των πράξεων της διοίκησης και των απαιτούμενων προδιαγραφών και οι ηλεκτρονικές διαδικασίες υποβολής αιτημάτων και έκδοσης αποφάσεων.

Συμπερασματικά  με αφορμή την κατάρτιση ενός πλαισίου θα πρέπει ειδικώς για τα ζητήματα του Ειδικού Πλαισίου να προβλεφθεί η δημιουργία ενός παράλληλου συστήματος κωδικοποίησης  :

  • των κανόνων
  • των διαδικασιών αδειοδότησης ,
  • των οδηγιών εφαρμογής κοινών προδιαγραφών ,
  • των παράλληλων εγκρίσεων υπηρεσιών διαφορετικών τομέων : θα οδηγήσουν σε μια νέα αντίληψη για τις πολεοδομικές επιλογές ωρίμανσης των ακινήτων και την αξιοποίηση της γης

Αλλαγή  της ‘’εικόνας’’ ενός συστήματος κανόνων γύρω από το χωροταξικό και πολεοδομικό  δίκαιο που σήμερα παρουσιάζεται ως ένα σύστημα κενών , δύσκολων στην ερμηνεία κανόνων και εχθρικό για επιλογές αξιοποίησης από τους πολίτες ( ως πολίτης νοείται και κάθε δυνητικός επενδυτής )

Υπό το πρίσμα του δικαίου η ανταπόκριση του κράτους στην ανάγκη για κωδικοποίηση και απλούστευση των διαδικασιών αδειοδότησης θα μπορούσε να οδηγήσει στην αποφυγή να οδηγηθούμε ξανά στο μέλλον σε φαινόμενα άναρχης και απρογραμμάτιστης δόμησης.

Πλέον η ηλεκτρονική διακυβέρνηση  και η κουλτούρα κωδικοποίησης εν γένει ως κατευθυντήρια αρχή   δύναται να επιβάλλουν μελλοντικά μια τάξη ρυθμίσεων …ένα σύστημα κανόνων που θα μας οδηγήσουν σε μια νέα αντίληψη για τις πολεοδομικές επιλογές ωρίμανσης των ακινήτων και αξιοποίησης της γης , τις αρχιτεκτονικές  μας αξίες και επιλογές , την αισθητική μας και την στάση μας απέναντι στο περιβάλλον.

Εισήγηση στο 11ο Αρχιτεκτονικό Συνέδριο – Ζάππειο Μέγαρο : «Η προστασία της Αρχιτεκτονικής ως Συνταγματική απαίτηση και επιταγή.»

Κων/νος Δ.Καρατσώλης

Εισήγηση 11ο Αρχιτεκτονικό Συνέδριο – Ζάπειο Μέγαρο – 17,18,19,20 Μαρτίου 2011. Ενότητα 6.

‘’Η προστασία της Αρχιτεκτονικής ως Συνταγματική απαίτηση και επιταγή.’’

1

1 Φωτογραφίες διαφόρων περιόδων που αναδεικνύουν ρεαλιστικά την εξέλιξη της Αρχιτεκτονικήςστην ‘’περιοχή’’ του Συντάγματος.

Εισαγωγή

Ο τίτλος δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, τι εμπεριέχεται στην έννοια Αρχιτεκτονική όταν αυτή την προσεγγίζουμε από την σκοπιά των συνταγματικών κανόνων. Με αυτό το ερώτημα ως απαρχή, η εισήγηση μέσω της αναφοράς και της ερμηνείας των διατάξεων αποκαλύπτει την σύνδεση των εκφάνσεων και των στόχων της Αρχιτεκτονικής με τις Συνταγματικές αξίες μας.

Κατά την ανάλυση , στους άξονες που θα ακολουθήσουν θα ασχοληθούμε με την Αρχιτεκτονική ως περιβάλλον, ως παράδοση, ως πολιτισμό, ως επάγγελμα, ως δημιουργία, ως ιδεολογία, ως φιλοσοφία.

 

1ος άξονας. Σύνταγμα – Διεθνείς Συμβάσεις και Αρχιτεκτονική

Το Ελληνικό Κράτος, δεν έχει προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες για την εφαρμογή και την τήρηση των διεθνών συμβάσεων για την Αρχιτεκτονική. Αξίζει να σημειωθεί ότι με το ν. 2039/1992 «Κύρωση της Σύμβασης για την προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Ευρώπης» κυρώθηκε η σύμβαση της Γρανάδας που υπεγράφη από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης. Χωρίς την αναλυτική αναφορά στο περιεχόμενο της σύμβασης, τονίζεται ότι μέχρι σήμερα δεν έχουν γίνει οι απαιτούμενες νομοθετικές ρυθμίσεις σε σχέση με τις παρακάτω αναφερόμενες νομικές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις :

  • Την τοποθέτηση της προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς μεταξύ των ουσιαστικών στόχων του χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
  • Την ενθάρρυνση της χρήσης των προστατευόμενων ακινήτων, λαμβάνοντας υπόψη τις ανάγκες της σύγχρονης ζωής και την προσαρμογή, παλιών κτιρίων για νέες χρήσεις. 2
  • Την ενημέρωση της κοινή γνώμης για την αξία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ως στοιχείου της πολιτιστικής ταυτότητας αλλά και ως πηγής έμπνευσης και δημιουργικότητας, για τις σύγχρονες και μελλοντικές γενιές.
  • Την προσπάθεια αφύπνισης από τη σχολική ηλικία, στα θέματα προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην ποιότητα του δομημένου περιβάλλοντος και της αρχιτεκτονικής έκφρασης,
  • Την προσπάθεια για ενότητα της πολιτιστικής κληρονομιάς ανάμεσα στην αρχιτεκτονική, τις τέχνες, τις λαϊκές παραδόσεις και τους τρόπους ζωής.

Οι παραπάνω παραλείψεις της ελληνικής διοίκησης τυγχάνουν από νομικής άποψης ιδιαιτέρα σημαντικές, δεδομένης της ρύθμισης του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος3 η οποία ορίζει ότι: «Oι γενικά παραδεγμένoι κανόνες τoυ διεθνoύς δικαίoυ, καθώς και oι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τoυς με νόμo και τη θέση τoυς σε ισχύ σύμφωνα με τoυς όρoυς καθεμιάς, απoτελoύν αναπόσπαστo μέρoς τoυ εσωτερικoύ ελληνικoύ δικαίoυ και υπερισχύoυν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμoυ.» Στην περίπτωσή μας η Σύμβαση της Γρανάδας και προφανώς και της Μάλτας (ενσωματώνεται) αποτελεί εσωτερικό δίκαιο της Ελλάδας και υπερισχύει κάθε άλλης αντίθετης διάταξης νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος.


2 συνδέεται με την παρατήρηση ότι στις ρυθμίσεις της Σύμβασης, που αποτέλεσαν συνέχεια της Χάρτας της Βενετίας του 1964 και της Διακήρυξης του Άμστερνταμ του 1975 στο ζήτημα της διατήρησης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. 3 Το άρθρο 28 αποτελεί θεμέλιο για τη συμμετοχή της Χώρας στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. (ερμηνευτική δήλωση).

 

2ος άξονας. Σύνταγμα – Περιβάλλον και Αρχιτεκτονική

Η ευρεία έννοια του περιβάλλοντος καθορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντ. οι οποίες θεσπίζουν την υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει μέτρα για την προστασία τόσο του φυσικού (άρθ. 24 παρ. 1 και 117 παρ. 3 και 4) όσο και του πολιτιστικού περιβάλλοντος. (άρθ. 24 παρ. 2-5).

Σε συνέχεια του Συντάγματός μας ο εκτελεστικός ν. 1650/1986, στο άρθρο 2 παρ. 1, ορίζει το περιβάλλον ως «το σύνολο των φυσικών και ανθρωπογενών παραγόντων και στοιχείων, που βρίσκονται σε αλληλεπίδραση και επηρεάζουν την οικολογική ισορροπία, την ποιότητα ζωής, την υγεία των κατοίκων, την ιστορική και πολιτιστική παράδοση και τις αισθητικές αξίες». Οι διατάξεις αυτές αποσκοπούν στην προστασία κάθε αγαθού που επηρεάζει την ποιότητα ζωής του ανθρώπου. Αναλύοντας τα βασικά χαρακτηριστικά στοιχεία της Αρχιτεκτονικής – είτε υπό το πρίσμα της εφαρμοσμένης επιστήμης, είτε υπό το πρίσμα της τέχνης και της πνευματικής ιδιοκτησίας – καθίσταται σαφές ότι οι εκφάνσεις της Αρχιτεκτονικής επηρεάζουν την διαμόρφωση του περιβάλλοντος κατά την έννοια του ν.1650/1986 .

Επίσης, από το άρθρο 24 και τη συνδυαστική ερμηνεία των παρ. 1 και 2 του  άρθρου 24 του Συντάγματος προκύπτει η σχέση της προστασίας του περιβάλλοντος με την προστασία της ποιότητας ζωής (καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης). Στην έννοια του οικιστικού – πολιτιστικού περιβάλλοντος εντάσσεται τόσο η πολιτιστική ακίνητη κληρονομιά, όσο και τα οικιστικά πολιτιστικά αγαθά. Τα τελευταία, πόλεις και οικισμοί, συγκροτούν το οικιστικό περιβάλλον και επηρεάζουν την παραγωγική δραστηριότητα των ανθρώπων.

4

Περαιτέρω, στη πολιτιστική ακίνητη κληρονομιά, η οποία υπάγεται στο πολιτιστικό περιβάλλον σε ευρεία έννοια, αναφέρεται η παρ.6 του άρθρου 24 του Συντάγματος. Οι σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν την ψήφιση του συντάγματος του 1975 και αφορούν την προστασία του περιβάλλοντος είναι αρκετές. Ωστόσο από την ενδελεχή ανάλυση των κειμένων προκύπτουν τα εξής συμπεράσματα :

  • Η προστασία που παρέχει η παρ. 6 του άρθρου 24, περιορίζεται στην υποχρέωση απαλλοτρίωσης. Δεν περιλαμβάνει το σύνολο της προστασίας σύμφωνα με τις σχετικές διεθνείς συμβάσεις.
  • Tα νομοθετήματα που αποβλέπουν στην προστασία της πολιτιστικής ακίνητης κληρονομιάς δεν απαντούν ευθέως στους δικαιϊκούς «φάρους» της σύμβασης της Γρανάδας, της Μάλτας και της σύμβασης για την προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς του 1972. 5 Περιορίζονται στην αναφορά και την ‘’περιφρούρηση’’ των κειμένων των συμβάσεων, αλλά δεν εναρμονίζονται πλήρως και ακριβώς με τους ορισμούς και τις κατευθυντήριες αρχές αυτών.

Αποτέλεσμα της σύγχυσης που υπάρχει είναι η σύγκρουση και η αλληλοεπικάλυψη κανόνων δικαίου. Επιπροσθέτως, δημιουργείται και ένα ζήτημα διοικητικής πρακτικής σχετικά με τη διαχείριση των πολιτιστικών αγαθών. Έχουν προκληθεί πολλές προστριβές και έριδες μεταξύ των συντρεχόντως αρμόδιων Υπουργείων, κυρίως του Υπουργείου Πολιτισμού και του νυν ΥΠΕΚΑ, 6 οι οποίες σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως συνέπεια, εκτός των άλλων, την μη αποτελεσματική προστασία των εκάστοτε πολιτιστικών αγαθών.7 .

Πάντως κατά τη συνταγματική προσέγγιση, η ιεράρχηση των πηγών, ώστε να προταχθούν οι στόχοι των διεθνών συμβάσεων και η υλοποίηση, καταρχάς, των ορισμών που αυτές θέτουν, θα έλυνε πολλά ζητήματα εσφαλμένης εφαρμογής των κανόνων.

Αναφέρονται κατωτέρω οι κυριότερες διατάξεις του δικαίου μας που αφορούν την προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς :

Σύνταγμα της Ελλάδας του 1975 όπως αυτό αναθεωρήθηκε το 2001.

Σύμβαση της Γρανάδας (1985) ως Νόμος 2039/92 του ελληνικού κράτους.

Ν. 3028/2002 για την προστασία των Αρχαιοτήτων που αντικατέστησε το Νόμο 5351/1932 “Περί Αρχαιοτήτων”.

Ν. 3201/2003 Προστασία φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος Νήσων Αιγαίου.8

Ν. 3378/ 2005 Προστασία της αρχαιολογικής κληρονομιάς. Ν. 3658/2008 Προστασία πολιτιστικών αγαθών.

Προς επίρρωση του στόχου του παρόντος κειμένου, σε σχέση με την ευρύτητα και την δυναμικότητα της έννοιας της Αρχιτεκτονικής, σημειώνονται οι  εξής  αναφορές:

Α. Με τη Σύμβαση για την προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης (Σύμβαση της Γρανάδας-1985), κάθε συμβαλλόμενος υποχρεώνεται να καθιερώσει ένα νομικό καθεστώς προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς (άρθρο 3).

Στην Σύμβαση σαν “αρχιτεκτονική κληρονομιά” θεωρείται ότι περιλαμβάνει τα ακόλουθα ακίνητα αγαθά:

  1. Τα μνημεία: κάθε κατασκευή ιδιαίτερα σημαντική λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού της ενδιαφέροντος, συμπεριλαμβανομένων των εγκαταστάσεων ή διακοσμητικών στοιχείων, που αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα τους.
  2. Τα αρχιτεκτονικά σύνολα: ομοιογενή σύνολα αστικών ή αγροτικών κατασκευών, σημαντικών λόγω του ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού ή τεχνικού τους ενδιαφέροντος, συναφή μεταξύ τους ώστε να σχηματίζουν ενότητες, που να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά.
  3. Οι τόποι : Σύνθετα έργα του ανθρώπου και της φύσης, εν μέρει κτισμένα, τα οποία αποτελούν εκτάσεις τόσο χαρακτηριστικές και ομοιογενείς, ώστε να μπορούν να οριοθετηθούν τοπογραφικά και τα οποία είναι σημαντικά λόγω ιστορικού, αρχαιολογικού, καλλιτεχνικού, επιστημονικού, κοινωνικού και τεχνικού τους ενδιαφέροντος.

Από την απλή καταγραφή των ανωτέρω «αγαθών» προκύπτει ότι το πεδίο εφαρμογής της Σύμβασης δεν εξαντλείται στα μνημεία, αλλά περιέχει ευρύτερα Αρχιτεκτονικά σύνολα και τοπία επιστημονικού και καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος τα οποία προφανώς έχουν λησμονηθεί σε μεγάλο βαθμό από το Εθνικό μας Δίκαιο.

β.Οικιστικό περιβάλλον είναι ο ζωτικός χώρος του ανθρώπου.  Το οικιστικό περιβάλλον, ως προστατευόμενο αγαθό, τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.

ο Ζωτικός μας χώρος.9

ο Ζωτικός μας χώρος.10

Για πολλούς ανθρώπους, εκτός της νομικής προσέγγισης, η αρχιτεκτονική παράγει χώρο, όχι απαραίτητα για να μένεις αλλά και χώρο για να  κινείσαι, να στέκεσαι,  να απολαμβάνεις και να σκέφτεσαι. Έχει δηλαδή ως αντικείμενο βασικές αναφορές του ζωτικού χώρου του ανθρώπου. Πληροί επομένως και υπό το πρίσμα του δικαίου εκφάνσεις και στοιχεία του οικιστικού περιβάλλοντος κατά το άρθρο 24 του Συντάγματός μας.


4 Υδροβιότοπος Λευκάδας και ο ανεμόμυλος στην Γύρα. 5 Η διεθνής κοινότητα ήδη από το 1972 με την υπογραφή της «Συνθήκης για την Προστασία της Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς» της UNESCO υιοθέτησε τις αξίες της προστασίας και εισήγαγε την έννοια της εξέχουσας αξίας ορισμένων μνημείων για την παγκόσμια κοινότητα.«Εξέχουσας παγκόσμιας αξίας εννοείται οτιδήποτε είναι, από άποψη φυσικής ή πολιτιστικής κληρονομιάς, τόσο εξαιρετικής σημασίας ώστε να υπερβαίνει τα εθνικά όρια καινα έχει κοινή σπουδαιότητα για τις σημερινές και τις μελλοντικές γενιές όλης της ανθρωπότητας. Εξ΄ αυτού, η διαρκής προστασία αυτής της κληρονομιάς είναι υψίστης σημασίας για τη διεθνή κοινότητα συνολικά» 6 Δ. Χριστοφιλόπουλος, σ. 90. 7 Σχετικό είναι και το ζήτημα της δυνατότητας επιβολής υποχρεώσεως ανακατασκευής κτιρίου που έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Οι διατάξεις του άρθρου 4 του ΓΟΚ δεν μπορούν να έχουν ανάλογη εφαρμογή και στα διατηρητέα της εξεταζόμενης κατηγορίας, αφού δεν υπάρχει ομοιότητα μεταξύ των δύο ρυθμίσεων. Μάλιστα, το Υπουργείο αυτό λόγω έλλειψης νομοθετικού πλαισίου αδυνατεί να υποχρεώσει ιδιοκτήτη ακινήτου που όχι μόνο έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο σύμφωνα με το ν. 1469/1950 αλλά και με το ν. 2039/1992, δηλαδή που έχει χαρακτηριστεί σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γρανάδας ως μνημείο .(Η νομοθεσία για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Αντώνιος Μανιατάκης.Νόμος και Φύση.2008). 8 Αποκατάσταση, προστασία και ανάδειξη του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος των νησιών που υπάγονται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Αιγαίου. 9 Οικισμός Amatciems, Cesis, Λεττονία. 10 Λεκανοπέδιο Αττικής.

 

3ος άξονας. Σύνταγμα – Τέχνη και Αρχιτεκτονική.

 Η Αρχιτεκτονική , ή Αρχιετεκτονία, ή  Αρχιτεκτοσύνη,  αναγνωρίστηκε ήδη από  τους αρχαίους ως η πνευματική και καλλιτεχνική μητέρα των τεχνών. Εκδηλώνεται με δύο ισοβαρείς όψεις, την μορφοποιημένη τέχνη και την φιλοσοφική αισθητική θεωρία. Αυτές οι δύο όψεις είναι αλληλένδετες και ολοκληρώνουν την αρχιτεκτονική ταυτότητα στην διαχρονική υπόστασή της. Προεκτάσεις αυτής της τέχνης είναι πρακτικές και κοινωνικές εφαρμογές που περιβάλλουν τη ζωή μας με πάμπολα κτίρια αλλά και πολεοδομικά σύνολα. Δηλ το άμεσο και ευρύτερο κτισμένο περιβάλλον.11

 Η Τέχνη, ως ιδιαίτερη ‘’όψη’’ της Αρχιτεκτονικής, προστατεύεται από  το  Σύνταγμα και μάλιστα με μια καινοτομία στην συνταγματική ιστορία μας, την κατοχύρωση της ελευθερίας της (παρ.1 του άρθρου 16).

Kατά το άρθρο 16 παρ.1 εδ.1 του Σ. η τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες. Η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Σημειώνεται ότι τέχνη κατά την έννοια της σχετικής διάταξης είναι κάθε δημιουργική έκφραση της ανθρώπινης φαντασίας. Δεν υπόκειται ούτε γενικά ούτε συγκεκριμένα στο κρατικό ορισμό και χαρακτηρισμό. Μόνο όταν το κράτος θέλει να προστατεύσει, να ενισχύσει ή να προωθήσει την τέχνη είναι αναπόφευκτος και συνταγματικά θεμιτός ο χαρακτηρισμός ή μη ενός έργου ως έργου τέχνης.

