Ταυτότητα Κτιρίου ή Βεβαίωση Μηχανικού;

Των:

Καλλιόπης Εμμ. Κουρουπάκη, Δικηγόρος LLM. Εξειδίκευση στα Δίκαια Πολεοδομίας & Χωροταξίας, Οικονομίας & Επιχειρήσεων, kkouroupaki@gmail.com

και:

Ελευθερίας Ι. Βολάκη, Δικηγόρος, Μετ/κό πρόγραμμα «Δίκαιο Περιβάλλοντος» της Νομικής Σχολής Αθηνών, e.volaki@dtklawfirm.gr, Νομικό Γραφείο DTK LAW FIRM.

“Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας” – H νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Με αφορμή την ψήφιση στη Βουλή, την Τέτάρτη 20 Οκτωβρίου 2021, της διάταξης νόμου για την «παράταση» εφαρμογής της υποχρέωσης σύνταξης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου /Αυτοτελούς Διηρημένης ιδιοκτησίας, είναι κρίσιμο να αποσαφηνιστούν και να απαντηθούν βασικά ερωτήματα και να απαλειφθούν τυχόν υπερβολές ή αμφιβολίες, που γεννήθηκαν για την εφαρμογή αυτής.

“Τι σημαίνει η φημολογούμενη «παράταση» της υποχρέωσης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου; Να επιλέξω σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας ή βεβαίωση μηχανικού κατά τη μεταβίβαση ακινήτου μου; Πώς διασφαλίζεται το περιουσιακό μου δικαίωμα;”

 

Α. Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας – το Πλαίσιο

H Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου ή αυτοτελούς Διηρημένης Ιδιοκτησίας, όπως αυτή θεσμοθετήθηκε με τα άρθρα 52 έως 62 του ν. 4495/2017, αποτελεί έναν μηχανισμό ο οποίος συνάδει άρρηκτα με την συνταγματική επιταγή προς την Πολιτεία που θέτει το άρθρο 24 του Συντάγματος για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Η υποχρέωση αυτή του Κράτους εκδηλώνεται με τη θέσπιση κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος, στην ορθολογική και σύμφωνη με το νόμο διάταξη των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο χώρο, στη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της αισθητικής των οικιστικών περιοχών, ενόψει των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε μιας, κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης για τους πολίτες, συμφώνως προς το πολεοδομικό κεκτημένο και την αειφόρο ανάπτυξη. Άλλωστε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την υπ’ αριθμ. 1858/2015 ΣτΕ Ολ. απόφασή του έκρινε ότι «ορθώς ο νομοθέτης προέβη σε ανασύνταξη των μεθόδων αντιμετώπισης της αυθαίρετης δόμησης, με τη χρήση νέων τεχνολογιών, δίνοντας το προβάδισμα στην αποτροπή και την πρόληψη, με την ανάπτυξη ελεγκτικών μηχανισμών κατά το στάδιο της κατασκευής και, ιδίως, με την πρόβλεψη τριών ελέγχων, κατά το στάδιο κατασκευής των κτιρίων και με τη θεσμοθέτηση της ηλεκτρονικής ταυτότητας του κτιρίου», αναγνωρίζοντας τον θεσμό της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας ως ελεγκτικό μηχανισμό πρόληψης και αποτροπής των αυθαιρέτων.

 

Β. Από την έναρξη λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου της Ταυτότητας έως σήμερα

Η αναγκαιότητα εφαρμογής της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας κατέστη εμφανής από το μέγεθος της αυθαίρετης δόμησης, την ανάκληση οικοδομικών αδειών λόγω λαθών, αναληθών και ψευδών στοιχείων και έλλειψης ορθών και άρτιων μελετών, καθώς και από την περιβαλλοντική βλάβη που παρατηρήθηκε εντόνως τις τελευταίες δεκαετίες. Λαμβανομένης υπόψη της αναγκαιότητας αυτής, με την Υπουργική Απόφαση ΥΠΕΝ/ΔΕΣΕΔΠ/7547/104 «Έναρξη λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου Ταυτότητας Κτιρίου, της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4495/2017» (ΦΕΚ Β 287/27.1.2021), ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου, της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4495/2017, στο οποίο τηρούνται στοιχεία, σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου, η 1η.2.2021. Πράγματι, την ημερομηνία αυτή εκκίνησε η λειτουργία της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου και Αυτοτελών Διηρημένων Ιδιοκτησιών και των υποχρεώσεων που απορρέουν εκ του νόμου 4495/2017 για τη σύνταξη και ενημέρωση αυτής. Οι ιδιοκτήτες, δηλαδή, προκειμένου να μεταβιβάσουν ακίνητο τους από την 1η.2.2021 όφειλαν να προβούν σε σύνταξη ταυτότητας κτιρίου ή αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας. Μοναδική εξαίρεση η περίπτωση που είχε πραγματοποιηθεί από το μηχανικό αυτοψία στο ακίνητο για έκδοση βεβαίωσης του άρθρου 83 του ν. 4495/2017 τον Ιανουάριο του 2021, δηλαδή προ της έναρξης λειτουργίας του Ηλεκτρονικού Μητρώου Ταυτότητας Κτιρίου. Η ισχύς της σχετικής βεβαίωσης μηχανικού με ημερομηνία αυτοψίας Ιανουαρίου παρατάθηκε με αλλεπάλληλες διατάξεις μέχρι προσφάτως, την 30ή.9.2021, οπότε έληξε η ισχύς της.

Η σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας άρχισε να εφαρμόζεται δειλά δειλά από τους πολίτες, καθώς αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία. Ενίοτε θεωρήθηκε ως ένα επιπλέον οικονομικό βάρος που βαραίνει τη διαδικασία μιας αγοραπωλησίας ή κάθε άλλης μεταβίβασης ακινήτου. Η πεποίθηση αυτή πιθανότητα δημιουργήθηκε καθώς δεν είχε γίνει κατανοητό ότι το πιστοποιητικό πληρότητας που θα εκδίδεται από το Ηλεκτρονικό Μητρώο Ταυτότητας αντικαθιστά την βεβαίωση του μηχανικού περί ύπαρξης ή μη αυθαιρεσιών στο υπό μεταβίβαση ακίνητο του άρθρου 83 ν.4495/2017. Άπαξ και συμπληρωθούν όλα τα απαιτούμενα στοιχεία που ορίζει ο νόμος για τη συμπλήρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας, τότε σε κάθε μεταγενέστερη μεταβίβαση για το εκάστοτε ακίνητο το όποιο θα έχει λάβει μοναδικό αριθμό ταυτότητας, θα εκδίδεται, χωρίς νέες ενέργειες, το πιστοποιητικό πληρότητας (ΠΠΤΚ) αυτού, από το σύστημα του Μητρώου της ηλεκτρονικής ταυτότητας του κτιρίου ή της αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας.

Η ανωτέρω δυσπιστία σε συνδυασμό με την μη εξοικείωση με τον θεσμό φαίνεται να αποτέλεσαν, όπως καταδεικνύεται και στην σχετική ανάλυση συνεπειών της νέας ρύθμισης, την αιτία μιας ακόμα νομοθετικής αλλαγής σχετικά με την υποχρεωτικότητα της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας.

 

Γ. Η νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας

Με την νέα νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που εντάχθηκε στο νόμο «Ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 «σχετικά με την τροποποίηση της οδηγίας 2012/27/ΕΕ για την ενεργειακή απόδοση», προσαρμογή στον Κανονισμό 2018/1999/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2018 σχετικά με τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα και στον κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό 2019/826/ΕΕ της Επιτροπής, της 4ης Μαρτίου 2019, «για την τροποποίηση των Παραρτημάτων VIII και IX της οδηγίας 2012/27/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με το περιεχόμενο των περιεκτικών αξιολογήσεων του δυναμικού αποδοτικής θέρμανσης και ψύξης» και συναφείς ρυθμίσεις για την ενεργειακή απόδοση στον κτιριακό τομέα, καθώς και την ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και του ανταγωνισμού στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας» επί της ουσίας δεν υφίσταται «παράταση» της ημερομηνίας έναρξης της υποχρέωσης σύνταξης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου, αλλά παρέχεται μια εναλλακτική δυνατότητα με στόχο την διευκόλυνση των πολιτών προκειμένου να προβούν σε μεταβιβάσεις ακινήτων, όπως γονικές παροχές για τις οποίες προσφάτως ανακοινώθηκαν ευνοϊκές ρυθμίσεις.

Ειδικότερα, με τη νέα διάταξη δίδεται η δυνατότητα στους πολίτες που επιθυμούν την μεταβίβαση ακινήτου τους έως και την 31.12.2021 είτε να προβούν σε σύνταξη ηλεκτρονικής ταυτότητας από τον μηχανικό τους και έκδοση σχετικού πιστοποιητικού είτε να ακολουθήσουν την παλαιά διαδικασία της επισύναψης στην συμβολαιογραφική πράξη βεβαίωσης μηχανικού. Η ειδοποιός διαφορά της νέας ρύθμισης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας συγκριτικά με τις προγενέστερες παρατάσεις της ισχύος των βεβαιώσεων μηχανικού με ημερομηνία αυτοψίας Ιανουαρίου 2021 είναι ότι για πρώτη φορά μετά την έναρξη λειτουργίας της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας τίθεται στην διακριτική ευχέρεια των ιδιοκτήτων άνευ άλλων κριτηρίων να επιλέξουν αν επιθυμούν να προβούν σε σύνταξη ταυτότητας προκειμένου να μεταβιβάσουν το ακίνητο τους ή να επισυνάψουν στο συμβόλαιο βεβαίωση μηχανικού. Αυτό σημαίνει ότι εφόσον ο ιδιοκτήτης επιλέξει να μην προχωρήσει στη σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας, θα πρέπει να ζητήσει από τον μηχανικό του να προβεί σε πρόσφατη αυτοψία και να εκδώσει τη σχετική βεβαίωση του άρθρου 83 του ν. 4495/2017. Απαιτείται δηλαδή πρόσφατη αυτοψία και έκδοση βεβαίωσης, καθώς δεν πρόκειται για άλλη μια παράταση της ισχύος των βεβαιώσεων με ημερομηνία αυτοψίας Ιανουαρίου, όπως προέβλεπαν προηγούμενες ρυθμίσεις. Ιδιαίτερη προσοχή, ωστόσο, απαιτείται για τις βεβαιώσεις που θα εκδοθούν μετά τον Νοέμβριο, καθώς παρ’ ότι εκ του νόμου η ισχύς τους είναι δίμηνη αυτές θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν το αργότερο έως 31.12.2021.

Η εν λόγω διάταξη δεν φαίνεται να επηρεάζει τον χρόνο εκκίνησης της πενταετίας εντός της οποίας πρέπει να συνταχθεί Ταυτότητα για τα κτίρια που ανήκουν στο Δημόσιο, στους Ο.Τ.Α. και στα Ν.Π.Δ.Δ., αυτά που στεγάζουν υπηρεσίες του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ., τα κτίρια συνάθροισης κοινού, τα πρατήρια υγρών καυσίμων και συνεργεία αυτοκινήτων, τα τουριστικά καταλύματα άνω των τριακοσίων (300) τ.μ., τα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια προσχολικής, πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, κτίρια περίθαλψης και τα καταστήματα κράτησης, όπως αυτά αναφέρονται στην περ. α της παρ. 1 του άρθρου 55 του ν. 4495/2017, ούτε τις περιπτώσεις υποχρέωσης ενημέρωσης της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου ή Διηρημένης Ιδιοκτησίας.

 

Δ. Να επιλέξω σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου/ Διηρημένης Ιδιοκτησίας ή Βεβαίωση μηχανικού του άρθρου 83 του ν. 4495/2017; Ποιές οι αλλαγές;

Το ερώτημα που τίθεται στο σημείο αυτό είναι με ποιά κριτήρια θα επιλέξει ο ιδιοκτήτης μεταξύ της σύνταξης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας ή της βεβαίωσης μηχανικού για να πραγματοποιήσει μεταβίβαση ακινήτου.

Ο ιδιοκτήτης -μη έχοντας εξειδίκευση στην πολεοδομική νομοθεσία- ασφαλώς είναι αδύνατο να εντοπίσει την σημασία και τον λόγο της θέσπισης των ανωτέρω ρυθμίσεων με αποτέλεσμα να επηρεάζεται συχνά από τον διάχυτο «πανικό» που δημιουργείται ιδιώς από δημοσιεύματα.

Από τη μία η βεβαίωση μηχανικού είναι μια διαδικασία γνώριμη έως σήμερα σε μηχανικούς και συμβολαιογράφους καθώς εφαρμόζεται συναπτά τα τελευταία έτη. Πρόκειται για μια απλή διαδικασία με την οποία έχει αναπτυχθεί η απαιτούμενη εξοικείωση.

Από την άλλη η σύνταξη της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου, όπως προαναφέρθηκε, τέθηκε για πρώτη φορά ως υποχρέωση την 1η.2.2021 με αποτέλεσμα να αποτελεί μια σχετικά νέα διαδικασία, η οποία ωστόσο περιγράφεται αναλυτικά τόσο στην υπ’ αριθμ. ΥΠΕΝ/ΔΕΣΕΔΠ/7577/105/2021 απόφαση «Διαδικασία συμπλήρωσης Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου για την έκδοση Πιστοποιητικών Πληρότητας Ταυτότητας Κτιρίου και Ελέγχου Κατασκευής και σχετικά έντυπα» (B’ 334), αλλά και στον σχετικό οδηγό που εξέδωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Κάθε νέα διαδικασία δημιουργεί προσωρινά λόγω της μη εξοικείωσης με αυτή μια άρνηση ως προς την εφαρμογή της. Ωστόσο τα οφέλη της σύνταξης της είναι αυτά που οδήγησαν στη θεσμοθέτηση της. Ειδικότερα, μέσα από την σύνταξη Ηλεκτρονικής Ταυτότητας α) θωρακίζεται η ιδιοκτησία των πολιτών, καθώς θα είναι καταγεγραμμένες όλες οι τυχόν μεταβολές του ακινήτου και ο νέος ιδιοκτήτης θα έχει πλήρη εικόνα του ακινήτου που αποκτά, β) η σύνταξη της ταυτότητας απαιτείται μόνο μια φορά, ενώ μεταγενέστερα δύναται να απαιτηθεί μόνο ενημέρωση αυτής, οπότε διευκολύνει το νέο ιδιοκτήτη σε μεταγενέστερες μεταβιβάσεις, γ) επιτυγχάνεται η διαφάνεια στις μεταβιβάσεις, δ) μειώνεται εφεξής δραστικά η γραφειοκρατία καθώς ο πολίτης –ιδιοκτήτης έχοντας εν συνεχεία ψηφιακά τα πλήρη στοιχεία και έγγραφα που αφορούν στο ακίνητο του, δεν χρειάζεται να αναζητά αυτά εκ νέου σε δημόσιες υπηρεσίες, ε) επιταχύνονται οι επενδύσεις, καθώς η ψηφιοποίηση των πληροφοριών των ακινήτων (κτιρίων ή οικοπέδων / γηπέδων) συνεπάγεται την σύντμηση του χρόνου διερεύνησης και εξέτασής τους από υποψήφιους επενδυτές.

Επιπροσθέτως, αν μελετήσει κανείς τις διατάξεις για την Ηλεκτρονική Ταυτότητα κτιρίου σε σχέση με τις διατάξεις περί βεβαίωσης μηχανικού, προκύπτει ότι δεν πρόκειται για περαιτέρω έλεγχο ή περαιτέρω διαδικασία, αλλά με το νέο μέτρο καταγράφονται και συστηματοποιούνται όλα τα στοιχεία του ακινήτου με πιο μεθοδικό τρόπο.

 

Ε. Διαδικασία Ηλεκτρονικής Ταυτότητας

Το νομικό πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας κτιρίου προβλέπεται στο δεύτερο κεφάλαιο του τμήματος Β’ του Ν. 4495/2017. Σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, στη διαδικασία της ηλεκτρονικής ταυτότητας υπάγονται τα κτίρια ή διηρημένες ιδιοκτησίες επί κτιρίων που έχουν ανεγερθεί ή ανεγείρονται με βάση οικοδομική άδεια, καθώς και τα κτίρια ή οι διηρημένες ιδιοκτησίες, για τα οποία επιτρέπεται η διενέργεια εμπραγμάτων δικαιοπραξιών, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 82 Ν. 4495/2017, ήτοι ακίνητα στα οποία έχουν εκτελεστεί αυθαίρετες κατασκευές ή έχουν εγκατασταθεί αυθαίρετες χρήσεις αλλά ανήκουν σε μια από τις κατηγορίες που προβλέπει η παρ. 2 και εξαιρούνται από την απαγόρευση μεταβίβασης και σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτών. Η δήλωση γίνεται ανά κτίριο ή ανά διηρημένη ιδιοκτησία από τον εξουσιοδοτημένο από τον εκάστοτε ιδιοκτήτη μηχανικό. Αν έχουν συσταθεί οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, ο εξουσιοδοτημένος μηχανικός δύναται κατόπιν αποφάσεως της πλειοψηφίας των κοινωνών, σύμφωνα με τα οριζόμενα στον κανονισμό της οροφοκτησίας, άλλως με απλή πλειοψηφία, να υποβάλλει δήλωση για το σύνολο του κτιρίου. Με την καταχώρηση της αίτησης, λαμβάνεται αυτόματα από το πληροφοριακό σύστημα μοναδικός αριθμός Ταυτότητας. Εφόσον εκδοθεί από τον εξουσιοδοτημένο μηχανικό το Πιστοποιητικό Πληρότητας Ταυτότητας Κτιρίου (Π.Π.Τ.Κ.), δίνεται από το πληροφοριακό σύστημα μοναδικός ηλεκτρονικός κωδικός. Ο μοναδικός ηλεκτρονικός κωδικός παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου γνησιότητας του πιστοποιητικού, καθώς και επανέκδοσης του. Τα σχετικά με την Ηλεκτρονική Ταυτότητα κτιρίου ή αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας στοιχεία, τους κυρίους του έργου, τους εξουσιοδοτημένους μηχανικούς, τα πιστοποιητικά ελέγχου και το πιστοποιητικό πληρότητας, τηρούνται σε ηλεκτρονικό μητρώο και συνδέεται με τη βάση δεδομένων του Ελληνικού Κτηματολογίου, μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων Δημόσιας Διοίκησης του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 84 του ν. 4727/2020 (Α` 184). Άλλωστε, σκοπός του μέτρου της ταυτότητας του κτιρίου είναι ο έλεγχος και η καταγραφή της δόμησης, προς εξασφάλιση της ασφάλειας δικαίου στις συναλλαγές ακινήτου και προς το σκοπό περιορισμού του διαχρονικού φαινομένου της αυθαίρετης δόμησης.

 

ΣΤ. Προστασία περιβάλλοντος και περιουσίας

Αυτό που πιθανώς δεν έχει καταστεί ακόμη πλήρως σαφές είναι ότι αφού καταρτισθεί η Hλεκτρονική Ταυτότητα του ακινήτου, ο κάθε ιδιοκτήτης ακινήτου θα γνωρίζει την εικόνα του ακινήτου του από πολεοδομικής απόψεως, ώστε εάν υπάρχει τυχόν αυθαιρεσία να δύναται κατά τις κείμενες διατάξεις να την τακτοποιήσει, ή οποιοδήποτε σχετικό με το ακίνητο ζήτημα να το διορθώσει, προκειμένου κατά τη μεταβίβαση αυτού να μην αντιμετωπίσει ζητήματα απαγόρευσης μεταβίβασης ή και χρονικής καθυστέρησης στην κατάρτιση του σχετικού συμβολαίου. Η όποια δυσπιστία βέβαια απέναντι στο νέο αυτό μέτρο δικαιολογείται από την άποψη ότι δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί στην πράξη ούτε έχουν γίνει γνωστά τα αποτελέσματα του. Η σημασία του και τα αποτελέσματα του θα γίνουν εμφανή τα επόμενα χρόνια.

Με βάση την ανάλυση που προηγήθηκε, λαμβάνοντας υπόψη τη θετικότητα του μέτρου, γίνεται εμφανές ότι η εφαρμογή του μέτρου της ηλεκτρονικής ταυτότητας κτιρίου / αυτοτελούς διηρημένης ιδιοκτησίας θα συντελέσει στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος ελέγχου του δομημένου περιβάλλοντος, το οποίο θα συνδράμει στην επιβεβλημένη πλέον όχι μόνο εκ του Συντάγματος αλλά και από την κοινωνία άμβλυνση του φαινομένου της αυθαίρετης δόμησης, η οποία ταλανίζει τη χώρα δεκαετίες δημιουργώντας ανισότητες μεταξύ των πολιτών, λόγω του ότι κάποιοι εκμεταλλευόμενοι την ανοχή του νόμου και της Πολιτείας ενισχύουν με την δημιουργία και διατήρηση αυθαιρέτων την οικονομική αξία των ιδιοκτησιακών τους δικαιωμάτων. Με το μέτρο της Ηλεκτρονική Ταυτότητας, θα καταγράφονται όλα τα σχετικά πολεοδομικά και εμπραγμάτου δικαίου στοιχεία για κάθε ακίνητο, καθώς και όποια μεταβολή σε αυτά κατά τη διάρκεια του χρόνου ζωής κάθε κτιρίου ή διηρημένης ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η προστασία του δικαιώματος της ιδιοκτησίας και η ασφάλεια των συναλλαγών, ενώ παράλληλα θα ενισχύεται η εφαρμογή του ορθού χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, υποχρέωση του κράτους που απορρέει εκ του Συντάγματος (αρ. 24 Σ). Πέραν όμως της περιβαλλοντικής διάστασης σημαντική είναι η προστασία του περιουσιακού δικαιώματος κάθε πολίτη. Η Ηλεκτρονική Ταυτότητα είναι το πιστοποιητικό της ιδιοκτησίας μας και η ηλεκτρονική απόδειξη της αξίας της για την επόμενη γενιά.

Πρώτη δημοσίευση : https://ecopress.gr/taftotita-ktiriou-i-vevaiosi-michanikou/

Να μην χάσουμε το τρένο για την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία

Του Κων/νου Καρατσώλη, Δικηγόρος. Δίκαιο Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας [1].
(Έρευνα: Kων/νος Καρατσώλης , Αθηνά Μιχαλακέα [2])

Η έννοια της συναίνεσης στα βασικά περιβαλλοντικά ζητήματα στην Ελλάδα.

Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: στον τομέα του περιβάλλοντος της χωροταξίας και της πολεοδομίας η χώρα μας υστερεί, όχι τόσο σε θεωρητικό επίπεδο γνώσης και καταγραφής, όσο στο επίπεδο εφαρμογής και ελέγχου της δόμησης. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελούν τα εκατομμύρια των αυθαιρέτων που δρουν καταλυτικά στην αναγκαιότητα του ανασχεδιασμού και της ορθής καταγραφής της δόμησης.

Συνήθως οποιαδήποτε πρωτοβουλία για τον μετασχηματισμό των πόλεων ακολουθούν   εξαντλητικές  συζητήσεις,  αντικρουόμενες απόψεις, ιδεολογικές συγκρούσεις και εν τέλει διαξιφισμοί  διαφορετικών συμφερόντων (ιδιοκτήτες γης, συλλογικότητες, μηχανικοί, Κράτος και  θεσμοί. ). Θεμιτό, δίκαιο, και στο πλαίσιο του δημοκρατικού μας πολιτεύματος. Άλλωστε, η πόλη συνιστά το απτό αποτύπωμα της προσπάθειας ετερογενών συλλογικοτήτων και ατομικοτήτων να ανακατασκευάσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν σύμφωνα με τις επιθυμίες τους.

Και η συναίνεση επί υλικών ζητημάτων που προκύπτουν βάσει δεδομένων, συχνά αυταπόδεικτα; Όπως προκύπτει κατά το στάδιο διαβούλευσης σχεδίων νόμων, αλλά και από τα fora συζητήσεων  γύρω από τα ζητήματα του Περιβάλλοντος,  διαχρονικά,  διαφαίνεται ότι αδυνατούμε ως κοινωνία και ως πολιτεία να συμφωνήσουμε σε πολύ απλά ζητήματα που αφορούν το χώρο και το σχεδιασμό: παρεκκλίσεις στην εκτός σχεδίου δόμηση, προστασία κοινοχρήστων χώρων, άμεση εφαρμογή της ηλεκτρονικής ταυτότητας του κτιρίου προσβασιμότητα για όλους, κίνητρα στις επενδύσεις με περιβαλλοντικό πρόσημα , περιβαλλοντικά πρόστιμα και κατεδαφίσεις αυθαιρέτων  κ.α.. Ο δρόμος προς τη διαμόρφωση αναγκαίων συναινέσεων μοιάζει μακρύς.

Πρέπει, ωστόσο, την  προσεχή περίοδο να ρυθμίσουμε και να καλύψουμε πολλά νομικά κενά του παρελθόντος: το ζήτημα της οριοθέτησης των ρεμάτων εν όψει της κλιματικής αλλαγής, τις προδιαγραφές του σχεδιασμού, τους χρόνους αδειοδότησης, τα εγκαταλελειμμένα κτίρια στις πόλεις μας, την προσβασιμότητα για όλους, την κωδικοποίηση της νομοθεσίας μας. . Ζητήματα που ενώ όλοι κατανοούμε τη σημασία τους, είναι δύσκολο να διαμορφωθούν συγκλίσεις για την επίλυσή τους.

Ωστόσο, η επίλυση επιμέρους ζητημάτων που μπορεί να μοιάζουν μικρά, είναι ενδεικτική της αντιμετώπισης των πιο σύνθετων ζητημάτων. Για αυτό ακριβώς το λόγο είναι ασφαλές κάποιος να πει ότι, αν δεν καταφέρουμε σύντομα να βάλουμε σε τάξη τα απλά, θα χάσουμε το τρένο για τα σύνθετα και τα σημαντικά. Αυτό το τρένο στο οποίοήδη έχουν «επιβιβαστεί» οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες·το τρένο που ξεκινά με γενναίες μεταρρυθμίσεις, και έχει τερματικό σταθμό  την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία(“The GreenNewDeal for Europe”), και ειδικότερα το πλαίσιο που διαμορφώνεται για τις  κλιματικά ουδέτερες ενεργειακά πόλεις. [3]

Τι κάνουν οι ευρωπαϊκές πόλεις και πως επιτυγχάνουν συναινέσεις – Το Κλιματικό Σύμφωνο.

Η μετάβαση προς τις ουδέτερες ενεργειακά πόλεις απαιτεί, σε σύντομο χρονικό διάστημα, τη συνεργασία πολιτείας και πολιτών, δημοσίου και ιδιωτικού τομέα, σε τέτοιο βαθμό που δεν είχε υπάρξει ποτέ στο παρελθόν. Τα εθνικά, περιφερειακά και τοπικά επίπεδα πρέπει να εργαστούν από κοινού προς την ίδια κατεύθυνση για να επιτύχουν την κλιματική μετάβαση. Και οι διαδικασίες αυτές πρέπει να επιταχυνθούν.

Το Κλιματικό Σύμφωνο για τις Πόλεις αποτελεί μια πολυεπίπεδη και συν-δημιουργική διαδικασία -προβλεπόμενη από το MissionBoardγια την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία-, η οποία μπορεί να προσαρμόζεται στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της κάθε πόλης, παραμένοντας προσηλωμένο στον κοινό σκοπό της ενεργειακής μετάβασης. Η στρατηγική και το σχέδιο δράσης, καθώς και οι επιμέρους ευθύνες των ενδιαφερόμενων μερών θα προσδιορίζονται adhoc. Σε κάθε περίπτωση, στόχος είναι οι πολίτες να καταστούν παράγοντες της αλλαγής, μέσω πρωτοβουλιών από τα κάτω προς τα πάνω, και της εισαγωγής καινοτόμων, νέων μορφών συμμετοχικής διακυβέρνησης.

Το Σύμφωνο δεν προορίζεται ως κλειστό, νομικά δεσμευτικό έγγραφο σε μια πορεία δράσης έως το 2030. Αντ ‘αυτού, τονίζει την υψηλή φιλοδοξία, τις συμμετοχικές προσεγγίσεις και την πολυεπίπεδη συνεργασία διακυβέρνησης που θα προκαλέσει  καινοτομία και αλλαγή προς την ουδετερότητα του κλίματος. Πρόκειται περισσότερο για ένα πολιτικά δεσμευτικό έγγραφο, τονίζοντας την αναγκαιότητα για συμμετοχικήπροσέγγιση και την πολυεπίπεδη συνεργασία, το οποίο όμως κατά τ’ άλλα θα παραμένει ανοιχτό σε προτάσεις και σε μια διαρκή διαδικασία ζωντανής επεξεργασίας. Τα τοπικά οικοσυστήματα, το εύρος των τοπικών δραστηριοτήτων, αλλά και το χρονοδιάγραμμα του μετασχηματισμού, θα τυγχάνουν ειδικής επεξεργασίας από τους φορείς κάθε πόλης και θα ενσωματώνονται στο κάθε Σύμφωνο ξεχωριστά. Δίνεται προτεραιότητα σε πέντε βασικούς παράγοντες: νέες μορφές συμμετοχικής διακυβέρνησης, ένα νέο οικονομικό και χρηματοδοτικό μοντέλο, ολοκληρωμένος αστικός σχεδιασμός, ψηφιακές τεχνολογίες και διαχείριση καινοτομίας.

Το  πρώτο παράδειγμα της Σουηδίας.

Στη Σουηδία, διαμορφώθηκε το Klimatkontrakt 2030 [4], μια συγκεντρωτική προσπάθεια της κεντρικής κυβέρνησης και εννέα πόλεων (Enköping, Järfälla, Γκέτενμπορκγκ, Στοκχόλμη, Μάμ, Lund, Umeå, Uppsala και Växjö), με την οποία όλα τα μέρη δεσμεύονται να συνεισφέρουν με συγκεκριμένους τρόπους στην ενεργειακή μετάβαση προς τις βιώσιμες πόλεις. Πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη δέσμευση, η οποία όμως δεν έχει σαφή τρόπο ανάπτυξης, γι’ αυτό και θα αναθεωρείται κάθε χρόνο. Το Σύμφωνο έχει ένα μέρος που είναι κοινό για όλες τις πόλεις που εμπλέκονται: τις δεσμεύσεις των κρατικών υπηρεσιών και των Βιώσιμων Πόλεων (των πόλεων που εντάσσονται σε αυτό το σχήμα). Το μέρος του Συμφώνου που αφορά τις πόλεις διαφέρει ανά περίπτωση, δεδομένου ότι έχει προσαρμοστεί στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Οι πόλεις διαφέρουν μεταξύ τους σε μέγεθος, δεν έχουν την ίδια γεωγραφία, βιομηχανία και πολιτική διακυβέρνηση. Αρκετές από τις πόλεις έχουν προσθέσει επίσης ένα παράρτημα στο σύμφωνο, με περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πώς εργάζονται για τη μετάβαση στο κλίμα.

Εν συντομία:

Οι πόλεις θα εργαστούν για τη μείωση ενεργειακών εκπομπών και για την αύξηση της ικανότητας καινοτομίας τους, δηλαδή την ικανότητα συνεργασίας με νέους και αποτελεσματικούς τρόπους εντός του δήμου και μαζί με άλλους στην κοινωνία. Επίσης, οι πολίτες θα εμπλακούν στο έργο των κλιματικά ουδέτερων και βιώσιμων πόλεων.

Οι τέσσερις κυβερνητικές υπηρεσίες θα αναθεωρήσουν τους νόμους και τους κανονισμούς ώστε να διευκολύνουν τους δήμους να ηγηθούν της ενεργειακής μετάβασης, και θα δημιουργήσουν μια ειδική πλατφόρμα που θα διευκολύνει τους δήμους να χρηματοδοτούν πρωτοβουλίες και να επενδύουν στην ενεργειακή και κλιματική μετάβαση.

Οι Βιώσιμες Πόλεις θα υποστηρίξουν την αστική κλιματική μετάβαση με διάφορους τρόπους.Για παράδειγμα, υποστηρίζοντας τις διαδικασίες για αλλαγές στους κανόνες και τις πολιτικές, διευκολύνοντας τη μακροπρόθεσμη και συστηματική καινοτομία, συντονίζοντας ευκαιρίες χρηματοδότησης και υποστηρίζοντας πιθανές εφαρμογές καλεσμάτων της ΕΕ.

Όλες οι προσπάθειες που καταβάλλονται πρέπει να συμβάλλουν στην αποστολή: Πόλεις κλιματικά ουδέτερες έως το 2030–«με καλή ζωή για όλους, εντός των πλανητικών ορίων» [5].

Το σουηδικό Κλιματικό Σύμφωνο για τις Πόλεις είναι το πρώτο στην Ευρώπη και φιλοδοξεί ότι θα εμπνεύσει τις επερχόμενες ανταποκρίσεις στην πρόσκληση της Ε.Ε. για πόλεις με ουδέτερο κλίμα, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Κλιματικού Συμφώνου για τις Πόλεις. Μέσω του σουηδικού Συμφώνου, οι εννέα πόλεις είναι καλά προετοιμασμένες να υποβάλουν αίτηση για χρηματοδότηση από την ΕΕ και να συνεργαστούν με ευρωπαϊκές πόλεις που αγωνίζονται προς μια ήπειρο ουδέτερη από το κλίμα, που είναι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας.

Σύμφωνα με τον AllanLarsson, Πρόεδρο του Συμβουλίου τωνΒιώσιμων Πόλεων, “Οι δήμοι πρέπει να διαδραματίσουν καθοριστικό ρόλο στην εφαρμογή της μετάβασης του κλίματος και στη συμμετοχή πολιτών, βιομηχανίας, ακαδημαϊκών και κοινωνίας των πολιτών. Οι πόλεις αποτελούν μόνο το 3% της γης της γης, αλλά αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 70% των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Επιπλέον, οι πόλεις αναπτύσσονται ραγδαία. Μέχρι το 2050, το 85% του πληθυσμού της ΕΕ θα ζει σε πόλεις. Σε πόλεις πρέπει να πραγματοποιηθεί η μετάβαση του κλίματος – και οι πολίτες πρέπει να διαδραματίσουν πολύ ενεργό ρόλο σε αυτήν “.  Η διευθύντρια του προγράμματος OlgaKordasσυμπληρώνει ότι «η κλιματική μετάβαση θα πρέπει να συμβάλει σε περισσότερη πρασινάδα, καλύτερο αέρα, καλύτερη ψυχική και σωματική υγεία και ασφαλέστερες πόλεις όπου παιδιά και ενήλικες μπορούν να ζήσουν, να παίξουν και να διασκεδάσουν». «Αυτές οι εννέα πόλεις που έχουν υπογράψει τη Σύμβαση για την Κλιματική Πόλη σήμερα αποτελούν πηγή έμπνευσης για όλες τις ευρωπαϊκές πόλεις που θέλουν να γίνουν ουδέτερες από το κλίμα. Το 2021-2027, το πρόγραμμα έρευνας και καινοτομίας της ΕΕ Horizon Europe θα βοηθήσει τις πόλεις της ΕΕ στην πορεία  μετάβασης και ελπίζουμε για πολλές ακόμη ευρωπαϊκές συμβάσεις για το κλίμα της πόλης», αναφέρει ο ChristianDanielsson, επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη Σουηδία.

Προβληματισμοί έχουν τεθεί σχετικά με το πώς η πανδημία του κορονοϊού θα επηρεάσει την υπό εξέλιξη διαδικασία. Η κλιματική αλλαγή είναι μια διαρκής, αδιάλειπτη πρόκληση, για τον λόγο αυτό και οι πόλεις συνέχισαν τις εργασίες τους για την ενεργειακή μετάβαση στο πλαίσιο του Κλιματικού Συμφώνου για την Πόλη 2030 παρά την τεταμένη κατάσταση.Η κλιματική μετάβαση θα απαιτήσει σημαντικές επενδύσεις. Τόσο γι’ αυτήν, όσο και για την ανάκαμψη μετά την πανδημία, κινητοποιείται νέο επενδυτικό κεφάλαιο, γνωστό ως κεφάλαιο ανάκαμψης και μετατροπής. Το ClimateCityContract 2030 θα βοηθήσει να διασφαλιστεί ότι αυτές οι επενδύσεις θα ωφελήσουν λύσεις για βιώσιμες, ασφαλείς και ευχάριστες πόλεις για όσους ζουν και εργάζονται σε αυτές. «Εργαζόμαστε για να κάνουμε την ανάκαμψη μετά την πανδημία μια έξυπνη επανεκκίνηση του κλίματος, έχουμε μόνο έναν πλανήτη», τονίζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της πρωτοβουλίας των Βιώσιμων Πόλεων [6]. Σε τελική ανάλυση, το Σύμφωνο είναι μια συλλογή από κοινές δεσμεύσεις, δράσεις και διαδικασίες που μαζί θα συμβάλουν στη βαθιά κοινωνική αλλαγή που πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα σε λίγα χρόνια, καθώς επιταχύνεται η κατάσταση έκτακτης ανάγκης για το κλίμα. Η πανδημία και οι συνέπειές της δείχνουν ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει γρήγορα όταν απαιτείται.

Tώρα το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα είναι πώς και με ποια θεσμικά και δικαιϊκά εργαλεία θεσμικά θα διαμορφώσει, για πρώτη φορά, το απαιτούμενο πλαίσιο συναινέσεων, και πώς θα ακολουθήσουμε τα παραδείγματα χωρών όπως η Σουηδία που έχει επιδείξει εξαιρετική πρόοδο.

Βεβαίως, πρέπει να είμαστε έτοιμοι αν θέλουμε να προλάβουμε το τρένο για τη μετάβαση, όχι απλά να συμφωνήσουμε ότι θέλουμε περισσότερο πράσινο, καλύτερο αέρα, καλύτερη υγεία και βιώσιμες πόλεις, αλλά με ποιο πρόγραμμα, δράσεις και ουσιαστικές παρεμβάσεις θα το πετύχουμε.

[1] Επιστημονικός Συνεργάτης Ελληνικών και Ξένων Πανεπιστημίων ( Δίκαιο  Περιβάλλοντος και Πολεοδομίας ) Υπ.Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Πατρών ‘’ Εργαλεία Δικαίου και Πράσινος Μετασχηματισμός των Πόλεων’’

[2] Δικηγόρος , Υπ. Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Λονδίνου

[3] https://ec.europa.eu/info/strategy/priorities-2019-2024/european-green-deal_en

[4] https://en.viablecities.se/klimatkontrakt-2030

[5] Ο.π.

[6] Ο.π.

Πρώτη δημοσίευση : https://ecopress.gr/na-min-chasoume-to-treno-gia-tin-evropaiki-prasini-symfonia/

Αρχές Περιβαλλοντικού Δικαίου κατά την Οριοθέτηση των Ρεμάτων

Συγγραφείς :

Κ. ΚΑΡΑΤΣΩΛΗΣ, Δικηγόρος, Δίκαιο Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΒΟΛΑΚΗ, Δικηγόρος, Μετ/κό πρόγραμμα «Δίκαιο Περιβάλλοντος» της Νομικής Σχολής Αθηνών

Α. Εισαγωγή

Τα επόμενα χρόνια τα ζητήματα της κλιματικής αλλαγής θα μας απασχολήσουν ιδιαίτερα τόσο σε τεχνικό όσο και σε νομικό επίπεδο.

Σε τεχνικό, καθώς στο πλαίσιο εκτέλεσης έργων και υποδομών η επακόλουθη αύξηση των φαινομένων φυσικών καταστροφών θα έχει σαν αποτέλεσμα τον έλεγχο και των επανασχεδιασμό αυτών και σε νομικό, καθώς θα πρέπει με φάρο τη νομολογία του ΣτΕ και το σύγχρονο Ενωσιακό Δίκαιο  να διαμορφωθούν τροποποιήσεις στο Εθνικό Δίκαιο ως αναγκαιότητα θωράκισης της προστασίας της ανθρώπινης ζωής και  της περιβαλλοντικής προστασίας.

  1. Ειδικότερα, ενόψει της κλιματικής αλλαγής που παρατηρείται εντόνως τα τελευταία χρόνια και της επακόλουθης αύξησης των φυσικών καταστροφών έχει αναδειχθεί το ζήτημα της ευπάθειας των έργων και των υποδομών. Υπό το πρίσμα αυτό, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί επιτακτική ανάγκη για το μέλλον της Ευρώπης και του κόσμου. Η Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε) μέσω της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας 2019 (EU GREEN DEAL[1]) και του Ευρωπαϊκού νόμου για το κλίμα[2] (Οκτώβριος 2020) καθόρισε τον στόχο μιας κλιματικά ουδέτερης ΕΕ έως το 2050, ως επακόλουθο των δεσμεύσεων που ανέλαβαν η ΕΕ και τα κράτη μέλη της κατά την υπογραφή της Συμφωνίας των Παρισίων το 2015. Η δράση της ΕΕ και των κρατών μελών για το κλίμα έχει ως στόχο την προστασία των ανθρώπων και του πλανήτη, την ευεξία, την ευημερία, την υγεία, την ακεραιότητα των οικοσυστημάτων και της βιοποικιλότητας από την απειλή της κλιματικής αλλαγής, να αυξήσει την ανθεκτικότητα και να μειώσει την ευπάθεια[3] της κοινωνίας στην κλιματική αλλαγή.
  2. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των ευρωπαϊκών συμφωνιών και οδηγιών που έχουν εκδοθεί και ενόψει των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ) που έχουν προγραμματιστεί να εκπονηθούν σε διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα τα επόμενα 10 χρόνια, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα παρουσιάζει κατά το εθνικό δίκαιο το εξειδικευμένο ζήτημα της οριοθέτησης και διευθέτησης των ρεμάτων.

Τα υδατορέματα (ρέματα)[4] αποτελούν ειδικότερο στοιχείο του υδάτινου περιβάλλοντος, το οποίο τυγχάνει ιδιαίτερης αντιμετώπισης τόσο εκ της ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας όσο και εκ της νομολογίας του ανωτάτου δικαστηρίου, του Συμβουλίου της Επικρατείας. Η προστασία των ρεμάτων παρουσιάζει έντονο τεχνικό αλλά και νομικό ενδιαφέρον λόγω των πολύ σοβαρών επιπτώσεων που αποφέρουν οι επεμβάσεις σε αυτό και οι οποίες πρέπει να λαμβάνουν χώρα μόνο μετά την οριοθέτηση της κοίτης τους και την κατάρτιση και έγκριση των απαιτούμενων εκ του νόμου μελετών, κατόπιν εκτίμησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.

Κατά πάγια νομολογία στα ρέματα επιτρέπονται μόνο οι απολύτως απαραίτητες επεμβάσεις και δη αυτές για την διευθέτηση της κοίτης και των πρανών τους, ώστε να διευκολύνεται η ελεύθερη ροή των υδάτων και η επιτέλεση της λειτουργίας τους, απαγορεύεται δε οποιαδήποτε επέμβαση θίγει  αυτές τις λειτουργίες, ενώ για την πραγματοποίηση επιτρεπτών επεμβάσεων και τεχνικών έργων απαιτείται η προηγούμενη οριοθέτηση του ρέματος (ΣτΕ 2629/2001, ΣτΕ 453/2003). Συνεπώς, ο καθορισμός της οριογραμμής τους αποτελεί κατά νόμον προϋπόθεση για την έκδοση πράξεων χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου πλησίον ρέματος (ΣτΕ 2752/2013, ΣτΕ 3561/2014)[5]. Στην περίπτωση, όμως, που η οριοθέτηση υδατορέματος δεν έχει ακόμη λάβει χώρα, είναι, τουλάχιστον, υποχρεωτική η μελέτη και η κατασκευή του έργου κατά τρόπο ο οποίος δεν θα επηρεάζει τη φυσική λειτουργία του υδατορέματος.[6]

Αξίζει να σημειωθεί ότι δεδομένης της κλιματικής αλλαγής  και  της αύξησης των ακραίων περιβαλλοντικών φαινομένων και φυσικών καταστροφών, ιδιαίτερη σημασία έχει ο χωροταξικός και πολεοδομικός σχεδιασμός, ώστε να εξασφαλίζεται πρωτίστως όσο το δυνατόν υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας του πληθυσμού, των κατασκευών και των δραστηριοτήτων  και συνακόλουθα μείωση  των αναμενόμενων επιπτώσεων και αποτροπή φυσικής καταστροφής[7].

  1. Ενόψει της εκπόνησης των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ) στις διάφορες περιοχές ανά την Ελλάδα, στα εδαφικά πλαίσια των οποίων εντάσσονται και εκτάσεις που υπάγονται σε ειδικά νομικά καθεστώτα προστασίας (ΠΕΚ), όπως η περίπτωση των ρεμάτων, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον η αναφορά στις αρχές περιβαλλοντικού δικαίου που λαμβάνονται υπ’ όψιν κατά τη διαδικασία εκπόνησης της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) / Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) και της Μελέτης οριοθέτησης ρεμάτων, δεδομένης της ευθείας εκ του Συντάγματος προστασίας που απολαμβάνουν τα ρέματα ως φυσικά οικοσυστήματα, χαρακτηριζόμενα από τη νομολογία ως ουσιώδη στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος. Αυτό που έχει τη δέουσα σημασία είναι ότι οι εκτάσεις των ρεμάτων πρέπει να ενταχθούν στον πολεοδομικό σχεδιασμό χωρίς να μεταβάλλεται το προστατευτικό τους καθεστώς.

Στην παρούσα μελέτη  λαμβάνει χώρα η απόπειρα  ανάλυσης κατάστρωσης και καταγραφής  αρχών του δικαίου περιβάλλοντος που πηγάζουν τόσο από το ενωσιακό δίκαιο όσο και από το δίκαιο της εθνικής έννομης τάξης και την πρόσφατη νομολογία, οι οποίες κρίνεται αναγκαίο να εφαρμόζονται στις ως άνω μελέτες.

 

 Β. Βασικές  αρχές  περιβαλλοντικής προστασίας  περί προστασίας ρεμάτων

1. Η αρχή της διατήρησης της φυσικής  κατάστασης των ρεμάτων

Τα ρέματα είναι στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος που αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας και αποβλέπουν στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων (ΣτΕ 1990/2007). Η εν λόγω προστασία, η οποία βρίσκει έρεισμα στις διατάξεις του άρθρου 24 Συντ., «αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους καταστάσεως και στη διασφάλιση της επιτελουμένης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων»[8] (ΣτΕ 319/2002[9]).

Πώς όμως θα εφαρμοστεί αυτή αρχή;

Στο πλαίσιο της μελέτης οριοθέτησης των ρεμάτων η τήρηση της αρχή της διατήρησης της φυσικής κατάστασης των ρεμάτων δύναται να γίνει με τις εξής πρακτικές: α) με την αναγνώριση των ρεμάτων με βάση το ανάγλυφο της περιοχής αλλά και όλα τα ιστορικά στοιχεία που προέκυψαν από επίσημους χάρτες, διαγράμματα και φωτοληψίες παρελθόντων ετών, β) με τη χάραξη των γραμμών πλημμύρας και των οριογραμμών με βάση τη φυσική κατάσταση των ρεμάτων και γ) με την υιοθέτηση της προτεραιότητας προσομοίωσης και ελέγχου της ροής με βάση τη φυσική κατάσταση πριν από οποιαδήποτε πρόταση κατασκευής των απολύτως αναγκαίων έργων για την ομαλή λειτουργία τους .

2. Η αρχή της αναγνώρισης των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων[10]

Τα ρέματα αποτελούν «ουσιώδες στοιχείο του υπό το άρθρο 24 του Συντάγματος προστατευόμενου φυσικού περιβάλλοντος».

Τα  ρέματα αποτελούν, επιπλέον, «πτυχώσεις της επιφανείας της γης, δια των οποίων συντελείται κυρίως η απορροή προς την θάλασσα των πλεοναζόντων υδάτων της ξηράς και αποτελούν «φυσικούς αεραγωγούς», συγκροτούν δε, μαζί με τη χλωρίδα και την πανίδα τους, «οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος[11] (2661/2001).

Τα ρέματα, λόγω ακριβώς της ιδιαίτερης αυτής φύσης τους, προστατεύονται αποτελεσματικά, με βάση την αρχή της (περιβαλλοντικής) αειφορίας (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. β΄ Συντ.), μόνον εφόσον απαγορεύεται κάθε άλλη χρήση ή μεταβολή του χαρακτήρα τους.

Βασικό, επομένως, περιεχόμενο της συνταγματικής προστασίας των ρεμάτων αποτελεί η αυστηρή απαγόρευση μεταβολής του χαρακτήρα τους.

Με ποιόν τρόπο μπορεί να εφαρμοστεί αυτή η αρχή σε υπό εκπόνηση Τ.Π.Σ περιοχή;

Η διατήρηση της ιδιαίτερης φύσης των ρεμάτων στην υπό εκπόνηση Τ.Π.Σ περιοχή με τα οικοσυστήματα με ιδιαίτερο μικροκλίμα που συμβάλλουν πολλαπλώς στην ισορροπία του περιβάλλοντος, αποτελεί βασική αρχή για τη χάραξη των οριογραμμών τόσο στη φυσική τους κατάσταση  όσο και κατά το σχεδιασμό των απολύτως αναγκαίων έργων, ώστε αυτά να συνεχίσουν να επιτελούν τον πολλαπλό τους ρόλο. Όπου τα έργα διευθέτησης κρίνονται αναγκαία, ώστε να επιτελούν το ρόλο τους ως φορέων διόδευσης των πλημμυρικών νερών στον τελικό αποδέκτη, προτείνεται η χρήση υλικών φιλικών προς το περιβάλλον και με διατήρηση του ανοικτού τους χαρακτήρα με ροή των πλημμυρικών νερών με ελεύθερη επιφάνεια, όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό, ώστε να αποφευχθεί αλλαγή της χρήσης ή μεταβολή του χαρακτήρα των ρεμάτων.

Τόσο στις υδραυλικές μελέτες όσο και στην ανάλυση και αξιολόγηση του προτεινόμενου σχεδιασμού στη ΣΜΠΕ δέον να δίδεται ιδιαίτερη προτεραιότητα στη μη μεταβολή του χαρακτήρα των ρεμάτων, κάτι που γίνεται εφικτό με τη χρήση ιστορικών αεροφωτογραφιών και άλλων σχετικών στοιχείων για την «επαναφορά» των ρεμάτων όσο πιο κοντά γίνεται στην ιστορική τους κοίτη, επαναπροσδιορίζοντας οριογραμμές που είχαν εξαφανισθεί και στοχεύοντας στην επαναφορά στοιχείων της απωλεσθείσας φυσικότητας τόσο στην κοίτη όσο και στα πρανή.