Εκτός από την διακήρυξη της ελευθερίας της τέχνης, το άρθρο 16 παρ.1 προβλέπει επίσης ότι η ανάπτυξη και προαγωγή της τέχνης αποτελεί υποχρέωση του κράτους . Το κράτος επομένως υποχρεούται να έχει μια συγκεκριμένη πολιτιστική πολιτική, η οποία όμως θα προάγει και δεν θα κηδεμονεύει την τέχνη.

12

Το άρθρο 16 παρ.1 δεν υπάγει την ελευθερία της τέχνης σε κανενός είδους περιορισμούς. Ωστόσο, ο καλλιτέχνης και προφανώς και ο Αρχιτέκτονας ζει μέσα σε μια κοινωνία όπου η συμβίωση επιβάλλει νομικές ρυθμίσεις. Συνεπώς και ο Αρχιτέκτονας δεν είναι legibus solutus, αλλά υπόκειται στο γενικώς ισχύον δίκαιο. Ο Αρχιτέκτονας δεν απαλλάσσεται από την ανάγκη άδειας δόμησης με μόνη την επίκληση δημιουργίας έργου τέχνης.13

Η ελευθερία της Αρχιτεκτονικής περιορίζεται από τους γενικούς νόμους, τους νόμους δηλαδή εκείνους που προστατεύουν ένα έννομο αγαθό χωρίς όμως αυτοί να καθιστούν αδύνατη ή να δυσχεραίνουν δυσανάλογα την άσκηση της αρχιτεκτονικής, της οποίας η ανάπτυξη και η προαγωγή αποτελεί κατά το Σύνταγμα υποχρέωση του κράτους.

Κατά τα παραπάνω οποιεσδήποτε νομοθετικές προσεγγίσεις που περιορίζουν την ελευθερία άσκησης Αρχιτεκτονικής και τη δυσχεραίνουν ελέγχονται συνταγματικά. Ο κανόνας υπαγορεύει καταρχάς την ελευθερία. Όπου γεννάται ζήτημα περιορισμού, θα πρέπει να γεννάται και ζήτημα παρέκκλισης για τον Αρχιτέκτονα. Στο δίκαιό μας για λόγους προστασίας του πολιτιστικού περιβάλλοντος ενσωματώσαμε και ενσωματώνουμε περιορισμούς (ειδικά διατάγματα, παραδοσιακοί οικισμοί, μορφολογικοί κανόνες, κ.ο.κ) χωρίς να περιφρουρούμε το στόχο του συντακτικού νομοθέτη για την ελευθερία της Αρχιτεκτονικής. Προς τούτο, κρίνεται απαραίτητο, όταν σχεδιάζουμε κανόνες προστασίας εννόμων αγαθών που περικλείουν και την άσκηση της Αρχιτεκτονικής, να περιγράφουμε πάντα τον τρόπο και την νομική διαδικασία με την οποία ο Αρχιτέκτων θα δύναται, έστω υπό προϋποθέσεις, να ‘’δραπετεύει’’, να σχεδιάζει ελεύθερα και να προστατεύεται. Το Κράτος οφείλει να αναγάγει σε συνταγματική προτεραιότητα την προστασία της Αρχιτεκτονικής ως σημερινή παρουσία. Κατ΄ αυτό τον τρόπο η ερμηνευμένη σήμερα συνταγματική απαίτηση θα επιτρέψει αύριο στις επόμενες γενεές να ομιλούν για αρχιτεκτονική μνημείων, συνόλων, και τόπων κατά τους ορισμούς  της Γρανάδας. Θα επιτρέψει στον ιστορικό του μέλλοντος να ομιλεί για την Αρχιτεκτονική του 2011.

Ρυθμιστικό πεδίο προστασίας της Αρχιτεκτονικής με αφορμή τους συνταγματικούς κανόνες μας.

 Σήμερα σε μια περίοδο ευρύτερης κρίσης και προβληματικής που θίγει και εξοντώνει κυρίως την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, πιθανά να μην είναι κρατική προτεραιότητα η προστασία της ‘’Αρχιτεκτονικής’’.

Από αυτό όμως το συνέδριο δίδεται η δυνατότητα να αντιληφθούμε όλοι πως η ύπαρξη της αρχιτεκτονικής στο δομημένο περιβάλλον, μπορεί να δώσει  τον ζωτικό χώρο και την έκφραση στον σύγχρονο άνθρωπο για να οργανώσει ένα νέο σύστημα αξιών. Η σημερινή αισθητική των πόλεων και η σημερινή ανάγκη των πολιτών όχι μόνο να ‘’διαβιώνουν’’ αλλά να ζουν σ’ ένα κόσμο με σκοπό ένα καλύτερο αύριο απαιτούν και την ύπαρξη της Αρχιτεκτονικής.

Πως θα υπάρξει Αρχιτεκτονική κατά τη συνταγματική προσέγγιση των κανόνων  που αναλύθηκαν :

  1. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική εάν εξασφαλιστεί στον Αρχιτέκτονα η ελευθερία να σχεδιάσει και να υλοποιήσει σύννομα ένα κτίριο που ακολουθεί την επιστήμη του και το γνωστικό του αντικείμενο το οποίο είναι κατά βάση ανθρωπιστικό. Η πολιτεία, κύρωσε την ευρωπαϊκή σύμβαση του τοπίου 14 και εναρμόνισε την οδηγία για την άσκηση του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα στην Ευρώπη,15 ξέχασε όμως να συγκρίνει τις νομοθετικές εξελίξεις του 2010 με το περιοριστικό, αναχρονιστικό περιεχόμενο του Ν. 4663/1930. 16 Αποτύπωσε με σαφήνεια το απαιτούμενο γνωστικό αντικείμενο του Αρχιτέκτονα 17, ξέχασε όμως να επιβεβαιώσει πως το συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο εμπίπτει στον κύκλο σπουδών των Αρχιτεκτονικών Σχολών και μόνο. Δεν νοείται να συνυπάρχει το νομοθετικό πλαίσιο της προστασίας της Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της σύμβασης της Γρανάδας, με την οδηγία των ‘’Αρχιτεκτόνων’’ και την παράλειψη της Ελληνικής πολιτείας να εποπτεύσει το πεδίο άσκησης του επαγγέλματος του Αρχιτέκτονα. Η αρμονική σειρά των διατάξεων του συντάγματος των νόμων και των προεδρικών διαταγμάτων, με την παράλληλη ‘’τοποθέτηση’’, εφαρμογή και πιστή εναρμόνιση των διεθνών συμβάσεων αναδεικνύουν με βεβαιότητα ζητήματα παράλειψης των κρατικών οργάνων να ρυθμίσουν το πεδίο άσκησης Αρχιτεκτονικής και εκπόνησης Αρχιτεκτονικών μελετών στην Ελλάδα. Η Ελληνική διοίκηση γνωρίζει πως στην Ελλάδα πλήθος τεχνικών επαγγελμάτων ασκούν δραστηριότητες στον τομέα της αρχιτεκτονικής χωρίς να πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις σπουδών αρχιτεκτονικής. Η κατάργηση των διατάξεων που επιτρέπουν την πρόσβαση σε δραστηριότητες αρχιτεκτονικής, κατόχων τίτλων που δεν πληρούν τις ελάχιστες απαιτήσεις σπουδών της αρχιτεκτονικής θεωρείται επιβεβλημένη.
  2. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική εάν το κράτος χαράξει πολιτική, με κύριο γνώμονα την Αρχιτεκτονική. Είναι εξοργιστικό για την ελληνική κοινωνία του σήμερα, να παράγει δημόσιους χώρους, μικρούς ή μεγάλους, και δημόσια κτίρια, μικρά ή μεγάλα χωρίς την διαδικασία των Αρχιτεκτονικών Διαγωνισμών. Επιπλέον, σε ένα πεδίο υγιούς κοινωνικής οικονομίας και δράσης, πέραν των συνολικών προγραμμάτων ανάπτυξης και αναβάθμισης μεγάλου οικονομικού μεγέθους, υπάρχει και ο δομημένος χώρος της γειτονιάς. Τα γκέτο του κέντρου, των προαστίων και των άχρωμων μεγαλουπόλεων μπορούν να ξεπεραστούν με προσεγγίσεις και λύσεις μέσω ‘’μικρών’’ Αρχιτεκτονικών διαγωνισμών. Αντίθετα δεν υφίσταται Αρχιτεκτονική μέσω της καταστρατήγησης του πλαισίου για τα δημόσια έργα και την ‘’αναγόρευση’’ της μεθόδου μελέτη – κατασκευή σε κύριο τρόπο παραγωγής δημοσίων έργων τα τελευταία χρόνια. Και δεν υφίσταται Αρχιτεκτονική διότι δια της μεθόδου αυτής δεν υπάρχει Αρχιτέκτονας αλλά εργολάβος. Δεν υπάρχει ελευθερία και σκέψη Αρχιτεκτονική αλλά εργολαβική ‘’παραγγελία’’ και ‘’παρατήρηση’’.
  3. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική όταν το κράτος λάβει τα κατάλληλα νομοθετικά μέτρα για την προστασία της λεγόμενης πνευματικής ιδιοκτησίας των Αρχιτεκτονικών έργων. Η χώρα μας εκπληρώνει εν μέρει την υποχρέωση τόσο με την έκδοση νομοθετημάτων, όσο και με την προσχώρηση σε διεθνείς συμβάσεις για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας. Δυστυχώς… η πράξη υπολείπεται πολύ των νομοθετικών και συμβατικών υποχρεώσεων.
  4. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική όταν το  κράτος δώσει ουσιαστικό  λόγο  στους Αρχιτέκτονες. Με αφορμή την διάταξη του άρθρου 46 του π.δ 38/201018, έχω την άποψη ότι θα πρέπει σε επίπεδο Αρχιτεκτονικών Συλλόγων και Τ.Ε.Ε να διατυπωθούν προδιαγραφές και μορφές ελέγχου της έννοιας ‘’προσήκουσας γνώσης ‘’ Αρχιτεκτονικής. Επίσης, ενόψει της ενσωμάτωσης της οδηγίας θα πρέπει να μας απασχολήσει, σε θεωρητικό αλλά και νομοθετικό επίπεδο, η θέσπιση ενός ενιαίου επίπεδου σπουδών Αρχιτεκτόνων στην Ε.Ε., καθώς και η ιδιαιτερότητα του εθνικού μας συστήματος σπουδών Αρχιτεκτονικής σε σχέση με τα άλλα κράτη – μέλη. Σήμερα, που η ταχύτητα της εξέλιξης των ιδεών, των τεχνικών και των κοινωνικών σχέσεων μεταβάλλει συνεχώς τους τρόπους που διαχειριζόμαστε τα ζητήματα του κτισμένου χώρου και επιβάλλει αλλαγές στους τρόπους διαχείρισης του φυσικού περιβάλλοντος και οι Σχολές Αρχιτεκτόνων θα πρέπει να ανταποκριθούν στις προκλήσεις της εποχής.
  5. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική εάν οι Αρχιτέκτονες το επιδιώξουν. Οι Αρχιτέκτονες πρέπει να έχουν ως στόχο τον επαναπροσδιορισμό της θέσης τους στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Θα πρέπει με τα έργα τους να δημοσιοποιούν ποια είναι η σημασία της αρχιτεκτονικής δημιουργίας και ποιος ο ρόλος του αρχιτέκτονα. Η σχέση των αρχιτεκτόνων με το ευρύ κοινό προϋποθέτει αλλά και οδηγεί σε μια διαδικασία που θέτει ερωτήματα για τα ίδια τα θεμέλια της αρχιτεκτονικής σήμερα. Θα πρέπει ο Αρχιτέκτονας, να εξηγήσει ο ίδιος έμπρακτα τι ακριβώς έχει να προσφέρει το αρχιτεκτονικό έργο στους αποδέκτες του.
  6. Θα υπάρξει Αρχιτεκτονική όταν το κράτος επιβεβαιώσει την συνταγματική προστασία της. Η Αρχιτεκτονική, ως στοιχείο και έκφραση μέσα στο οικιστικό και πολιτιστικό περιβάλλον προστατεύεται ή θα έπρεπε να προστατεύεται αυτοτελώς από το σύνταγμα. Εάν ωστόσο η κρατική μέριμνα υπολείπεται και συνεχίσει να υπολείπεται αυτής της ερμηνείας, τότε ευθέως θα πρέπει να οδηγηθούμε στην νομοθετική προσέγγιση πρότασης αναθεώρησης του άρθρου 24 του Συντάγματος, ώστε να ενταχθεί ειδικό εδάφιο σχετικά με την προστασία και την μέριμνα του κράτους όσον αφορά την άσκηση και την εξέλιξη της άσκησης Αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα καθώς και την προστασία της Αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

11 (Καθηγ.Μυλωνάς. Εισήγηση Ακαδημίας Αθηνών.) 12 Guggenheim Museum, Bilbao, Frank Gehry. 13 Βιβλιογραφία : Γ.Θεοδόσης .Η ελευθερία της τέχνης, 2000.Μια συμβολή στην ερμηνεία του άρθρου 16 παρ.1 του Συντάγματος..Η απόφαση mephisto του Γερμανικού Συνταγματικού Δικαστηρίου , mélanges a la memoire de michel Dendias , 1978. 14 N 3827/2010 (ΦΕΚ Α΄ 30/25.2.2010 Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου. 15 Π.δ 38/2010. Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων. 16 “Περί ασκήσεως επαγγέλματος του Πολιτικού Μηχανικού, Αρχιτέκτονα και 17 ικανότητα σύλληψης αρχιτεκτονικών δημιουργιών που να ικανοποιούν συγχρόνως αισθητικές και τεχνικές απαιτήσεις·β) προσήκουσα γνώση της ιστορίας και των θεωριών της αρχιτεκτονικής καθώς και των συναφών τεχνών, τεχνολογιών και επιστημών του ανθρώπου·γ) γνώση των καλών τεχνών ως παραγόντων που είναι δυνατόν να επηρεάσουν την ποιότητα της αρχιτεκτονικής σύλληψης·δ) προσήκουσα γνώση της πολεοδομίας, του πολεοδομικού σχεδιασμού και των τεχνικών που εφαρμόζονται στη διαδικασία του πολεοδομικού σχεδιασμού ε) ικανότητα κατανόησης των σχέσεων, αφενός, ανάμεσα στους ανθρώπους και τα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα, και αφετέρου, ανάμεσα στα αρχιτεκτονικά δημιουργήματα και το περιβάλλον τους, καθώς και ικανότητα κατανόησης της ανάγκης αρμονικού συνδυασμού των αρχιτεκτονικών δημιουργημάτων με τους χώρους, ανάλογα με  τις ανάγκες του ανθρώπου και την αντίστοιχη κλίμακα·στ) ικανότητα κατανόησης του επαγγέλματος του αρχιτέκτονα και του ρόλου του στην κοινωνία, ειδικότερα μέσω της επεξεργασίας σχεδίων στα οποία λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικοί παράγοντες·ζ) γνώση των μεθόδων τεκμηρίωσης και προπαρασκευής της οικοδομικής μελέτης·η) γνώση των προβλημάτων στατικού σχεδιασμού, οικοδομικής και έργων πολιτικού μηχανικού, τα οποία συνδέονται με το σχεδιασμό των κτιρίων·θ) προσήκουσα γνώση των προβλημάτων που έχουν σχέση με τις φυσικές ιδιότητες των κτιρίων, των τεχνολογιών, καθώς επίσης και της λειτουργίας των κατασκευών, ώστε να τις εφοδιάζει με όλα τα στοιχεία εσωτερικής άνεσης και κλιματικής προστασίας·ι) τεχνική ικανότητα, χάρη στην οποία ο αρχιτέκτονας θα μπορεί να επινοεί κατασκευές που να ικανοποιούν τις απαιτήσεις αυτών που τις χρησιμοποιούν, σεβόμενος τους οικονομικούς περιορισμούς και τους οικοδομικούς κανονισμούς· ια) προσήκουσα γνώση των βιομηχανιών, οργανώσεων, κανονισμών και διαδικασιών, που έχουν σχέση με την υλοποίηση των κτιριακών μελετών και την ένταξη των σχεδίων στο γενικό σχεδιασμό. 18 Η εκπαίδευση αρχιτέκτονα περιλαμβάνει τουλάχιστον είτε τέσσερα έτη σπουδών πλήρους παρακολούθησης, είτε έξι έτη σπουδών, εκ των οποίων τουλάχιστον τρία έτη πλήρους παρακολούθησης, σε πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα και πιστοποιείται με την επιτυχία σε εξέταση πανεπιστημιακού επιπέδου. Η εν λόγω εκπαίδευση, που πρέπει να είναι πανεπιστημιακού επιπέδου και της οποίας το πρωταρχικό στοιχείο συνιστά η αρχιτεκτονική, πρέπει να διατηρεί την ισορροπία μεταξύ των θεωρητικών και πρακτικών πτυχών της εκπαίδευσης στον τομέα της αρχιτεκτονικής και να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει τις ανωτέρω γνώσεις και δεξιότητες.

Συμπέρασμα.

Η αρχιτεκτονική είναι το ευφάνταστο μίγμα της τέχνης και της επιστήμης στο σχεδιασμό των χώρων για τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι πάντα, με η χωρίς μνημόνια θα χρειάζονται μέρη για να εργάζονται, να ζουν να παίζουν και να ερωτεύονται. Ο Αρχιτέκτονας οφείλει να μετατρέψει αυτές τις ανάγκες σε εικόνες. Το κράτος, πρέπει να μεριμνήσει για την άσκηση της Αρχιτεκτονικής από Αρχιτέκτονες, ώστε να επιτρέψει στις επόμενες γενιές να μιλούν για νέα Αρχιτεκτονική Κληρονομιά. Επίσης, πρέπει να μεριμνήσει ώστε ο σύγχρονος πολίτης να καταστεί αποδέκτης ενός περιβάλλοντος που θα του δίνει το δικαίωμα, σε δύσκολες πραγματικά μέρες τουλάχιστον να ελπίζει.

Αντί επιλόγου:

Η απαρίθμηση τούτων των έργων δεν έχει άλλο σκοπό παρά να δείξει στον κριτικό που θα εξέταζε, τη σταθερή εμμονή ………..στο ίδιο, που από την αρχή συνέλαβα, ιδεώδες.

Τούτο είναι φυσικό, αφού οι “αρχές” εις τις οποίες στηρίζονται είναι αμετακίνητες. Να μιλήσω γι’ αυτές είναι ολότελα περιττό, αφού διατυπώθηκαν κατά καιρούς επανειλημμένα. Επανάληψη που δεν είχε άλλο σκοπό παρά να βαθαίνει ολοένα και να πλουτίζει το νόημά των, και για μένα τον ίδιο και για τους άλλους.

Δημήτρης. Πικιώνης         Αυτοβιογραφικά Σημειώματα.

Έγκριση Δόμησης και Άδεια Δόμησης – Ορισμοί και Περιεχόμενο του Ν.4030/2011

Ν.4030/2011. Νέος τρόπος έκδοσης αδειών δόμησης, ελέγχου κατασκευών και λοιπές διατάξεις. Κωδικοποίηση Διατάξεων.