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ανωτέρω αρχή πρέπει να τηρείται ακόμη και στα περιορισμένου μήκους τμήματα των ρεμάτων στα οποία τυχόν προβλέπονται ήπια έργα διευθέτησης. Ακόμη, όμως, και στην περίπτωση αυτή, μπορεί να τηρηθεί η φιλοπεριβαλλοντική προσέγγιση στον τρόπο που συνδυάζεται η φυσική λειτουργία των ρεμάτων με την αντιπλημμυρική προστασία, υιοθετώντας ως κύρια μεθοδολογικά βήματα την αποκάλυψη (daylighting)[12], την επαναφορά (rehabilitation)[13] και  την αποκατάσταση (restoration)[14].

3. Η αρχή της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης έργων διευθέτησης

H εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του (ΣτΕ 1990/2007)[15].

Το κράτος υποχρεούται να διατηρεί τα ρέματα  στην φυσική τους κατάσταση προς διασφάλιση της λειτουργίας αυτών ως οικοσυστημάτων, επιτρεπομένης μόνον της εκτελέσεως των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθετήσεως της κοίτης και των πρανών αυτών προς διασφάλιση της ελευθέρας ροής των υδάτων, αποκλειομένης δε πάσης αλλοιώσεως της φυσικής τους κατάστασης δια επιχώσεως ή καλύψεως της κοίτης τους, ή τεχνικής επέμβασης στα σημεία διακλαδώσεώς του (2661/2001)[16].

Πώς κρίνονται κάθε φορά τα απολύτως αναγκαία έργα;

Πράγματι η κρίση για τον καθορισμό των απολύτως αναγκαίων έργων έχει τεχνικό χαρακτήρα και απαιτεί τεχνική τεκμηρίωση. Λόγοι δημοσίου ενδιαφέροντος, όπως η ανατροπή πραγματικών συνθηκών που διαμορφώθηκαν νομίμως ή με την ανοχή της πολιτείας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια στάθμιση μεταξύ της πρότασης διασφάλισης της ανεμπόδιστης  εκτέλεσης  της φυσικής λειτουργίας  και της πρότασης εκτελέσεως των απολύτως αναγκαίων τεχνικών έργων διευθέτησης. Μάλιστα για την κατανόηση και την τελική κρίση θα είχε ενδιαφέρον η παρουσίαση σεναρίων στην μία και στην άλλη περίπτωση ώστε να επιλεγεί η βέλτιστη από απόψεως βιωσιμότητας τεχνική λύση. Η δε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης κατά την εκπόνηση ΣΜΠΕ και ΜΠΕ θα μπορούσε να ενισχυθεί προκειμένου να λάβει χώρα η ως άνω στάθμιση των προτάσεων και η τελική ορθή από περιβαλλοντικής απόψεως επιλογή.

4. Η αρχή της μη μεταβολής του προορισμού των ρεμάτων

Η ως άνω αρχή θα πρέπει να ερευνάται σε αρμονία και επικουρικά της αρχής της προστασίας της ανεμπόδιστης φυσικής λειτουργίας των ρεμάτων στην περίπτωση εκτέλεσης έργων διευθέτησης.

Η προστασία των ρεμάτων μπορεί να θεωρηθεί, κατά μία έννοια, απόλυτη. Η συνταγματική αυτή προστασία των ρεμάτων μπορεί να θεωρηθεί, από μια σκοπιά, αυστηρότερη σε σχέση με εκείνη των δασών και των δασικών εκτάσεων, εφόσον για τα τελευταία είναι δυνατή, αν και με όρους, η μεταβολή του προορισμού τους (άρθρο 24 παρ. 1 εδ. ε΄ Συντ.), ενώ η μεταβολή του προορισμού των ρεμάτων δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατή η μεταβολή της φυσικής τους κατάστασης και της βασικής τους λειτουργίας, της απορροής, δηλαδή, των υδάτων[17].

Πώς εφαρμόζεται η αρχή της μη μεταβολής του προορισμού των ρεμάτων;

Καταγράφονται υπό το πρίσμα της αρχής ειδικότερες αναφορές – εκφάνσεις της αρχής

Σκοπός της οριοθέτησης (μη πλεύσιμου) ποταμού ή του ρέματος, είναι η αποτύπωση της φυσικής κοίτης του ενόψει του χαρακτήρα του αφενός ως υδρογεωλογικού στοιχείου και αφετέρου ως οικοσυστήματος. Η αποτύπωση αυτή δεν αφορά πάντως μόνο στην πραγματική κατάσταση της κοίτης που μπορεί να έχει διαμορφωθεί και κατόπιν αυθαιρέτων επιχώσεων ή άλλων ανθρώπινων επεμβάσεων (ΣτΕ  4531/2009).

Η ένταξη των ρεμάτων σε πολεοδομική ρύθμιση είναι επιτρεπτή, μόνο όταν επιβάλλεται από τις ανάγκες ευρύτερου πολεοδομικού σχεδιασμού και εφόσον διασφαλίζεται η επιτέλεση της φυσικής τους λειτουργίας, δηλαδή μετά από  προηγούμενη αποτύπωση και καθορισμό της οριογραμμής τους  (ΣτΕ  4531/2009).

Η οριοθέτηση γίνεται κατ’ αρχήν για το σύνολο του υδατορέματος, κατ’ εξαίρεση, όμως, είναι δυνατό να γίνει τμηματική, εφόσον δικαιολογείται από ειδικούς λόγους, όπως όταν το υπόλοιπο τμήμα του ρέματος έχει ήδη ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο και εφόσον στις οικείες μελέτες έχουν ληφθεί υπόψη στοιχεία που αφορούν το σύνολο του ρέματος (ΣτΕ  4531/2009).

Η ανάλυση της δίαιτας των ρεμάτων και η υδραυλική τους προσομοίωση δέον να γίνεται με βάση τα στοιχεία της συνολικής λεκάνης απορροής τους. Ακόμα και στην περίπτωση που θα γίνει τμηματική οριοθέτηση, αυτή προκύπτει  μετά την ανάλυση της συνολικής λεκάνης απορροής του υδατορέματος, αρχή που πηγάζει από την επιστήμη της υδρολογίας και της διαχείρισης των υδατικών πόρων. Η εν λόγω ολιστική αρχή λειτουργεί σε κάθε περίπτωση υπέρ της ασφάλειας με τον καθορισμό γραμμών πλημμύρας από εκτατικά γεγονότα που καλύπτουν το σύνολο της λεκάνης απορροής του κάθε ρέματος και του υδρογραφικού του δικτύου.

5. H αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων

Η αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης προκρίνει η ανάπτυξη να ικανοποιεί τις ανάγκες του παρόντος, χωρίς να διακυβεύει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες». Τον ανωτέρω ορισμό υιοθετεί κατά βάση το ΣτΕ, σύμφωνα με τη νομολογία του οποίου βιώσιμη είναι «η ανάπτυξη εκείνη η οποία ικανοποιεί τας ευλόγους ανάγκας της παρούσης γενεάς χωρίς να θέτη εις κίνδυνον την ικανοποίησιν των αναγκών των μελλουσών γενεών».

Η βιώσιμη ανάπτυξη[18] εγκλείει, εξ ορισμού, στο νοηματικό της περιεχόμενο μία θεμελιώδη σύνθεση μεταξύ τριών παραμέτρων: την οικονομική, την κοινωνική και την περιβαλλοντική[19]. Επιβάλλει την εναρμόνιση των κατ’ αρχήν αντιθετικών αυτών στοιχείων και την αναζήτηση σημείων ισορροπίας με βάση δικαϊκές και αξιακές σταθμίσεις μεταξύ διακυβευόμενων αγαθών και συμφερόντων.

Σε εφαρμογή της ως άνω αρχής, στην μελέτη οριοθέτησης των ρεμάτων χρειάζεται να εφαρμόζεται και να υιοθετείται μία σειρά από κανόνες οριοθέτησης, οι οποίες αναλύονται ακολούθως και είναι απόλυτα συμβατές με την αρχή της βιώσιμης ανάπτυξης. Ειδικότερα:

Η σύγχρονη άποψη για την οριοθέτηση των ρεμάτων βασίζεται στην αρχή της προστασίας της φύσης και στο ότι η ζώνη κάθε ρέματος αποτελεί χώρο που ανήκει στο ρέμα για την πραγματοποίηση του πολλαπλού του ρόλου, δηλαδή της διόδευσης των επιφανειακών (και εν μέρει υπόγειων και πηγαίων) νερών με ασφάλεια στους τελικούς αποδέκτες, αλλά και της διατήρησης των αντίστοιχων οικοσυστημάτων. Συμπληρωματικά ο ρόλος των ρεμάτων περιλαμβάνει και τη διατήρηση ζωνών για βλάστηση, αναψυχή και ανανέωση του αέρα στις δομημένες περιοχές.

Για τη βασική προσέγγιση οριοθέτησης ακολουθούνται ιεραρχικά τα ακόλουθα βήματα:

Πρωτίστως πραγματοποιείται  συλλογή στοιχείων και μελέτη των υφιστάμενων συνθηκών απορροής και διόδευσης των πλημμυρικών παροχών για τα πλημμυρικά μεγέθη σχεδιασμού (με περίοδο επαναφοράς τα 50 έτη). Σε δεύτερο στάδιο, στους κλάδους των ρεμάτων που υπάρχει φυσική κοίτη (ενδεχομένως με τεχνικά έργα διέλευσης κάτω από δρόμους) χαράσσονται οι γραμμές πλημμύρας και οι οριογραμμές με βάση την προσομοίωση της ανομοιόμορφης ροής. Σε τρίτο στάδιο, στις περιοχές που δεν υπάρχουν έργα διευθέτησης ή άλλα έργα διόδευσης των πλημμυρικών παροχών αλλά υπάρχει ιστορική κοίτη που διαπιστώνεται από παλαιότερα σχέδια, χάρτες ή φωτοληψίες, διαμορφώνεται η κοίτη στο ίχνος της ιστορικής κοίτης (ανασύσταση ρέματος), με ανοικτή διατομή κατά το δυνατόν και τα απαραίτητα τεχνικά έργα διέλευσης κάτω από δρόμους, αρχικά ως χωμάτινη ή αν αυτή η επιλογή δεν είναι τεχνικά αποδεκτή, με υλικά φιλικά στο περιβάλλον (από πέτρα, συρματοκιβώτια κλπ). Η λύση αυτή απαιτεί την απομάκρυνση κτισμάτων και εμποδίων (νόμιμων ή αυθαίρετων) στη διαδρομή που για δομημένες περιοχές μπορεί να έχει μεγάλες κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Ωστόσο, στο πλαίσιο της αρχής της βιωσιμότητας, σε περιπτώσεις όπου κρίνεται επιστημονικά απαραίτητο προτείνονται υβριδικές προσεγγίσεις (με ανοικτές διατομές και τμήματα κλειστών διατομών όπου απαιτείται) που πλησιάζουν κατά το δυνατόν την ιστορική κοίτη, λαμβάνοντας υπόψη αφενός τις περιπτώσεις που λόγω της ιστορικής κοίτης αναγνωρίζονται στοιχεία φυσικού οικοσυστήματος και αφετέρου το στόχο να περιοριστούν κατά το δυνατόν οι υπέρμετρες αρνητικές οικονομικές και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις. Σε τέταρτο στάδιο, στις περιοχές ήπιου αναγλύφου χωρίς μισγάγγειες και χωρίς ιστορική κοίτη ο μελετητής επιλέγει τον τρόπο διόδευσης των πλημμυρικών παροχών με χάραξη ανοικτών αγωγών (τάφρων ή επενδεδυμένων) αν η λύση αυτή είναι τεχνικά πρόσφορη. Εναλλακτικά, και κυρίως σε περιπτώσεις πολύ μικρών παροχών και επίπεδου αναγλύφου μπορεί οι πλημμυρικές παροχές να διοδεύονται προς στον τελικό αποδέκτη με δίκτυο ομβρίων με κλειστούς αγωγούς που σχεδιάζεται σε εγκεκριμένα πολεοδομικά σχέδια. Σε επόμενο στάδιο, στις περιπτώσεις που για το ρέμα υπάρχουν εγκεκριμένες οριογραμμές (ακόμη και με παλαιότερες διατάξεις π.χ. του 2002) γίνεται έλεγχος επάρκειας των προτεινόμενων έργων διευθέτησης και αναλόγως αυτά γίνονται αποδεκτά ή ενισχύονται χωρίς την ανάγκη της επανάληψης της διαδικασίας οριοθέτησης. Η διαδικασία του επανακαθορισμού των οριογραμμών γίνεται μόνο αν συντρέχουν λόγοι δραστικής αλλοίωσης των υδρολογικών και μορφολογικών στοιχείων του ρέματος και του αναγλύφου. Σε τελικό στάδιο, στις περιπτώσεις ρεμάτων με εγκεκριμένα ή μελετημένα έργα που όμως δεν έχουν υλοποιηθεί και δεν διαθέτουν εγκεκριμένες οριογραμμές, η μελέτη οριοθέτησης γίνεται με τα έργα που ενδεχομένως τροποποιούνται ή επαναμελετώνται ώστε να είναι τεχνικά άρτια στις νέες συνθήκες.

6. Η αρχή της μη αποσπασματικής οριοθέτησης των ρεμάτων μέσα από τη νομολογία του ΣτΕ

Το ζήτημα της μη οριοθέτησης ρεμάτων πριν από την περιβαλλοντική αδειοδότηση έχει απασχολήσει αρκετά τη νομολογία. Εκ της νομολογίας έχει κριθεί ότι ο καθορισμός οριογραμμών του ρέματος αποτελεί κατά νόμο προϋπόθεση για την έκδοση πράξης χωροθέτησης και έγκρισης περιβαλλοντικών όρων έργου ή δραστηριότητας πλησίον ρέματος[20]. Στην περίπτωση δε που δεν έχει λάβει χώρα οριοθέτηση ρέματος, έχει κριθεί εξάλλου, ότι είναι τουλάχιστον υποχρεωτική η μελέτη και κατασκευή του έργου κατά τρόπο που δεν θα επηρεάζει τη φυσική λειτουργία του ρέματος. Εφόσον πληρούται αυτή η προϋπόθεση, ήτοι οποιοδήποτε έργο θα εκτελείται μόνο εάν δεν επηρεάζεται με αυτό η φυσική λειτουργία του ρέματος, γίνεται δεκτό ότι η παράλειψη οριοθέτησης του ρέματος πριν από την έγκριση περιβαλλοντικών όρων του έργου δεν συνιστά πλημμέλεια της έγκρισης[21].

  • Υπόθεση Ρέματος Ποδονίφτη.

Το ως άνω σκεπτικό διατυπώθηκε και στη απόφαση ΣτΕ 2165/2019, με την οποία ακυρώθηκε η απόφαση 106787/5871/8.11.2018 του Συντονιστή Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής που  ενέκρινε τους περιβαλλοντικούς όρους της μελέτης του έργου που φέρει τον τίτλο «Διευθέτηση του Ρέματος Ποδονίφτη από την γέφυρα της οδού Χαλκίδος, έως τη γέφυρα της οδού Εράτωνος». Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο έκανε έτσι δεκτή την προσφυγή του Δήμου Φιλαδέλφειας – Χαλκηδόνας, έκρινε ότι η Περιφέρεια αιτιολόγησε επαρκώς την ανάγκη διευθέτησης του ρέματος, όχι όμως και την επιλογή της κατασκευής τσιμεντένιου αγωγού, ο οποίος θα εμποδίζει την τροφοδοσία των υπόγειων υδροφορέων. Περαιτέρω, επισήμανε ότι  δεν απαιτείται η έκδοση πράξης οριοθέτησης για τον καθορισμό οριογραμμών του ρέματος  πριν από την έγκριση περιβαλλοντικών όρων, εφόσον , κατά το νόμο, η οικεία ΜΠΕ των έργων περιλαμβάνει την πρόταση οριοθέτησης για τον καθορισμό οριογραμμών του επηρεαζόμενου ρέματος.

Αναλυτικότερα, στην απόφαση σημειώνεται ότι «αιτιολογείται επαρκώς η κατ’ αρχήν ανάγκη διευθέτησης του ρέματος Ποδονίφτη στο συγκεκριμένο τμήμα, ενόψει του ιστορικού πλημμυρών της περιοχής και των πορισμάτων της προκαταρκτικής αξιολόγησης των κινδύνων πλημμύρας», αντίθετα «δεν αιτιολογείται επαρκώς η επιλογή της λύσης της διευθέτησης με ανοιχτή ορθογωνική διατομή από οπλισμένο σκυρόδεμα, ενόψει μάλιστα των αντιρρήσεων της Διεύθυνσης Υδάτων, σύμφωνα με τις οποίες η διαμόρφωση της κοίτης με αυτόν τον τρόπο θα επηρεάσει σημαντικά την ποσοτική κατάσταση των υπογείων υδάτων (…) αλλά και της Διεύθυνσης Δασών, σύμφωνα με την οποία η σκυροδέτηση της κοίτης του ρέματος θα έχει σημαντικές και μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στην πανίδα και τη χλωρίδα της περιοχής της κοίτης».

Από την παραπάνω απόφαση ΣτΕ συνάγεται ότι, τα προτεινόμενα στην τεχνική μελέτη υλικά ήταν μη φιλικά για το περιβάλλον με πιθανές σοβαρές επιπτώσεις για τον υδροφόρο ορίζοντα, το οικοσύστημα αλλά ενδεχομένως και για τη δημόσια υγεία, όπως είχε επισημανθεί με τις γνωμοδοτήσεις τόσο της Διεύθυνσης Υδάτων όσο και της Διεύθυνσης Δασών. Συνεπώς, κατά την περιβαλλοντική διαβούλευση απαιτούνται οι ουσιώδεις γνωμοδοτήσεις όλων των συναρμοδίων φορέων, οι οποίες πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ώστε να αποφεύγεται η περιβαλλοντική επιβάρυνση που είναι δυνατόν να προκαλέσουν τα τεχνικά έργα κατά τις εργασίες οριοθέτησης ρέματος.

  • Υπόθεση Ρέματος Πικροδάφνης.

Περαιτέρω, ενδιαφέρον παρουσιάζει η γνωμοδότηση Π.Ε 149/2020  του ΣτΕ σχετικά με την επεξεργασία σχεδίου ΠΔ για την επικύρωση καθορισμού οριογραμμών του ρέματος Πικροδάφνης, με την οποία «εξειδικεύεται» η σχετική μέχρι σήμερα νομολογία στα εξής ζητήματα:

α) Τέθηκε το ζήτημα ύπαρξης κτισμάτων μεταξύ των προτεινόμενων οριογραμμών του υδατορέματος  χωρίς την κατασκευή έργων διευθέτησης και των οριογραμμών του υδατορέματος με την κατασκευή έργων διευθέτησης. Στο πλαίσιο δε της πολεοδομικής νομοθεσίας θα πρέπει να εξετάζεται η νομιμότητα των κτισμάτων αυτών και τούτο καθώς η εξαίρεση των κτισμάτων από την προτεινόμενη οριογραμμή του ρέματος με την κατασκευή έργων διευθέτησης συνεπάγεται τη δυνατότητα υπαγωγής των αυθαιρέτων κτισμάτων στις διατάξεις των άρθρων 96 επ. του Ν.4495/2017 περί αναστολής κατεδάφισης ή εξαίρεσης από αυτήν (βλ. και άρθρο 89 παρ.2 περ.ιγ του ιδίου νόμου).

β) Τέθηκε το ζήτημα τεκμηρίωσης της οριοθέτησης στο σύνολο του ρέματος προκειμένου να διασφαλίζεται η ακώλυτη λειτουργία του ως οικοσυστήματος (καθώς εξαιρούνται τμήματα του ρέματος από την οριοθέτηση).

Σε συνέχεια του ως Πρακτικού επεξεργασίας του ΣτΕ και αντίστοιχα με την απόφαση ΣτΕ 2165/2019 για το ρέμα Ποδονίφτη, στην περίπτωση του ρέματος της Πικροδάφνης, το ΣτΕ με την πρόσφατη με αριθμό 2313/2020 απόφασή του έκανε δεκτή την προσφυγή τριών φορέων και μιας κίνησης πολιτών (Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, Σύλλογος Προστασίας και Περίθαλψης Άγριας Ζωής και η Κίνηση Πολιτών Ηλιούπολης), και ακύρωσε τους περιβαλλοντικούς όρους της διευθέτησης τμήματος του ρέματος, που είχε εγκρίνει το 2016 η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής, για το λόγο του ότι δεν έλαβε χώρα συνολική οριοθέτηση του ρέματος πριν από την περιβαλλοντική του αδειοδότηση. Ειδικότερα, με την αίτηση ακυρώσεως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει, διότι εγκρίνει έργα διευθέτησης του ρέματος χωρίς να έχει προηγηθεί η οριοθέτηση του ρέματος στο σύνολό του ή πρόταση για την οριοθέτησή του στο σύνολο αυτού.

Το ΣτΕ έδωσε επίσης τετράμηνη προθεσμία στη Διοίκηση να καταθέσει σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος για το σύνολο του ρέματος, να καταγράψει και να κατεδαφίσει τα αυθαίρετα κοντά ή μέσα στην κοίτη του και να μην εκδώσει νέες οικοδομικές άδειες στις παρόχθιες ζώνες, βάζοντας φρένο στην προσπάθεια της Περιφέρειας Αττικής να διευθετήσει το ρέμα με σειρά αντιπλημμυρικών έργων που θα οδηγούσαν ουσιαστικά στη μετατροπή του από φυσικό ρέμα σε ανοιχτό αγωγό ομβρίων. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ήδη με την 1242/2008 απόφαση του επιβάλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να προχωρήσει σε, τεκμηριωμένη με τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία και μελέτες, οριοθέτηση του ρέματος της Πικροδάφνης στο σύνολό του προκειμένου να διασφαλισθεί η ακώλυτη λειτουργία του ως οικοσυστήματος. Η συνολική αυτή οριοθέτηση συνιστά, επομένως, προϋπόθεση για την εκτέλεση οποιωνδήποτε έργων επί του ρέματος, όπως τα επίδικα έργα διευθέτησης.

Το ΣτΕ ζήτησε επιπλέον να απαγορευθεί κάθε έργο και να μην εκδοθεί καμία οικοδομική άδεια σε οικόπεδα εντός των οριογραμμών του ρέματος, καθώς και την άμεση καταγραφή όλων των αυθαίρετων κατασκευών που βρίσκονται εντός αυτής της ζώνης, να μην επιτραπεί η νομιμοποίησή τους, αλλά αντίθετα να δρομολογηθεί η κατεδάφισή τους. Το φθινόπωρο του 2020, το ΣτΕ είχε απορρίψει σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο επιχειρήθηκε η οριοθέτηση τμήματος μόνο του ρέματος (από την Ηλιούπολη έως τις εκβολές) με την ίδια αιτιολογία. Στην περίπτωση αυτή, επρόκειτο για οριοθέτηση ρέματος εντός οικοσυστήματος στο οποίο ενδημεί προστατευόμενη πανίδα, συνεπώς σε περιοχή αυξημένης περιβαλλοντικής προστασίας. Στις περιπτώσεις των ευαίσθητων οικοσυστημάτων ή περιοχών αυξημένου φυσικού κάλλους και εν γένει ειδικής περιβαλλοντικής προστασίας, απαιτείται  η οριοθέτηση ρέματος να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, όπως έχει κρίνει το ΣτΕ σε σειρά αποφάσεων. Με το προεδρικό διάταγμα, πλην της οριοθέτησης, εγκρίνονται οι περιβαλλοντικοί όροι, όπως έχουν τεθεί μέσα από διαδικασία περιβαλλοντικής διαβούλευσης. κατά τις αρχές που περιγράφονται παραπάνω.

Ως εκ των ανωτέρω και δη από το διατακτικό της πρόσφατης με αριθμό 2313/2020 απόφασης του ΣτΕ, με την οποία το Δικαστήριο εκφράζει την τελική του θέση, εμφαίνεται ότι η απόφαση αυτή προσεγγίζει πιο συστηματικά το ζήτημα της οριοθέτησης των ρεμάτων αναδεικνύοντας την ανάγκη δράσης της Διοίκησης σε σεβασμό προς το περιβάλλον και σε συμμόρφωση με το δίκαιο προστασίας των υδατορεμάτων.

  • Υπόθεση Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας.