Kων/νος Δ. Καρατσώλης Δικηγόρος Νομικός Συνεργάτης Τ.Ε.Ε

Έγκριση Δόμησης και άδεια δόμησης Ορισμοί και Περιεχόμενο του Ν.4030/2011

  • ‘’Το οικιστικό περιβάλλον, ως προστατευόμενο αγαθό τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημοσίου δικαίου, συμπίπτει με τον υπό ευρεία έννοια ζωτικό χώρο του ανθρώπου, το σύνολο των απειράριθμων αγαθών και στοιχείων που είναι απαραίτητα για την επιβίωση, την διατήρηση της υγείας του, την ποιότητα ζωής και την ανάπτυξη της προσωπικότητας του.’’
  • Η ποιότητα του Δομημένου Περιβάλλοντος καθρεπτίζει την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα και την ευημερία….

   Η ανάγκη αλλαγής του θεσμικού πλαισίου. Αιτιολογική έκθεση του Νόμου.

  Η ανάγκη για τη θεσμοθέτηση ενός νέου πλαισίου για την έκδοση αδειών δόμησης, τον αδιάβλητο και τεχνικά τεκμηριωμένο έλεγχο των κατασκευών καθώς και τον εκσυγχρονισμό όλων των διαδικασιών αδειοδότησης και παρακολούθησης, αποτελεί κοινή πεποίθηση και πηγάζει από:

  • την παγιωμένη πλέον αντίληψη στους Έλληνες πολίτες για τη διαφθορά των πολεοδομικών υπηρεσιών που αποτυπώνεται σε όλες τις κοινωνικές έρευνες για διαφθορά στο Δημόσιο τομέα και σε πολλά από τα πορίσματα των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης,
  • την απαίτηση μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας και του τεχνικού κόσμου ειδικότερα για νομιμότητα, διαφάνεια και έλεγχο των κατασκευών, που οφείλεται στη συνειδητοποίηση των άμεσων περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων που προκαλεί η ανομία στο οικιστικό αλλά και στο φυσικό περιβάλλον,
  • την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών τεκμηρίωσης, έκδοσης, διαχείρισης και αρχειοθέτησης των Αδειών Δόμησης, στο πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του «Καλλικράτη»,
  • τη δεδηλωμένη απαίτηση για τον πλήρη και διάφανο καταμερισμό των ευθυνών όλων των μερών: των αρχών αδειοδότησης, των μηχανικών, των κατασκευαστών και των ιδιοκτητών /επενδυτών,
  • τη συνταγματική απαίτηση για προστασία του περιβάλλοντος και τον έλεγχο των κατασκευών, που αποτελούν καθήκον του κράτους και δικαίωμα των πολιτών.

Διαχωρισμός αρμοδιοτήτων και λειτουργίας.

  • Την αρμοδιότητα έκδοσης των αδειών δόμησης (εγκριτική) ασκούν οι Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων.
  • Την αρμοδιότητα ελέγχου της ορθής εκτέλεσης των αδειών (ελεγκτική) ασκούν οι Ελεγκτές Δόμησης.
  • Οι Ελεγκτές είναι Μηχανικοί, με καθήκοντα ασυμβίβαστα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. ή υπαλλήλου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λειτουργούν ανεξάρτητα και δεν τελούν σε σχέση ιεραρχικού ελέγχου ή εποπτείας με τις Υπηρεσίες Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.).
  • Την αρμοδιότητα κρατικής και συνεχούς εποπτείας της άσκησης του έργου των Υ.ΔΟΜ και των Ελεγκτών Δόμησης, ασκεί η Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας καθώς και τα Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων, τα οποία συγκροτούνται σε κάθε περιφερειακή ενότητα. Διαφάνεια.

Η υποβολή όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών, προβλέπεται να είναι ηλεκτρονική και παράλληλα θεσμοθετείται η λειτουργία διαδραστικής διαδικτυακής πύλης ενημέρωσης και πληροφόρησης σχετικά με την Πολεοδομική Νομοθεσία.

Το σχέδιο νόμου αποτελείται από τρία κεφάλαια.

  • Στο Κεφάλαιο Α’ ορίζεται η διαδικασία χορήγησης της έγκρισης δόμησης και της έκδοσης της άδειας δόμησης, ο χρόνος ισχύος της και οι διαδικασίες ελέγχου των μελετών από την Υ.ΔΟΜ. και της ορθής εκτέλεσής τους από τους Ελεγκτές Δόμησης.
  • Επίσης θεσπίζεται το μητρώο μελετητών και επιβλεπόντων μηχανικών.
  • Στο Κεφάλαιο Β’ περιλαμβάνονται οι διατάξεις για τους Ελεγκτές Δόμησης και την άσκηση του έργου τους καθώς και οι διατάξεις που καθορίζουν την άσκηση του κρατικού ελέγχου και εποπτείας στην άσκηση των καθηκόντων τους από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας (ΕΥΕΔΕΝ).
  • Στο Κεφάλαιο Γ’ προβλέπεται η συγκρότηση των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής (ΣΑ) και του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ) και οι διαδικασίες γνωμοδότησης επί των αρχιτεκτονικών μελετών. Επίσης προβλέπεται η συγκρότηση του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) για την εξέταση των προσφυγών κατά των πορισμάτων των Ελεγκτών Δόμησης και των πράξεων ή παραλείψεων των Υ.ΔΟΜ., καθώς και για την άσκηση των αρμοδιοτήτων των ΣΧΟΠ τα οποία καταργούνται.
  • Τέλος, προβλέπεται η συγκρότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ) για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, το οποίο και καταργείται.

Άρθρο 1

Ορισμοί της έγκρισης δόμησης και της άδειας δόμησης

Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι ακόλουθοι όροι έχουν το εξής περιεχόμενο:

  1. έγκριση δόμησης: η πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης σύμφωνα με τους όρους δόμησης, που επιτρέπει την έκδοση της άδειας δόμησης.
  2. άδεια δόμησης: η άδεια που επιτρέπει την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών που περιγράφονται σε αυτήν και στις μελέτες που τη συνοδεύουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 2

Αρμόδια όργανα χορήγησης

Αρμόδια όργανα για τη χορήγηση της έγκρισης δόμησης και της άδειας δόμησης είναι οι Υπηρεσίες Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.) των Δήμων, εκτός εάν από ειδικές διατάξεις ορίζεται διαφορετικά.

Οι αρμόδιες υπηρεσίες για την έκδοση της άδειας δόμησης, που είναι πλέον οι Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων, σύμφωνα με το ν.3852/2010.

Παρατήρηση –Νομοθετική πρόβλεψη. Άρθρο 4 Ν.4067/2012 (Με την επιφύλαξη της Εφαρμογής των διατάξεων του Ν.4067/2012 τρεις μήνες από την ψήφισή του)

Άδειες Δόμησης

  • 1. Άδεια Δόμησης, κατά την έννοια του άρθρου 1 του ν. 4030/2011, απαιτείται για την εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας δόμησης, όπως:
  • α. Κατεδάφιση κατασκευών.
  • β. Εκσκαφές, επιχώσεις, επιστρώσεις, διαμορφώσεις οικοπέδων και γηπέδων με σκοπό τη δόμηση. γ. Τοποθέτηση ικριωμάτων.
  • δ. Ανέγερση, προσθήκη, επισκευή, κτιρίων και των παραρτημάτων τους. ε. Τροποποίηση ή επισκευή όψεων με χρήση ικριωμάτων.
  • στ. Αλλαγή χρήσης, σε περίπτωση που επέρχεται αλλαγή προς το δυσμενέστερο, στα φορτία σχεδιασμού της στατικής μελέτης ή στον αριθμό απαιτουμένων θέσεων στάθμευσης. ζ. Κατασκευή και προσθήκη οποιασδήποτε μορφής εγκατάστασης, που δεν ορίζεται με τις παραγράφους 2 και 3. η. Περιτοιχίσεις και περιφράξεις που δεν ορίζονται με την παράγραφο 3ζ. θ. Κατασκευή υπόγειων δεξαμενών.
  • 2. Έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, απαιτείται για τις ακόλουθες εργασίες σε κτίρια που υφίστανται νόμιμα:
  • α. Δοκιμαστικές τομές του εδάφους και εκσκαφή μετά από έγγραφο της αρμόδιας αρχαιολογικής υπηρεσίας.
  • β. Τοποθέτηση προκατασκευασμένων κατοικιών για αυτοστέγαση μειονεκτικών και ειδικών ομάδων πληθυσμού όπως εκάστοτε ορίζονται.
  • γ. Αντλητικές εγκαταστάσεις και κτίσματα με τις απολύτως απαραίτητες διαστάσεις για τη στέγασή τους σύμφωνα με το άρθρο 3 του π.δ. 24/ 31.5.1985 (Δ’ 270), εκτός της περίπτωσης που επιβάλλεται η κατασκευή υποστυλωμάτων και εφόσον έχουν την απαιτούμενη έγκριση της αρμόδιας Διεύθυνσης Γεωργίας.
  • δ. Γεωτρήσεις νερού σε ιδιόκτητα οικόπεδα εντός σχεδίου ή εντός οικισμού ή σε γήπεδα εκτός σχεδίου, μετά από έγκριση του δήμου της περιοχής και της αρμόδιας Διεύθυνσης της περιφέρειας.
  • ε. Οι εργασίες που απαιτούνται για γεωτεχνικές έρευνες, σύμφωνα με τον ΕΑΚ 2003, χωρίς εργασίες αντιστήριξης.
  • στ. Εγκατάσταση προσωρινών κατασκευών που συνοδεύεται με πιστοποιητικό στατικής επάρκειας.
  • ζ. Η κατασκευή ανελκυστήρα σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 27 που απαιτείται για τη μετακίνηση των ατόμων με αναπηρία ή εμποδιζόμενων ατόμων σε υφιστάμενα κτίρια.
  • η. Κοπή δένδρων μέσα σε εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια ή τις Ζ.Ο.Ε. που δεν προστατεύονται από τις διατάξεις για την προστασία των δασών και των δασικών γενικά εκτάσεων ή από διατάξεις της αρχαιολογικής νομοθεσίας ή της νομοθεσίας για τις προστατευόμενες περιοχές ή άλλης συναφούς νομοθεσίας. Για την κοπή δένδρων, στο περίγραμμα της εκσκαφής δεν απαιτείται οποιαδήποτε άδεια κατά τις διατάξεις του παρόντος, με την εξαίρεση των αδειών και εγκρίσεων που απαιτούνται από τις ειδικές διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου.
  • θ. Υπόγειοι σταθμοί διανομής ή μέτρησης και ρύθμισης φυσικού αερίου. Η έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας εκδίδεται από την αρμόδια υπηρεσία δόμησης, μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη ή του έχοντος νόμιμο δικαίωμα, η οποία συνοδεύεται από τεχνική έκθεση μηχανικού. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζεται η διαδικασία έκδοσης της έγκρισης εργασιών μικρής κλίμακας και κάθε σχετικό θέμα.
  • 3. Δεν απαιτείται Άδεια Δόμησης ή έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, για τις ακόλουθες εργασίες:
  • α. Μικρής έκτασης εσωτερικές επισκευές ή διασκευές που δεν μεταβάλλουν τη φέρουσα κατασκευή του κτιρίου ή τις όψεις του, συμπεριλαμβανομένων των κατασκευών που απαιτούνται για τη μετακίνηση ή την κάθε μορφής εξυπηρέτηση των ατόμων με αναπηρία ή εμποδιζόμενων ατόμων. Δεν συμπεριλαμβάνεται η κατασκευή ανελκυστήρα της παραγράφου 2 του άρθρου 27.
  • β. Εσωτερικούς και εξωτερικούς χρωματισμούς ή αντικατάσταση κιγκλιδωμάτων χωρίς χρήση ικριωμάτων.
  • γ. Αλλαγή ή επισκευή δαπέδων.
  • δ. Συντήρηση, επισκευή ή διασκευή εγκαταστάσεων και αγωγών κτιρίων.
  • ε. Αντικατάσταση εσωτερικών ή εξωτερικών κουφωμάτων στο ίδιο άνοιγμα. στ. Συντήρηση, επισκευή στεγών χωρίς χρήση ικριωμάτων.
  • ζ. Απλή περιτοίχιση από λιθοδομή μέχρι ύψους ενός μέτρου (1,00 μ.) ή περίφραξη από ελαφρύ υλικό χωρίς χρήση σενάζ, γηπέδων σε εκτός σχεδίου περιοχές. Επίσης, επιτρέπεται οριοθέτηση με πασσάλους των κορυφών οικοπέδου ή γηπέδου.
  • η. Κατασκευή πέργκολας σε ισόγειους υπαίθριους χώρους κατοικιών ή στον περιβάλλοντα ακάλυπτο χώρο. Κατασκευή εστιών, φούρνων και τζακιών σε εσωτερικούς χώρους.
  • θ. Τοποθέτηση ασκεπούς δεξαμενής νερού η πισίνας, μέγιστης επιφάνειας 50 τ.μ., που εξυπηρετούνται με εξωτερικά συστήματα μηχανοστασίου τύπου compact και δεν απαιτείται για την εγκατάστασή τους τοιχίο από οπλισμένο σκυρόδεμα και με την προϋπόθεση ότι το ύψος όλων των κατασκευών σε κανένα σημείο δεν υπερβαίνει περισσότερο το ένα μέτρο (1,00 μ.) από την οριστική στάθμη εδάφους και εφόσον δεν απαιτούνται εκσκαφές ή επιχώσεις του φυσικού εδάφους μεγαλύτερες από 1,00 μ. για την τοποθέτησή της και τηρείται η απαιτούμενη φύτευση του υποχρεωτικώς ακαλύπτου χώρου. Για την εγκατάσταση απαιτείται δήλωση αρμόδιου μηχανικού που αναλαμβάνει την ευθύνη της στατικής και ηλεκτρομηχανολογικής ασφάλειας της κατασκευής και των εγκαταστάσεων.
  • ι. Μικρές διαμορφώσεις του εδάφους με πέτρα μέχρι συν/πλην 0,50 μ. από το φυσικό έδαφος.
  • ια. Τοποθέτηση κλιματιστικών και επιτοίχιων λέβητων αερίου για θέρμανση και παραγωγή ζεστού νερού χρήσης, σε υφιστάμενα κτίρια σύμφωνα με την παράγραφο 10 του άρθρου 16, εγκατάσταση συστοιχίας επίτοιχων λεβήτων αερίου για θέρμανση ή παραγωγή ζεστού νερού χρήσης σε ισόγειους υπαίθριους χώρους κατοικιών, εγκατάσταση συστημάτων τροφοδοσίας, ρύθμισης και μέτρησης φυσικού αερίου (ρυθμιστές, μετρητές, παροχετευτικοί αγωγοί), εγκατάσταση συστημάτων Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Αποδοτικότητας (ΣΗΘΥΑ), υπέργειοι σταθμοί διανομής ή μέτρησης και ρύθμισης φυσικού αερίου σύμφωνα με το άρθρο 17.
  • ιβ. Τοποθέτηση ηλιακών θερμοσιφώνων σύμφωνα με την παράγραφο 2β’ και γ’ του άρθρου 19.
  • ιγ. Η κατασκευή φυτεμένων δωμάτων και φυτεμένων επιφανειών.
  • ιδ. Τοποθέτηση εξωτερικής θερμομόνωσης ή παθητικών ηλιακών συστημάτων στις εξωτερικές όψεις υφιστάμενων κτιρίων, εφόσον δεν αλλοιώνονται οι όψεις.Για τις ανωτέρω εργασίες απαιτείται, προ 48 ωρών, έγγραφη ενημέρωση για την εκτέλεσή τους της αρμόδιας Υπηρεσίας Δόμησης, που γνωστοποιείται στο οικείο αστυνομικό τμήμα. Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μπορούν να καθορίζονται επιπλέον των παραπάνω και άλλες περιπτώσεις, όπου δεν απαιτείται άδεια δόμησης, αλλά έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας ή ενημέρωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ. με την επιφύλαξη των περιπτώσεων των παραγράφων 1 και 3.
  • 4. Για τις ακόλουθες περιπτώσεις οι εργασίες εκτελούνται χωρίς άδεια δόμησης σύμφωνα με τους όρους που ορίζει η αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης και ύστερα από δήλωση ανάληψης επίβλεψης από αρμόδιο μηχανικό, που γνωστοποιείται στο οικείο αστυνομικό τμήμα: α) κατεδάφιση κατασκευών ή κτιρίων, που χαρακτηρίζονται επικινδύνως ετοιμόρροπα σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις περί επικινδύνων οικοδομών, με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 του άρθρου 6 του παρόντος νόμου, β) εφαρμογή των μέτρων ασφαλείας που καθορίζονται από την αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης, σε κτίριο ή κατασκευές που έχουν χαρακτηρισθεί επικίνδυνες, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, γ) κατεδάφιση ή αποκατάσταση κατασκευών που έχουν κριθεί οριστικά αυθαίρετες κατά τις ισχύουσες περί αυθαιρέτων διατάξεις.
  • 5. Αυθαίρετη και κατεδαφιστέα είναι κάθε κατασκευή που εκτελείται ή έχει εκτελεστεί: α) χωρίς οικοδομική άδεια ή άδεια δόμησης ή έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας ή έγγραφη ενημέρωση, όπως ορίζονται στο παρόν άρθρο, β) καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής άδειας ή της άδειας δόμησης γ) με βάση άδεια που ανακλήθηκε ή ακυρώθηκε και δ) κατά παράβαση γενικών ή ειδικών διατάξεων και των μέγιστων ανοχών όπως αυτές καθορίζονται.
  • 6. Σε περίπτωση αυθαίρετης κατασκευής, που τηρεί τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ή αυτές που ίσχυαν κατά το χρόνο κατασκευής της, αυτή είναι δυνατόν να νομιμοποιηθεί ύστερα από έκδοση ή αναθεώρηση της άδειας δόμησης. Μετά την έκδοση ή αναθεώρηση της παραπάνω άδειας δόμησης, η κατασκευή παύει να είναι αυθαίρετη και κατεδαφιστέα. Πρόστιμο αυθαίρετης κατασκευής δεν επιβάλλεται σε περίπτωση αναθεώρησης άδειας δόμησης, που βρίσκεται σε ισχύ, εφόσον τηρείται το περίγραμμα της οικοδομής, ο συντελεστής δόμησης και ο συντελεστής όγκου.
  • 7. Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Άμυνας και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία έκδοσης άδειας δόμησης για την εκτέλεση στρατιωτικών έργων ή εγκαταστάσεων.
  • 8. Με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων καθορίζονται οι όροι και η διαδικασία έκδοσης άδειας δόμησης, για την εκτέλεση έργων ή εγκαταστάσεων στους χώρους των πολιτικών αεροδρομίων, των εγκαταστάσεων ραδιοβοηθημάτων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και των χώρων των ζωνών λιμένων, ως και κάθε σχετική λεπτομέρεια.

Η έγκριση δόμησης και η άδεια δόμησης υπό το πρίσμα του Διοικητικού Δικαίου.

1.Έννοια διοικητικής πράξης.

  • Μέχρι σήμερα στο δίκαιό μας είχε αποκρυσταλλωθεί ότι η οικοδομική άδεια είναι εκτελεστή διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις.
  • Από την απλή ανάγνωση των νέων διατάξεων προκύπτει ομοίως ότι τόσο η έγκριση δόμησης όσο και η άδεια δόμησης είναι διοικητικές πράξεις.
  • Μάλιστα αποτελούν στο σύνολό τους μια σύνθετη διοικητική ενέργεια

Έγκριση Δόμησης και άδεια δόμησης – Σύνθετη διοικητική ενέργεια.