Αντίθετη στάση ακολούθησε το ΣτΕ στην περίπτωση του Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας, απορρίπτοντας την προσφυγή κατοίκων και περιβαλλοντικών συλλόγων της περιοχής οι οποίοι ζητούσαν την ακύρωση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που μετατρέπει 17 χλμ. του χειμάρρου σε τεχνητό αγωγό ομβρίων, επενδυμένο με σκυρόδεμα και συρματοκιβώτια. Με την απόφαση 2145/2020, το Ε’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε ως νόμιμη την οικεία ΥΑ περί έγκρισης των περιβαλλοντικών όρων της διευθέτησης και της οριοθέτησης του Ρέματος Ραφήνας απορρίπτοντας την αίτηση ακύρωσης. Κρίθηκε ότι η προτεινόμενη λύση αποτελεί τη βέλτιστη λύση, εφόσον καταφέρνει να διασφαλίσει την αντιπλημμυρική προστασία της περιοχής και ταυτόχρονα να ενταχθεί όσο γίνεται πιο αρμονικά στο περιβάλλον. Αναγνωρίσθηκε η αναγκαιότητα κατασκευής του επίδικου έργου, συνιστάμενη στην αποτροπή των μεγάλων και διαρκώς αυξανόμενων πλημμυρικών κινδύνων της περιοχής, και έγινε δεκτό ότι το θέμα του φράγματος ανάσχεσης εξετάστηκε από τη μελέτη και επελέγη, μετά λόγου γνώσεως, ήτοι ενόψει κυρίως των υπολογισμών της υδραυλικής μελέτης, η κατασκευή του σε μεταγενέστερο εύθετο χρόνο κατόπιν εκτιμήσεως της επιρροής των έργων της Α’ φάσης επί του πλημμυρικού κινδύνου. Κρίθηκε ακόμη ότι δεν προβλέπεται στην περιοχή των εκβολών του ρέματος Ραφήνας ούτε δόμηση ούτε επιχωμάτωση ούτε άσκηση οχλουσών δραστηριοτήτων. Αντιθέτως επιδιώκεται η διεύρυνση της ζώνης του ρέματος στην περιοχή αυτή από 28,00 μ. σε 45,00 μ. για την κατά το δυνατόν διασπορά της παροχής. Έγινε ακόμη δεκτό ότι εντός της περιοχής δεν υπάρχουν θεσμοθετημένες οικολογικά ευαίσθητες – προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Φύση 2000, περιοχές Corine, περιοχές που να έχουν χαρακτηριστεί ως Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΤΙΦΚ), Καταφύγια Άγριας Ζωής και Υγρότοποι, ενώ αφενός μεν στα έργα διευθέτησης του ρ. Ραφήνας χωροθετούνται εξ ολοκλήρου εκτός της παραπάνω περιοχής και απέχουν απόσταση μεγαλύτερη των 4,5 χλμ. από Ζώνες Ειδικής Προστασίας – Ζ.Ε.Π αφετέρου δε το επίδικο έργο βρίσκεται εκτός των προστατευόμενων περιοχών Natura, ΣΠΠ, ΕΖΔ ή ΖΕΠ, οι οποίες περιγράφονται στη Μ.Π.Ε. και βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή.

7. Η Αρχή της προφύλαξης κατά το Ενωσιακό Δίκαιο στο πεδίο οριοθέτησης των ρεμάτων κατά το δίκαιο Περιβάλλοντος

Η αρχή της προφύλαξης εμφανίστηκε στη Διακήρυξη του Ρίο του 1992 ως αρχή 15, σύμφωνα με την οποία «… προκειμένου να προστατευθεί το περιβάλλον, η προληπτική προσέγγιση πρέπει να εφαρμόζεται ευρέως από τα Κράτη σύμφωνα με τις δυνατότητες τους. Όπου επαπειλούνται σοβαρές ή ανεπανόρθωτες βλάβες, η έλλειψη επιστημονικής βεβαιότητας δεν πρέπει να αποτελεί λόγο ματαίωσης αποδοτικών, συγκριτικά με το κόστος τους, μέτρων για να προληφθεί η περιβαλλοντική υποβάθμιση». Η αρχή της προφύλαξης έχει χαρακτηριστεί ως μία αλλαγή προτύπου στο διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο, και εισήχθη στη Συνθήκη της Ε.Ε. με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το 1993. Διατυπώνεται δε στο άρθρο 191 ΣΛΕΕ.

Σε αντίθεση με την αρχή της πρόληψης[22], η οποία επιβάλλει τη λήψη προληπτικών μέτρων εάν είναι αποδεδειγμένο, με τα μέχρι εκείνη τη στιγμή πορίσματα και δεδομένα της επιστήμης, ότι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα είναι επιβλαβής για το περιβάλλον, η αρχή της προφύλαξης επιβάλλει τη λήψη τέτοιων μέτρων (θετικών ή αρνητικών), αρκεί να υπάρχει υπόνοια ή διαίσθηση ότι μια δραστηριότητα μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους στο περιβάλλον, υφίσταται δηλαδή σε στάδιο διακινδύνευσης. Αρκούν συνεπώς οι ενδείξεις ή οι υπόνοιες για δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον ή στην δημόσια υγεία που θεμελιώνονται με βάση τα μέχρι μια δεδομένη στιγμή επιστημονικά δεδομένα (έστω κι αν αυτά δεν έχουν επιβεβαιωθεί ή διαψευσθεί) για να ληφθούν τα πρόσφορα μέτραΔεν έχουμε, με άλλα λόγια, να κάνουμε με μέτρα που βασίζονται σε μια αντικειμενική εκτίμηση των επιστημονικών δεδομένων (όπως π.χ. ο επικίνδυνος χαρακτήρας ενός συγκεκριμένου χημικού προϊόντος) αλλά σε μια υποκειμενική ή διαισθητική προσέγγιση των προβλημάτων, ακόμα και σε ημιτελείς ή ατελείς γνώσεις.

Στην περίπτωση προστασίας των ρεμάτων ως φυσικών οικοσυστημάτων και συμφώνως προς την αρχή της προφύλαξης θα πρέπει το κράτος να λάβει τα απαραίτητα μέτρα αν κρίνει ακόμα και χωρίς βεβαιότητα ότι μια δραστηριότητα ή ένα έργο θα έχουν επιβλαβείς συνέπειες στην φύση του ρέματος.

Όσον αφορά δε το ζήτημα της μελλοντικής στρατηγικής για την αποφυγή των φυσικών καταστροφών πρέπει «να επικεντρωθούμε στην προφύλαξη», δηλαδή να αποφύγουμε όσο το δυνατόν την τρωτότητα και εν συνεχεία εκεί που υπάρχει η ελάχιστη δυνατή, να σταματήσουμε να αποδεχόμαστε τα τετελεσμένα γεγονότα.[23]

Η αρχή της προφύλαξης εφαρμόζεται στη μελέτη ενός ρέματος με τον εξής τρόπο: Με την προληπτική μείωση της πλημμυρικής διακινδύνευσης με μικρά τοπικά έργα ελέγχου και ρύθμισης των πλημμυρικών ροών σε εκτάσεις εκτός ρέματος. Τα έργα αυτά σχεδιάζονται για μια επιπλέον θωράκιση της περιοχής από πλημμύρες λόγω της αβεβαιότητας του κλίματος.

8.Αρχή αναγκαιότητας εναλλακτικών λύσεων[24] κατά τη Σ.Π.Ε (Εκτίμηση Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων  στην περίπτωση οριοθέτησης ρέματος με έργα διευθέτησης)

Χαρακτηριστική απόφαση εφαρμογής αυτής της αρχής (αναλογικά και για το στάδιο της ΣΜΠΕ) συνιστά η απόφαση 2165/2019 του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με την οριοθέτηση ρέματος «Ποδονίφτη». Σύμφωνα με αυτήν έγινε δεκτή η αίτηση ακύρωσης και ακυρώθηκε η ΑΕΠΟ λόγω  μη επαρκούς αιτιολογίας των εναλλακτικών τεχνικών λύσεων για την οριοθέτηση του ρέματος «Ποδονίφτη» που αναφέρονταν στη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων. Το ΣτΕ προβαίνει σε έλεγχο της αιτιολογίας της πράξης (ΑΕΠΟ) ως προς την επιλογή της τεχνικής λύσης και της απόρριψης άλλων εναλλακτικών τεχνικών λύσεων προβάλλοντας την αναγκαιότητα εναλλακτικών σεναρίων ειδικώς για την περίπτωση των ρεμάτων.

Ειδικότερα, κρίνεται ότι αιτιολογείται κατ’ αρχάς επαρκώς η ανάγκη διευθέτησης του υδατορέματος στο συγκεκριμένο τμήμα, ενόψει του ιστορικού πλημμυρών της περιοχής και των πορισμάτων της προκαταρκτικής αξιολόγησης των κινδύνων πλημμύρας (που διεξάγεται στο πλαίσιο των διατάξεων της Οδηγίας 2007/60/ΕΚ και της σχετικής εσωτερικής νομοθεσίας), που έχει ληφθεί υπόψη κατά τη σύνταξη της ΜΠΕ του έργου.

Με το σκεπτικό της εν λόγω απόφασης επιβεβαιώνεται η οριοθέτηση του δικαστικού ελέγχου της βιώσιμης ανάπτυξης και η συστηματοποίηση των κριτηρίων που υπόκεινται στον ακυρωτικό έλεγχο. Ως εκ τούτου ο δικαστικός έλεγχος παραμένει έλεγχος νομιμότητας και πληρότητας της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων και της επάρκειας της αιτιολόγησης της τελικής διοικητικής πράξης.

 

Γ. Η διαδικασία οριοθέτησης των ρεμάτων κατά την εκπόνηση Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΤΠΣ)/Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (ΕΠΣ)[25]

Ειδικότερα, για τη συμβατότητα των μελετών σε σχέση με την πρόσφατη νομολογία του ΣΤΕ[26] θα πρέπει να αποσαφηνιστεί το πλαίσιο εκπόνησης και ολοκλήρωσης του σχεδιασμού στην περιοχή εντός του οποίου λαμβάνει χώρα και η επί μέρους οριοθέτηση των ρεμάτων.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, το Ν. 4258/2014 (Διαδικασία Οριοθέτησης και ρυθμίσεις θεμάτων για τα υδατορέματα), το Ν. 4447/2016 άρθρα 7 και 8, την Υ.Α 27022/2017[27] (Τεχνικές προδιαγραφές μελετών Ειδικών Χωρικών Σχεδίων του ν. 4447/2016), το Κεφάλαιο 3 της Υ.Α 27022/2017[28] (Παρουσίαση υφιστάμενων χρήσεων γης, όρων και περιορισμών δόμησης στη ζώνη άμεσης επιρροής περιοχής μελέτης) και το άρθρο 130 του Ν. 4685/2020, η οριοθέτηση του ρέματος πραγματοποιείται ή δύναται να πραγματοποιείται σε δύο στάδια σχεδιασμού.

Κατά το  πρώτο στάδιο  εκπονείται το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο/Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο στα πλαίσια του οποίου εκπονείται Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) περιλαμβανομένων και των προτάσεων οριοθέτησης ρεμάτων  και κατά το δεύτερο στάδιο εκπονείται το Πολεοδομικό Σχέδιο Εφαρμογής, στα πλαίσια του οποίου εκπονείται  η Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) κατά την οποία συνεκτιμώνται και οι επιπτώσεις στο περιβάλλον από τα προτεινόμενα έργα διευθέτησης.

Περαιτέρω, στις περιπτώσεις όπου στο πρώτο επίπεδο σχεδιασμού προτείνονται και οριογραμμές ρεμάτων με έργα διευθέτησης, ορθό είναι λαμβάνοντας υπόψη όλη την προηγούμενη ανάλυση   να αποτυπώνονται και οι δυο γραμμές οριοθέτησης,  δηλαδή η γραμμή του ρέματος με τα  προτεινόμενα καταρχάς έργα διευθέτησης αλλά και η γραμμή του ρέματος χωρίς τα έργα διευθέτησης. Στο δεύτερο στάδιο σχεδιασμού θα λάβει χώρα η ανάλυση και ο έλεγχος για τα νόμιμα ή παράνομα κτίσματα που ευρίσκονται πλησίον του ρέματος, καθώς θα εξεταστούν επακριβώς οι οριογραμμές των ρεμάτων (στις περιπτώσεις προτεινόμενων έργων διευθέτησης).

Έως την υλοποίηση του έργου και την έγκριση του δεύτερου σταδίου σχεδιασμού, δηλαδή έως την έκδοση του Πολεοδομικού Σχεδίου Εφαρμογής, θα πρέπει να ισχύουν σε κάθε περίπτωση οι γραμμές πλημμύρας του ρέματος χωρίς τα έργα διευθέτησης.

Συνεπώς, ο ενδελεχής έλεγχος τόσο για την έγκριση των έργων διευθέτησης υπό την εκπόνηση ΜΠΕ όσο και η ανάλυση των υφιστάμενων εμπραγμάτων δικαιωμάτων λόγω και της κλίμακας μελέτης φαίνεται καταρχάς πρόσφορο ότι λαμβάνει χώρα κατά το δεύτερο στάδιο σχεδιασμού, αυτό του Πολεοδομικού Σχεδίου Εφαρμογής. Συμμορφούμενοι με το πνεύμα της γνωμοδοτήσεως του ΣτΕ έως την ολοκλήρωση του δεύτερου σταδίου θα πρέπει να προβλέπονται επιπλέον   ειδικοί όροι – απαγορεύσεις μεταβατικού χαρακτήρα.

Τέλος, στην περίπτωση όπου παράλληλα με την πρόταση οριοθέτησης προβλέπονται και έργα διευθέτησης (ως προτεινόμενα καταρχάς)  η καταγραφή και των δύο γραμμών οριοθέτησης κατά το προτεινόμενο σχέδιο, ήτοι των γραμμών πλημμύρας χωρίς τα έργα διευθέτησης και των οριογραμμών μετά την εκτέλεση έργων διευθέτησης, έχει προστατευτικό χαρακτήρα, καθώς έως την ολοκλήρωση των έργων διευθέτησης του ρέματος, το ρέμα είναι οριοθετημένο και απομένει να προβλεφθούν οι συνέπειες οριοθέτησης για το συγκεκριμένο διάστημα και συνεπώς εκπληρώνεται το σύνολο των απαιτήσεων της Κείμενης Εθνικής και Ενωσιακής Νομοθεσίας και της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

[1] https://ec.europa.eu/clima/policies/eu-climate-action/2030_ctp_el.

[2] https://www.consilium.europa.eu/media/46514/st12261-en20.pdf.

[3] Ευπάθεια (IPCC,2007) είναι ο βαθµός στον οποίο ένα σύστηµα υπόκειται, και αδυνατεί να αντιµετωπίσει, στις αρνητικές επιπτώσεις της κλιµατικής αλλαγής, συµπεριλαµβανοµένης της κλιµατικής µεταβλητότητας και των ακραίων κλιµατικών συνθηκών. Η ευπάθεια αποτελεί συνάρτηση του χαρακτήρα, του µεγέθους και του ρυθµού της αλλαγής και της µεταβλητότητας του κλίµατος στα οποία εκτίθεται ένα σύστηµα, η ευαισθησία του και η προσαρµοστική του ικανότητα.

[4]άρθρο 1 ν. 4258/2014- ορισμός υδατορέματος.

«Υδατορέματα ή υδατορεύματα ή ρέματα (μη πλεύσιμοι ποταμοί, χείμαρροι, ρέματα και ρυάκια): οι φυσικές ή διευθετημένες διαμορφώσεις της επιφάνειας του εδάφους που είναι κύριοι αποδέκτες των υδάτων της επιφανειακής απορροής και διασφαλίζουν τη διόδευσή τους προς άλλους υδάτινους αποδέκτες σε χαμηλότερες στάθμες. Στην έννοια του υδατορέματος δεν περιλαμβάνονται τα εγγειοβελτιωτικά έργα, όπως αρδευτικές και αποστραγγιστικές τάφροι».

[5]Βλ. Γλυκερία Π. Σιούτη  ‘Εγχειρίδιο Δικαίου Περιβάλλοντος’ (Γ’ έκδοση 2018, σελ.315 επ.),

Εκδόσεις Σάκκουλα.

[6]Βλ.ΠερΔικ, 2/2020, σελ. 306 – 308 Παρατηρήσεις στην ΣτΕ 2165/2019 – Τα υδατορέματα ως στοιχείο προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος Κωνσταντίνα Σταματίου, Δικηγόρος, Υπ. Δρ. ΤΝΠ QUALEX.

[7]Βλ . Κ.Σερράος, Δ. Μέλισσας, βιβλίο ‘ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ’ Δημοσιεύματα Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών ΕΜΠ [5], Εκδόσεις Σάκκουλα.

[8]ΣτΕ 1074/2014,ΠερΔικ 1/2014, σελ. 110 – 111, ΤΝΠ Qualex.

[9]Απόστολος Παπακωσταντίνου, άρθρο «ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Σ.Τ.Ε. ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, 2003/ΙΙ», Νόμος+Φύση.

[10]ΣτΕ 1407/2019, ΤΝΠ Qualex.

[11]ΣτΕ ΠΕ 97/2014 Επεξεργασία σχεδίου προεδρικού διατάγματος «Επικύρωση καθορισμού οριογραμμών τμημάτων τριών ρεμάτων “Λοτσάνικου Λάκκου, Καρατζά Λάκκου και Καρόλακκα” στη θέση “Σκουριές” του Δήμου Αριστοτέλη (ν. Χαλκιδικής), ΤΝΠ Qualex.

[12]Η πρώτη αποκάλυψη ρέματος σημειώνεται το 1970 στο ρέμα NAPA CREEK στην Καλιφόρνια.

[13]  Robert F. Smith, Urban stream renovation: incorporating societal objectives to achieve ecological improvements, URBAN STREAMS 35 2016, σ. 365.

[14]http://www.arch.ntua.gr/sites/default/files/project/11107_/teyhos_kritsotaki.pdf.

[15]ΣτΕ 1990/2007

Επειδή, τα ρέματα ως στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελούν αντικείμενα συνταγματικής προστασίας, που αποβλέπει στη διατήρηση της φυσικής τους κατάστασης και στη διασφάλιση της επιτελούμενης από αυτά λειτουργίας της απορροής των υδάτων και συνεπώς η εκτέλεση τεχνικών έργων πλησίον ρέματος επιτρέπεται μόνο εφόσον διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη εκτέλεση της φυσικής αυτής λειτουργίας τους. Για να εξασφαλισθεί ο σκοπός αυτός απαιτείται, πριν την εκτέλεση των τεχνικών έργων πλησίον ρέματος, ο καθορισμός της οριογραμμής του σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 6 του ν. 880/1979 (ΦΕΚ 58 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 3010/2002, έτσι ώστε η μελετώμενη επέμβαση να γίνεται εν όψει της υπάρξεως του ρέματος, αποκλειομένης σε κάθε περίπτωση οιασδήποτε εργασίας επιχωματώσεως ή καλύψεως αυτού (βλ. ΣτΕ 453/2003).

[16]Πρβλ. ακόμη Σ.τ.Ε. 4577/1998. Βλ. επίσης Π.Ε. 247/2003, με σημείωμα Απ. Παπακωνσταντίνου, Νόμος+Φύση.

[17]ΓνωμΝΣΚ 97/2013 Τμ. Α΄ [Κατάληψη χειμάρρου από οικοδομή – Αρμοδιότητα αποχαρακτηρισμού ρέματος],

ΠερΔικ, 3/2013, σελ. 587 – 590, ΤΝΠ Qualex.

[18] Απόστολος Παπακωσταντίνου, άρθρο «ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ Σ.Τ.Ε. ΓΙΑ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ, 2003/ΙΙ», Νόμος+Φύση.

[19]ΣτΕ 2794/2017, ΣτΕ 5460/2012 7μ. σκ. 5, 2636/2009 Ολ., 3478/2000 Ολ., 2537/1996 Ολ., 2755/1994 Ολ.

[20] ΣτΕ 463/2010 Ολ., ΣτΕ 2752/2013, ΣτΕ 4494/2009.

[21] ΣτΕ463/2010 Ολ., ΣτΕ 856/2018, ΣτΕ 3430/2006.

[22]  Ευάγγελος Αθανασόπουλος, Δικηγόρος, «Η προστασία των ρεμάτων υπό την ΑΚ 57» ΔΝ ΠερΔικ, 3/2016, σελ. 408 – 412.

[23] Νικόλαος Ρόζος, Επίτιμος Αντιπρόεδρος ΣτΕ, «Η νομολογία του ΣτΕ στην αντιμετώπιση των φυσικών καταστροφών», βιβλίο ‘Κ.Σερράος, Δ. Μέλισσας, ΦΥΣΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΕΣ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ’ Δημοσιεύματα Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών ΕΜΠ [5], Εκδόσεις Σάκκουλα.

[24]ΣτΕ 2794/2017, ΤΝΠ Qualex.

[25] Κατά τα άρθρα 7 και 8 του Ν. 4447/2016.

[26] ΣτΕ 2313/2020, Π.Ε 149/2020.

[27] ΦΕΚ 1976 Β΄/2017.

[28] ΦΕΚ 1976 Β΄/2017.

Άρθρο δημοσιευμένο στο νομικό περιοδικό Νόμος και Φύση, Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

Link : https://nomosphysis.org.gr/21183/arxes-perivallontikoy-dikaioy-kata-tin-oriothetisi-ton-rematon/

Ψηλά κτίρια – Τι πόλεις θέλουμε;

  • Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος
  • Μέσο Δημοσίευσης: ΤΝΠ QUALEX, ΠερΔικ, 3/2020, σελ. 445 – 461

Ευχαριστώ την Αθηνά Μιχαλακέα, Δικηγόρο για τη συμμετοχή της στην έρευνα και τη συνδρομή στην επιμέλεια του κειμένου και τον Κώστα Φιλιππάκη, Αρχιτέκτονα για τη συμμετοχή του στην έρευνα των διεθνών παραδειγμάτων.

1. Εισαγωγή

Το τελευταίο διάστημα εγέρθηκαν πολλοί προβληματισμοί σχετικώς με το ζήτημα των ψηλών κτιρίων πλησίον του Μνημείου της Ακρόπολης.Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις αδειών οικοδομής έγινε χρήση οριζοντίων διατάξεων (ορθών από περιβαλλοντικής απόψεως σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νόμου κατά τα άλλα) του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (άρθρα – 10-15 Ν 4067/2012) η οποίες μεταξύ άλλων υπό προϋποθέσεις μείωσης της κάλυψης , δημιουργίας ελεύθερου – δημοσίου χώρου, υποχρέωσης δημιουργίας φυτεμένων δωμάτων και ενεργειακής αναβάθμισης των κτιρίων επιτρέπει την αύξηση του ύψους των οικοδομών αναλογικά. Βεβαίως στην περίπτωση μας (Πλησίον του Μνημείου της Ακρόπολης) αναδείχτηκε ότι σε ιδιάζουσες περιπτώσεις λόγω της ιδιαίτερης και εξαιρετικής φυσιογνωμίας κάποιων περιοχών αλλά και λόγω ειδικών συνθηκών – όπως η θέα- πλησίον μνημείων η εφαρμογή οριζοντίων διατάξεων είναι από τη γένεση της προβληματική. Ειδικότερα με τις 705 και 706/2020 αποφάσεις της Ολομέλειας του ΣΤΕ σχετικά με την αναστολή αδειών και οικοδομικών εργασιών στην περιοχή Μακρυγιάννη αποτυπώθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: Με την απόφαση 705/2020 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως κατά κανονιστικής αποφάσεως του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με την οποία επιβλήθηκε, για ένα έτος, αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών και εκτέλεσης εργασιών για την ανέγερση κτιρίων με ύψος άνω των 17.50 μ. στην περιοχή Μακρυγιάννη-Κουκάκι του Δήμου Αθηναίων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών. Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο επανέλαβε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία με το άρθρο 24 §§ 1 και 6 του Συντάγματος και τις διατάξεις του Ν 3028/2002 επιβάλλεται η αποτελεσματική προστασία των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος, μεταξύ των οποίων και οι αρχαιολογικοί χώροι που αποτελούν ενεργούς οικισμούς, καθώς και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους χώρου. Προς τούτο τα όργανα του Κράτους οφείλουν να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα, προληπτικά και κατασταλτικά, κανονιστικά ή ατομικά, ώστε να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η αποτελεσματική προστασία των μνημείων και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους περιβάλλοντος χώρου, επεμβαίνοντας στο αναγκαίο μέτρο στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας, που προστατεύεται από το άρθρο 17 του Συντάγματος και το 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολο [Π.Π.] της ΕΣΔΑ. Εξ άλλου, το άρθρο 24 § 2 του Συντάγματος επιβάλλει την ορθολογική πολεοδόμηση των οικισμών, σύμφωνα με την ιδιομορφία και τις ανάγκες κάθε περιοχής και βάσει των πορισμάτων των οικείων επιστημών (χωροταξία, πολεοδομία, αρχαιολογία κλπ), ώστε να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Εν όψει τούτων επισημάνθηκε, όπως και με την πρόσφατη απόφαση ΣτΕ Ολ 2102/2019, ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 14 περ. 6 του Ν 3028/2002 ΠΔ/γμα για τον καθορισμό των χρήσεων γής και των όρων δόμησης της περιοχής Μακρυγιάννη, η οποία αποτελεί ενεργό οικισμό και κηρυγμένο αρχαιολογικό χώρο από το 2004, δεν έχει εκδοθεί παρά το ότι παρήλθε ο εύλογος χρόνος από την κήρυξη, με αποτέλεσμα την ελλιπή προστασία του σημαντικότερου μνημείου της κλασικής αρχαιότητας (σκ. 5, 6, 8). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η εξουσιοδοτική διάταξη (άρθρο 6 παρ. 7 του Ν 4067/2012) συνάδει με τα άρθρα 17 του Συντάγματος και 1 του 1ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, διότι η αναστολή οικοδομικών αδειών και εργασιών, με την οποία επιδιώκεται η αποτροπή δημιουργίας πραγματικών καταστάσεων που θα δυσχέραιναν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, αποτελεί προσωρινό περιορισμό της ιδιοκτησίας, επιβάλλεται χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ήτοι για την προστασία του οικιστικού και του πολιτιστικού περιβάλλοντος, και υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. Εξ άλλου η αυτή διάταξη είναι ειδική και ορισμένη, κατά την έννοια του άρθρου 43 § 2 του Συντάγματος, θεμιτώς δε προβλέπει την έκδοση υπουργικής αποφάσεως και όχι ΠΔ/τος, διότι το ζήτημα της αρμοδιότητας είναι ειδικό εν σχέσει με τη ρύθμιση του θέματος στον νόμο. Με αντίστοιχες σκέψεις κρίθηκε ότι το επιβληθέν μέτρο της αναστολής κινείται εντός των πλαισίων της εξουσιοδοτήσεως και δεν θίγει υπέρμετρα την ιδιοκτησία, διότι δεν επιβάλλει πλήρη απαγόρευση δομήσεως αλλά μερική, επιτρέπει δε επαρκή εκμετάλλευση του ακινήτου με την ανέγερση οικοδομών μέχρι 17,50 μ. Περαιτέρω κρίθηκε ότι θεμιτώς ελήφθη υπ’ όψη ως κριτήριο το ύψος των οικοδομών, διότι η Διοίκηση διαπίστωσε ότι η ανέγερση πολυώροφων κτιρίων γύρω από την Ακρόπολη υποβαθμίζει το μνημείο και τον περιβάλλοντα χώρο του. Τέλος, ορθώς η Διοίκηση δεν έλαβε υπ’ όψη κριτήρια συναπτόμενα με τα χαρακτηριστικά των υπό ανέγερση κτιρίων (μορφολογία), διότι τα ζητήματα αυτά εξετάζονται κατά το επόμενο στάδιο της χορήγησης εγκρίσεως κατά τις διατάξεις του Ν 3028/2002, οι οποίες εφαρμόζονται και κατά το διάστημα της αναστολής (σκ. 9-11). Στη συνέχεια, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται παράβαση των αρχών της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της χρηστής διοικήσεως, ούτε κατάχρηση εξουσίας, εκ του ότι η Διοίκηση, με τη χορήγηση εγκρίσεως του Ν 3028/2002 και προέγκρισης οικοδομικής άδειας για την ανέγερση ξενοδοχείου δημιούργησε στην αιτούσα την πεποίθηση ότι δεν θα τροποποιηθεί το σχέδιο πόλεως και δεν θα επιβληθεί αναστολή. Και τούτο διότι η Διοικηση δεν κωλύεται να τροποποιεί το πολεοδομικό καθεστώς εφ’ όσον συντρέχει σχετική ανάγκη, ενώ η αρχή της εμπιστοσύνης ουδόλως επιβάλλει την διαιώνιση των ισχυουσών πολεοδομικών ρυθμίσεων. Περαιτέρω, καθ’ ερμηνεία του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, των διαδοχικώς ισχυσάντων ΓΟΚ και των άρθρων 1 §§ 4 και 5, 15 § 1, και 35 του ΝΟΚ, κρίθηκε ότι ο υπολογισμός του μέγιστου ύψους των κτιρίων σε συνάρτηση με τον σ.δ., κατά το άρθρο 15 παρ. 1 αυτού, δεν εφαρμόζεται όταν με ειδικά διατάγματα προϋφιστάμενα του ΝΟΚ έχουν ορισθεί για περιοχές ή οικισμούς συγκεκριμένοι όροι δομήσεως, όπως ανώτατα ύψη κτιρίων. Αντίθετη ερμηνεία, κατά την οποία με το άρθρο 15 παρ. 1 του ΝΟΚ προσαυξάνεται “αυτομάτως” το ανώτατο ύψος των οικοδομών, σε συνάρτηση με τον σ.δ., σε όλους τους οικισμούς της χώρας και αδιαφόρως του ειδικού πολεοδομικού καθεστώτος εκάστου, θα αντέκειτο στο άρθρο 24 § 2 του Συντ., το οποίο επιβάλλει την ορθολογική πολεοδόμηση των οικισμών κατόπιν μελέτης της φυσιογνωμίας κάθε περιοχής και με τη συμμετοχή του οικείου ΟΤΑ και των ενδιαφερόμενων πολιτών, δεν επιτρέπει δε την δια γενικής διατάξεως και χωρίς ειδική μελέτη κατάργηση, συλλήβδην, των ειδικών όρων δόμησης που είχαν θεσπισθεί για κάθε περιοχή με τήρηση των ανωτέρω εγγυήσεων. Για την ταυτότητα του λόγου, δεν εφαρμόζονται αυτοτελώς οι διατάξεις περί προσαυξήσεως του ύψους σε περίπτωση φυτεμένου δώματος, εκτός αν οι ειδικές διατάξεις κάθε περιοχής το επιτρέπουν (άρθρο 18 παρ. 1 του ΝΟΚ). Εν όψει τούτων, κρίθηκε ότι στην επίμαχη περιοχή δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΝΟΚ αλλά οι ειδικές διατάξεις του β.δ. της 30.8-9.9.1955, οι οποίες ορίζουν για τον τομέα του επίδικου ακινήτου ως ανώτατο ύψος τα 21 μ. Τούτο δε ανεξαρτήτως του αν ληπτέος υπ’ όψη σ.δ. είναι αυτός που όριζε το ΠΔ του 1978 (3,6), ή ο μ.σ.δ. 2,5 που ορίζει για την περιοχή Μακρυγιάννη το ΓΠΣ του Δήμου Αθηναίων. Η νομολογία αυτή συνεχίζει και επεκτείνει την υπάρχουσα νομολογία του Δικαστηρίου με την οποία ερμηνεύθηκαν ταυτόσημα οι διατάξεις του άρθρου 9 §§ 7-9 του ΓΟΚ 1985, Ν 1577/1985 (ΣΕ 1383/2016 7μ., 796/2016, 1120/2008). Τέλος, κρίθηκε ότι δεν παραβιάσθηκε η αρχή της ισότητας εκ του ότι η Διοίκηση επέτρεψε την ανέγερση άλλων υψηλών κτιρίων στην περιοχή βάσει των διατάξεων του ΓΟΚ και του ΝΟΚ, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία και συνεπώς, ακόμη και αν η Διοίκηση κακώς εφήρμοσε τον νόμο σε άλλες περιπτώσεις, δεν υποχρεούται η ίδια ούτε τα Δικαστήρια να τον εφαρμόσουν κακώς και στο μέλλον (σκ. 15).

Με την 706/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας απερρίφθη αίτηση ακυρώσεως κατά αποφάσεως της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, με την οποία ανακλήθηκε απόφαση της ίδιας Υπουργού, με την οποία είχε εγκριθεί κατά τον αρχαιολογικό νόμο α) η ανέγερση εννεαώροφου κτιρίου με τρία υπόγεια και δώμα με πέργκολα και ασκεπή πισίνα σε ακίνητο επί των οδών Μισαραλιώτου 7-11 και Τσάμη Καρατάση, στην περιοχή Μακρυγιάννη του Δήμου Αθηναίων, εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της πόλεως των Αθηνών και β) η επισκευή υφισταμένου διώροφου διατηρητέου κτηρίου εντός του ακινήτου. Κατ’ αρχάς το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας τις διατάξεις του άρθρου 24 παρ. 1 και 6 του Συντάγματος, επανέλαβε την πάγια νομολογία του, κατά την οποία τα όργανα του Κράτους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζεται στο διηνεκές η προστασία και η διατήρηση των μνημείων και λοιπών στοιχείων του πολιτιστικού περιβάλλοντος και του αναγκαίου για την ανάδειξή τους περιβάλλοντος χώρου, η οποία περιλαμβάνει και την άρση της προσβολής του μνημείου και την αποκατάσταση της μορφής του (σκ. 5). Ακολούθως επανέλαβε ότι κατά το άρθρο 10 του αρχαιολογικού νόμου (Ν 3028/2002) επεμβάσεις επί αρχαίων κατ’ αρχήν απαγορεύονται (§ 1) ενώ επεμβάσεις πλησίον αρχαίων επιτρέπονται μόνο κατόπιν εγκρίσεως του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του αρμόδιου συμβουλίου (§ 3), ειδικά δε ως προς τις οικοδομικές εργασίες, εξετάζεται αν το κτίσμα, εν όψει των διαστάσεων, της μορφής και της απόστασής του από το μνημείο, δύναται να επιφέρει άμεση ή έμμεση βλάβη στο μνημείο και στον περιβάλλοντα χώρο του. Προστατευόμενο δε στοιχείο των μνημείων και του περιβάλλοντος αυτά χώρου συνιστά και η ανεμπόδιστη θέασή τους, καθώς και ο χαρακτήρας και η φυσιογνωμία της ευρύτερης περιοχής, η οποία τελεί σε άμεση οπτική επαφή με τα μνημεία και είναι αναγκαία για την ανάδειξή τους. Η αιτιολογία της χορηγούμενης εγκρίσεως (άδειας) πρέπει να περιέχει: α) περιγραφή των προστατευτέων μνημείων, β) περιγραφή του προς εκτέλεση έργου και γ) τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου επί των μνημείων, ενώ ο Υπουργός Πολιτισμού μπορεί να επιβάλει τους κατάλληλους όρους και περιορισμούς στη δόμηση, περιλαμβανομένου και του περιορισμού του ανωτάτου ύψους και του αριθμού των ορόφων, χωρίς να δεσμεύεται από τους όρους δόμησης που καθορίζονται είτε από γενικές ή ειδικές διατάξεις (σκ. 6). Τέλος, επανέλαβε τη νομολογία κατά την οποία οι ευμενείς διοικητικές πράξεις ανακαλούνται, αν είναι παράνομες, μέσα σε εύλογο χρόνο από την έκδοσή τους, με αιτιολογημενη πράξη αναφερομενη σε συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία, ενώ, εξ άλλου, νομική πλημμέλεια που επιτρέπει την ανάκληση συνιστά και η πλάνη περί τα πράγματα. Αντίθετα, η διαφορετική εκτίμηση των αυτών πραγματικών περιστατικών δεν συνιστά, κατ’ αρχήν, λόγο ανακλήσεως, εκτός αν συντρέχει λόγος δημοσίου συμφέροντος, όπως η προστασία των αρχαιοτήτων, η συνδρομή του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς. Τέλος, κρίθηκε ότι σύμφωνα με το άρθρο μόνο παρ. 1 του ΑΝ 261/1968 χρόνος μικρότερος της πενταετίας για την ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξεως θεωρείται πάντοτε εύλογος (σκ. 8). Περαιτέρω, κρίθηκε ότι νομίμως το ΚΑΣ επανεξέτασε προηγούμενη γνωμοδότησή του, με την οποία είχε θεωρήσει ότι το εννεαώροφο κτίριο δεν βλάπτει την Ακρόπολη και ότι εντάσσεται αρμονικά στο δομημένο περιβάλλον της περιοχής, και πρότεινε την ανάκληση της χορηγηθείσας εγκρίσεως, εν όψει ιδίως του νέου στοιχείου της αυτοψίας των μελών του τόσο επί τόπου όσο και από τον Ιερό Βράχο, και της διαπίστωσης ότι το κτίριο υποβαθμίζει με το ύψος και τον όγκο του την Ακρόπολη, που αποτελεί μνημείο της Παγκόσμιας Κληρονομιάς, ενώ δεν εντάσσεται και στο περιβάλλον της περιοχής διότι είναι υψηλότερο των όμορων κτιρίων πλην ενός. Εν όψει τούτου, κρίθηκε ότι νομίμως η Υπουργός Πολιτισμού ανακάλεσε την προηγούμενη έγκρισή της, και δη εντός ευλόγου χρόνου μικρότερου των επτά μηνών, για τους ανωτέρω, δημοσίου συμφέροντος, λόγους της προστασίας των μνημείων και του περιβάλλοντος της περιοχής. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι νομίμως συνεκτιμήθηκε το σωρευτικό αποτέλεσμα από την ανέγερση ενός επί πλέον υψηλού και ογκώδους κτιρίου ως αρνητικός παράγοντας ένταξής του στην ήδη βεβαρημένη δομικώς περιοχή. Ως προς τον έλεγχο του ύψους του κτιρίου, κρίθηκε ότι εφ’ όσον το υπό ανέγερση κτίριο ευρίσκεται πλησίον μνημείου της Παγκόσμιας Κληρονομιάς και εντός αρχαιολογικού χώρου, ο έλεγχος του Υπουργού Πολιτισμού και του ΚΑΣ εκτείνεται σε όλα τα στοιχεία του κτιρίου, μεταξύ των οποίων και το ύψος, αδεσμεύτως από όρους δομήσεως που καθορίζονται είτε από γενικές διατάξεις (ΓΟΚ, ΝΟΚ) είτε από ειδικές διατάξεις για την προστασία αρχαιολογικών χώρων (ΠΔ της 19.2-5.3.1975 περί ελέγχου υψών γύρω από την Ακρόπολη). Περαιτέρω, λόγος ακυρώσεως κατά τον οποίο το ύψος του αρχικώς εγκριθέντος κτιρίου (31,70 μ.) είναι ανεκτό διότι υπολείπεται του ανώτατου ύψους κατ’ άρθρο 15 του ΝΟΚ (32 μ.), απερρίφθη διότι, όπως κρίθηκε με την απόφαση ΣΕ 705/2020 Ολομ., εν προκειμένω δεν ισχύει το άρθρο 15 του ΝΟΚ αλλά το ΒΔ της 30.8-9.9.1955 «Περί όρων δομήσεως εν Αθήναις», το οποίο προβλέπει για την περιοχή ανώτατο υψος 21 μ. Στη συνέχεια, κρίθηκε ότι δεν υπάρχει παράβαση των αρχών της ισότητας και της προστατευομένης εμπιστοσύνης εκ του ότι η Διοίκηση επέτρεψε σε άλλες περιπτώσεις την ανέγερση υψηλών κτιρίων στην περιοχή κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ΓΟΚ 1985 και του ΝΟΚ, διότι δεν νοείται ισότητα στην παρανομία και, συνεπώς, ακόμη και αν η Διοίκηση κακώς εφήρμοσε τον νόμο σε άλλες περιπτώσεις, δεν υποχρεούται η ίδια ούτε τα Δικαστήρια να τον εφαρμόσουν κακώς και στο μέλλον. Επίσης, κρίθηκε ότι δεν ασκεί επιρροή το γεγονός α) ότι το κτίριο δεν θα είναι ορατό από τα χαμηλά σημεία της Ακρόπολης λόγω της παρεμβολής οικοδομών επί της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, αφού πάντως το κτίριο θα είναι ορατό από τους ευρισκόμενους επί του Ιερού Βράχου και β) ότι το ύψος του κτιρίου, λόγω κατωφέρειας του εδάφους, δεν υπερβαίνει το ύψος των οικοδομών στο μέτωπο της οδού Διονυσίου Αρεοπαγίτου, διότι κατ’αυτόν τον τρόπο αγνοείται το φυσικό ανάγλυφο της περιοχής, προς το οποίο πρέπει να προσαρμόζονται τα ύψη των οικοδομών. Τέλος κρίθηκε ότι η τυχόν οικονομική βλάβη της αιτούσας δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης, αλλά θεμελιώνει, ενδεχομένως, εφ’ όσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, δικαίωμα αποζημιώσεως από το αρμόδιο δικαστήριο (σκ. 10). Η ίδια η φύση των συγκεκριμένων περιπτώσεων καθώς και οι κραδασμοί των συζητήσεων αναδεικνύουν την πλήρη απουσία ενός πλαισίου χωροταξικής και πολεοδομικής τεκμηρίωσης περιοχών που μπορούν να υποδεχτούν ψηλά κτίρια. Επίσης, μάλλον διαμορφώνουν μια στρεβλή εικόνα για το ζήτημα των ψηλών κτιρίων εν γένει. Πράγματι η συζήτηση για την περιοχή του κέντρου και δη πλησίον του μνημείου της Ακρόπολης αδικεί την εκκίνηση μιας επιστημονικής συζήτησης για τα ψηλά κτίρια στην Αθήνα και τη χώρα που έχει καθυστερήσει. Πάντως, το ζήτημα των ψηλών κτιρίων δεν είναι μόνο ένα τεχνικό ή ένα εξειδικευμένο νομικό ζήτημα. Το θεσμικό πλαίσιο της ανέγερσης ψηλών κτιρίων πάντοτε πρέπει να ερευνάται υπό το πρίσμα και το ερώτημα «τι πόλεις θέλουμε». Ερώτημα που αξίζει να προσεγγίσουμε και από τη σκοπιά της νομικής επιστήμης. Στην παρούσα μελέτη καταγράφονται:

  • Η ιστορική εξέλιξη των ψηλών κτιρίων στην Ελλάδα
  • Διεθνή παραδείγματα σχεδιασμού και πλαισίου για την χωροθέτηση ψηλών κτιρίων
  • Συμπεράσματα κατευθύνσεων για την προσαρμογή στα ελληνικά δεδομένα ενός πλαισίου για τα Ψηλά κτίρια.

2. Ψηλά κτίρια – Ορισμός

Ως ψηλό κτίριο νοείται «το κτίριο που έχει κυρίαρχο τον κατακόρυφο άξονά του και προεξέχει υπερβολικά πάνω από τα στοιχεία του περιβάλλοντός του».1 Ωστόσο, ο ορισμός του ψηλού κτιρίου δεν είναι απόλυτος καθώς ένα κτίριο 70 ορόφων, που στην Ευρώπη θεωρείται ψηλό, στην Ασία και την Αμερική θεωρείται μάλλον χαμηλό. Έτσι, ένας πιο σύγχρονος ορισμός περιγράφει τα ψηλά κτίρια ως «όλα εκείνα τα κτίρια που λόγω του ύψους τους, ξεχωρίζουν από τα γύρω τους και εντάσσονται σε μια ομάδα παρόμοιων κατασκευών ανά τον κόσμο». 2Σε κάθε περίπτωση η έννοια του ψηλού κτιρίου είναι σχετική αφού συνδέεται με το συνολικό σχεδιασμό τμημάτων της πόλης, με τα γειτονικά κτίρια, με το φυσικό ανάγλυφο, με τον ρόλο που καλείται να παίξει ένα ψηλό κτίριο, αλλά και με την ανάγκη διατήρησης γειτονιών χαμηλού ύψους και τη γειτνίαση με μνημεία.

Τον 21ο αιώνα παρατηρείται μια αναζωπύρωση του παγκόσμιου ανταγωνισμού μεταξύ χωρών και εταιρειών για την κατασκευή του υψηλότερου κτιρίου. Οι ουρανοξύστες κατακλύζουν πολλές από τις σύγχρονες μεγαλουπόλεις, προσφέροντας ένα πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής νέων υλικών και μεθόδων σχεδιασμού. Η τάση της ανέγερσης ψηλών κτιρίων παγκοσμίως οφείλεται τόσο σε πολεοδομικά αίτια όσο και στο marketing των πόλεων. Έτσι, οι κυριότεροι λόγοι εξάπλωσης της «κατακόρυφης δόμησης» είναι:3 H επίτευξη υψηλής πυκνότητας και η αποτελεσματικότερη χρήση της αστικής γης, η δημιουργία επιπλέον αστικού χώρου, ο περιορισμός της αστικής διάχυσης και των μακρινών μετακινήσεων (συμπαγής πόλη), η εξασφάλιση ελεύθερων χώρων μέσα στον πυκνό αστικό ιστό, και Η δημιουργία της επιθυμητής εικόνας για την πόλη, η ενίσχυση της θέσης της στον παγκόσμιο ανταγωνισμό των πόλεων που αναδεικνύονται σαν τόποι οικονομικής δύναμης, ευρωστίας και γενικά επιτυχίας.

Από κοινωνικο-οικονομική άποψη, τα ψηλά κτίρια κοντά στο κέντρο της πόλης – κατά μία άποψη – φαίνεται να μειώνουν το κόστος διαβίωσης για τους κατοίκους της αφού οι καθ΄ ύψος περιορισμοί στη δόμηση με τη συνεπακόλουθη χαμηλή πυκνότητα στο κέντρο της πόλης έχουν σαν συνέπεια την αύξηση των εξόδων του κάθε νοικοκυριού προκειμένου είτε να διαμένει στο κέντρο είτε να μετακινείται σε αυτό από πιο απομακρυσμένες περιοχές.4