  • Σύνθετη διοικητική ενέργεια υπάρχει, όταν οι σχετικές διατάξεις ορίζουν ότι για την επέλευση του τελικού έννομου αποτελέσματος απαιτούνται περισσότερες διαδοχικές διοικητικές πράξεις, η έκδοση κάθε μίας από τις οποίες είναι προϋπόθεση για την έκδοση της επόμενης, η δε τελευταία πράξη ενσωματώνει όλες τις προηγούμενες, οι οποίες έτσι αποβάλουν την αυτοτέλειά τους.
  • Στη σύνθετη διοικητική ενέργεια κάθε μία από τις πράξεις που την αποτελούν εκδίδεται με ιδιαίτερη διαδικασία.
  • Η έννοια της σύνθετης διοικητικής ενέργειας έχει ιδιαίτερη σημασία για τον δικαστικό έλεγχο των διοικητικών πράξεων.
  • Έτσι, π.χ. το κύρος κάθε πράξης επηρεάζει μόνον το κύρος των πράξεων που την ακολουθούν. Κάθε πράξη μπορεί να προσβληθεί πριν από την ενσωμάτωσή της στην τελική. Μαζί με την τελική συμπροσβάλλονται και εκείνες που έχουν προηγηθεί.
  • Σε περίπτωση ανάκλησης (ΣΕ 3335/1988) ή ακύρωσης μίας ενδιάμεσης πράξης, η ενέργεια επαναλαμβάνεται όχι ολόκληρη, αλλά από την πράξη που ακυρώθηκε (ΣΕ 3021/1980).

  • Τι είναι διοικητική πράξη :
  • Διοικητική πράξη είναι η δήλωση της βούλησης του διοικητικού οργάνου, που γίνεται σύμφωνα με ορισμένη διαδικασία ή και χωρίς διαδικασία, με την οποία θεσπίζεται μονομερώς ένας κανόνας δικαίου, δηλαδή θεσπίζεται μία νομική ρύθμιση με μόνη τη βούληση του διοικητικού οργάνου.
  • Συνεπώς, η διοικητική πράξη είναι το νομικό μέσο με το οποίο ασκείται η δημόσια εξουσία από το διοικητικό όργανο.

Πότε προσβάλλεται , ενώπιον ποιου δικαστηρίου.

  • Οι εκτελεστές διοικητικές πράξεις, καθώς και οι σιωπηρές αρνητικές πράξεις και ειδικότερα η «παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας» προσβάλλονται, με αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του κατά τόπον αρμόδιου Διοικητικού Εφετείου, για ορισμένους λόγους που ανάγονται στην εξωτερική ή την εσωτερική νομιμότητά της και για την άσκηση αυτής προϋπόθεση είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος.
  • Έννομο συμφέρον για την άσκηση της αίτησης ακυρώσεως υπάρχει όταν συντρέχουν οι εξής δύο προϋποθέσεις:
  • α. Η προσβαλλόμενη πράξη έχει προκαλέσει ηθική ή υλική βλάβη στον αιτούντα και
  • β. Ο αιτών υφίσταται τη βλάβη αυτή με ορισμένη ιδιότητα που αναγνωρίζεται από τους κανόνες του δικαίου, δηλαδή, να υπάρχει μια ειδική έννομη σχέση του αιτούντα με την προσβαλλόμενη πράξη (ΣΕ 86/1988, 4045/1998).

  • Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι υλικό, όταν η βλάβη που προκαλείται από την προσβαλλόμενη πράξη ή παράλειψη αφορά περιουσιακά δικαιώματα και μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, είτε ηθικό, όταν η βλάβη δεν συνίσταται σε περιουσιακή ζημία, αλλά αφορά καταστάσεις που έχουν ηθική αξία για τον αιτούντα (ΣΕ 3167/1998).
  • Λόγοι που θεμελιώνουν την αίτηση ακυρώσεως είναι:
  • 1. Η αναρμοδιότητα της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την πράξη,
  • 2. Η παράβαση ουσιώδους τύπου που έχει ταχθεί για την ενέργεια της πράξης,
  • 3. Η παράβαση κατ’ ουσία διάταξης νόμου και
  • 4. Η κατάχρηση εξουσίας.

 

Η προσβολή της πράξης …/ η πενταετία.. /λόγοι προσβολής.

  • Στο άρθρο μόνο του α.ν. 261/1968 (ΦΕΚ Α` 12) ορίζεται ότι: “Ατομικαί διοικητικαί πράξεις, εκδοθείσαι κατά παράβασιν νόμου, ανακαλούνται υπό της Διοικήσεως ελευθέρως και άνευ οιασδήποτε δια το Δημόσιον συνεπείας, εντός ευλόγου από της εκδόσεως αυτών χρόνου. Επιφυλασσομένων των ειδικώς, άλλως οριζουσών, διατάξεων της κειμένης νομοθεσίας, χρόνος, ήσσων της πενταετίας τουλάχιστον από της εκδόσεως των κατά τα άνω ανακλητικών πράξεων, εν ουδεμία περιπτώσει δύναται να θεωρηθεί ως μη εύλογος προς ανάκλησιν, ανεξαρτήτως τυχόν κτήσεως υπό τρίτων βάσει αυτών οιουδήποτε δικαιώματος”.
  • Η διάταξη αυτή, η οποία προβλέπει ότι η ανάκληση διοικητικής πράξεως σε χρόνο μικρότερο της πενταετίας από την έκδοσή της θεωρείται ότι γίνεται εντός ευλόγου χρόνου, δεν ορίζει πάντως ότι μετά την πάροδο της πενταετίας η ανάκληση γίνεται πέραν του ευλόγου χρόνου και ότι επομένως απαγορεύεται. Εάν η πάροδος ορισμένου χρόνου από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξεως υπερβαίνει τον εύλογο για την ανάκληση χρόνο, είναι ζήτημα που κρίνεται από το Δικαστήριο κατά περίπτωση, βάσει των γενικών αρχών που διέπουν την ανάκληση των διοικητικών πράξεων (ΣτΕ 3904/2008, 3447/2007, 2566/2002).
  • Περαιτέρω, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου περί ανακλήσεως των διοικητικών πράξεων – οι οποίες αποτελούν σύνθεση της αρχής της νομιμότητας, η οποία επιβάλλει στη Διοίκηση την ανάκληση κάθε παράνομης διοικητικής πράξεως, καθώς επίσης και της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του διοικουμένου, η οποία απαιτεί τη διατήρηση της ισχύος των ευμενών για τον καλόπιστο διοικούμενο πράξεων – η Διοίκηση δεν δύναται να ανακαλεί, μετά την πάροδο του εύλογου χρόνου, ακόμη και τις παράνομες πράξεις της, εφόσον έχει δημιουργηθεί καλοπίστως υπέρ του διοικουμένου πραγματική κατάσταση δεκτική έννομης προστασίας.
  • Ειδικότερα, η οικοδομική άδεια είναι παράνομη και ανακλητή και όταν η έκδοση της στηρίχθηκε σε στοιχεία τα οποία επικαλέσθηκε ή προσκόμισε ο αιτούμενος την έκδοση της και τα οποία αποδεικνύονται εκ των υστέρων αντικειμενικώς ανακριβή, συνέπεια δε της ανακρίβειας αυτής είναι ότι η άδεια εξεδόθη επί τη βάσει διατάξεων στις οποίες δεν θα μπορούσε νομίμως να στηριχθεί η έκδοση της αν δεν υπήρχε η ανωτέρω ανακρίβεια (Σ.τ.Ε. 2678/2003).

Άρθρο 3

Δικαιολογητικά στοιχεία και μελέτες

  • 1. Έγκριση Δόμησης
  • Για τη χορήγηση έγκρισης δόμησης, υποβάλλονται τα ακόλουθα δικαιολογητικά και μελέτες:
    1. Αίτηση του κυρίου ή του έχοντος νόμιμο δικαίωμα με τις δηλώσεις αναθέσεων – αναλήψεων και φύλλο ελέγχου.
    2. Τοπογραφικό διάγραμμα και διάγραμμα δόμησης. σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 9.
    3.  Αποδεικτικά καταβολής εισφορών και κρατήσεων για τις υπηρεσίες μηχανικού. Επίσης υποβάλλονται τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή κτηματογραφικό απόσπασμα για κάθε ακίνητο, αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας των υφιστάμενων κτισμάτων σε περίπτωση προσθήκης και εγκρίσεις άλλων υπηρεσιών και διοικητικών οργάνων, εκτός της γνωμοδότησης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ή του Σ.Χ.Ο.Π. Αιγαίου (όπως προστέθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 29 του ν. 4067/2012) όπου απαιτούνται.
    1. Αδεια Δόμησης Για την έκδοση άδειας δόμησης υποβάλλονται η έγκριση δόμησης , η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ή του Σ.Χ.Ο.Π. Αιγαίου, όπου απαιτείται ( όπως προστέθηκε με την παρ. 9 του άρθρου 29 ν. 4067/2012)  και τα ακόλουθα δικαιολογητικά και μελέτες, όπου απαιτούνται σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία:
      • α)Αίτηση του κυρίου ή του έχοντος νόμιμο δικαίωμα με τις δηλώσεις αναθέσεων – αναλήψεων σε ενιαίο τεύχος και φύλλο ελέγχου.
      • β)Αρχιτεκτονική μελέτη, στην οποία εμπεριέχεται η μελέτη παθητικής πυροπροστασίας και η μελέτη προσβασιμότητας για άτομα με αναπηρία όπου απαιτείται.
      • γ)Στατική μελέτη.
      • δ)Μελέτες ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων.
      • ε)Μελέτη ενεργειακής απόδοσης κτιρίου.
      • στ)Μελέτη χρονικού προγραμματισμού εκτέλεσης έργου.
      • ζ) Μελέτη υδραυλικών εγκαταστάσεων και αποχετεύσεων.
      • η) Μελέτη ενεργητικής πυροπροστασίας, θεωρημένη από την αρμόδια Πυροσβεστική Υπηρεσία.
      • θ)Μελέτη καυσίμου αερίου, εγκεκριμένη από την αρμόδια εταιρεία παροχής αερίου.
      • ι)Υπεύθυνη δήλωση κάθε μελετητή μηχανικού, στην οποία αναφέρεται ότι:
        • Οι μελέτες συντάχθηκαν σύμφωνα με τις γενικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις και κανονισμούς, είναι πλήρεις και τα στοιχεία τους συμφωνούν με τιςπροδιαγραφές και τους κανονισμούς που ισχύουν.
        • Οι διαστάσεις των σχεδίων και τα στοιχεία των μελετών ταυτίζονται με τις διαστάσεις και τα στοιχεία του διαγράμματος δόμησης και του τοπογραφικού διαγράμματος βάσει των οποίων εκδόθηκε η έγκριση δόμησης.
        • Οι τεχνικές εκθέσεις που συνοδεύουν τα τεύχη υπολογισμών είναι πλήρεις και σύμφωνες με τις προδιαγραφές που ισχύουν.
      • ια)Σχέδιο και φάκελος ασφάλειας και υγείας του έργου, με ορισμό του υπευθύνου συντονιστή κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 305/1996 (Α’ 212).
      • ιβ) Συμβολαιογραφική δήλωση των προβλεπόμενων χώρων στάθμευσης, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 1221/ 1981 (Α’ 292), και πιστοποιητικό μεταγραφής της στο υποθηκοφυλακείο ή καταχώρισής της στο κτηματολογικό γραφείο. Σε περίπτωση εξαγοράς, αντί της συμβολαιογραφικής δήλωσης υποβάλλεται αποδεικτικό καταβολής της απαιτούμενης εισφοράς.
      • ιγ) Αιτιολογική έκθεση της παραγράφου 1 του άρθρου 3 του ν. 1 577/1985 (Α’ 210).
      • ιδ) Αποδεικτικά κατάθεσης κρατήσεων και καταβολής εισφορών των μελετητών.
      • ιε) Ταυτότητα κτιρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 του ν. 3843/2010 (Α’ 62). Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της υποχρέωσης υποβολής του παραπάνω δικαιολογητικού.
    2. Η αίτηση, καθώς και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στοιχεία υποβάλλονται σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή.
    3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, Εσωτερικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών καθορίζονται:
      • α) η λειτουργία διαδραστικής διαδικτυακής πύλης ενημέρωσης και πληροφόρησης σχετικά με την Πολεοδομική Νομοθεσία.
      • β) ο τρόπος διαδικτυακής συνεργασίας μεταξύ των δημοσίων υπηρεσιών και άλλων φορέων που χορηγούν εγκρίσεις και η αυτεπάγγελτη αναζήτηση δικαιολογητικών από τις δημόσιες αρχές,
      • γ) οι τεχνικές προδιαγραφές των στοιχείων και δικαιολογητικών που υποβάλλονται σε ηλεκτρονική μορφή σύμφωνα με την παράγραφο 3.

Παρατήρηση – Νομοθετική ρύθμιση

Αρθρο 34 ΤΟΥ Ν.4067/2012 (ΝΟΚ)

Οικοδομικές άδειες σε ισχύ κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αναθεωρούνται μέσα στο χρόνο ισχύος τους είτε σύμφωνα με το σύνολο των διατάξεων του παρόντος είτε σύμφωνα με το σύνολο των διατάξεων, που ίσχυαν κατά το χρόνο έκδοσής τους.

Παρ.6 άρθρου  27 του Ν.4067/2012

Παρατείνεται η ισχύς των οικοδομικών αδειών, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 3α του άρθρου 6 του από 8.7.1993 προεδρικού διατάγματος (Δ’ 795), έως και τις 31.12.2014, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι όψεις και η τυχόν στέγη του κτιρίου και να ενταχθούν στην παρ. 4γ του άρθρου 6 του ν. 4030/2011. Για τις εργασίες αυτές δεν απαιτείται έκδοση αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, παρά μόνον έγγραφη ενημέρωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Δόμησης, η οποία γνωστοποιείται στο οικείο αστυνομικό τμήμα.

Το ειδικότερο νομικό θέμα αλλαγής, αντικατάστασης, παραίτησης του επιβλέποντος Μηχανικού. H αμοιβή του Μηχανικού.