3. Ψηλά Κτίρια στην Ελλάδα – Η νομοθετική εξέλιξη

Στην Ελλάδα παρατηρείται το φαινόμενο όχι μόνο της μη κατασκευής ψηλών κτιρίων, αλλά και της πλήρους ανυπαρξίας οποιασδήποτε σχετικής συζήτησης, ακόμα και από την αρχιτεκτονική κοινότητα. Εξαίρεση αποτελεί το «Ελληνικό Συνέδριο Υψηλών Κτιρίων» που διοργάνωσε το ΤΕΕ το 19755 και στο οποίο θα αναφερθούμε λεπτομερέστερα στη συνέχεια, τη σύντομη περίοδο «Ελεύθερης Δόμησης»6 που χτίστηκαν και τα μοναδικά ελάχιστα ψηλά κτίρια στην Ελλάδα. Μόνο πρόσφατα το σχετικό ενδιαφέρον έχει αναζωπυρωθεί με αφορμή τα ψηλά κτίρια που περιλαμβάνονται στα σχέδια αξιοποίησης μεγάλων ελεύθερων χώρων (Μητροπολιτικός Πόλος Ελληνικού-Αγίου Κοσμά, Ελαιώνας κ.λπ.). Σύμφωνα με τον Ν 858 της 6ης Σεπτεμβρίου 1917 (ΦΕΚ 191/7.9.1917) – «Περί κανονισμού του μεγίστου ύψους των ανεγειρόμενων οικοδομών», «Το μέγιστον ύψος των εις τας διαφόρους πόλεις του Κράτους ανεγειρομένων οικοδομών θέλει ορίζεται δια Β. Διατάγματος, εκδιδομένου προτάσει του επί της Συγκοινωνίας Υπουργού, μετά γνωμοδότησιν του Συμβουλίου των Δημοσίων Έργων». Σε εφαρμογή του εκδόθηκε από την Οικοδομική Υπηρεσία της Αθήνας το βασιλικό διάταγμα της 27.11.1919 (ΦΕΚ 1, τεύχος Α, 3.1.1920) «περί μεγίστου επιτρεπόμενου ύψους οικοδομών», το οποίο ουσιαστικά εγκαινίαζε μια νέα περίοδο κρατικής παρέμβασης στον πολεοδομικό χώρο της Αθήνας μέσα από το συστημικό καθορισμό των κτιριακών υψών σε κάθε δρόμο του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης. Συγκεκριμένα ορίσθηκε ως μέγιστο ύψος οικοδομής τα 12/10 του πλάτους του δρόμου που βρισκόταν. Παράλληλα, στο άρθρο 3 του ανωτέρω ΒΔ ορίσθηκαν απόλυτα μέγιστα ύψη των κτιρίων της πόλης, ανεξάρτητα δηλαδή από το πλάτος του πλατύτερου και στενότερου δρόμου, που ήταν αντίστοιχα τα 22μ. και 10μ. Επιπλέον των μεγίστων υψών των κτιρίων, επιτράπηκε η κατασκευή ενός ακόμη ορόφου σε εσοχή 4μ. περίπου από την πρόσοψη, του γνωστού ως ρετιρέ. Τα ανωτέρω περιοριστικά μέτρα στην Αθήνα παρέμειναν σε ισχύ έως την 24.8.1922, οπότε εκδόθηκε νέο βασιλικό διάταγμα «περί τροποποιήσεως του από 27.11.1919 δια τας εντός του σχεδίου της πόλεως Αθηνών οικοδομάς εκτελεστικάς του νόμου 858 Β. Διατάγματος». Το νέο διάταγμα επέβαλε ορισμένες διαφοροποίησεις στον υπολογισμό του μέγιστου ύψους στα κτίρια ανά τομέα της πόλης, και παράλληλα ανέβασε αισθητά τα επιτρεπόμενα μέγιστα απόλυτα κτιριακά ύψη από 22 σε 26 μέτρα. Συγκεκριμένα, εισήγαγε την έννοια του διαχωρισμού της πόλης σε 3 βασικές ζώνες υψών: τις Α, Β, και Γ. Στην ζώνη Α, που περιλάμβανε την κεντρική περιοχή της Αθήνας, με εξαίρεση τις περιοχές που γειτνίαζαν με αρχιτεκτονικά μνημεία, το μέγιστο ύψος κτιρίων καθορίζεται ως το 17,5/10 του πλάτους του δρόμου, το απόλυτο ύψος που θα προέκυπτε δεν θα έπρεπε να ήταν σε καμία περίπτωση μεγαλύτερο των 26 μ., ενώ παράλληλα το μέγιστο ύψος κτιρίων για στενούς δρόμους αυξήθηκε σε 12μ. Το 1923 εμφανίζεται ο νόμος για τις οικοδομικές προεξοχές (έρκερ). Αυτές ήταν κλειστές προεξοχές που μπορούσαν να φτάσουν σε πλάτος 1,40 μέτρα. Η διάταξη αυτή προήλθε από ανάλογη διάταξη που ίσχυε στο Βερολίνο, χωρίς φυσικά να ελεγχθεί αν παρόμοιες κατασκευές ταίριαζαν στις ελληνικές συνθήκες (πλάτος και προοπτική δρόμων, μορφολογία ανάλογη με το κλίμα). Μόλις το 1937 αναθεωρήθηκε ο θεσμός των έρκερ στα 40 εκ. Στις 3.4.1929, τρείς μήνες μετά την έκδοση του Ν 3741/29 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους», εκδόθηκε το διάταγμα «περί γενικού οικοδομικού κανονισμού του Κράτους». Ο συσχετισμός του ΓΟΚ του 1929 με τον ιδιοκτησιακό νόμο 3741 είναι προφανής, εκτός από την χρονική σύμπτωση και για ένα πρόσθετο λόγο. Και στα δύο νομοθετήματα εισάγεται η γενίκευση σε ολόκληρη την χώρα των κανόνων που περιέχουν. Έτσι, το 1929 επιχειρείται γενική αναθεώρηση των ιδιοκτησιακών και κτιριοδομικών κανονισμών που στόχευε εκτός των άλλων, στην προώθηση του πολυώροφου κτιριακού τύπου, την πολυκατοικία. Στα άρθρα 88 έως 90 καθορίζονται τα επιτρεπόμενα μέγιστα ύψη των κτιρίων ανά τομέα πόλης. Με βάση τα νέα ύψη που αποφασίσθηκαν, το μέγιστο ύψος των οικοδομών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα 23 μ. Σύμφωνα με το ΒΔ της 14.5.1934 – «Περί ύψους οικοδομών Αθηνών και Περιχώρων» , η ευρύτερη περιοχή της Αθήνας διαιρέθηκε σε οκτώ τομείς με τις ενδείξεις Α, Β, Γ, κλπ., όπου ορίσθηκε διαφορετικό καθεστώς υψών ως εξής: — Για τον τομέα Δ, ύψος κτιρίου 20/10 του πλάτους δρόμου , μέγιστο ύψος 23 μ., ελάχιστο ύψος 14μ. — Στους τομείς Α, Δ, Ε και Ζ, επιπλέον του μεγίστου ύψους επιτράπηκε σε εσοχή η προσθήκη ενός ορόφου. Παράλληλα, σε ορισμένα τμήματα ορίσθηκαν μειωμένα απόλυτα μέγιστα ύψη κτιρίων για να προστατευθεί η θέα των λόφων της πόλης και των ιστορικών και αρχαιολογικών περιοχών της. Μερικές δεκαετίες αργότερα, εισήχθη από την Χούντα των Συνταγματαρχών ο Αναγκαστικός Νόμος 395/68 (ΦΕΚ-95/Α/4.5.1968) – «Περί του ύψους των οικοδομών και του συστήματος της ελευθέρας Δομήσεως», σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του οποίου «Η επίτευξις του κατά τας παρ. 1 και παρ. 3 του αρ. 1 του παρόντος μείζοντος συντελεστού δομήσεως γίνεται και δια καθ’ ύψος προσαυξήσεως των κτιρίων». Βάσει του νόμου αυτού κατασκευάστηκαν το 1971, ο Πύργος των Αθηνών στους Αμπελόκηπους, με ύψος 103 μέτρα και 28 ορόφους, και το 1972 ο Πύργος του Πειραιά, με ύψος 84 μέτρα και 22 ορόφους. Στον νόμο αυτό προβλεπόταν αύξηση του συντελεστή δόμησης με σκοπό καλύτερο φωτισμό, ηλιασμό και αερισμό του κτιρίου ως και καλύτερη αισθητική εμφάνισή του, αποφασίστηκε αύξηση 30% για συντελεστή δόμησης 2.00 και 20% για συντελεστή δόμησης 3.00· παράλληλα, δόθηκαν προσαυξήσεις στο μεγαλύτερο μέρος της «εντός σχεδίου» Αθήνας και σε όλες τις επαρχιακές πόλεις. Η σημαντική αύξηση της εκμετάλλευσης αποτέλεσε κίνητρο για μια χωρίς προηγούμενο ανοικοδόμηση. Στη συνέχεια, με το ΝΔ 1003/1971 για την ενεργό πολεοδομία, θεσπίζονταν σειρά προστατευτικών μέτρων (φοροαπαλλαγή, δάνεια και απαλλοτριώσεις) προς όφελος εταιριών που θα αναλάμβαναν ένα στεγαστικό πρόβλημα μεγάλης κλίμακας. Τέλος, με την αναμόρφωση του ΓΟΚ του 1955 με το νέο ΓΟΚ του 1973, ακολουθείται το προηγούμενο πλαίσιο, με ορισμένα πρόσθετα άρθρα πάνω στην ελεύθερη δόμηση και την ελεύθερη σύνθεση, που αποτελούν προέκταση του νόμου 395/1968. Ο κτιριακός τύπος της πολυκατοικίας συνεχίζει να παράγεται σχεδόν με τους ίδιους όρους, όσον αφορά το συνεχές σύστημα. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει έγκειται στο ότι εισάγει νόμους που ουσιαστικά δημιουργούν το πλαίσιο για την εμφάνιση των πύργων κατοικιών, οι οποίοι εμφανίζονται εκτός του παραδοσιακού κέντρου της πόλης, και δομούν ένα τελείως διαφορετικό μοντέλο στον χώρο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ελεύθερη δόμηση μέσα σε οικισμούς, αποτέλεσε η αναίρεση των περιορισμών για τον συντελεστή εκμετάλλευσης και η απόσταση από το όριο του οικοπέδου ανάγεται στα 2,50 μέτρα, δηλαδή 25εκ. για κάθε μέτρο ύψους του κτιρίου. Έτσι κτίριο 75 μέτρων μπορούσε να απέχει μόλις 21 μέτρα από τις γειτονικές πολυκατοικίες (σχέση 3,5:1) τη στιγμή που στο εξωτερικό ίσχυε η αναλογία 1:1 ή και χαμηλότερη. Όσο για τον συντελεστή δόμησης, οριζόταν μικτός στα 0.70 για τις νέες περιοχές. Εάν ληφθεί υπόψη ότι το 55% περίπου μιας έκτασης ήταν κοινόχρηστοι χώροι και δρόμοι, τότε ο σ.δ. φτάνει το 1.65 για τα καθαρά οικόπεδα. Στις δε περιοχές που ορίστηκαν προς ανάπλαση με μικτό σ.δ. 1.20, έφτασαν να κτίζονται τελικά με καθαρό συντελεστή 2.70 περίπου.

  1. Το μέγιστον ύψος των κτιρίων αναλόγως του υπό των κειμένων διατάξεων καθοριζομένου αριθμητικώς συντε λεστού δομήσεως των οικοπέδων καθορίζεται βάσει του ακολούθου πίνακος εφ’ όσον δι’ ειδικής διατάξεως δεν ορίζεται άλλως.
  2. Το επί της γραμμής δομήσεως επιτρεπόμενον μέγιστον ύψος των κτιρίων αναλόγως του πλάτους της οδού καθο ρίζεται βάσει του κατωτέρω πίνακος.

 

 

 

 

 

4. Το συνέδριο του 1975

Το 1975 (7-9 Οκτωβρίου) έλαβε χώρα στην Αθήνα το Ελληνικό Συνέδριο Υψηλών κτιρίων που διοργάνωσε το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος. Ήταν το πρώτο και το μοναδικό, μέχρι σήμερα, συνέδριο στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το ζήτημα των ψηλών κτιρίων σε μια εποχή που η συζήτηση διεθνώς είχε φουντώσει, με τη δημιουργία των δίδυμων πύργων στη Νέα Υόρκη, αλλά στην Ελλάδα με την δημιουργία ορισμένων ψηλών κτιρίων υπήρχε ο προβληματισμός για τη χρησιμότητα της ύπαρξης ή όχι αυτών των κτιρίων. Μέσα από τα πρακτικά αυτού του συνεδρίου – όσα ήταν διαθέσιμα από το αρχείο του ΤΕΕ – φαίνεται ως ένα βαθμό η προβληματική που είχε αναπτυχθεί εκείνη την εποχή σε σχέση με τα ψηλά κτίρια, τη χρησιμότητα τους γενικότερα και πιο ειδικά για τα ελληνικά δεδομένα.

5. Αρχιτεκτονικοί Διαγωνισμοί

Γνωστότερα παραδείγματα αποτελούν οι διαγωνισμοί για τα κτίρια διοικήσεως του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδας (ΟΤΕ) και Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (ΔΕΗ) σε ανάλογα οικόπεδα, οι συμμετοχές των οποίων παρατίθενται στα Αρχιτεκτονικά Θέματα ‘72. Και στις δύο περιπτώσεις οι συμμετοχές και τα βραβεία επιλέγουν την κατά ύψος ανάπτυξη των χρήσεων σε διάταξη πολυώροφου κτιρίου με πρόθεση την υπερσυγκέντρωση, την ελαχιστοποίηση των μετακινήσεων και την απελευθέρωση δημόσιου ελεύθερου χώρου περιμετρικά του κτιρίου. Ανάλογη περίπτωση αποτελεί ο διαγωνισμός για το Εμπορικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων που παρατίθεται στα Αρχιτεκτονικά Θέματα του 1970. Οι λύσεις εδώ περιλαμβάνουν διαμόρφωση χώρων με ανάμειξη χρήσεων (πολυχώρος) όπως αγορά, εμπορικά καταστήματα, σταθμού αυτοκινήτων στην υποδομή, καθώς επίσης γραφεία και ξενοδοχεία στην ανωδομή, σε διατάξεις πύργων. Σημαντική είναι η πρόθεση μέσα από τη μελέτη και τη φροντίδα του σχεδιασμού να μην ενοχλείται η μνημειακή προοπτική της θέας της Ακρόπολης από την οδό Αθηνάς, εξαιτίας της ένταξης ψηλών διατάξεων. Επίσης αξίζει να σημειωθεί ο προγραμματισμός και η πρόβλεψη υποδομών, που θα ήταν αναγκαίες από αυτή την υπερσυγκέντρωση χρήσεων (ανεφοδιασμός, προσβάσεις, στάθμευση, ενοποίηση πεζοδιαδρομών). Η εκκίνηση δόθηκε με το κτίριο της αλυσίδας ξενοδοχείων Hilton το 1963 στην οδό Βασιλίσσης Σοφίας στο κέντρο της Αθήνας με ύψος 54 μέτρα (22 όροφοι). Στη συνέχεια το 1971 πραγματοποιείται το σχέδιο δύο πύργων στη λεωφόρο Κηφισίας που κράτησε μέχρι σήμερα την ονομασία «Πύργος των Αθηνών» ως το ψηλότερο κτίριο στα 103 μέτρα. Το συγκρότημα αυτό αποτελείται από δύο πύργους, ένα με 15 ορόφους και ένα με 28 ορόφους που εμφανώς κυριαρχεί στο αττικό τοπίο, και στους οποίους οργανώθηκαν χρήσεις γραφείων στους ορόφους και καταστήματα στα κατώτερα επίπεδα σε μία βάση όχι εμφανώς διακριτή από την κάτοψη του ψηλού κτιρίου που συνδέει τους δύο πύργους. Στο κτίριο αυτό γίνεται μια πρώτη αντιμετώπιση του τοιχοπετάσματος – είναι εκτενής η χρήση των ορθομαρμαρώσεων ως επικάλυψη στα φέροντα στοιχεία, που έρχονται να τονίσουν τον κατακόρυφο άξονα, ενώ η πλήρωση επιτυγχάνεται με υαλοπετάσματα. Την επόμενη χρονιά στη λεωφόρο Κηφισίας, στο ύψος του Αμαρουσίου υλοποιείται το νοσοκομειακό συγκρότημα «Υγεία» με την οργάνωση των κλινών σε πύργο 15 ορόφων με υποδομή μεγαλύτερης επιφάνειας 4 επιπέδων για χρήσεις υποδοχής, μονάδες εντατικής θεραπείας και χώρο στάθμευσης, καθώς και χρήση εστιατορίου στο ανώτερο επίπεδο. Το 1975 δύο συγκροτήματα πύργων κατοικιών ολοκληρώνονται στη λεωφόρο Μεσογείων (περιοχή Αγ. Παρασκευής) και στη λεωφόρο Αχαρνών (ύψος Πατησίων) με ανωδομή 18 ορόφων. Στη συνέχεια, το 1977 κτίζεται το κτίριο της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Αττικής στη λεωφόρο Αλεξάνδρας με 16 ορόφους. Κατασκευαστικά επιλέγεται η οργάνωση κανάβου ορθομαρμαρώσεων ως επικάλυψη των τεσσάρων όψεων του ορθογωνικού κτιρίου. Δύο ακόμη παραδείγματα κατοικίας της ίδιας χρονιάς, ο πύργος στην οδό Ευτέρπης στο Χολαργό (17 όροφοι) και ο πύργος στην οδό Αγ. Λαύρας Πατησίων (16 όροφοι) με χρήσεις εμπορίου στα κατώτερα επίπεδα αποτελούν επανάληψη προηγούμενων ατυχών παραδειγμάτων. Ένα άλλο ψηλό κτίριο, αποτέλεσμα επιλογής κρατικού φορέα, ήρθε να στεγάσει το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης στη συμβολή των λεωφόρων Κατεχάκη και Μεσογείων το 1978. Το κτίριο αυτό, που αποτελείται από 18 ορόφους, έχει κατασκευαστεί πλήρως από εμφανές οπλισμένο σκυρόδεμα, ενώ συνθετικά είναι διακριτή μία σαφής οργάνωσης των πυρήνων κατακόρυφης επικοινωνίας, και των κοινόχρηστων χώρων σε διαχωρισμό με τους γραφειακούς χώρους. Το δεύτερο ψηλό κτίριο με χρήση ξενοδοχείου, υλοποιείται την ίδια χρονιά στη λεωφόρο Κηφισίας με την ονομασία President και φτάνει τα 68 μέτρα ύψος και διαθέτει 22 ορόφους. Στο ισόγειο διαμορφώνεται ζώνη υποδομής που έρχεται να στεγάσει την υποδοχή, χώρους καθιστικών και υπόγειας στάθμευσης, ενώ στο ανώτατο επίπεδο υπάρχει χώρος εστιατορίου με πισίνα και κήπο. Οι περιμετρικοί συνεχείς εξώστες, διαμορφώνουν οριζόντιες λευκές ζώνες, που έρχονται να τονίσουν τη διαφοροποίηση πλήρους –κενού. Ο πύργος του ΟΤΕ, στη λεωφόρο Κηφισίας (περιοχή Αμαρουσίου), ίσως αποτελεί το μόνο προϊόν αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για ψηλό δημόσιο κτίριο, που υλοποιήθηκε το 1979, έστω με μικρές παρεμβάσεις στη μελέτη εφαρμογής. Αποτελείται από 18 ορόφους, ένα κεντρικό πυρήνα εισόδου και κατακόρυφης επικοινωνίας και τρεις μπαταρίες γραφειακών χρήσεων διαμορφωμένες ακτινωτά στον πυρήνα. Από την ιστορική ανάλυση του νομοθετικού πλαισίου προκύπτει ότι για την κριτική και την εξέλιξη των ψηλών κτιρίων καθοριστικός παράγοντας δεν ήταν η θέσπιση κανόνων για τον καθορισμό του πολεοδομικού μεγέθους του ύψους καθαυτή, αλλά το σύνολο των κανόνων που αφορούν σε όλα τα πολεοδομικά μεγέθη και τους περιορισμούς (συντελεστής δόμησης, συντελεστής κάλυψης, σύστημα δόμησης, απόσταση από το όριο, σχέση με πλάτους οδών, αρτιότητα οικοπέδων, ειδικοί κανόνες αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ενεργειακή αναβάθμιση και απόδοση, παραχώρηση σε κοινή χρήση ακάλυπτων χώρων του οικοπέδο, υποχρέωση αρχιτεκτονικών διαγωνισμών κτλ).

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά την Αθήνα, πέρα από τη συζήτηση πάνω σε τεχνικά ζητήματα (αντοχή σε σεισμό, κόστος κατασκευής, απαιτήσεις σε πυρασφάλεια, αερισμό, ενέργεια, κ.λπ.)7, οι προβληματισμοί και η έντονη επιφυλακτικότητα γύρω από την ανέγερση ψηλών κτιρίων σχετίζεται με τη σύνδεσή τους ιστορικά με τη δικτατορία, την αναγκαιότητα της διαφύλαξης του αττικού τοπίου και της θέας προς την Ακρόπολη, τους φόβους για την υπερβολική αύξηση της πυκνότητας, την επιβάρυνση της πολιτιστικής κληρονομιάς, τους υψηλούς Σ.Δ. αλλά και το χαμηλό ποσοστό πρασίνου ανά κάτοικο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. 8

Τα υλοποιημένα ψηλά κτίρια της Αθήνας έχουν δώσει ιδιαίτερο χαρακτήρα σε μερικά σημεία της Αθήνας, ειδικά σε οδικούς άξονες, όπως επί της Λεωφόρου Κηφισίας, στην Αθήνα και στο Μαρούσι, ή επί της οδού Πανόρμου. Τα σημεία αυτά διαφοροποιούνται σήμερα θετικά σε σχέση με τις περιοχές όπου δεν υπάρχουν ψηλά κτίρια και κυριαρχεί η ενιαία κτιριακή μάζα των πολυκατοικιών. Επιπλέον, πολλά από αυτά, κυρίως εκείνα που κτίστηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1970, συγκαταλέγονται ανάμεσα στα κτίρια της αρχιτεκτονικής «γοήτρου» της μεταπολεμικής Ελλάδας, ενώ η αισθητική τους και οι συνθετικές τους αρετές 9 εξαίρονται συχνά.

6. Η περίπτωση του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού

Ειδικότερη μνεία αξίζει να γίνει σχετικά με την πρόταση για την ανέγερση ψηλών κτιρίων στην περιοχή του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού, όπως αυτή αναλύθηκε μέσω της απόφασης 29/2018 της Ολομέλειας του Συμβουλίου Επικρατείας – «Έγκριση του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού – Αγίου Κοσμά Περιφέρειας Αττικής». Όπως αναφέρεται και στην Απόφαση, σύμφωνα με την ΣΜΠΕ του έργου «η πολεοδομική – αρχιτεκτονική πρόταση για την άμεση περιοχή μελέτης έχει ως στόχο να αποτελέσει μία πρωτότυπη, βιώσιμη και σύγχρονη αστική πρόταση, ένα τοπόσημο στη μείζονα περιοχή της πρωτεύουσας, στην κλίμακα της Αττικής. Η κατασκευή των νέων κτηρίων προβλέπεται να φέρει στοιχεία τεχνικής καινοτομίας σε σχέση με το οικιστικό περιβάλλον των όμορων – τουλάχιστον – περιοχών ως προς το σχεδιασμό τους, τα ύψη, την οικολογική τους διάσταση και τα χρησιμοποιούμενα ανακυκλώσιμα υλικά […] ένα ψηλό κτήριο – τοπόσημο συμβάλλει στη δημιουργία μιας πολυ-λειτουργικής, συμπαγούς και συνεκτικής πόλης, ελαχιστοποιώντας το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί και ενισχύει μια ισχυρή ταυτότητα για κάθε ζώνη. Τα ψηλά κτήρια/τοπόσημα προτείνεται να είναι ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, προκειμένου να αποτελέσουν ιδιαίτερα «σημεία» της περιοχής, αναδεικνύοντας την υπερτοπικότητα των χρήσεων αφ’ ενός για το σύνολο της ανάπτυξης και αφ’ ετέρου για το σύνολο της Αττικής.». Παράλληλα, επισημαίνονται τα σημαντικά στρατηγικά πλεονεκτήματα που θα επιφέρει η ανέγερση των κτιρίων αυτών και η αναγνώρισή τους ως νέα αστική ανάπτυξη, λειτουργώντας καταλυτικά ως προς την προσέλκυση νέων επενδύσεων, την ενθάρρυνση ή ανάπτυξη των επιχειρήσεων υποστήριξης και τη δημιουργία θέσεων εργασίας και εσόδων. Επισημαίνεται, εξάλλου, πως «τόσο σε διεθνές όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο και σε αδόμητες περιοχές που σχεδιάζονται εξ αρχής, αποτελεί σχεδιαστική αρχή να επιλέγεται η ανάπτυξη καθ’ ύψος, η απελευθέρωση μεγαλύτερων εκτάσεων και απόδοσή τους σε ελεύθερους χώρους, και, κατά συνέπεια, η δημιουργία τελικά ενός ποιοτικά αναβαθμισμένου οικιστικού περιβάλλοντος». Σύμφωνα με την Ολομέλεια του ΣτΕ, οι παρεκκλίσεις από τις πάγιες πολεοδομικές διατάξεις ως προς τα όργανα, τους όρους δόμησης, τη δυνατότητα κατασκευής υψηλών κτιρίων, τη διαδικασία και τις εν γένει προϋποθέσεις αξιοποίησης του ΜΠΕΑ, τις οποίες προβλέπει ρητώς ο Ν 4062/2012, ή χορηγεί εξουσιοδότηση για τη θέσπισή τους με προεδρικό διάταγμα, δικαιολογούνται για την εξυπηρέτηση σκοπού δημοσίου συμφέροντος («έντονου» κατά τη διατύπωση του νόμου) [πρβλ. ΠΕ 240/2017], το οποίο συνίσταται στη δημιουργία μητροπολιτικού πόλου πολλαπλών λειτουργιών εθνικής εμβέλειας και διεθνούς αναφοράς, στην κατασκευή και συντήρηση μητροπολιτικού πάρκου πρασίνου και αναψυχής στην Αττική και στην ίδρυση μητροπολιτικού πόλου ανάπτυξης στην περιοχή, με πολλαπλούς ειδικότερους στόχους που αφορούν, μεταξύ άλλων, την αντιμετώπιση της οξείας οικονομική κρίσης, την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας, την αύξηση της απασχόλησης και τη μείωση της ανεργίας, την καταπολέμηση της φτώχειας, την ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, τη μείωση του δημοσίου χρέους, την ανάδειξη της Αθήνας σε πολιτιστική μητρόπολη, σε τουριστικό πόλο διεθνούς ακτινοβολίας, σε σημαντικό κέντρο οικονομικής ανάπτυξης και επιχειρηματικότητας κ.ά., σύμφωνα και με το άρθρο 1 του Ν 4062/2012. Ενόψει των ανωτέρω, με το κανονιστικό διάταγμα έγκρισης του ΣΟΑ, που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 6 και 7 του Ν 4062/2012 μπορεί να επιτρέπεται η κατασκευή πολύ υψηλών κτιρίων ειδικής αρχιτεκτονικής σχεδίασης ή άλλων υψηλών κτιρίων πρωτότυπης αστικής ανάπτυξης ή και ειδικού κτιρίου εντός του μητροπολιτικού πάρκου πρασίνου και αναψυχής. Περαιτέρω, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται το ποσοστό της μέγιστης επιτρεπόμενης δόμησης στο σύνολο του ακινήτου, η μέγιστη επιτρεπόμενη κάλυψη ανά περιοχές και οι λοιποί όροι που προβλέπει για τα πολεοδομικά μεγέθη και τους περιορισμούς δόμησης ο Ν 4062/2012, ο καθορισμός των επιμέρους ζωνών, ο τρόπος κατανομής των συντελεστών δόμησης εντός των περιοχών και ζωνών και η εν γένει διαμόρφωση των πολεοδομικών μεγεθών στις ίδιες περιοχές και ζώνες, ανήκει στην ευχέρεια του κανονιστικού νομοθέτη. Και τούτο, διότι, κατά τον σκοπό των εξουσιοδοτικών διατάξεων, η ευχέρεια αυτή είναι αναγκαία λόγω του είδους και του σταδίου σχεδιασμού κατά την έγκριση του ΣΟΑ, της έκτασης της επέμβασης και των σύνθετων περιβαλλοντικών και πολεοδομικών στόχων που επιδιώκονται με το ΣΟΑ. Επισημάνθηκε επίσης μεταξύ άλλων ότι, σύμφωνα και με την ειδική μελέτη «Συσχετισμός των υψηλών κτιρίων με το “Αττικό τοπίο”», ο ιστορικός αστικός σχηματισμός με τα μνημεία αναφοράς που περιέχει δεν επηρεάζεται από τη δημιουργία κτιρίων μεγάλου ύψους σε εύλογη κατά περίπτωση απόσταση και ότι οι σχηματισμοί υψηλών κτιρίων με κατάλληλες διατάξεις χρησιμοποιούνται διεθνώς ως βασικά εργαλεία σχεδιασμού για την αναβάθμιση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος, ενώ, τέλος, και η Ειδική Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων τάχθηκε με την έκθεσή της υπέρ της έγκρισης του ΣΟΑ. Κρίθηκε έτσι ότι οι διατάξεις του άρθρου 3 του σχεδίου, οι οποίες ορίζουν ρητώς ότι τα ψηλά κτίρια πρέπει να είναι ειδικής αρχιτεκτονικής κατασκευής, κατά το μέρος που επιτρέπουν την ανέγερση υψηλών κτιρίων στα αναφερόμενα στις διατάξεις αυτές ύψη, στοιχούν προς τις προαναφερθείσες κατευθύνσεις του νέου ΡΣΑ, τεκμηριώνονται επαρκώς και προτείνονται νομίμως. Επίσης, νομίμως προβλέπονται ήπιες επεμβάσεις στην ακτή, η αναβάθμιση της παραλίας και η δυνατότητα κατασκευής ενυδρείου, σε συνδυασμό άλλωστε και με την ευρύτερη ανάπλαση του Φαληρικού όρμου που έχει εγκριθεί.

Προβληματισμοί περί της αλλοίωσης του αθηναϊκού τοπίου και του χαρακτήρα των μνημείων πολιτιστικής κληρονομιάς τέθηκαν από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο και επισημάνθηκαν και στην απόφαση της Υπουργού Πολιτσμού και Αθλητισμού – ΥΠΠΟΑ/ ΓΔΑΠΚ/ΔΙΠΚΑ/ΤΠΚΑΧΜΑΕ/Φ3/462107/30527/11713/3933/6.11.2017 με την οποία εγκρίθηκαν το ΣΟΑ και η ΣΜΠΕ του έργου «Ανάπτυξη του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού». 10Από τα πρακτικά του ΚΑΣ, κατόπιν των οποίων εκδόθηκε η ως άνω απόφαση της Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού, προκύπτει ότι στη σχετική συνεδρίαση (36/3.10.2017) ορισμένα μέλη εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για την έννοια και τη σημασία των υψηλών κτιρίων ως τοπόσημων, στη συνέχεια όμως κατά τη συζήτηση του θέματος τα λοιπά μέλη εξέφρασαν αμφιβολία αν ανήκει στο ΚΑΣ η αρμοδιότητα επιβολής όρων ως προς το ύψος των κτιρίων. Εν τέλει τα μέλη του ΚΑΣ ομόφωνα κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ο προβληματισμός ορισμένων μελών ως προς το ύψος των κτιρίων μπορεί και πρέπει να εκφραστεί όχι ως όρος, αλλά ως επιθυμία, δηλ. ως ευχή (βλ. σελ. 33 και 34 του ανωτέρω πρακτικού). Το ΣτΕ ωστόσο απεφάνθη ότι σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στις σκέψεις του δικαστηρίου περί της παρέκκλισης από τις πάγιες πολεοδομικές διατάξεις αλλά και στις παρατηρήσεις σχετικά με τη νομιμότητα των διατάξεων του σχεδίου ως προς τα επιτρεπόμενα ύψη των κτιρίων, και δεδομένου του ότι με τους όρους του άρθρου 7 του σχεδίου και την υπογραφή του και από την Υπουργό Πολιτισμού και Αθλητισμού, επιδιώκεται, επαρκώς, η προστασία των αρχαιοτήτων και μνημείων, η προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς διασφαλίζεται πλήρως με το σχέδιο διατάγματος.

7. Διεθνή Παραδείγματα

Από πλευράς πολεοδομικής οργάνωσης και χωροθέτησης των ψηλών κτιρίων, τα εφαρμοζόμενα σήμερα μοντέλα είναι κυρίως τρία:11 Το ευρωπαϊκό 1, που προβλέπει την σχετικώς ελεύθερη ανέγερση ψηλών κτιρίων ακόμη και εντός ή σε μικρή απόσταση από το ιστορικό κέντρο (χαρακτηριστικές περιπτώσεις το Λονδίνο και η Φρανκφούρτη). Το ευρωπαϊκό 2, που προβλέπει την απαγόρευση ανέγερσης υψηλών κτιρίων στην ευρύτερη περιοχή του ιστορικού κέντρου, την υπό όρους ανέγερσή τους σε μια ευρύτερη ζώνη και την πλήρη, χωρίς περιορισμούς ανάπτυξή τους, σε απόσταση από το ιστορικό κέντρο, αλλά με πλήρως σηματοδοτούμενη την σύνδεσή του με αυτήν (με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τη Défense στο Παρίσι). Το αμερικανικό και τα παράγωγά του, όπως της Άπω Ανατολής, των Εμιράτων κ.ά., που χαρακτηρίζεται από την ισχυρή διαφοροποίηση του οικονομικού κέντρου από την περιφέρεια, πράγμα όμως που στην περίπτωση των μεγάλων αμερικανικών πόλεων συμβαδίζει με την ιστορική εξέλιξή τους, σε αντίθεση με τα παράγωγα μοντέλα, ιδίως της Άπω Ανατολής, όπου η «εισβολή» των ουρανοξυστών στα ιστορικά κέντρα, στο φυσικό τοπίο και σε περιοχές παραδοσιακής κατοικίας, γίνεται με σχεδόν βίαιο τρόπο (χαρακτηριστικές περιπτώσεις η Νέα Υόρκη, το Σικάγο, η Σαγκάη, το Χονγκ Κονγκ, το Τόκυο, το Ντουμπάι κ.ά.) Η περίπτωση της Αθήνας παρουσιάζει μεγάλη ομοιότητα με το Παρίσι, κυρίως λόγω της παρουσίας σημαντικών αρχαιολογικών χώρων στο ιστορικό κέντρο με κορύφωση, την Ακρόπολη.

Η περίπτωση της Γαλλίας12

Ιστορικό

Πολλοί πύργοι γραφείων ή διαμερισμάτων κατασκευάστηκαν μέσα ή γύρω από το Παρίσι κατά τη δεκαετία 1965-1975. Το κέντρο της πρωτεύουσας έχει πολύ λίγους πύργους που κατασκευάστηκαν κυρίως σε μικρές ομάδες (Μέτωπο του Σηκουάνα στο 15ο διαμέρισμα, Olympiades στο 13ο διαμέρισμα, πύργοι 10ου και 19ου διαμερίσματος). 13Το 2005 η σχετική τάση γνώρισε μια αναζωπύρωση σε ένα κλίμα κερδοσκοπίας και αρχιτεκτονικής καινοτομίας αλλά περιορίστηκε από την αστάθεια που προκάλεσε η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008. Η συζήτηση γύρω από τα ψηλά κτίρια στο Παρίσι αναβίωσε με την εκλογή του δημάρχου Bertrand Delanoë το 2001 με πολιτική βούληση του ίδιου, και συμμετοχή της μη κερδοσκοπικής οργάνωσης Atelier parisien d’urbanisme (APUR) της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Παρισιού, των γραφείων των δημάρχων και των εκλεγμένων συμβούλων του τεχνικού κόσμου της πόλης.

Το ζήτημα εισέρχεται επίσημα στη δημόσια συζήτηση στο πλαίσιο του νέου νόμου SRU14 και της εκπόνησης του νέου PLU του Παρισιού και συνδέεται, στον πολιτικό λόγο, με τις υψηλές τιμές των κατοικιών και των γραφειακών χώρων και την ανάγκη δυνατότητας οικοδόμησης κτιρίων μέχρι 50 μ. σε κάποιες γειτονιές της πόλης. Η ιδέα της κατασκευής πύργων μέχρι 200 μ. προτείνεται από τον δήμο στο πλαίσιο μιας στρατηγικής ανάπτυξης ορισμένων ανοικοδόμητων ή δύσκολα οικοδομήσιμων περιοχών λόγω των έντονων οχλήσεων (όπως οι γειτνιάζουσες με την περιφερειακή οδό). Σύμφωνα με αυτή τη λογική οι πύργοι θα αποκαθιστούσαν τη χρηματοοικονομική ισορροπία προσφέροντας μεγάλους χώρους στις επιχειρήσεις αφού ο τριτογενής τομέας μπορεί ευκολότερα να χωροθετηθεί σε περιοχές με έντονη όχληση. Για λόγους πολιτικής απόκλισης, η κατάργηση των μέγιστων επιτρεπόμενων υψών δεν συμπεριλήφθηκε στο PLU του 2006. Ξεκίνησε, ωστόσο, ένας έντονος προβληματισμός για το θέμα στο πλαίσιο του οποίου ανατέθηκε σε μια ομάδα εργασίας η ανάλυση του θέματος των υψών από την άποψη του προσανατολισμού των κτιρίων, των αστικών μορφών, των συνθηκών διαβίωσης και εργασίας, την αρχιτεκτονική ποιότητα και την κατανάλωση ενέργειας. Η ομάδα συντάσσει μια λίστα γενικών κατευθύνσεων που χρησιμοποιούνται σαν προδιαγραφές για τη δεύτερη φάση εργασίας όπου πραγματοποιούνται εργαστήρια σε τρείς στρατηγικές περιοχές του Παρισιού (Porte de la Chapelle, Bercy, Massena-Bruneseau). Στη συνέχεια προστίθενται τρείς ακόμη περιοχές με τα εξής κριτήρια:

  • Είναι ανοικοδόμητες- Βρίσκονται στα περίχωρα του Παρισιού
  • Σε μέρη με έντονες οχλήσεις όπου είναι δύσκολο να χωροθετηθούν κατοικίες
  • Σε μέρη με υψηλό δυναμικό ανάπτυξης και ανάγκη αστικής ανανέωσης
  • Σε ανάγκη δημιουργίας μιας μάζας με όρους οικονομικής επιφάνειας, ή που βρίσκονται ήδη σε σχέδιο ανανέωσης ή πρόγραμμα ανάπτυξης, ή με έντονο αναπτυξιακό δυναμικό.

Σχεδιασμού (PADD) επιτρέπει την εξέταση μιας απλουστευμένης διαδικασίας αναθεώρησης του PLU για τους χώρους αυτούς. Η απλοποιημένη τροποποίηση του PLU απαιτεί τεκμηρίωση του δημοσίου συμφέροντος για την κατασκευή πύργου στην οικεία επικράτεια ενώ περιλαμβάνει διοικητικές διαδικασίες που εγκρίνονται με ψηφοφορία στο Συμβούλιο του Παρισιού. Η πρόταση «Σε αραιοκατοικημένες ή κακώς αστικοποιημένες περιοχές, ιδιαίτερα σε αυτές που βρίσκονται γύρω από το Παρίσι, η πολιτεία θα ενθαρρύνει, στις δημόσιες επιχειρήσεις σχεδιασμού, την έκφραση νέων αστικών και αρχιτεκτονικών μορφών προκειμένου να συνεχιστεί η ήδη πλούσια ιστορία της αρχιτεκτονικής του Παρισιού και να αποφευχθεί η σταδιακή μετατροπή της πόλης σε μουσειακή πόλη» που περιλαμβάνεται στο PLU-2006 (PADD) αποτελεί τη μοναδική κανονιστική μετάφραση του πολιτικού προσανατολισμού για την κατασκευή πύργων στο Παρίσι.15 Παρακάτω αναλύονται οι τρείς πραγματοποιημένες απλουστευμένες αναθεωρήσεις του PLU-2006 σε περιοχές όπου οι πύργοι έχουν αναγερθεί ή βρίσκονται υπό ανέγερση. Αποφάσεις απλοποιημένης αναθεώρησης του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου – PLU του Παρισιού (2006) που επέτρεψαν την ανέγερση υψηλών κτιρίων στα όρια του δήμου του Παρισιού:

Ι. Masséna-Bruneseau (13ο διαμέρισμα, αναθεώρηση PLU της 15ης και 16ης Νοεμβρίου 2010)
http://pluenligne.paris.fr/plu/sites-plu/site_statique_37/documents/772_Plan_Local_d_Urbanisme_de_P/773_Rapport_de_presentation/774_Rapports_de_presentation_de/C_RP_MASSENA_B-V01.pdf
Η περιοχή Masséna-Bruneseau αποτελεί μια από τις 8 ζώνες ανάπτυξης που ορίζονται στην «Συντονισμένη Ζώνη Ανάπτυξης» (ZAC) της Δυτικής Όχθης του Παρισιού που έχει σαν στόχο την εξισορρόπηση παραγόντων όπως οι μεγάλες υποδομές και η απασχόληση στο ανατολικό Παρίσι, όπως και το «άνοιγμα» του 13ου διαμερίσματος στο Σηκουάνα. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από έντονο κατακερματισμό λόγω της παρουσίας μεγάλων μεταφορικών υποδομών (οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο) και φιλοξενεί δραστηριότητες όπως το αμαξοστάσιο της κρατικής σιδηροδρομικής εταιρίας της Γαλλίας (SNCF), τον σταθμό κυκλοφοριακού ελέγχου της περιφέρειας, εγκαταστάσεις της δημοτικής υπηρεσίας καθαρισμού, σιλό τσιμέντου κ.λπ. ενώ οι όχθες του Σηκουάνα είναι κατειλημμένες από λιμενικές δραστηριότητες. Οι προγραμματιζόμενες παρεμβάσεις έχουν σαν στόχο τον ανασχεδιασμό μέρους του τοπικού οδικού δικτύου, την προσέλκυση της κατοικίας και των σχετικών με αυτή χρήσεων με ταυτόχρονη απομάκρυνση των οχλουσών δραστηριοτήτων, τη λειτουργική σύνδεση της περιοχής με τη γειτονική, του δήμου Ivry, και το «άνοιγμά» της στον Σηκουάνα. Αναφορικά με τη δόμηση, οι κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού είναι:

– Ενσωμάτωση ψηλών κτιρίων μέγιστου ύψους 50 ή 180 μέτρων ανάλογα με τη θέση τους.

– Αύξηση της επιτρεπόμενης δόμησης κατά περίπου 200.000 τ.μ. σε σύγκριση με την αρχικά προβλεπόμενη (ο τομέας Paris Rive Gauche δεν υπόκειται στους περιορισμούς των διατάξεων περί ανώτατου συντελεστή δόμησης. Η δυνατότητα οικοδόμησης καθορίζεται από τη συνολική πυκνότητα που καθορίζεται στον αναπτυξιακό προσανατολισμό του τομέα. Η συνολική πυκνότητα του τομέα αναμένεται να φτάσει το 1,9 κοντά σε αυτή των γειτονικών τομέων που είναι 1,7).

Έτσι, δημιουργήθηκαν οι υποζώνες «ΜΒ1» και «ΜΒ2», για τις οποίες προβλέπονται τα παρακάτω:

– H υποζώνη «ΜΒ1» προορίζεται να φιλοξενήσει κτίρια μέγιστου ύψους 180 μέτρων, που θα περιλαμβάνουν κυρίως οικονομικές δραστηριότητες (επιχειρηματικά/κτίρια γραφείων, ξενοδοχεία). Οριοθετείται από τον Σηκουάνα, το σιδηροδρομικό δίκτυο, την αναδιαμορφωμένη οδό Jean-Baptiste Berlier και το όριο του δήμου Ivry. Καλύπτει 9 εκτάρια (90 στρέμματα) και πρόκειται να φιλοξενήσει πολυώροφα κτίρια σε 4 καλά καθορισμένες νησίδες, όπως ορίζονται από το τοπικό οδικό δίκτυο.

– Η υποζώνη «ΜΒ2» προορίζεται να φιλοξενήσει κτίρια μέγιστου ύψους 50 μέτρων, που θα περιλαμβάνουν κυρίως κατοικίες (με τουλάχιστον το 50% αυτών για κοινωνική στέγαση, συνολικά περίπου 1.500 επιπλέον κατοικίες). Περιλαμβάνει τις νησίδες μεταξύ της οδού Jean-Baptiste Berlier και της λεωφόρου General Jean Simon, κοντά στο Σηκουάνα, τις νησίδες που βρίσκονται στο τέλος της λεωφόρου της Γαλλίας και, τέλος, της νησίδες μεταξύ του σιδηροδρομικού δικτύου, της λεωφόρου General Jean Simon και της λεωφόρου de la porte de Vitry, που καταλαμβάνουν το αμαξοστάσιο της SNCF. Καλύπτει 22 εκτάρια (220 στρέμματα).

Οι δύο υποζώνες μεταγράφονται εξολοκλήρου στη ζώνη Γενικών Αστικών Χρήσεων (UG) αλλά προβλέπονται τροποποιήσεις στις διατάξεις σχετικά με τη θέση των κατασκευών σε σχέση με τις σιδηροτροχιές, το μέγιστο ύψος των κατασκευών, την εξωτερική εμφάνιση των κτιρίων και τους ανοιχτούς και φυτεμένους χώρους.

Κτίρια κατασκευασμένα ή υπό κατασκευή:

MB1: Tours Duo του Jean Nouvel (υπό κατασκευή, 125 & 180μ. http://www.jeannouvel.com/projets/tours-duo/),

MB2: Tour de la biodiveriste (50μ. https://www.edouardfrancois.com/projects/tour-de-la-biodiversite), Tour “Home” (50μ. https://www.hamonic-masson.com/Batiment-Home-ZAC-Massena-Paris-XIII?lang=fr)

ΙΙ. Clichy-Batignolles (17ο διαμέρισμα, αναθεώρηση PLU της 11ης και 12ης Ιουλίου 2011)

http://pluenligne.paris.fr/plu/sites-plu/site_statique_37/documents/772_Plan_Local_d_Urbanisme_de_P/773_Rapport_de_presentation/774_Rapports_de_presentation_de/C_RP_REV_CB-V01.pdf

Η «Συντονισμένη Ζώνη Ανάπτυξης» (ZAC) Clichy Batignolles βρίσκεται στα βορειοανατολικά του 17ου διαμερίσματος. Η ευρύτερη περιοχή εμβαδού 540 στρεμμάτων, που περιλαμβάνει τις ZAC Cardinet Chalabre και Clichy Batignolles καθώς και μια έκταση δυτικά του σιδηροδρομικού δικτύου (τομέας Saussure), αποτελεί μια από τις ελάχιστες ευκαιρίες ανάπτυξης για το Παρίσι λόγω του μεγάλου αριθμού κατοικιών που μπορεί να φιλοξενήσει, του μητροπολιτικής σημασίας πάρκου 100 στρεμμάτων που σχεδιάζεται στο κέντρο της και των ευκαιριών διασύνδεσης του Παρισιού με το γειτονικό δήμο του Clichy που προσφέρει. Η τροποποίηση του PLU έχει σαν στόχο τη δημιουργία μιας γειτονιάς μικτών λειτουργιών, που συνδυάζει οικονομικές δραστηριότητες, κοινωνική και ιδιωτική κατοικία, δημόσιες υπηρεσίες και καταστήματα.

Η αναθεώρηση του PLU πραγματοποιείται:

– Για να καταστεί δυνατή η χωροθέτηση του νέου Δικαστικού Μεγάρου16 βόρεια της λεωφόρου Berthier με μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος τα 160 μ. Για τον σκοπό αυτό, οι ζώνες Γενικών Αστικών Χρήσεων (UG) και Μεγάλων Αστικών Υπηρεσιών (UGSU) τροποποιούνται στο βορρά και δημιουργείται η υποζώνη «Berthier Nord» όπου ορισμένοι κανόνες υπόκεινται σε ειδικές διατάξεις που επιτρέπουν την απελευθέρωση της αρχιτεκτονικής σύνθεσης που ορίζουν το συνηθισμένο μοντέλο στο Παρίσι.

– Για να αυξηθεί το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων κατοικίας στα 50 μ. 17(έναντι των 37 μ.), νότια της λεωφόρου Berthier, προκειμένου να αποφευχθεί η αντιμετώπισή τους σαν ένας συμπαγής όγκος και να επιτραπεί μεγαλύτερη ποικιλία στις αστικές μορφές που θα πλαισιώνουν το πάρκο. Ανάλογα με το πλάτος του δρόμου, τα κτίρια εντός των δύο ZAC μπορούν να έχουν ύψος: 1) ίσο με το ανώτατο επιτρεπόμενο από το PLU, 2) μέχρι 28 μ., 3) μέχρι 20 μ.

Το νέο Δικαστικό Μέγαρο από τον Renzo Piano http://www.rpbw.com/project/paris-courthouse
Λοιπά κτίρια http://www.didierfavre.com/Batignolles-2016.php

ΙΙΙ. Porte de Versailles (15ο διαμέρισμα, αναθεώρηση PLU της 8ης, 9ης και 10ης Ιουλίου 2013)

http://pluenligne.paris.fr/plu/sites-plu/site_statique_37/documents/772_Plan_Local_d_Urbanisme_de_P/773_Rapport_de_presentation/774_Rapports_de_presentation_de/C_RP_TRIANGLE-V01.pdf

Η περιοχή Porte de Versailles βρίσκεται στη συμβολή των λεωφόρων Victor και Lefebvre σε μια από τις πύλες πρόσβασης στο κεντρικό Παρίσι όπου υπάρχει το Εκθεσιακό Κέντρο του Παρισιού έκτασης 350 περίπου στρεμμάτων που φιλοξενεί 8 εκθεσιακούς χώρους. Η περιοχή αποτελεί στρατηγικό τομέα οικονομικής ανάπτυξης για την πρωτεύουσα λόγω του Εκθεσιακού Κέντρου που φιλοξενεί εμβληματικές εκδηλώσεις προσελκύοντας περίπου 7 εκατομμύρια επισκεπτών κάθε χρόνο. Επιχειρείται, έτσι, η ισχυροποίησή του ώστε να καταστεί πιο ανταγωνιστικό στον τομέα των συνεδρίων, των εκθέσεων και των μεγάλων εκδηλώσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η αναθεώρηση πραγματοποιείται:

– Για να καταστεί δυνατή η χωροθέτηση του πύργου Triangle18, πυραμοειδούς σχήματος, ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους 180 μ. κατά μήκος της λεωφόρου Ernest Renan

– Για την δημιουργία δημόσιου κήπου έκτασης περίπου 8 στρεμμάτων κατά μήκος της λεωφόρου Victor

Οι σχετικές τροποποιήσεις αφορούν:

– Στην τροποποίηση των ζωνών της περιοχής ώστε ο χώρος που καλύπτεται από τον πύργο και τον κήπο να περιληφθεί σε ζώνη Γενικών Αστικών Χρήσεων (UG) [από ζώνη Μεγάλων Αστικών Υπηρεσιών (UGSU)] προκειμένου να επιτραπούν οι οικονομικές δραστηριότητες -γραφεία, καταστήματα- και η δημιουργία χώρων πρασίνου

– Για τον χώρο που καλύπτεται από τον πύργο, στη δημιουργία ενός τομέα όπου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις σχετικά με το συντελεστή δόμησης19 (COS), και που υπόκειται σε ειδικές διατάξεις αναφορικά με i) τη θέση των κατασκευών σε σχέση με τις σιδηροτροχιές, ii) το μέγιστο ύψος κατασκευών και iii) την εξωτερική εμφάνιση των κατασκευών.

– Καταχώρηση της περιμέτρου δύο εγκαταστάσεων συλλογικού ενδιαφέροντος (P 15-17) και μιας τοποθεσίας δημιουργούμενου πράσινου χώρου (P 15-16) κατ’ εφαρμογή του άρθρου L. 123-2-c του κώδικα πολεοδομίας20

Ο πύργος, συνολικής επιφάνειας 92.500 τ.μ. πρόκειται να φιλοξενήσει γραφεία μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών (88.400 τ.μ.), καταστήματα στο ισόγειο (1.500 τ.μ.) και χώρους προσβάσιμους από το κοινό (χώρος για την πρώιμη παιδική ηλικία, αίθριο – 2.600 τ.μ.) και αναμένεται να προσφέρει περίπου 5.000 νέες θέσεις εργασίας (3% επιπλέον θέσεις εργασίας στο 15ο διαμέρισμα) Tour Triangle, 42 ορόφων, ύψους 180μ. http://tour-triangle.com/

Συμπεράσματα από το γαλλικό παράδειγμα. Στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στις αποφάσεις αναθεώρησης. Κάθε απόφαση αναθεώρησης περιλαμβάνει τις παρακάτω ενότητες:

– Ανάλυση της υπάρχουσας κατάστασης

– Παρουσίαση του έργου και αιτιολόγηση του δημοσίου συμφέροντος χαρακτήρα του

– Αιτιολόγηση των μεταβολών σε υφιστάμενες ζώνες, κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές σχεδιασμού

– Αξιολόγηση των επιπτώσεων του έργου στο περιβάλλον

– Συμβατότητα με τον υπερκείμενο σχεδιασμό και επιμέρους τομεακά σχέδια

Με την αναθεώρηση του PLU επιτυγχάνονται αλλαγές στις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και όρους και περιορισμούς δόμησης (μεταβολές ζωνών και τροποποίηση των διατάξεων που ισχύουν σε αυτές όπως μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κατασκευών, χωροθέτηση κτιρίου στο οικόπεδο, εξωτερική εμφάνιση κατασκευών, και δημιουργία νέων τομέων όπου δεν ισχύουν οι διατάξεις περί μέγιστου συντελεστή δόμησης κ.λπ.).

Τέλος, αναδεικνύεται από την ανάλυση στα προηγούμενο κεφάλαιο ότι τα ψηλά κτίρια στο Παρίσι παρουσιάζουν τα εξής χαρακτηριστικά:

– Εντάσσονται σε έναν ευρύτερο προγραμματισμό που λαμβάνει υπόψη την πολεοδομική και κοινωνικο-οικονομική κατάσταση της περιοχής.

– Εντάσσονται σε έργα για τα οποία τεκμηριώνεται ο χαρακτήρας δημοσίου συμφέροντος.

– Χωροθετούνται σε περιοχές στα όρια του δήμου του Παρισιού, σε όσο το δυνατό μεγαλύτερη απόσταση από το Κέντρο του.

– Σχεδιάζονται σαν τοπόσημα περιοχών, συχνά στις πύλες της πόλης και με στόχο να τονίσουν σημαντικές οδικές χαράξεις.

– Δεν σχηματίζονται «περιοχές πύργων». Επιχειρείται μια ποικιλομορφία στο τοπίο με κτίρια διαφορετικών υψών.

– Περιλαμβάνονται σε έργα που υλοποιούνται σε περιοχές με έντονα πολεοδομικά και κοινωνικο-οικονομικά προβλήματα ή περιοχές με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης. Περιοχές που συχνά είναι ήδη ενταγμένες σε ευρύτερες «Συντονισμένες Ζώνες Ανάπτυξης».

– Περιλαμβάνονται σε έργα που παρουσιάζουν συμβατότητα με το Περιφερειακό Σχέδιο (SDRIF) και επιμέρους τομεακά σχέδια όπως το Σχέδιο Αστικών Μετακινήσεων της Περιφέρειας (PDU), το Τοπικό Στεγαστικό Πρόγραμμα (PLH) και το Γενικό Σχέδιο Ανάπτυξης και Διαχείρισης του Σηκουάνα (SDAGE).

– Επιχειρείται ένας διάλογος ανάμεσα στα έργα που αναπτύσσονται σε γειτονικούς δήμους.