  • Σύμφωνα με το άρθρο 338 παρ. 2 και 3 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ) : «2. Σε περίπτωση αποχής του επιβλέποντος, κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου, απαιτείται η άμεση αντικατάστασή του (…) 3. Δεν επιτρέπεται σε οποιαδήποτε περίπτωση η εκτέλεση έργου από τα προβλεπόμενα στο παρόν κεφάλαιο χωρίς προηγουμένως να οριστεί ο επιβλέπων εκτέλεσης του έργου ή ο αντικαταστάτης του, σε περίπτωση αποχής του. Παράβαση της διάταξης αυτής συνεπάγεται, εκτός των άλλων, την αναγκαστική διακοπή των εργασιών, εκτός εάν η αρμόδια υπηρεσία κρίνει σκόπιμο το διορισμό επιβλέποντα εκτέλεσης του έργου. Στην τελευταία περίπτωση η αμοιβή του επιβλέποντος καθορίζεται από την υπηρεσία σε βάρος του εκτελούντος τα έργα, ο οποίος δεν έχει δικαίωμα αποζημίωσης για την παρέμβαση αυτή της υπηρεσίας.»
  • Το άρθρο 342 του ΚΒΠΝ ορίζει: « 1. Ο επιβλέπων θεωρείται ότι απέχει από την επίβλεψη των εργασιών δόμησης που ανέλαβε και απαλλάσσεται των ευθυνών του σύμφωνα με το νόμο για τις εφεξής εκτελούμενες εργασίες, μόνο εάν το δηλώσει εγγράφως στην αρμόδια για τη χορήγηση των οικοδομικών αδειών υπηρεσία τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν πραγματικά απόσχει από την επίβλεψη. Αυτός που ζήτησε την άδεια για την εκτέλεση των παραπάνω εργασιών οφείλει μέσα στις τρεις αυτές, πριν από την πραγματική αποχή του επιβλέποντος ημέρες, να τον αντικαταστήσει. Για την αντικατάσταση του επιβλέποντος πρέπει να υποβληθεί σχετική αίτηση αυτού που εκτελεί τα έργα και δήλωση του αντικαταστάτη, η οποία θα περιλαμβάνει τα στοιχεία που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο 341. Εάν παρέλθει άπρακτη η παραπάνω τριήμερη προθεσμία, ο εκτελών τα έργα οφείλει μέχρι να καθοριστεί ο αντικαταστάτης να τα διακόπτει, διαφορετικά εφαρμόζονται κατ’ αυτού οι σχετικές διατάξεις. 2. Εάν ο επιβλέπων απέχει από την επίβλεψη του έργου λόγω ασθένειας ή άλλης ανώτερης βίας και δεν συμμορφωθεί στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, θεωρείται ότι απέχει από την επίβλεψη και απαλλάσσεται των σχετικών ευθυνών του για την περαιτέρω συνέχιση των εργασιών, μόνο εάν αποδείξει ενώπιον του δικαστηρίου ότι η ασθένεια ή η ανωτέρα βία κατέστησαν αδύνατη την υποβολή της δήλωσης της προηγούμενης παραγράφου. Στην περίπτωση όμως αυτή ο εκτελών τα έργα οφείλει μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την πραγματική αποχή του επιβλέποντος και εφόσον αυτός δεν ορίζει σύμφωνα με τις διατάξεις της επόμενης παραγράφου αναπληρωτή του, να τον αντικαταστήσει κατ’ εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. 3. Ο επιβλέπων δικαιούται, σε περίπτωση ασθένειας ή άλλου κωλύματος να ορίζει, με προσωπική του ευθύνη, προσωρινό αναπληρωτή του με έγγραφη κοινοποίηση προς τον εκτελούντα τα έργα, ο οποίος δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση γι’ αυτό, εφόσον δεν έχει συμφωνήσει διαφορετικά με τον επιβλέποντα.»
  • Επιπροσθέτως, με τις νέες διατάξεις του άρθρου 6 του νόμου (παρ. 5 – 7) :
  • Η άδεια δόμησης αναθεωρείται κατά το χρόνο ισχύος της αν αλλάξει ο επιβλέπων μηχανικός, με αίτηση που συνοδεύεται από:
  • α) λεπτομερή τεχνική έκθεση του νέου επιβλέποντος μηχανικού, στην οποία περιέχεται η περιγραφή του σταδίου των εργασιών και φωτογραφίες της κατασκευής και του περιβάλλοντος χώρου,
  • β) δήλωση του μηχανικού, που αντικαθίσταται για τη σύννομη περάτωση των εργασιών που έχει επιβλέψει, που συνοδεύεται από τεχνική έκθεση, φωτογραφίες της κατασκευής και του περιβάλλοντος χώρου.
  • 6. Αν υποβληθεί δήλωση παραίτησης του επιβλέποντος μηχανικού, η οποία συνοδεύεται από τεχνική έκθεση με τις εκτελεσθείσες εργασίες, διακόπτονται αμέσως οι οικοδομικές εργασίες και η συνέχισή τους επιτρέπεται μόνο μετά την αναθεώρηση της αδείας.
  • 7. Ο επιβλέπων θεωρείται ότι απέχει από την επίβλεψη των εργασιών δόμησης που ανέλαβε και απαλλάσσεται των ευθυνών του, μόνο εάν δηλώσει εγγράφως την αποχή από την επίβλεψη στην αρμόδια Υ.ΔΟΜ.. Αν ο επιβλέπων μηχανικός απέχει χωρίς την παραπάνω δήλωση, η Υ.ΔΟΜ. μετά από αίτηση του κυρίου ή του έχοντος νόμιμο δικαίωμα, μπορεί να προχωρήσει στην αντικατάστασή του, ύστερα από έλεγχο που διενεργείται από Ελεγκτή Δόμησης για την πιστοποίηση του σταδίου των εργασιών και καταβολής της αμοιβής. Στο διάστημα μέχρι τη χορήγηση της αναθεώρησης δεν εκτελούνται οικοδομικές εργασίες. Όταν συντρέχει λόγος διακοπής των οικοδομικών εργασιών η αρμόδια υπηρεσία δόμησης εκδίδει σήμα διακοπής εργασιών, το οποίο γνωστοποιείται αμέσως στην αρμόδια αστυνομική αρχή, η οποία το κοινοποιεί.
  • Επειδή η ανάθεση επίβλεψης συγκεκριμένου οικοδομικού έργου, κατά την κρατούσα στη νομολογία κρίση, φέρει το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου (ενδεικτικά: ΑΠ 63/2010, ΑΠ 1696/2007 κλπ), βρίσκουν εφαρμογή συμπληρωματικά και τα άρθρα 681 κ.ε. του ΑΚ, που αφορούν τη σύμβαση έργου. Από τα άρθρα αυτά το άρθρο 700 ΑΚ αφορά το δικαίωμα του εργοδότη για καταγγελία, σύμφωνα με το οποίο: «Ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση. Αν γίνει καταγγελία, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, αφαιρείται όμως απ’ αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.»
  • Ερμηνεύοντας το σύνολο των ως άνω νομοθετικών διατάξεων γίνεται φανερό ότι: Αλλαγή του επιβλέποντος το έργο μηχανικού είναι δυνατό να λάβει χώρα με τους εξής τρόπους: (α) με παραίτησή του ή (β) με αλλαγή του από τον εργοδότη.
  • Στην πρώτη περίπτωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 342 του ΚΒΠΝ ο επιβλέπων μηχανικός απαλλάσσεται των ευθυνών του, όχι με μόνη την παραίτησή του, αλλά, εφόσον δηλώσει την παραίτησή του εγγράφως στην αρμόδια για τη χορήγηση των οικοδομικών αδειών υπηρεσία
  • Ο επιβλέπων θεωρείται ότι απέχει από την επίβλεψη των εργασιών δόμησης που ανέλαβε και απαλλάσσεται των ευθυνών του, μόνο εάν δηλώσει εγγράφως την αποχή από την επίβλεψη στην αρμόδια Υ.ΔΟΜ.. Αν ο επιβλέπων μηχανικός απέχει χωρίς την παραπάνω δήλωση, η Υ.ΔΟΜ. μετά από αίτηση του κυρίου ή του έχοντος νόμιμο δικαίωμα, μπορεί να προχωρήσει στην αντικατάστασή του, ύστερα από έλεγχο που διενεργείται από Ελεγκτή Δόμησης για την πιστοποίηση του σταδίου των εργασιών και καταβολής της αμοιβής.
  • Η δεύτερη περίπτωση, αυτή της αλλαγής επιβλέποντα μηχανικού με πρωτοβουλία του εργοδότη, δύναται να πραγματοποιηθεί είτε εφόσον ο επιβλέπων απέχει από την επίβλεψη λόγω ασθένειας ή άλλης ανώτερης βίας, και εφόσον δεν έχει ορίσει αναπληρωτή του, ώστε να τον αντικαταστήσει, είτε με καταγγελία της σύμβασης επιβλέψεως έργου, δυνάμει του άρθρου 700 ΑΚ. (Αν ο επιβλέπων μηχανικός απέχει χωρίς την παραπάνω δήλωση, η Υ.ΔΟΜ. μετά από αίτηση του κυρίου ή του έχοντος νόμιμο δικαίωμα, μπορεί να προχωρήσει στην αντικατάστασή του, ύστερα από έλεγχο που διενεργείται από Ελεγκτή Δόμησης για την πιστοποίηση του σταδίου των εργασιών και καταβολής της αμοιβής.)
  • Ωστόσο, η ως άνω αλλαγή επιβλέποντος, πρέπει να είναι ενταγμένη εντός του πλαισίου που ορίζουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του ασκούμενου δικαιώματος (βλ. άρθρα 281, 288 ΑΚ). Ήτοι, αφενός ο εργοδότης οφείλει να γνωστοποιεί την πρόθεσή του για αλλαγή επιβλέποντα μηχανικού καθώς και τους λόγους που τον εξώθησαν σε αυτή και αφετέρου το δικαίωμα του εργολάβου (διπλωματούχου μηχανικού που ανέλαβε την εκπόνηση μελέτης και την επίβλεψη του έργου), να αξιώσει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, υπόκειται στον περιορισμό της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος σύμφωνα με το άρθρ. 281 ΑΚ (ΑΠ 1696/07).
  • Κατά τις διατάξεις του ΑΚ, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν, από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η άσκηση του δικαιώματος από το δικαιούχο έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ. ΑΠ 34/2005).
  • Στην περίπτωση αλλαγής επιβλέποντα μηχανικού με καταγγελία της σύμβασης, σύμφωνα με το άρθρο 700 ΑΚ, κατά ρητή πρόβλεψη της αυτής διάταξης και εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί κάτι διάφορο αλλά και δεν αντίκειται στην καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, ως άνω αναλύθηκε, οφείλεται ολόκληρη η αμοιβή του επιβλέποντα μηχανικού, από την οποία αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και οτιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο μηχανικός από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
  • Πάντως , οι εργασίες δόμησης , διακόπτονται, εφόσον δεν υπάρχει επιβλέπων μηχανικός και ξαναρχίζουν όχι απλά με τον ορισμό του νέου επιβλέποντα, αλλά με την αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας.
  • Η ειδική πρόβλεψη της παρ. ια)του άρθρου 3.
  • Σχέδιο και φάκελος ασφάλειας και υγείας του έργου, με ορισμό του υπευθύνου συντονιστή κατά τα οριζόμενα στο π.δ. 305/1996 (Α’ 212).
  • Τομή στο μέχρι τώρα δίκαιο ο υποχρεωτικός ορισμός του υπευθύνου συντονιστή κατά τα οριζόμενα στο π.δ 305/1996 (Α’212)
  • Σύμφωνα με το Π.Δ 305/1996 (εργατικό δίκαιο) σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια” (όγδοη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16 (παράγραφος 1) της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) καθορίζονται οι ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας που πρέπει να εφαρμόζονται στα προσωρινά ή κινητά εργοτάξια, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2.
  • Από την ενδελεχή ανάλυση του Π.Δ 305/1996 προκύπτει ότι στο συγκεκριμένο νομοθέτημα δεν προβλέπεται ο όρος «επιβλέπων» αλλά αυτός του «συντονιστή». Έτσι, συντονιστής για θέματα ασφαλείας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης του έργου είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου αναθέτει την εκτέλεση των καθηκόντων που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 5 του νομοθετήματος αυτού.
  • Εξίσου, συντονιστής για θέματα ασφαλείας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο ο εργολάβος ολόκληρου του έργου και εάν δεν υπάρχει ο κύριος του έργου αναθέτει τα καθήκοντα που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του νομοθετήματος αυτού.
  • Ο συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκπόνηση της μελέτης συντονίζει την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του συγκεκριμένου διατάγματος, καταρτίζει ή αναθέτει την κατάρτιση του σχεδίου ασφάλειας και υγείας, καταρτίζει το φάκελο ασφάλειας και υγείας. Ο συντονιστής για θέματα ασφάλειας και υγείας κατά την εκτέλεση του έργου οφείλει να συντονίζει, επίσης, την εφαρμογή των γενικών αρχών πρόληψης και ασφάλειας στις τεχνικές ή και οργανωτικές επιλογές, να συντονίζει την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων ώστε οι εργολάβοι και οι υπεργολάβοι να εφαρμόζουν με συνέπεια τις αρχές τις προβλεπόμενες στο συγκεκριμένο διάταγμα, όπως και να εφαρμόζουν, όποτε απαιτείται το σχέδιο ασφάλειας και υγιεινής, να συντονίζει την εποπτεία για την ορθή εφαρμογή των εργασιακών διαδικασιών.
  • (ΒΛ. αναλυτικά σελ.59 , σελ 70 σημειώσεων εισήγησης)

Μητρώο Μελετητών & Επιβλεπόντων

  • Αιτιολογική έκθεση
  • Τα Μητρώα Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών.
  • Τα προβλεπόμενα δημόσιας πρόσβασης Μητρώα Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών με τα επαγγελματικά τους προσόντα και δικαιώματα, θα κατοχυρώσουν τους πολίτες από φαινόμενα παράνομης άσκησης επαγγέλματος και νομιμότητας των αδειών δόμησης.

Άρθρο8 Μητρώο Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών και καθήκοντα

  • 1.Στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, τηρείται μητρώο στο οποίο παρέχεται δημόσια πρόσβαση, με τα στοιχεία των μηχανικών. Αυτό περιλαμβάνει τα επαγγελματικά προσόντα μηχανικού, τον τίτλο σπουδών, την ειδικότητα, την άδεια άσκησης και τα ειδικά επαγγελματικά δικαιώματα. Ο αριθμός του μητρώου είναι μοναδικός για κάθε μηχανικό, ενώ η δήλωσή του και ο έλεγχος του στοιχείου από την Υ.ΔΟΜ. αποτελούν προϋπόθεση για την έκδοση της έγκρισης και της άδειας δόμησης.

Παρατήρηση – Νεώτερη νομοθετική ρύθμιση.

Άρθρο 29 παρ.1 του Ν.4067/2012

  • Η ισχύς της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4030/2011 αρχίζει μετά την έκδοση απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με την οποία διαπιστώνεται η οργάνωση του μητρώου του πρώτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου. Εγκρίσεις και άδειες δόμησης, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας, χωρίς τη δήλωση του αριθμού του μηχανικού στο μητρώο της παραπάνω διάταξης θεωρούνται νομίμως εκδοθείσες.
  • 2. Οι μελετητές μηχανικοί ευθύνονται για την εκπόνηση όλων των επί μέρους μελετών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Για τις άδειες δόμησης που αφορούν κτίρια σε παραδοσιακό οικισμό, παραδοσιακό ή ιστορικό τμήμα πόλης, οικιστικό σύνολο που έχει χαρακτηριστεί ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο, καθώς και κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή νεότερα μνημεία οι αρχιτεκτονικές μελέτες εκπονούνται και υπογράφονται αποκλειστικά από αρχιτέκτονες μηχανικούς και οι στατικές μελέτες από τους αρμόδιους πολιτικούς μηχανικούς.
  • 3. Οι επιβλέποντες μηχανικοί ευθύνονται ανά τομέα επίβλεψης:
  • α) Για την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών σύμφωνα με τις μελέτες που συνοδεύουν την έγκριση δόμησης και την άδεια δόμησης. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 341 και 342 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. της 14.7.1999, Δ’ 580).
  • β) Για τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων στοιχείων της Ταυτότητας του Κτιρίου σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του ν. 3843/2010.
  • γ) Για την ενημέρωση της Υ.ΔΟΜ. για τον ορισμό της ημερομηνίας ελέγχου.

Aνάλυση  – Αιτιολογία

 Με το άρθρο 8 θεσπίζεται το μητρώο μελετητών και επιβλεπόντων μηχανικών και προσδιορίζεται η ευθύνη αυτών.

Η ευθύνη των Μελετητών σύμφωνα με τις νέες διατάξεις.

(Μελέτη φέροντος, οργανισμού και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων).

  • Μια από τις κύριες αλλαγές του πλαισίου έκδοσης αδειών δόμησης είναι και η πλήρης ευθύνη των Μελετητών Μηχανικών για τις εκπονούμενες μελέτες οι οποίες δεν θα ελεγθούν από την Υπηρεσία δόμησης ως προς τα κύρια στοιχεία προδιαγραφών, αστοχιών, εφαρμογής ειδικών κανονισμών και αξιοπιστίας.
  • Βεβαίως ακόμη και με το προϊσχύον δίκαιο οι μελετητές Μηχανικοί είχαν την ευθύνη για το εκπονούμενο έργο , ωστόσο ο έλεγχος και η έγκριση των μελετών από τις αρμόδιες υπηρεσίες , δια του τεκμηρίου νομιμότητας, δημιουργούσε συνθήκες «ασφάλειας» και καταμερισμού στις ελάχιστες περιπτώσεις , πραγματικά σημαντικών αστοχιών.
  • Είναι αληθές ότι κυρίως στον τομέα των μελετών φέροντος οργανισμού και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων οι επιστημονικές εξελίξεις και το επίπεδο των εκπονούμενων μελετών πολλές φορές είχαν σαν αποτέλεσμα την εφαρμογή έργων βάσει μελετών οι οποίες ουδέποτε προσκομίστηκαν , ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από την υπηρεσία. Η γραφειοκρατία και οι συνθήκες διαπλοκής είχαν διαμορφώσει ένα πλαίσιο «αποφυγής» από τον έλεγχο της πολεοδομικής υπηρεσίας.
  • Με τη νέα διάταξη σε συνδυασμό με τις βασικές διατάξεις ποινικού χαρακτήρα διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο το οποίο απαιτεί άριστη επιστημονική επάρκεια, προσοχή και προσήλωση και διαφύλαξη σημαντικών αγαθών δημοσίου ενδιαφέροντος ευθέως από τον Μηχανικό , χωρίς τον έλεγχο και την συμμετοχή άμεσα κρατικών λειτουργιών. Μάλιστα σε συνδυασμό με την παρ.ι του άρθρου 3 του νόμου (Υπεύθυνη δήλωση κάθε μελετητή μηχανικού, στην οποία αναφέρεται ότι: Οι μελέτες συντάχθηκαν σύμφωνα με τις γενικές και ειδικές πολεοδομικές διατάξεις και κανονισμούς, είναι πλήρεις και τα στοιχεία τους συμφωνούν με τις προδιαγραφές και τους κανονισμούς που ισχύουν. Οι διαστάσεις των σχεδίων και τα στοιχεία των μελετών ταυτίζονται με τις διαστάσεις και τα στοιχεία του διαγράμματος δόμησης και του τοπογραφικού διαγράμματος βάσει των οποίων εκδόθηκε η έγκριση δόμησης. Οι τεχνικές εκθέσεις που συνοδεύουν τα τεύχη υπολογισμών είναι πλήρεις και σύμφωνες με τις προδιαγραφές που ισχύουν.)
  • καθίσταται σαφές ότι η ευθύνη για την τήρηση όλων των προδιαγραφών και των ειδικών κανονισμών εναπόκεινται στην βούληση των ιδιωτών Μηχανικών.

Η επίβλεψη κατά το Ν.4030/2011

  • Το ειδικότερο πλαίσιο ευθυνών πέραν των θεσπιζόμενων με τον Ν.4030/2011 διατάξεων
  • Οι διατάξεις του από 17/7-16/8/1923 Ν.Δ. (άρθρα 53-55) σε συνδυασμό με το Β.Δ. 15/12/23-21/01/24 περί εκτελέσεως του από 17/07/1923 περιγράφουν την υπηρεσία της επίβλεψης – εποπτείας τεχνικών έργων για την κατασκευή των οποίων απαιτείται άδεια από δημόσια αρχή.
  • Σύμφωνα μ’ αυτές ο επιβλέπων – εποπτεύων την εκτέλεση του έργου με σύμβαση που συνάπτει με τον εκτελούντα το οικοδομικό έργο (κύριο του έργου ή εργολάβο ή πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο τον έργου έχει αναλάβει την διαχείριση και τη κατασκευή του έργου για λογαριασμό τον κυρίου του έργου) αναλαμβάνει τις κάτωθι συγκεκριμένες αρμοδιότητες – καθήκοντα:
  • επιβλέπει τις οικοδομικές εργασίες η φύση  των οποίων εμπίπτει στις αρμοδιότητες που του αναθέτει η Πολεοδομία  με την οικοδομική άδεια
  • επιβλέπει την αρχιτεκτονική και κτιριολογική διάταξη της οικοδομής έχοντας την ευθύνη για την εφαρμογή του σχεδίου και την τήρηση υπό της υγιεινής και αισθητικής επιβαλλομένων περιορισμών και των λοιπών όρων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η σχετική οικοδομική άδεια
  • επιβλέπει τη δόμηση των μεταλλικών και. εκ μεταλλοπαγούς σκυροκονιάματος ή και εξ άλλων υλικών μερών της οικοδομής έχοντας την ευθύνη για τη στερεότητα αυτών.
  • Ο Μηχανικός αναφέρεται στην Πολεοδομική Υπηρεσία για την σύννομη εκτέλεση του έργου.
  • Αντικαθίσταται μόνο με έγκριση της υπηρεσίας. Η σύμβαση του δεν λύεται με μόνη τη βούληση του κυρίου του έργου.
  • Χαρακτηριστικό των ανωτέρω καθηκόντων είναι ότι αυτά είναι συγκεκριμένα και δεν καθιερώνουν κάποιο γενικό καθήκον μέριμνας και προσοχής για την αποτροπή αξιόποινων αποτελεσμάτων εξ οιασδήποτε πηγής κινδύνου.
  • Επιπροσθέτως, η ευθύνη μηχανικών κατά την εκτέλεση έργου διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, από τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις του ΑΚ. Κατά παρέκκλιση, η ευθύνη των μηχανικών στους οποίους ανατίθεται η επίβλεψη ανεγειρόμενης οικοδομής διέπεται και από το άρθρο 341 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ). Ειδικότερα στην παράγραφο 2 του άρθρου 341 του ΚΒΠΝ ορίζεται ” Εάν οι επιβλέποντες την εκτέλεση ενός έργου είναι περισσότεροι από ένας, ο καθένας από αυτούς οφείλει να ορίζει στην κατά τα παραπάνω δήλωσή του σαφώς τις εργασίες, την επίβλεψη των οποίων αναλαμβάνει. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια υπηρεσία για τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών, καθορίζει εγγράφως τις ευθύνες του κάθε επιβλέποντος ανάλογα με τη φύση των εργασιών, των οποίων την επίβλεψη αυτός αναλαμβάνει. Πάντως, ο αναλαμβάνων την επίβλεψη της αρχιτεκτονικής και κτιριολογικής διάταξης της οικοδομής είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου και την τήρηση των περιορισμών που επιβάλλονται για λόγους υγιεινής και αισθητικής και των υπόλοιπων όρων σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια. Ο αναλαμβάνων την επίβλεψη της δόμησης των μεταλλικών και από οπλισμένο σκυρόδεμα ή και από άλλα υλικά μερών της οικοδομής είναι υπεύθυνος για τη στερεότητά τους.”.
  • Στο εκτεταμένο πεδίο της ευθύνης μηχανικών εμπίπτει και η διάταξη του άρθρου 286 του Ποινικού Κώδικα, η οποία αναφέρεται στην παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής, κατά την οποία:
    • «1. Όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.
    • 2. Η παραγραφή της άνω πράξεως αρχίζει από την ημέρα της επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης.»
  • Προς τούτο αντιλαμβανόμαστε ότι το σύνολο των διατάξεων (έλεγχος διαγράμματος κάλυψης, ελεγκτές δόμησης, ηλεκτρονικές υπηρεσίες, έλεγχος κατασκευών) θα πρέπει να εφαρμοστούν πλήρως, ώστε να καλυφθεί στο σύνολο ο δημόσιος έλεγχος. Σε διαφορετική περίπτωση εάν μια από τις παραμέτρους του νόμου αστοχήσει, πιθανότατα τα αποτελέσματα για τους μελετητές μηχανικούς να είναι δυσμενή.
  • Στην πραγματικότητα δίδεται στον Έλληνα Μηχανικό μια μεγάλη, νομικά ιστορική ευκαιρία ανάληψης ευθύνης προς προστασία του Κοινωνικού συνόλου αντίστοιχη του επιπέδου σπουδών του και των φιλοδοξιών της πολιτείας… (Βλ και σημειώσεις. Ευθύνη σε περίπτωση πτώσης κτίσματος από σεισμό)

Οι ελεγκτές δόμησης.

  • Έλεγχος εργασιών δόμησης. Επιβλέποντες Μηχανικοί. Ελεγκτές δόμησης.
  • Άρθρο 7
  • Αρμοδιότητες ελεγκτών δόμησης.
  • Άρθρο 11.
  • Διαδικασία ορισμού του ελεγκτή δόμησης.
  • Άρθρο 7
  • Στάδια ελέγχου.
  • Άρθρο 7.Υπουργική απόφαση
  • Αντικείμενο ελέγχου – αυτοψίες.
  • Άρθρο 7 .Υπουργική απόφαση
  • Πόρισμα ελεγκτή δόμησης.
  • Άρθρο 15
  • Επιβλέποντες Μηχανικοί, ευθύνη – παρουσία κατά τον έλεγχο.
  • Άρθρο 7 παρ.8
  • Διαπίστωση αυθαιρέτων κατασκευών.
  • Άρθρο 15
  • Διαδικασία επιβολής προστίμων.
  • Άρθρο 15
  • Προσφυγή ενδιαφερόντων.
  • Άρθρο 30
  • Επικίνδυνες κατασκευές.
  • Ειδικό θέμα.
  • Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ).
  • Άρθρο 30 – 34
  • Προσφυγές κατά των πορισμάτων των ελεγκτών δόμησης.
  • Άρθρο 33-34
  • Πιστοποιητικό Ελέγχου Κατασκευής (Π.Ε.Κ.).
  • Άρθρο 7
  • Ολοκλήρωση των εργασιών
  • Άρθρο 7.

Οι αναφορές στο άρθρο 7 του Νόμου.

Έλεγχος εργασιών δόμησης. Επιβλέποντες Μηχανικοί. Ελεγκτές δόμησης.

Διαδικασία ορισμού του ελεγκτή δόμησης.

Στάδια ελέγχου.

  • Υπουργική απόφαση

Αντικείμενο ελέγχου – αυτοψίες.

  • Υπουργική απόφαση

Επιβλέποντες Μηχανικοί, ευθύνη – παρουσία κατά τον έλεγχο.

Πιστοποιητικό Ελέγχου Κατασκευής (Π.Ε.Κ.).

Ολοκλήρωση των εργασιών

Έλεγχος εργασιών δόμησης. Επιβλέποντες Μηχανικοί. Ελεγκτές δόμησης.

  • Παρ.3. Ο έλεγχος είναι υποχρεωτικός για κάθε έργο που εκτελείται με άδεια δόμησης. Οι έλεγχοι διενεργούνται από διαφορετικό κάθε φορά Ελεγκτή Δόμησης με αυτοψία και έλεγχο της εφαρμογής των μελετών βάσει των οποίων εκδόθηκε η άδεια δόμησης.
  • Παρ.6. Ο γενικός επιβλέπων βάσει της άδειας δόμησης υποχρεούται να ενημερώνει δέκα ημέρες πριν την ολοκλήρωση κάθε σταδίου την Υ.ΔΟΜ.. Οι έλεγχοι διενεργούνται το αργότερο μέσα σε πέντε ημέρες από την ορισθείσα ημερομηνία ολοκλήρωσης κάθε σταδίου.
  • Παρ.7. Η Υ.ΔΟΜ. ενημερώνει ηλεκτρονικά την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας του άρθρου 16, η οποία ορίζει αυθημερόν με ηλεκτρονική κλήρωση τον ελεγκτή δόμησης και τον ενημερώνει σχετικά, καθώς και τον κύριο του έργου και τον γενικό επιβλέποντα.
  • Παρ.8. Οι υποχρεωτικοί έλεγχοι διενεργούνται από τον ορισθέντα ελεγκτή δόμησης με την παρουσία των επιβλεπόντων μηχανικών και αφού προηγουμένως έχουν συμπληρωθεί από αυτούς τα προβλεπόμενα στοιχεία για τη δημιουργία της Ταυτότητας Κτιρίου.

Ευθύνες των επιβλεπόντων.

  • Η επίβλεψη είναι ίσως η σημαντικότερη υπηρεσία του Μηχανικού στη διάρκεια κατασκευής ενός έργου.
  • Μικρές αστοχίες μπορούν να προκαλέσουν μεγάλες και ανεπανόρθωτες βλάβες.
  • Το πλαίσιο ευθύνης , εκ του νόμου σπουδαίο.
  • Πιθανά λάθη μπορούν να κοστίσουν ζωές….
  • Ο επιβλέπων, ο ελεγκτής δόμησης του προηγούμενου αιώνα ( ΒΛ.ν.δ 1923)

Η επίβλεψη κατά το Ν.4030/2011. Το ειδικότερο πλαίσιο ευθυνών πέραν των θεσπιζόμενων με τον Ν.4030/2011 διατάξεων

Οι διατάξεις του από 17/7-16/8/1923 Ν.Δ. (άρθρα 53-55) σε συνδυασμό με το Β.Δ. 15/12/23-21/01/24 περί εκτελέσεως του από 17/07/1923 περιγράφουν την υπηρεσία της επίβλεψης – εποπτείας τεχνικών έργων για την κατασκευή των οποίων απαιτείται άδεια από δημόσια αρχή.

Σύμφωνα μ’ αυτές ο επιβλέπων – εποπτεύων την εκτέλεση του έργου με σύμβαση που συνάπτει με τον εκτελούντα το οικοδομικό έργο (κύριο του έργου ή εργολάβο ή πρόσωπο που με σύμβαση με τον κύριο τον έργου έχει αναλάβει την διαχείριση και τη κατασκευή του έργου για λογαριασμό τον κυρίου του έργου) αναλαμβάνει τις κάτωθι συγκεκριμένες αρμοδιότητες – καθήκοντα:

  • επιβλέπει τις οικοδομικές εργασίες η φύση  των οποίων εμπίπτει στις αρμοδιότητες που του αναθέτει η Πολεοδομία  με την οικοδομική άδεια
  • επιβλέπει την αρχιτεκτονική και κτιριολογική διάταξη της οικοδομής έχοντας την ευθύνη για την εφαρμογή του σχεδίου και την τήρηση υπό της υγιεινής και αισθητικής επιβαλλομένων περιορισμών και των λοιπών όρων βάσει των οποίων χορηγήθηκε η σχετική οικοδομική άδεια
  • επιβλέπει τη δόμηση των μεταλλικών και. εκ μεταλλοπαγούς σκυροκονιάματος ή και εξ άλλων υλικών μερών της οικοδομής έχοντας την ευθύνη για τη στερεότητα αυτών.

Ο Μηχανικός αναφέρεται στην Πολεοδομική Υπηρεσία για την σύννομη εκτέλεση του έργου.

Αντικαθίσταται μόνο με έγκριση της υπηρεσίας . Η σύμβαση του δεν λύεται με μόνη τη βούληση του κυρίου του έργου.

Χαρακτηριστικό των ανωτέρω καθηκόντων είναι ότι αυτά είναι συγκεκριμένα και δεν καθιερώνουν κάποιο γενικό καθήκον μέριμνας και προσοχής για την αποτροπή αξιόποινων αποτελεσμάτων εξ οιασδήποτε πηγής κινδύνου.

Επιπροσθέτως, η ευθύνη μηχανικών κατά την εκτέλεση έργου διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, από τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις του ΑΚ. Κατά παρέκκλιση, η ευθύνη των μηχανικών στους οποίους ανατίθεται η επίβλεψη ανεγειρόμενης οικοδομής διέπεται και από το άρθρο 341 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (ΚΒΠΝ).

Ειδικότερα στην παράγραφο 2 του άρθρου 341 του ΚΒΠΝ ορίζεται ” Εάν οι επιβλέποντες την εκτέλεση ενός έργου είναι περισσότεροι από ένας, ο καθένας από αυτούς οφείλει να ορίζει στην κατά τα παραπάνω δήλωσή του σαφώς τις εργασίες, την επίβλεψη των οποίων αναλαμβάνει. Στην περίπτωση αυτή η αρμόδια υπηρεσία για τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας εκτέλεσης των παραπάνω εργασιών, καθορίζει εγγράφως τις ευθύνες του κάθε επιβλέποντος ανάλογα με τη φύση των εργασιών, των οποίων την επίβλεψη αυτός αναλαμβάνει.

Πάντως ο αναλαμβάνων την επίβλεψη της αρχιτεκτονικής και κτιριολογικής διάταξης της οικοδομής είναι υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου και την τήρηση των περιορισμών που επιβάλλονται για λόγους υγιεινής και αισθητικής και των υπόλοιπων όρων σύμφωνα με τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια.

Ο αναλαμβάνων την επίβλεψη της δόμησης των μεταλλικών και από οπλισμένο σκυρόδεμα ή και από άλλα υλικά μερών της οικοδομής είναι υπεύθυνος για τη στερεότητά τους.”.

Στο εκτεταμένο πεδίο της ευθύνης μηχανικών εμπίπτει και η διάταξη του άρθρου 286 του Ποινικού Κώδικα, η οποία αναφέρεται στην παραβίαση των κανόνων της οικοδομικής, κατά την οποία:

  1. Όποιος κατά την εκπόνηση μελέτης ή τη διεύθυνση ή την εκτέλεση οικοδομικού ή άλλου ανάλογου έργου ή μιας κατεδάφισης, με πρόθεση ή από αμέλεια ενεργεί παρά τους κοινώς αναγνωρισμένους τεχνικούς κανόνες και έτσι προξενεί κίνδυνο για τη ζωή ή την υγεία ανθρώπου, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο (2) ετών.
  2. Η παραγραφή της άνω πράξεως αρχίζει από την ημέρα της επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης.»

Άρθρο 286 πκ

  • Επισημαίνεται ότι η παραγραφή της αξιόποινης πράξης του άρθρου 286 ΠΚ, δεν αρχίζει από το χρόνο κατά τον οποίο ο υπαίτιος ενήργησε ή όφειλε να ενεργήσει, όπως ορίζεται για όλα τα εγκλήματα (άρθρο 17 ΠΚ), αλλά από την ημέρα επέλευσης του αποτελέσματος της παραβίασης (άρθρο 286 παρ. 2 ΠΚ), ρύθμιση που καθιστά την πράξη αυτή πρακτικώς απαράγραπτη.
  • Το γεγονός αυτό θέτει σε ισόβια ομηρία τους μηχανικούς, αλλά και τους κληρονόμους τους, αφού η παραγραφή των αστικών αξιώσεων συμπίπτει με αυτήν του εγκλήματος (άρθρο 937 παρ. 2 ΑΚ).
  • Παράλληλα, κατά τρόπο ασυνήθιστο, προβλέπεται το ίδιο πλαίσιο ποινής για την τέλεση της πράξης από δόλο και από αμέλεια, γεγονός που καθιστά δυσμενέστερη τη θέση του κατηγορουμένου στη δεύτερη περίπτωση, που συντρέχει κατά κανόνα.

Το απαράγραπτο του άρθρου 286 του Π.Κ

  • Ανάλογη εξαίρεση προβλέπεται μόνο για το έγκλημα των βασανιστηρίων υπό καθεστώς σφετερισμού της λαϊκής κυριαρχίας (άρθρο 137Δ παρ. 3 ΠΚ).
  • Η έλλειψη οποιασδήποτε αναλογικότητας αποβαίνει προκλητική. Παράλληλα, κατά τρόπο ασυνήθιστο, προβλέπεται το ίδιο πλαίσιο ποινής για την τέλεση της πράξης από δόλο και από αμέλεια, γεγονός που καθιστά δυσμενέστερη τη θέση του κατηγορουμένου στη δεύτερη περίπτωση, που συντρέχει κατά κανόνα.

Διαδικασία ορισμού του ελεγκτή δόμησης.

  • παρ.6
  • Ο γενικός επιβλέπων βάσει της άδειας δόμησης υποχρεούται να ενημερώνει δέκα ημέρες πριν την ολοκλήρωση κάθε σταδίου την Υ.ΔΟΜ.. Οι έλεγχοι διενεργούνται το αργότερο μέσα σε πέντε ημέρες από την ορισθείσα ημερομηνία ολοκλήρωσης κάθε σταδίου.
  • Παρ.7.
  • Η Υ.ΔΟΜ. ενημερώνει ηλεκτρονικά την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας του άρθρου 16, η οποία ορίζει αυθημερόν με ηλεκτρονική κλήρωση τον ελεγκτή δόμησης και τον ενημερώνει σχετικά, καθώς και τον κύριο του έργου και τον γενικό επιβλέποντα.
  • Παρ.8.
  • Οι υποχρεωτικοί έλεγχοι διενεργούνται από τον ορισθέντα ελεγκτή δόμησης με την παρουσία των επιβλεπόντων μηχανικών και αφού προηγουμένως έχουν συμπληρωθεί από αυτούς τα προβλεπόμενα στοιχεία για τη δημιουργία της Ταυτότητας Κτιρίου.

Στάδια ελέγχου.  Αντικείμενο ελέγχου –  αυτοψίες. Υπουργική απόφαση

  • Παρ.4 Οι έλεγχοι διενεργούνται στα εξής στάδια:
  • α) Αμέσως μετά την ολοκλήρωση ξυλοτύπων, οπλισμού θεμελίωσης και τοιχίων υπογείου.
  • Ο έλεγχος αφορά στην τήρηση του ξυλοτύπου, του βάθους θεμελίωσης, της θέσης, των πλαγίων αποστάσεων και των διαστάσεων του κτιρίου.
  • β) Αμέσως μετά την ολοκλήρωση του φέροντος οργανισμού και της τοιχοποιίας.
  • Ο έλεγχος αφορά στις εξωτερικές διαστάσεις, το ύψος, τη θέση του κτιρίου, το είδος της τοιχοποιίας, της θερμομόνωσης του κτιρίου, την τήρηση του εύρους του αντισεισμικού αρμού, τις διαστάσεις των εξωστών και την υποδομή εγκαταστάσεων.
  • γ) Μετά την ολοκλήρωση του κτιρίου.
  • Ο έλεγχος αφορά στις εξωτερικές διαστάσεις, τις όψεις, το συνολικό ύψος, τις διαστάσεις των ημιυπαιθρίων χώρων, τις τελικές στάθμες, την διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και τις προβλεπόμενες εγκαταστάσεις.

Επιβλέποντες Μηχανικοί, ευθύνη – παρουσία κατά τον έλεγχο.

  • Παρ.8
  • Οι υποχρεωτικοί έλεγχοι διενεργούνται από τον ορισθέντα ελεγκτή δόμησης με την παρουσία των επιβλεπόντων μηχανικών και αφού προηγουμένως έχουν συμπληρωθεί από αυτούς τα προβλεπόμενα στοιχεία για τη δημιουργία της Ταυτότητας Κτιρίου.

Ευθύνη Επιβλεπόντων.

Αν:

  • α. Οι οικοδομικές εργασίες δεν εκτελέστηκαν σύμφωνα με τις μελέτες που υποβλήθηκαν ή σύμφωνα με τα εγκεκριμένα στοιχεία του τοπογραφικού διαγράμματος και του διαγράμματος δόμησης επιβάλλεται σε βάρος του επιβλέποντος μηχανικού η κύρωση της απαγόρευσης εκπόνησης και υπογραφής μελετών για την έκδοση έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης και η κύρωση της απαγόρευσης επίβλεψης οικοδομικών εργασιών από 3 έως 12 μήνες ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.
  • β. Κύρωση σε βάρος του επιβλέποντος μηχανικού δεν επιβάλλεται αν ο ίδιος είχε προηγουμένως ενημερώσει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία δόμησης και την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας του άρθρου 16 για τις σχετικές παραβάσεις των οικοδομικών εργασιών.
  • γ. Οι παραπάνω κυρώσεις επιβάλλονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ύστερα από εισήγηση του εποπτικού συμβουλίου του άρθρου 17 και προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 6 του ν. 2690/1999 (Α’ 45), καταγράφονται στο μητρώο του άρθρου 8 και κοινοποιούνται στις Υ.ΔΟΜ., οι οποίες τηρούν μητρώο των μηχανικών, στους οποίους επιβάλλονται οι ποινές της παρούσας παραγράφου και μεριμνούν για την εκτέλεσή τους.
  • δ. Σε περίπτωση υποτροπής, καθώς και όταν οι παραπάνω παραβάσεις αφορούν οικοδομικές εργασίες σε παραδοσιακούς οικισμούς, αρχαιολογικούς χώρους, ιστορικούς τόπους και μνημεία, περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και σε προστατευόμενη περιοχή του άρθρου 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 5 του ν. 3937/2011 (Α’ 60), τα όρια των κυρώσεων διπλασιάζονται.
  • ε. Σε περίπτωση περαιτέρω υποτροπής οι παραπάνω κυρώσεις είναι οριστικές.
  • στ. Οι αρμόδιοι ελεγκτές δόμησης και οι υπάλληλοι των υπηρεσιών δόμησης υποχρεούνται αμελλητί να ενημερώσουν εγγράφως το εποπτικό συμβούλιο του άρθρου 17 μόλις διαπιστώσουν την τέλεση παραβάσεων της παρούσας παραγράφου.
  • 10. Για μικρές παραβάσεις στη δόμηση επιβάλλεται σε βάρος του επιβλέποντος μηχανικού χρηματικό πρόστιμο ύψους από 1.000 έως 20.000 ευρώ, υπέρ του Δημοσίου. ανάλογα με το βαθμό του πταίσματος, τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της πράξης και τις συνέπειες αυτής.
  • Οι παραπάνω κυρώσεις επιβάλλονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ύστερα από εισήγηση του εποπτικού συμβουλίου του άρθρου 17 και προηγούμενη ακρόαση του ενδιαφερομένου. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζονται οι παραβάσεις που χαρακτηρίζονται μικρές κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής αναπροσαρμόζεται κάθε δύο έτη το ύψος των προστίμων του πρώτου εδαφίου.

Παρ.3 άρθρου 8 (Μητρώο Μηχανικών)

Οι επιβλέποντες μηχανικοί ευθύνονται ανά τομέα επίβλεψης:

  • α) Για την επίβλεψη των οικοδομικών εργασιών σύμφωνα με τις μελέτες που συνοδεύουν την έγκριση δόμησης και την άδεια δόμησης. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 341 και 342 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας (π.δ. της 14.7.1999, Δ’ 580).
  • β) Για τη συμπλήρωση των προβλεπόμενων στοιχείων της Ταυτότητας του Κτιρίου σύμφωνα με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 4 του ν. 3843/2010.
  • γ) Για την ενημέρωση της Υ.ΔΟΜ. για τον ορισμό της ημερομηνίας ελέγχου.

Πιστοποιητικό Ελέγχου Κατασκευής (Π.Ε.Κ.).

Παρ.11.

  • Οι επιβλέποντες μηχανικοί σφραγίζουν το πιστοποιητικό πληρότητας που προβλέπεται στο άρθρο 3 του ν. 3843/2010 (Α’ 62) και διενεργείται η τελευταία αυτοψία. Μετά την τελευταία αυτοψία, εκδίδεται από την Υ.ΔΟΜ. το Πιστοποιητικό Ελέγχου Κατασκευής (Π.Ε.Κ.) και ενημερώνεται ηλεκτρονικά η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και ο κύριος του έργου για να διατυπώσει τυχόν αντιρρήσεις.
  • Παρ.12. Μετά την έκδοση του Πιστοποιητικού Ελέγχου Κατασκευής, για τη σύνδεση με τα δίκτυα κοινής ωφελείας υποβάλλεται από τον ιδιοκτήτη αίτηση στην Υ.ΔΟΜ., η οποία ελέγχει τα αποδεικτικά κατάθεσης αμοιβών και κρατήσεων των επιβλέψεων των μηχανικών και θεωρεί την άδεια δόμησης.

Ολοκλήρωση των εργασιών

  • 12. Μετά την έκδοση του Πιστοποιητικού Ελέγχου Κατασκευής, για τη σύνδεση με τα δίκτυα κοινής ωφελείας υποβάλλεται από τον ιδιοκτήτη αίτηση στην Υ.ΔΟΜ., η οποία ελέγχει τα αποδεικτικά κατάθεσης εισφορών και κρατήσεων των επιβλέψεων των μηχανικών και θεωρεί την άδεια δόμησης.
  • 13. Η οικοδομή ή τμήμα της με αυτοτελή λειτουργία θεωρούνται περατωμένα αν υπολείπονται εργασίες για τις οποίες δεν απαιτείται άδεια δόμησης, σύμφωνα με τον ισχύοντα οικοδομικό κανονισμό.
  • 14. Θεώρηση της άδειας δόμησης μπορεί να γίνει και για περατωμένο τμήμα της οικοδομής, εφόσον αποτελείται από χώρους με αυτοτελή λειτουργία. Μετά τη θεώρησή της, η έγκριση και η άδεια δόμησης παύουν να ισχύουν για το τμήμα το οποίο αποπερατώθηκε.

Άρθρο 10. Η ιδιότητα του ελεγκτή δόμησης.

  • Η ιδιότητα του ελεγκτή δόμησης αποκτάται με τη χορήγηση Αδειας Ελεγκτή Δόμησης από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και την εγγραφή του στο Μητρώο Ελεγκτών Δόμησης. Η ιδιότητα του ελεγκτή δόμησης είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ. ή υπαλλήλου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου. Οι Ελεγκτές Δόμησης υποχρεούνται στην υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3213/2003 (Α’ 309).

Άρθρο 11. Αρμοδιότητες.

  1. Οι ελεγκτές δόμησης έχουν τις αρμοδιότητες:
    • α) ελέγχου όλων των κατασκευών, για τις οποίες εκδίδεται άδεια δόμησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ως προς την ορθή εφαρμογή και τήρηση των μελετών σύμφωνα με τις οποίες εκδόθηκε η άδεια.
    • β) ελέγχου όλων των κατασκευών, ύστερα από επώνυμη καταγγελία ή εντολή της ΕΥΕΔΕΝ ή του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.
  2. Κατά την άσκηση των παραπάνω αρμοδιοτήτων από τους Ελεγκτές Δόμησης εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2690/1999. Ενδεικτικά απαγορεύεται η διενέργεια ελέγχου από ελεγκτή δόμησης, σε κτίριο ή τμήματα αυτού εφόσον:
    • α) στη μελέτη ή κατασκευή ή επίβλεψη, ή διαχείριση ή λειτουργία ή συντήρηση συμμετείχε με οποιοδήποτε τρόπο ο ίδιος ή νομικό πρόσωπο του οποίου είναι μέλος ή εταίρος ή υπάλληλος,
    • β) έχει δικαίωμα κυριότητας, νομής ή κατοχής, ο ίδιος ή συγγενής του έως β’ βαθμού ή νομικό πρόσωπο του οποίου ο ίδιος είναι μέλος ή εταίρος ή υπάλληλος.

Άρθρο 12

Προϋποθέσεις απόκτησης άδειας

  1. Ο υποψήφιος ελεγκτής δόμησης πρέπει να διαθέτει τα παρακάτω προσόντα:
  • α) να είναι διπλωματούχος μηχανικός, μέλος του ΤΕΕ ή πτυχιούχος μηχανικός τεχνολογικής εκπαίδευσης, μέλος της Ε.Ε.Τ.Ε.Μ. η οποιουδήποε άλλου σωματείου του Α.Κ ή μηχανικός που έχει αποκτήσει αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων στη χώρα μας κατ εφαρμογή της σχετικής κοινοτικής και εθνικής νομοθεσίας,
  • β) να διαθέτει αποδεδειγμένη επαγγελματική εμπειρία σε θέματα μελέτης ή επίβλεψης ή κατασκευής κτιρίων τουλάχιστον δύο (2) ετών για την απόκτηση άδειας ελεγκτή δόμησης σε άδειες, που αφορούν κτίρια έως 1.000 τ.μ. και τουλάχιστον τεσσάρων (4) ετών για την απόκτηση άδειας ελεγκτή δόμησης σε άδειες, που αφορούν κτίρια μεγαλύτερα των 1.000 τ.μ..

Άρθρο 13. άδεια.

  • Η άδεια ελεγκτή δόμησης χορηγείται σε όσους πληρούν τις προϋποθέσεις και διαθέτουν το Πιστοποιητικό Επιτυχούς Εξέτασης του άρθρου 12. Η άδεια ελεγκτή δόμησης ισχύει για δύο έτη από την έκδοσή της. Δεν είναι δυνατή η απόκτηση νέας άδειας ελεγκτή δόμησης από το ίδιο πρόσωπο αν δεν παρεμβληθεί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο ετών από τη λήξη της προηγούμενης άδειάς του.

Άρθρο 14 Μητρώο Ελεγκτών δόμησης

  • 1. Το Μητρώο Ελεγκτών Δόμησης καταρτίζεται και τηρείται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης του άρθρου 16, με τη μορφή ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων, όπου εγγράφονται με αύξοντα Αριθμό Μητρώου οι Ελεγκτές Δόμησης στους οποίους χορηγείται η Αδεια Ελεγκτή Δόμησης. Η κατάρτιση του Μητρώου γίνεται ανά αποκεντρωμένη διοίκηση και ανά κλάδο ειδικότητας του Μηχανικού. Κάθε Ελεγκτής Δόμησης, κατά την εγγραφή του στο Μητρώο, υποχρεούται να δηλώσει την επαγγελματική του έδρα.
  • 2. Ο αριθμός Μητρώου των ελεγκτών δόμησης αναγράφεται υποχρεωτικά στις πράξεις των ελεγκτών δόμησης.

Η ‘’θέση’’ του ελεγκτή δόμησης σε περίπτωση επικινδύνων οικοδομών.

Προβληματισμός :

Υποχρεούται ο ελεγκτής δόμησης να ενημερώνει την ΥΔΟΜ για ζητήματα που δεν άπτονται του ειδικού ελέγχου που έχει καθοριστεί. ?

Από το σύνολο των διατάξεων που αναλύσαμε προκύπτει με σαφήνεια ότι το έργο των ελεγκτών δόμησης είναι  εξαντλητικά περιοριστικό .Περιγράφεται δε ανά στάδιο και ανά είδος έργου μέσω των σχετικών Υπουργικών αποφάσεων.

Οι ελεγκτές δόμησης , θεσμοθετούνται ώστε να μειωθεί  η αυθαίρετη δόμηση , τα καθήκοντα είναι συγκεκριμένα  και  το πεδίο γνώσης τους ( άδεια άσκησης ) ανταποκρίνεται στο πεδίο ελέγχου που έχει θεσπιστεί.

Συνεπώς , δεν υποχρεούνται οι ελεγκτές δόμησης καταρχάς  να ενημερώνουν την ΥΔΟΜ για θέματα τεχνικού περιεχομένου πέραν του θεσμοθετημένου αντικειμένου ελέγχου.

Ωστόσο σε περιπτώσεις εμφανών επικινδύνων κατασκευών οι οποίες δημιουργούν κίνδυνο για τη ζωή και την υγεία των ανθρώπων , ως επιστήμονες Μηχανικοί (και όχι εκ της ιδιότητας του ελεγκτή ) εφόσον έλαβαν γνώση πρέπει να αποτρέψουν τον κίνδυνο και να ενημερώσουν την ΥΔΟΜ.

Άλλωστε επί του συγκεκριμένου ζητήματος είναι  αναλυτική η θέση της Νομολογίας (ευθύνες Μηχανικού σε περίπτωση πτώσης κτίσματος από σεισμό). (ΑΠ 8/2008, 9/2005, 11/2005, 13/2005, 408/2009).

Ομοίως και στην περίπτωση όπου δεν τηρούνται παντελώς τα μέτρα ασφαλείας των εργαζομένων. ( θα πρέπει να ενημερωθεί η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας)

Άρθρο 15

Πόρισμα Ελεγκτή δόμησης

  • 1. Στην περίπτωση α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, συντάσσεται από τον ελεγκτή δόμησης πόρισμα το οποίο αποστέλλεται στην Υ.ΔΟΜ. και αντίγραφο αυτού στην Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης της ΕΥΕ-ΔΕΝ.
  • 2. Αν δεν διαπιστωθούν παραβάσεις συντάσσεται από τον ελεγκτή δόμησης πόρισμα που αποστέλλεται στην Υ.ΔΟΜ.. Η Υ.ΔΟΜ. ενημερώνει τον κύριο του έργου και τον επιβλέποντα μηχανικό για τη συνέχιση των εργασιών.
  • 3. Αν διαπιστωθούν παραβάσεις:
  • α. Η Υ. ΔΟΜ. επιβάλλει τις προβλεπόμενες κυρώσεις και πρόστιμα κατά το πόρισμα του ελεγκτή δόμησης.
  • β. Αντίγραφο της πράξης της Υ.ΔΟΜ., στην οποία επισυνάπτεται το πόρισμα του ελεγκτή δόμησης, αποστέλλεται στον κύριο του έργου και τον επιβλέποντα μηχανικό και στην αρμόδια αστυνομική αρχή, η οποία διακόπτει χωρίς άλλη ειδοποίηση τις οικοδομικές εργασίες και παρακολουθεί την τήρηση της διακοπής.
  • γ. Ο Δήμος της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ. υποχρεούται να τοιχοκολλήσει την ίδια ημέρα το πόρισμα στο δημοτικό κατάστημα και να τη διατηρήσει για 20 ημέρες. Η μη τοιχοκόλληση από το Δήμο της έκθεσης δεν εμποδίζει την πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 267/1998 (Α’ 195).
  • 4. Στην περίπτωση β’ της παραγράφου 1 του άρθρου 11, συντάσσεται από τον ελεγκτή δόμησης πόρισμα το οποίο αποστέλλεται στην Υ.ΔΟΜ., σύμφωνα με όσα ορίζονται στις προηγούμενες παραγράφους. Οι διατάξεις του άρθρου 7 του Κεφαλαίου Α’ εφαρμόζονται αναλόγως.

Συμβούλια Ν.4030/2011 (–  ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α – Σ.Α –  ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α)

Θεσμοθέτηση γνωμοδοτικών οργάνων.

  • Η θεσμοθέτηση των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας καθώς και του Κεντρικού Συμβουλίου αποσκοπεί στην ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης και της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Αντικαθιστούν τις Επιτροπές Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, όργανο το οποίο τα τελευταία χρόνια δεν είχε σαφή προσανατολισμό και δημιουργούσε συνθήκες γραφειοκρατίας και συγκεντρωτισμού.
  • Η σύσταση Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας, ανεξάρτητα από τις Υπηρεσίες Δόμησης και αμφισβητήσεων αντικαθιστά τα προηγούμενα όργανα αμφισβητήσεων και επιλύσεων.

Παρατήρηση – Νεώτερη Νομοθετική Ρύθμιση

Άρθρο 62 παρ.1.α. Ν.4042/2012

Η ισχύς των διατάξεων που ορίζουν τις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής, των Συμβουλίων Πολεοδομικών θεμάτων και Αμφισβητήσεων, του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής και του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών θεμάτων και Αμφισβητήσεων αρχίζει με την έκδοση της απόφασης συγκρότησης τους. β. Στο άρθρο 31 του ν. 4030/2011 προστίθεται περίπτωση δ.

Άρθρο 29 παρ.2 του Ν.4067/2012

Η θητεία των μελών των Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ), του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ) και του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ) είναι διετής.

 

∆ιευκρινίσεις σχετικά µε την λειτουργία των ΕΠΑΕ  και Συµβουλίων Χωροταξίας, Οικισµού και Περιβάλλοντος

ΣΧΕΤ.: (1) Το µε αρ. 978/19.4.12 διαβιβαστικό από το Γρ. Γεν. Γρ.    Χωρ. & Αστ. Περ/ντος (αρ. πρωτ. ΥΠΕΚΑ19849/23.4.12)

              (2) Η από 4.4.12 αίτηση (αρ. πρωτ. ΥΠΕΚΑ 17596/5.4.12)

Με αφορµή αιτήµατα ιδιωτών (1 & 2 σχετικά), σχετικά µε την λειτουργία των ΕΠΑΕκαι την σύσταση του Συµβουλίου Αρχιτεκτονικής, µετά την ισχύ του Ν. 4030/11 (ΦΕΚ249Α/25.11.11), διευκρινίζουµε τα παρακάτω:

  • Mε τις διατάξεις των άρθρων 20-25 του ν. 4030/2011 (ΦΕΚ/Α/249/12) θεσπίσθηκε η συγκρότηση των Συµβουλίων Αρχιτεκτονικής (ΣΑ) µετά απόαπόφαση του Γενικού Γραµµατέα της Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης,  καικαθορίσθηκαν µεταξύ άλλων, οι αρµοδιότητες και ο τρόπος λειτουργίας τους.

Η διάταξη της περίπτωσης (α) της παραγράφου (2) του άρθρου 45 (τελικές καιµεταβατικές διατάξεις)  του ιδίου νόµου   αναφέρει   ότι «  Με την έκδοση της συγκρότησης του Συµβουλίου Αρχιτεκτονικής σε κάθε περιφερειακή ενότητακαταργείται η αντίστοιχη ΕΠΑΕ.» Από τον συνδυασµό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι :

α) οι αρµοδιότητες που ασκούσαν µέχρι σήµερα οι  ΕΠΑΕ (Α΄βάθµιες και Β΄βάθµιες), ασκούνται πλέον από τα ΣΑ όπως αυτές καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 21 του Ν. 4030/11.

β)  οι   ΕΠΑΕ,  που λειτουργούν σε κάθε περιφερειακή ενότητα,  εξακολουθούν ναλειτουργούν ως έχουν,  µέχρι να εκδοθεί η Απόφαση συγκρότησης τουΣυµβουλίου Αρχιτεκτονικής, κατ’ εφαρµογήν των διατάξεων των άρθ. 20 – 25 τουΝ. 4030/11. Αντίστοιχα κατ’ εφαρµογήν των διατάξεων των άρθ. 30 – 34 του Ν. 4030/11 (άρθ. 45, παρ. 2β αυτού), το Συµβούλιο Χωροταξίας, Οικισµού και Περιβάλλοντος, που  λειτουργεί σε κάθε περιφερειακή ενότητα, εξακολουθεί να λειτουργεί ως έχει, µέχρι ναεκδοθεί η Απόφαση συγκρότησης του αντίστοιχου Συµβουλίου ΠολεοδοµικώνΘεµάτων και  Αµφισβητήσεων.

Τέλος,  διευκρινίζουµε ότι για περιπτώσεις   ενστάσεων κατά αποφάσεων τωνΣυµβουλίων Αρχιτεκτονικής,  όπου τούτο προβλέπεται (άρθρο 27,  παρ.γ),  αρµόδιο αποφασιστικό όργανο είναι το Κεντρικό Συµβούλιο Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ). Οι Γενικοί Γραµµατείς Αποκεντρωµένης ∆ιοίκησης, στους οποίους κοινοποιείταιτο παρόν,  παρακαλούνται για την άµεση συγκρότηση των ΣυµβουλίωνΑρχιτεκτονικής και των Συµβουλίων Πολεοδοµικών Θεµάτων και Αµφισβητήσεων.

Άρθρο 20 Συμβούλια Αρχιτεκτονικής

Συγκρότηση

Με απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης συγκροτούνται «Συμβούλια Αρχιτεκτονικής» (ΣΑ) σε κάθε περιφερειακή ενότητα. Στις νησιωτικές περιοχές μπορούν να συγκροτούνται «Συμβούλια Αρχιτεκτονικής» (ΣΑ) με αρμοδιότητα σε περισσότερες περιφερειακές ενότητες.

Άρθρο 21

Αρμοδιότητες.

  • 1. Τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής είναι αρμόδια για την γνωμοδότηση επί των αρχιτεκτονικών μελετών στις παρακάτω περιπτώσεις:
    • α. Για κάθε οικοδομική εργασία σε κτίρια ή γήπεδα. που βρίσκονται σε παραδοσιακά τμήματα πόλεων. σε παραδοσιακούς οικισμούς. σε ιστορικούς τόπους. σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. σε αρχαιολογικούς χώρους. καθώς και σε ιερούς ναούς. ιερές μονές. παρεκκλήσια και ειδικά κτίρια.
    • β. Για κάθε οικοδομική εργασία σε κτίρια ή χώρους. που έχουν κηρυχθεί διατηρητέοι ή κατά την κρίση της Υπηρεσίας Δόμησης, του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας μπορούν να χαρακτηρισθούν διατηρητέοι. καθώς και σε κτίρια ή γήπεδα που είναι σε επαφή με κτίριο ή χώρο που έχει κηρυχτεί διατηρητέο.
    • γ. Για κάθε οικοδομική εργασία. που παραπέμπεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος. Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή τις υπηρεσίες της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
    • δ. Για κατασκευαστικά έργα διαμορφώσεων κοινόχρηστων ή αδόμητων χώρων. εκτός από τις περιπτώσεις που διενεργήθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός.
    • ε. Για αρχιτεκτονικές μελέτες που διαφοροποιούνται από τα μορφολογικά στοιχεία και την τυπολογία που επιβάλλεται με ειδικές διατάξεις που έχουν θεσπιστεί ανά περιοχή.
    • στ. Για όλες τις περιπτώσεις αδειών κατεδάφισης κτιρίων που ανεγέρθηκαν προ του έτους 1955.
  • 2. Σε περίπτωση σύνταξης έκθεσης επικινδύνως ετοιμόρροπων κατασκευών σε κτίρια ή γήπεδα. που βρίσκονται σε ιστορικά κέντρα πόλεων. σε παραδοσιακούς οικισμούς. σε ιστορικούς τόπους. σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. καθώς και σε κτίρια ή χώρους. που έχουν κηρυχθεί διατηρητέοι ή μπορεί να χαρακτηριστούν διατηρητέοι το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής γνωμοδοτεί και διατυπώνει προτάσεις μέσα σε 15 ημέρες. από την υποβολή της. για τη δυνατότητα και τους τρόπους διατήρησής τους.

Άρθρο 22

Σύσταση

  • 1. Τα «Συμβούλια Αρχιτεκτονικής» είναι τετραμελή. και αποτελούνται από:
    • α. Έναν αρχιτέκτονα, υπάλληλο της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. ως Πρόεδρο του ΣΑ. με τον αναπληρωτή του. Στις περιπτώσεις που υπάρχει αδυναμία πλήρωσης της παραπάνω θέσης, μπορεί να ορισθεί Πρόεδρος του ΣΑ αρχιτέκτονας υπάλληλος της Περιφέρειας ή άλλου κρατικού φορέα.
    • β. Έναν αρχιτέκτονα μέλος ΔΕΠ ή υπάλληλο των Υπουργείων Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ή Πολιτισμού και Τουρισμού με αρμοδιότητα νεωτέρων μνημείων ή της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου ή της Περιφέρειας, με τον αναπληρωτή του.
    • γ. Δύο αρχιτέκτονες ιδιώτες μελετητές που πληρούν τα κριτήρια που περιγράφονται παρακάτω, με τους αναπληρωτές τους.
  • 2. Τα μέλη της περίπτωσης γ’ της παραγράφου 1 επιλέγονται με κλήρωση από μητρώα που τηρούνται σε κάθε περιφερειακή ενότητα, με μέριμνα του Γενικού Γραμματέα Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος και του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης και συντάσσονται με τη γνώμη του ΤΕΕ και του Συλλόγου Αρχιτεκτόνων Διπλωματούχων Ανωτάτων Σχολών – Πανελλήνια Ένωση Αρχιτεκτόνων (ΣΑΔΑΣ ΠΕΑ).
  • 3. Γραμματέας του Συμβουλίου και αναπληρωτής ορίζεται υπάλληλος της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης, ή, αν δεν υπάρχει, υπάλληλος της Περιφέρειας.

Άρθρο 23

Προσόντα

Στα μητρώα που δημιουργούνται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, που τηρούνται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, εγγράφονται όσοι αρχιτέκτονες πληρούν δύο από τις παρακάτω προϋποθέσεις:

  • α. Εξαετή αρχιτεκτονική εμπειρία.
  • β. Διάκριση σε αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς.
  • γ. Δημοσιεύσεις επί αρχιτεκτονικών θεμάτων.
  • δ. Μεταπτυχιακό ή διδακτορικό σε αρχιτεκτονικές σχολές.

Άρθρο 24 Θητεία

  • 1. Η θητεία των μελών των ΣΑ είναι διετής. Μετά τη λήξη της θητείας δεν επιτρέπεται ο ορισμός των ίδιων προσώπων ως μελών του ΣΑ, εκτός αν παρεμβληθεί διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών.
  • 2. Σε περίπτωση που με απόφαση του Γενικού Γραμματέα της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει επαρκής αριθμός υποψήφιων μελών με τα προβλεπόμενα προσόντα, μπορεί να ανανεώνεται η θητεία δύο μελών.

Άρθρο 25

Λειτουργία

  • 1. Ο Πρόεδρος ορίζει τακτές ημερομηνίες συνεδριάσεων των Συμβουλίων. Σε περίπτωση έκτακτης συνεδρίασης ειδοποιούνται τα μέλη του Συμβουλίου από τον Πρόεδρο ή τον γραμματέα, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Το συμβούλιο συνεδριάζει τουλάχιστον κάθε δεκαπέντε ημέρες. Το Συμβούλιο εκδίδει την απόφασή του μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημερομηνία υποβολής του φακέλου της μελέτης.
  • 2. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να παρίστανται στη συνεδρίαση των Συμβουλίων για να εκθέσουν τις απόψεις τους, όχι όμως κατά τη λήψη της απόφασης. Η αρνητική γνωμοδότηση πρέπει να αιτιολογείται. Η αιτιολογία καταχωρείται με λεπτομέρειες στο σχετικό πρακτικό συνεδρίασης.
  • 3. Στην περίπτωση ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 21 για τη λήψη θετικής γνώμης απαιτείται πλειοψηφία τριών τετάρτων.
  • 4. Κατά των αποφάσεων του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής που αφορούν στις περιπτώσεις της περίπτωσης ε’ της παραγράφου 1 του άρθρου 21, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ένσταση μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από τη γνώση της. Η ένσταση ασκείται ενώπιον του Συμβουλίου το οποίο διαβιβάζει το σχετικό φάκελο στο Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής.

Άρθρο 26 Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής

Συγκρότηση.

Συγκροτείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ) με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Άρθρο 27 Αρμοδιότητες.

Το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής έχει τις εξής αρμοδιότητες:

  • α. εισηγείται και γνωμοδοτεί στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής για θέματα που έχουν σχέση με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από σχετικό ερώτημα του Υπουργού,
  • β. γνωμοδοτεί σε ειδικές περιπτώσεις και ύστερα από εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί των αρχιτεκτονικών μελετών της περίπτωσης ε’ του άρθρου 21, που διαβιβάζονται σε αυτό από τα Συμβούλια Αρχιτεκτονικής,
  • γ. αποφασίζει επί των ενστάσεων που υποβάλλονται κατά των αποφάσεων των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής στην περίπτωση ε’ του άρθρου 21.

Άρθρο 28 Σύνθεση

Το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής είναι εννεαμελές και αποτελείται από:

  • α. τον Γενικό Γραμματέα Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ως Πρόεδρο,
  • β. τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ο οποίος αναπληρώνεται από άλλο Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του γραφείου του Νομικού Συμβούλου στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής,
  • γ. δύο αρχιτέκτονες Διευθυντές του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με τους αναπληρωτές τους,
  • δ. έναν αρχιτέκτονα του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, με τον αναπληρωτή του,
  • ε. έναν αρχιτέκτονα μέλος ΔΕΠ Αρχιτεκτονικής Σχολής, με τον αναπληρωτή του, στ. δύο αρχιτέκτονες, εκπρόσωπους του ΤΕΕ και ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ αντίστοιχα, με τους αναπληρωτές τους. Οι εκπρόσωποι του ΤΕΕ και του ΣΑΔΑΣ-ΠΕΑ επιλέγονται από καταλόγους που υποβάλλουν και πρέπει να έχουν τα προσόντα του άρθρου 24 και ειδίκευση ή εμπειρία σε θέματα βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής ή αρχιτεκτονικής κληρονομιάς,
  • ζ. έναν αρχιτέκτονα με ειδίκευση ή εμπειρία στο σχεδιασμό τοπίου.

Με την απόφαση συγκρότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ορίζεται και ο αναπληρωτής του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ως Προέδρου του Συμβουλίου. Γραμματέας του Συμβουλίου και αναπληρωτής ορίζεται με την παραπάνω απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής υπάλληλος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Άρθρο 29 Λειτουργία

  • 1. Ο Πρόεδρος ορίζει τακτές ημερομηνίες συνεδριάσεων του Συμβουλίου. Σε περίπτωση έκτακτης συνεδρίασης ειδοποιούνται τα μέλη του Συμβουλίου από τον Πρόεδρο ή τον γραμματέα, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Το Συμβούλιο εκδίδει την γνωμοδότησή του μέσα σε δεκαπέντε ημέρες από την ημερομηνία διαβίβασης του φακέλου της μελέτης από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής.
  • 2. Οι ενδιαφερόμενοι έχουν το δικαίωμα να παρίστανται στη συνεδρίαση του Συμβουλίου για να εκθέσουν τις απόψεις τους, όχι όμως κατά τη λήψη της απόφασης. Η αρνητική γνωμοδότηση πρέπει να αιτιολογείται με σαφήνεια. Η αιτιολογία καταχωρείται με λεπτομέρειες στο σχετικό πρακτικό συνεδρίασης.

Άρθρο 30 Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) Συγκρότηση

Με απόφαση του αρμόδιου Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης συγκροτούνται «Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων» (ΣΥΠΟΘΑ) στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας. Στις νησιωτικές περιοχές μπορούν να συγκροτούνται «Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων» με αρμοδιότητα σε περισσότερες περιφερειακές ενότητες.

Ανάλυση – Αιτιολογία

Με το Άρθρο 30 προβλέπεται η συγκρότηση των Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας.

Επίσης προβλέπεται ότι στις νησιωτικές περιοχές μπορούν να συγκροτούνται «Συμβούλια Αρχιτεκτονικής» (ΣΑ) με αρμοδιότητα σε περισσότερες περιφερειακές ενότητες.

Άρθρο 31 Αρμοδιότητες

Τα Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) έχουν τις εξής αρμοδιότητες:

  • α. Εξετάζουν τις προσφυγές κατά των πορισμάτων των ελεγκτών δόμησης.
  • β. Εξετάζουν τις προσφυγές κατά των πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων των Υ.ΔΟΜ., που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος και της νομοθεσίας περί αυθαιρέτων.
  • γ. Ασκούν τις αρμοδιότητες των Συμβουλίων Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του άρθρου 4 της υπ’ αριθμ. 75724/1151/1983 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Β’ 767). Θέματα μείζονος σημασίας μπορεί να παραπέμπονται

Άρθρο 32 Σύνθεση

Το Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ) είναι πενταμελές και αποτελείται από:

  • α. Πρόεδρο, τον πάρεδρο του γραφείου του ΝΣΚ στην έδρα της περιφερειακής ενότητας του Συμβουλίου, με τον αναπληρωτή του και, αν δεν υπάρχει πάρεδρος, από δικαστικό αντιπρόσωπο. Αν δεν υπάρχει γραφείο του ΝΣΚ στην έδρα του Συμβουλίου τα παραπάνω μέλη ορίζονται από το γραφείο του ΝΣΚ της πλησιέστερης περιφερειακής ενότητας ως Πρόεδρο, με τον αναπληρωτή του.
  • β. Αντιπρόεδρο, μηχανικό προϊστάμενο της αρμόδιας Διεύθυνσης για θέματα πολεοδομίας και χωροταξίας της οικείας αποκεντρωμένης Διοίκησης ή αν δεν υπάρχει, της οικείας Διεύθυνσης της Περιφέρειας ή, αν δεν υπάρχει, προϊστάμενο τμήματος της Περιφέρειας, με τον αναπληρωτή του.
  • γ. Μηχανικό, υπάλληλο με βαθμό Α’ , της αρμόδιας Διεύθυνσης για θέματα πολεοδομίας και χωροταξίας της οικείας αποκεντρωμένης Διοίκησης ή, αν δεν υπάρχει, υπάλληλο της οικείας Διεύθυνσης της Περιφέρειας ή, αν δεν υπάρχει, υπάλληλο τμήματος της Περιφέρειας, με τον αναπληρωτή του.
  • δ. Μηχανικό, εκπρόσωπο του ΤΕΕ, με εμπειρία σε θέματα χωροταξίας και πολεοδομίας, με τον αναπληρωτή του. Οι εκπρόσωποι του ΤΕΕ επιλέγονται από καταλόγους που υποβάλλει το ΤΕΕ μετά από ηλεκτρονική κλήρωση.
  • ε. Μηχανικό, εκπρόσωπο της Περιφερειακής Ένωσης Δήμων, με εμπειρία σε θέματα χωροταξίας και πολεοδομίας, με τον αναπληρωτή του. Γραμματέας του Συμβουλίου και αναπληρωτής ορίζεται υπάλληλος της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης ή, αν δεν υπάρχει, υπάλληλος της Περιφέρειας.

Άρθρο 33

  • 1. Κατά των πορισμάτων των ελεγκτών δόμησης και των πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων των Υ.ΔΟΜ.. που εκδίδονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος και της νομοθεσίας περί αυθαιρέτων, επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής για λόγους νομιμότητας στο αρμόδιο Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων της περιφερειακής ενότητας.
  • 2. Η προσφυγή ασκείται μέσα σε τριάντα ημέρες με κατάθεση στο πρωτόκολλο της Υπηρεσίας Δόμησης που κοινοποίησε την πράξη. Για το παραδεκτό της προσφυγής απαιτείται η καταβολή παράβολου ύψους πενήντα (50) ευρώ. Αν η προσφυγή γίνει δεκτή, το παράβολο επιστρέφεται. Τα ποσά των παραβόλων αποτελούν έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού.

Άρθρο 34

  • 1. Η αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης διαβιβάζει στο αρμόδιο για την έκδοση απόφασης Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων, το φάκελο της υπόθεσης. Κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου καλείται να παραστεί ο προσφεύγων με την πρόσκληση, που του επιδίδεται τουλάχιστον δέκα ημέρες πριν από τη συνεδρίαση. Η απόφαση λαμβάνεται αφού αποχωρήσει ο προσφεύγων. Η απόφαση επί της προσφυγής εκδίδεται μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από την άσκησή της.
  • 2. Τα πρόστιμα, τα οποία επιβάλλονται σε περίπτωση αυθαίρετων κατασκευών και για τα οποία είτε δεν έχει ασκηθεί διοικητική προσφυγή είτε έχει ασκηθεί και έχει απορριφθεί, αποστέλλονται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Υ. ΔΟΜ. στην αρμόδια ΔΟΥ για βεβαίωση και είσπραξη. Αντίγραφο των παραπάνω πράξεων αποστέλλεται από τους αρμόδιους υπαλλήλους της Υ.ΔΟΜ που τις εξέδωσε, στον Πρόεδρο του αρμόδιου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων. Υπάλληλος που παραβιάζει τις υποχρεώσεις των παραπάνω διατάξεων τιμωρείται με παρακράτηση αποδοχών δεκαπέντε ημερών μέχρι τριών μηνών. Η πειθαρχική δίωξη ασκείται μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών. Με την ίδια ποινή τιμωρείται ο πειθαρχικός προϊστάμενος που παραλείπει να ασκήσει την πειθαρχική δίωξη κατά του ευθυνόμενου υπαλλήλου κατά τα προηγούμενα εδάφια.

Άρθρο 35 Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ) Συγκρότηση

Συγκροτείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής «Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ)», με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Άρθρο 36 Αρμοδιότητες

Το Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων ασκεί τις αρμοδιότητες του Κεντρικού Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, του άρθρου 2 της υπ’ αριθμ. 75724/1151/1983 κοινής απόφασης των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης και Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος (Β’ 767).

Άρθρο 37 Σύνθεση

Το Κεντρικό Συμβούλιο Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων είναι επταμελές, και αποτελείται από:

  • α. τον Γενικό Γραμματέα Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ως Πρόεδρο,
  • β. τον Νομικό Σύμβουλο του Κράτους στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ο οποίος αναπληρώνεται από άλλον Νομικό Σύμβουλο ή Πάρεδρο του γραφείου του Νομικού Συμβούλου στο Υπουργείο Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής,
  • γ. τον Γενικό Διευθυντή Πολεοδομίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με τον αναπληρωτή του,
  • δ. δύο Διευθυντές του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με τους αναπληρωτές τους,
  • ε. έναν μηχανικό, εκπρόσωπο του ΤΕΕ, με εμπειρία σε θέματα χωροταξίας και πολεοδομίας, με τον αναπληρωτή του,
  • στ. έναν μηχανικό, εκπρόσωπο της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, με εμπειρία σε θέματα χωροταξίας και πολεοδομίας, με τον αναπληρωτή του. Με την απόφαση συγκρότησης του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων ορίζεται και ο αναπληρωτής του Γενικού Γραμματέα Χωροταξίας και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ως Προέδρου του Συμβουλίου. Γραμματέας του Συμβουλίου και αναπληρωτής ορίζεται με την παραπάνω απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής υπάλληλος του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. 

Νεωτερες ρυθμίσεις

N.4067/2012

Άρθρο 29

  • 1. Η ισχύς της διάταξης του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 4030/2011 αρχίζει μετά την έκδοση απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με την οποία διαπιστώνεται η οργάνωση του μητρώου του πρώτου εδαφίου της ίδιας παραγράφου. Εγκρίσεις και άδειες δόμησης, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι την έναρξη ισχύος της παρούσας, χωρίς τη δήλωση του αριθμού του μηχανικού στο μητρώο της παραπάνω διάταξης θεωρούνται νομίμως εκδοθείσες.
  • 2. Η θητεία των μελών των Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥΠΟΘΑ), του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕΣΑ) και του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕΣΥΠΟΘΑ) είναι διετής.
  • 3. Στην παρ. 9 του άρθρου 6 του ν. 4030/2011 οι λέξεις «κατά τον χρόνο» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ανεξάρτητα από το χρόνο».
  • 4. Στην παρ. 12 του άρθρου 7 του ν. 4030/ 2011 η λέξη «αμοιβών» αντικαθίσταται από τη λέξη «εισφορών».
  • 5. α. Η ισχύς των οικοδομικών αδειών, οι οποίες δεν είχαν λήξει την 1.3.2011 παρατείνεται κατά τρία έτη. Οικοδομικές άδειες, οι οποίες είχαν εκδοθεί και είχε αρχίσει η εκτέλεση των εργασιών τους πριν την 1.3.2012, αναθεωρούνται σύμφωνα με τις προϊσχύουσες του ν. 4030/2011 διατάξεις, εφόσον η αναθεώρηση δεν αφορά προσθήκη. β. Οι διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 4030/2011 εφαρμόζονται για τις οικοδομικές άδειες, οι οποίες έχουν εκδοθεί μέχρι την 1.3.2012, εφόσον αρχίσει η εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών τους, μετά την παραπάνω ημερομηνία. γ. Στο άρθρο 9 παράγραφος 5 του ν. 4030/2011 η λέξη «ΥΔΟΜ» αντικαθίσταται από τις λέξεις «αρμόδια υπηρεσία του Δήμου». δ. Στην παράγραφο 11 του άρθρου 24 του ν. 4014/2011 μετά το εδάφιο «Ανείσπρακτα βεβαιωθέντα ποσά προστίμων ανέγερσης και διατήρησης, δυνάμει άλλων διατάξεων, διαγράφονται» προστίθενται εδάφια, τα οποία έχουν ως εξής: «Για τη διαγραφή των προστίμων υποβάλλεται στην αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης αίτηση του ενδιαφερομένου, η οποία συνοδεύεται από: 1) τη βεβαίωση υπαγωγής στις διατάξεις του παρόντος και 2) υπεύθυνη δήλωση ότι τα πρόστιμα, των οποίων ζητείται η διαγραφή, αφορούν το ακίνητο, το οποίο έχει υπαχθεί στις διατάξεις του παρόντος. Η Υπηρεσία Δόμησης εκδίδει πράξη με την οποία ακυρώνει τον οικείο χρηματικό κατάλογο ή την πράξη επιβολής προστίμου και την αποστέλλει στην αρμόδια φορολογική αρχή, σε περίπτωση που τα πρόστιμα έχουν βεβαιωθεί και φορολογικά, προκειμένου η φορολογική αρχή να διαγράψει κάθε σχετική πράξη (ταμειακή βεβαίωση), που έχει ως νόμιμο έρεισμα το χρηματικό κατάλογο ή την πράξη επιβολής προστίμου. 6. Παρατείνεται η ισχύς των οικοδομικών αδειών, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 3α του άρθρου 6 του από 8.7.1993 προεδρικού διατάγματος (Δ’ 795), έως και τις 31.12.2014, προκειμένου να ολοκληρωθούν οι όψεις και η τυχόν στέγη του κτιρίου και να ενταχθούν στην παρ. 4γ του άρθρου 6 του ν. 4030/2011. Για τις εργασίες αυτές δεν απαιτείται έκδοση αναθεώρησης οικοδομικής άδειας, παρά μόνον έγγραφη ενημέρωση της αρμόδιας Υπηρεσίας Δόμησης, η οποία γνωστοποιείται στο οικείο αστυνομικό τμήμα.
  • 7. Στο τέλος της παρ. 3 του άρθρου 45 του ν. 4030/ 2011 προστίθεται εδάφιο, το οποίο έχει ως εξής: «Στην περίπτωση των κηρυγμένων παραδοσιακών οικισμών, των ιστορικών διατηρητέων οικισμών και των οικιστικών συνόλων, που έχουν χαρακτηριστεί ως ιστορικά διατηρητέα μνημεία, η προθεσμία του προηγούμενου εδαφίου είναι τέσσερα έτη.»
  • 8. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 του ν. 4030/2011 μετά τις λέξεις «διοικητικών οργάνων» προστίθεται η φράση «, εκτός της γνωμοδότησης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ή του Σ.Χ.Ο.Π. Αιγαίου,»
  • 9. Στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4030/2011 μετά τις λέξεις «η έγκριση δόμησης» προστίθεται η φράση «, η γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής ή του Σ.Χ.Ο.Π. Αιγαίου όπου απαιτείται».