Επίσης, βαρύτητα δίδεται στους εξής παράγοντες:

  • Ποσοστό πρασίνου στην περιοχή (μ2/κάτοικο) και λοιποί περιβαλλοντικοί παράγοντες: σύσταση εδάφους, κίνδυνος πλημμύρας, σεισμικότητα, κατανάλωση ενέργειας.
  • Δημόσιες μεταφορές, κυκλοφορία, στάθμευση.
  • Οικονομική ανάπτυξη τομέα: νέες θέσεις εργασίας/πυκνότητα εργαζομένων ανά εκτάριο, οικονομική ελκυστικότητα περιοχής.
  • Αστική συνέχεια, λειτουργική διασύνδεση περιοχών/δήμων.
  • Νέες κατοικίες με τουλάχιστον το 50% αυτών για κοινωνική στέγαση (οικογένειες, φοιτητές, νέοι εργαζόμενοι).
  • Σκίαση και φυσικός φωτισμός των γύρω κτιρίων.
  • Σεβασμός των ζωνών προστασίας της θέας.
  • Σεβασμός του Σχεδίου για το κλίμα της πόλης του Παρισιού (50 kwh/m2/έτος).

– Για τα κτίρια κατοικίας το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος δεν υπερβαίνει τα 50 μ. ώστε να μπορούν να χρηματοδοτηθούν για κοινωνική στέγαση.

– Για κτίρια γραφείων δεν έχει επιβληθεί a priori όριο αλλά ένα καλό ύψος είναι από 150-200 μ.

– Έχουν μια δημόσια ή ημι-δημόσια εικόνα. Ιδανικό είναι να υπάρχει στο ισόγειο εμπόριο και οι όροφοι να είναι προσβάσιμοι για το κοινό τουλάχιστον για σεμινάρια και συνέδρια.

– Πρέπει να είναι βιώσιμα από άποψη χρήσης. Να μπορούν μελλοντικά να φιλοξενήσουν διαφορετική χρήση από αυτή για την οποία αρχικά κατασκευάστηκαν.

Διάκριση των επιπέδων σχεδιασμού

Όσον αφορά στα εργαλεία χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού στη Γαλλία οι κατευθύνσεις και το κανονιστικό πλαίσιο σε πολεοδομικό επίπεδο ενσωματώθηκαν στα παρακάτω επίπεδα και σχέδια.

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

– Περιφερειακό Σχέδιο του Παρισιού – Schema directeur de la region Ile-de-France (SDRIF).

– Σχέδιο Αστικών Μετακινήσεων της Περιφέρειας – Plan des Déplacements Urbains de l’Ile de France (PDU).

– Τοπικό Στεγαστικό Πρόγραμμα – Programme Local de l’Habitat (PLH).

– Γενικό Σχέδιο Ανάπτυξης και Διαχείρισης του Σηκουάνα – Schéma Directeur d’Aménagement et de Gestion des Eaux du bassin de la Seine (SDAGE).

ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

– Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο του Παρισιού – Plan local d’ urbanisme (PLU) de Paris.

– Σχέδιο Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κατευθυντήριες Γραμμές Σχεδιασμού (PADD).

– Ζώνες Συντονισμένης Ανάπτυξης – Zone d’Aménagement Concerté (ZAC).

8. Ένα νέο πεδίο σχεδιασμού για τα ψηλά κτίρια στην Αθήνα

Ελλάδα – Αθήνα.

Διάκριση των επιπέδων σχεδιασμού

Σε μια προσπάθεια αντίστοιχης καταγραφής και ανάλογου επιπέδου ρυθμίσεων στην Ελλάδα και ειδικά στην Αθήνα θα καταχωρίζαμε αντίστοιχα τα σχέδια που μπορούν να «υποδεχτούν» κατευθύνσεις και στη συνέχεια ρυθμίσεις κανονιστικού περιεχομένου ως εξής:

ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ

– Ρυθμιστικό Σχέδιο Αττικής.

– Περιφερειακό Σχέδιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ).

– Σχέδια Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών – ΣΔΛΑΠ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ.

– Τοπικό Χωρικό/Πολεοδομικό Σχέδιο – ΤΧΣ.

– Σχέδιο Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης – ΣΟΑΠ.

– Ειδικά Χωρικά/Πολεοδομικά Σχέδια – ΕΧΣ.

Συνθέτοντας ένα νέο πεδίο σχεδιασμού

Παρότι στο Παρίσι ο σχεδιασμός για τα ψηλά κτίρια ξεκίνησε από το δημοτικό επίπεδο με πολιτική βούληση του δημάρχου Delanoë και στη συνέχεια έγιναν προσπάθειες εναρμόνισής του με τον υπερκείμενο σχεδιασμό, στην περίπτωση της Αθήνας προτείνουμε ένα πλαίσιο σχεδιασμού χωροταξικού επιπέδου που λαμβάνει υπόψη εξαρχής όλους τους κρίσιμους παράγοντες σε ολόκληρη την περιφέρεια Αττικής.

Το νέο πεδίο σχεδιασμού για τα ψηλά κτίρια στην Αθήνα θα μπορούσε είτε να ενσωματωθεί στις κατευθύνσεις του Ρυθμιστικού Σχεδίου της Αττικής είτε να αποτελέσει ανεξάρτητο σχέδιο χωροταξικής κλίμακας που θα αντλεί από τα υπάρχοντα σε χωροταξικό και πολεοδομικό επίπεδο, από κανονισμούς και οδηγίες και από υπάρχουσες και εκπονούμενες επί τούτου μελέτες.

Από την εμπειρία του παρισινού παραδείγματος γίνεται σαφές ότι το πλαίσιο σχεδιασμού για τα ψηλά κτίρια πρέπει να παρουσιάζει συμβατότητα τόσο με το σχεδιασμό σε περιφερειακό επίπεδο όσο και με τομεακούς σχεδιασμούς σε περιφερειακό και δημοτικό επίπεδο. Οι σημαντικότεροι τομείς στους οποίους δίδεται βαρύτητα είναι η γεωμορφολογία, οι μεταφορές, η πολιτιστική κληρονομιά και το αστικό τοπίο εν γένει.

Έτσι, το νέο πλαίσιο σχεδιασμού, πέρα από τα δεδομένα και τις κατευθύνσεις που θα αντλεί από το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη και τα ακόλουθα:

– Γεωμορφολογία

Το Γεωλογικό Χάρτη της Αττικής21, τους Χάρτες Επικινδυνότητας και Χάρτες Κινδύνων Πλημμύρας Αττικής22 και το Σχέδιο Διαχείρισης Λεκανών Απορροής Ποταμών του Υδατικού Διαμερίσματος Αττικής23, το Χάρτη Ζωνών Σεισμικής Επικινδυνότητας Ελλάδος24, σχετικές μελέτες όπως και το Περιφερειακό Σχέδιο για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΠεΣΠΚΑ) της Αττικής.

– Μεταφορές

Στον τομέα των μεταφορών, η βαρύτητα, στο παράδειγμα του Παρισιού, δίδεται στην προσβασιμότητα των περιοχών ανέγερσης υψηλών κτιρίων από τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και στην ρύθμιση του κυκλοφοριακής επιβάρυνσης της περιοχής λόγω των νέων αναπτύξεων. Έτσι, το νέο πλαίσιο σχεδιασμού θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τυχόν υπάρχοντα Σχέδια Βιώσιμης Αστικής Κινητικότητας – ΣΒΑΚ των δήμων της Αττικής, Δίκτυα και Σχεδιασμούς των Αττικό Μετρό ΑΕ και ΟΑΣΑ ΑΕ, σχετικές μελέτες.

– Αστικό Τοπίο

Το άρθρο 6 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού «Προστασία Αρχιτεκτονικής και Φυσικής Κληρονομιάς».

Το άρθρο 10 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού «Κίνητρα για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε πυκνοδομημένες και αστικές περιοχές».25

Το άρθρο 15 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού «Ύψος κτιρίου-αφετηρία μέτρησης υψών-πλάτος δρόμου».

Οδηγίες από παγκόσμιους οργανισμούς για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς – UNESCO, ICOMOS.

Ειδικότερα για τον εντοπισμό των κατάλληλων προς ανέγερση ψηλών κτιρίων περιοχών, πέρα από τα παραπάνω, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τυχόν υπάρχοντα Σχέδια Ολοκληρωμένης Αστικής Παρέμβασης (ΣΟΑΠ) και Ειδικά Χωρικά Σχέδια (ΕΧΣ) που είναι πιθανό να αναφέρονται σε προβληματικές περιοχές που χρήζουν αναμόρφωσης ή περιοχές με λανθάνον αναπτυξιακό δυναμικό. Για το σκοπό αυτό, ωστόσο, θα χρειαστεί ειδική μελέτη/εργαστήρια που θα αναδείξουν τόσο τις καταλληλότερες περιοχές όσο και τη βέλτιστο σχέδιο για καθεμιά από αυτές.

Οι κατευθύνσεις του νέου πλαισίου για τη ψηλά κτίρια θα μπορούσαν να μεταφέρονται στην πολεοδομική κλίμακα στο Τοπικό Χωρικό Σχέδιο του κάθε δήμου μέσα από ένα κείμενο-παράρτημα του ΤΧΣ που θα το συνδέει με τις χωροταξικές κατευθύνσεις στα πρότυπα του γαλλικού «Σχεδίου Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κατευθυντήριων Γραμμών Σχεδιασμού».

Περαιτέρω, ειδικά για τον Ελλαδικό χώρο και την Αθήνα πράγματι παραλλήλως πρέπει να διερευνηθεί το ζήτημα της γεωλογικής καταλληλότητας των περιοχών που μπορούν να υποδεχτούν ψηλά κτίρια. Πεδίο ειδικό που απαιτεί ειδική ανάλυση και έρευνα. Σε κάθε περίπτωση σε διεθνές επίπεδο έχουν καταγραφεί διαφορετικοί και ασφαλείς μέθοδοι θωράκισης.

9. Βιβλιογραφία

Ελληνικόν συνέδριον υψηλών κτιρίων (1975: Αθήνα)

Αίσωπος Γιάννης, Στοιχεία του σύγχρονου αττικού τοπίου, Κ. Ντάφλος & Χ. Κάμπαρη (επιμ.) Η μετάβαση της Αθήνας, εκδ. Futura, Αθήνα, 2005

– Βανδώρος Αλέξιος, Κτίζοντας ψηλά, προς μια «νέα» Ελλάδα, Ενημερωτικό δελτίο ΤΕΕ, 16/3/2009, τ. 2528, σ. 23-24 http://portal.tee.gr/portal/page/portal/press/ENHMEROTIKO_DELTIO/ED-YEAR-2009/ED2528/2528_EPONYMOS.pdf

– Βανδώρος Αλέξιος, Τα ψηλά κτήρια στην Ελλάδα, greekarchitects.gr, 9/2/2007

– Δραγώνας Πάνος, «Ο Πύργος και η Πλάζα. Η αστική διάσταση της αρχιτεκτονικής του Ι. Βικέλα», Ι. Βικέλας, Αθήνα, Καπόν, 2010

– Λοϊζος Αλέξανδρος, Υψηλά κτίρια και περιβάλλον, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_loizos.pdf

– Μαρσέλος Σωτήριος, Αθήνα μια σύγχρονη μεγαλούπολη, greekarchitects.gr, 19/6/2007

– Παπαγεωργίου – Βενετάς Αλέξανδρος, Αθηνών αγλάισμα. Εξέλιξη, προβλήματα και μέλλον του αθηναϊκού τοπίου, Ερμής, Αθήνα, 1999

– Παπαδάμ Ευθυμία, Πιθανά σφάλματα αρχιτεκτονικής συνθέσεως εις τα υψηλά κτίρια, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_papadam.pdf

– Σαρηγιάννης Γεώργιος, Πολυώροφοι πύργοι. Λύση ή μια ακόμη καταστροφή της Αθήνας, greekarchitects.gr, 27/8/2010

– Τομπάζης Αλέξανδρος, κ.ά., Συγκρότημα διαμερισμάτων στη Κηφισιά Υψηλή δόμηση για κατοικίες, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_tobazis.pdf

– Τριποδάκης Δημήτριος, Της δομήσεως υψηλών κτιρίων αναγκαία προηγούμενη γενικότερη θεώρησις της περιοχής, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_tripodakis.pdf

– Χαρίσης Βασίλης, Τα ψηλά κτήρια στον ελληνικό χώρο. Μια θεώρηση μέσα από την ελληνική παράδοση, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_harisis.pdf

– Φεσσά – Εμμανουήλ Ελένη, «Αρχιτεκτονική επίσημη και γοήτρου στη μεταπολεμική Ελλάδα: 1945-1975», θέματα χώρου + τεχνών, Αθήνα, 15/1984

1 Χαρίσης Β., Τα ψηλά κτήρια στον ελληνικό χώρο. Μια θεώρηση μέσα από την ελληνική παράδοση, Ελληνικό συνέδριο υψηλών κτιρίων, Αθήνα 1975 http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_harisis.pdf

2 Μαρσέλος Σ., Αθήνα μια σύγχρονη μεγαλούπολη, greekarchitects.gr, 19/6/2007 https://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:NBPKadyWesUJ, https://www.greekarchitects.gr/gr/%25CE%25B1%25CF%2581%25CF%2587%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25B5%25CE%25BA%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B5%25CF%2582-%25CE%25BC%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25B5%25CF%2582/%25CE%25B1%25CE%25B8%25CE%25AE%25CE%25BD%25CE%25B1-%25CE%25BC%25CE%25B9%25CE%25B1-%25CF%2583%25CF%258D%25CE%25B3%25CF%2587%25CF%2581%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25B7-%25CE%25BC%25CE%25B5%25CE%25B3%25CE%25B1%25CE%25BB%25CE%25BF%25CF%258D%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25BB%25CE%25B7-id3366+&cd=2&hl=el&ct=clnk&gl=gr

3 Glauser, A. (2016). Contested Cityscapes: Politics of Vertical Construction in Paris and Vienna. In Teixeira Lopes João & Hutchison, Ray (Eds.), Public Spaces: Times of Crises and Change (Vol. 15, pp. 221–251). Bingley: Emerald.

4 Bertaud Α. & Brueckner J. K., «Analyzing building-height restrictions: predicted impacts and welfare costs», Regional Science and Urban Economics, Volume 35, Issue 2, 2005, pp. 109-125 και Chengri Ding, «Building height restrictions,land development and economic costs», Land Use Policy, Volume 30, Issue 1, 2013, pp. 485-495, διαθέσιμο στο: https://www.researchgate.net/publication/271616416_Building_height_restrictionsland_development_and_economic_costs

5 Βλ. σχετικά παρακάτω. Τα περιεχόμενα του Συνεδρίου είναι διαθέσιμα στο http://library.tee.gr/digital/m201_250/m221/m221_contents.htm

6 Με τον ΑΝ 395/68 της ελεύθερης δόμησης αποφασίστηκε αύξηση 30% για Σ.Δ. 2.00 και 20% για Σ.Δ. 3.00, βλ. αναλυτικά παρακάτω.

7 Βανδώρος Α., Συνέντευξη με το Θάνο Στασινόπουλο, greekarchitects.gr, 18/12/2008 https://www.greekarchitects.gr/gr/%CF%84%CE%B1-%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%B1-%CE%BA%CF%84%CE%B7%CF%81%CE%B9%CE%B1/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CE%BC%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B8%CE%AC%CE%BD%CE%BF-%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF-id1908

88 . Σαρηγιάννης Γ., Πολυώροφοι πύργοι. Λύση ή μια ακόμη καταστροφή της Αθήνας, greekarchitects.gr, 27/8/2010 https://webcache.googleusercontent.com/search?q=cache:Wsl-UOQRqXIJ, https://www.greekarchitects.gr/gr/%25CE%25B1%25CF%2581%25CF%2587%25CE%25B9%25CF%2584%25CE%25B5%25CE%25BA%25CF%2584%25CE%25BF%25CE%25BD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B5%25CF%2582-%25CE%25BC%25CE%25B1%25CF%2584%25CE%25B9%25CE%25B5%25CF%2582/%25CF%2580%25CE%25BF%25CE%25BB%25CF%2585%25CF%258E%25CF%2581%25CE%25BF%25CF%2586%25CE%25BF%25CE%25B9-%25CF%2580%25CF%258D%25CF%2581%25CE%25B3%25CE%25BF%25CE%25B9-id3329+&cd=1&hl=el&ct=clnk&gl=gr

99 . Δραγώνας Π., «Ο Πύργος και η Πλάζα. Η αστική διάσταση της αρχιτεκτονικής του Ι. Βικέλα», Ι. Βικέλας, Αθήνα, Καπόν, 2010, σσ. 16-19 και Φεσσά – Εμμανουήλ Ε., «Αρχιτεκτονική επίσημη και “γοήτρου” στη μεταπολεμική Ελλάδα: 1945-1975», θέματα χώρου + τεχνών, Αθήνα, 15/1984, σσ. 34-73.

10 «Σε κάθε περίπτωση το υπέρμετρο ύψος δεν συνάδει με την ύπαρξη αρχαιοτήτων και το ιστορικό αττικό τοπίο και κρίνεται σκόπιμο να επανεξεταστούν τα προτεινόμενα υψηλά κτίρια κατά την εκπόνηση των πολεοδομικών μελετών».

11 Κίζης Γ., Κωτσιόπουλος Α. & Πανέτσος Γ., Συσχετισμός των υψηλών κτιρίων με το «αττικό τοπίο», μελέτη που κατατέθηκε στο πλαίσιο της συζήτησης για το σχέδιο Π.Δ. «Έγκριση του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά Περιφέρειας Αττικής» (ΦΕΚ 35/ΑΑΠ/1.3.2018) στο Κεντρικό Συμβούλιο Διοίκησης, Αθήνα 27.11.2017.

12 Μελέτη-Έρευνα: Aθηνά Μιχαλακέα Δικηγόρος, Κώστας Φιλιππάκης, Αρχιτέκτονας.

13 Brunet, R. (2010). Les tours de Paris. M@ppemonde, no 99, article 27 https://mappemonde-archive.mgm.fr/num27/articles/art10302.pdf

14 Loi relative à la solidarité et au renouvellement urbains (SRU) – Νόμος για την Αλληλεγγύη και την Αστική Ανανέωση (2000-1208), που προβλέπει την εκπόνηση Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (PLU) για κάθε δήμο.

15 Rossignol C., Urbanité, mixité et grande hauteur: pour une approche par les dimensions public/privé des tours mixtes et de leur production: le cas de Paris et de l’Ile-de-France. Hydrologie. Université Paris-Est, 2014 https://pastel.archives-ouvertes.fr/tel-02138966/file/TH2014PEST1130.pdf

16 Το νέο εμβληματικό κτίριο θα σηματοδοτήσει την πύλη του Clichy, τονίζοντας τη μεγάλη διαγώνιο που συνδέει το Παρίσι με το Clichy. Η μελέτη ενσωμάτωσης του ψηλού κτιρίου στο ευρύτερο τοπίο οδήγησε στον περιορισμό του ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους στα 160 μ., έτσι ώστε να μην είναι ορατό από τo Μέγαρο των Απομάχων, πάνω από τη γυάλινη οροφή του Grand Palais.

17 Μεγάλο μέρος της έκτασης που θα καταλάβει το Δικαστικό Μέγαρο προοριζόταν για κατοικίες που θα πρέπει να χωρέσουν σε μικρότερο χώρο χωρίς εκπτώσεις στο στεγαστικό πρόγραμμα ή την αισθητική των κτιρίων.

18 Η αρχική ιδέα ήταν η κατασκευή 3 κτιρίων. Η επιλογή, ωστόσο, ενός ψηλού κτιρίου ελευθέρωσε χώρο στο έδαφος που θα επιτρέψει τη δημιουργία, στο άμεσο περιβάλλον του, ενός δημόσιου ανοικτού χώρου υψηλής ποιότητας και ίσης έκτασης.

19 Ο ΣΔ στο συγκεκριμένο τομέα πρόκειται να είναι 12,2 πολύ υψηλότερος από 3 που ισχύει στη ζώνη UG. Ωστόσο, αν υπολογιστεί σε ολόκληρο το δυτικό τμήμα του εκθεσιακού κέντρου, προκύπτει 1,8.

20 «Σε αστικές ή προς αστικοποίηση περιοχές, το τοπικό πολεοδομικό σχέδιο μπορεί να δημιουργήσει δικαιώματα (δουλείες) …. c. Αναφέροντας την τοποθεσία και τα χαρακτηριστικά των δημόσιων οδών και κατασκευών, καθώς και τις εγκαταστάσεις γενικού ενδιαφέροντος και τους χώρους πρασίνου που θα δημιουργηθούν ή θα τροποποιηθούν, οριοθετώντας τη γη που μπορεί να επηρεαστεί από αυτά».

21 http://www.igme.gr/geoportal/

22 https://www.pepattikis.gr/protereopiisi-ergon-antiplimmyrikis-prostasias-attikis/

23 http://wfdver.ypeka.gr/el/management-plans-gr/approved-management-plans-gr/gr06-approved-gr/

24 https://www.civilprotection.gr/el/%CF%87%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B6%CF%89%CE%BD%CF%8E%CE%BD-%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%82

25 Προκειμένου να αυξηθεί ο χώρος πρασίνου σε κορεσμένες αστικές περιοχές, το εν λόγω άρθρο επιτρέπει μεταξύ άλλων σε οικόπεδα των δήμων Αττικής και Θεσσαλονίκης, με πληθυσμό μεγαλύτερο των 25.000 κατοίκων, την αύξηση του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης και του επιτρεπόμενου ύψους ως το ανώτατο επιτρεπόμενο με ανάλογη μείωση του ποσοστού κάλυψης.

 

Νομοθετικές αλλαγές στο πεδίο της έκδοσης οικοδομικών αδειών

  • Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Καρατσώλης, Δικηγόρος
  • Μέσο Δημοσίευσης: ΤΝΠ QUALEX, ΠερΔικ, 1/2021, σελ. 74 – 81

Ι. Εισαγωγή

Με τον πρόσφατο νόμο 4759/2020 «Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Νομοθεσίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 245) επήλθαν αλλαγές στο δίκαιο της δόμησης και ειδικότερα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Πρώτου του Τμήματος Β΄ του Ν 4495/2017 «Διαδικασία έκδοσης και ελέγχου οικοδομικών αδειών – Κατηγορίες αδειών» καθώς και στον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό (Ν 4067/2012).

Την τελευταία δεκαετία παρατηρούνται συνεχείς αλλαγές στις διατάξεις για τον τρόπο έκδοσης των οικοδομικών αδειών αλλά και σε αυτές του οικοδομικού κανονισμού. Το ίδιο διάστημα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές του νομικού πλαισίου σε ζητήματα που αφορούν, για παράδειγμα, την ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης οικοδομικών αδειών ή και τον θεσμό των ελεγκτών δόμησης, αλλά παράλληλα και πολλές μικρότερες παρεμβάσεις σε μια προσπάθεια μείωσης της γραφειοκρατίας, ενίσχυσης του κατασταλτικού ελέγχου και μείωσης των απαιτούμενων χρόνων για την έκδοση της άδειας.

Για την κατανόηση των αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο του τρόπου έκδοσης αδειών είναι χρήσιμη μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην Ελληνική Πολιτεία καθώς και η καταγραφή των σημαντικότερων νομοθετημάτων ώστε να γίνουν αντιληπτές οι ανάγκες νομοθέτησης, η γενική φιλοσοφία του νομοθετικού πλαισίου για τον τρόπο έκδοσης αδειών και οι νέες ανάγκες που προκύπτουν από την εξέλιξη του δικαίου και τα σύγχρονα θεσμικά εργαλεία (κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, ψηφιοποίηση σχεδίων και διαγραμμάτων κ.ο.κ).

ΙΙ. Ιστορική καταγραφή του θεσμικού πλαισίου έκδοσης οικοδομικών αδειών

Η φύση της οικοδομικής άδειας ως προϊόν της μονομερούς βούλησης της Διοίκησης είναι εμφανής διαχρονικά στην ελληνική έννομη τάξη. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους: α) από το 1828-1923 και β) από το 1923 έως σήμερα. Η πρώτη περίοδος είναι καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη του πολεοδομικού δικαίου καθώς η «άδεια οικοδομής» από το 1923 και μετά αποκτά νομική έννοια ενώ προαναγγέλλονται και ρυθμίσεις σχετικά με την τυποποίηση της διαδικασίας (π.χ. το διάταγμα που καθορίζει τα απαιτούμενα στοιχεία το 1932). Το πρώτο διάστημα (1828-1923) διακρίνεται σε τέσσερις υποπεριόδους και ενδιαφέρει ιδιαίτερα όχι μόνο από πλευράς συλλογής νομοθετικού υλικού, αλλά και επειδή κατά τη συγκέντρωση ιστορικών τεκμηρίων σκιαγραφείται ταυτόχρονα το εξελισσόμενο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής.

Πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας, ορίστηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και από τις πρώτες φροντίδες του ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας, ήδη με το πρώτο ψήφισμα (Ι΄ 13.04.1828) της διακυβέρνησής του. Έπειτα, με το υπ’ αριθμόν 13.559 ψήφισμα με τίτλο «Οργανισμός του Σώματος των επί της οχυροματοποιΐας και αρχιτεκτονικών αξιωματικών» ο Καποδίστριας ίδρυσε την πρώτη τεχνική υπηρεσία με καθαρά στρατιωτική οργάνωση. Στο ψήφισμα αυτό έγινε η πρώτη αναφορά στη λέξη «οικοδομή» και «πολιτικά κτίρια», ενώ προβλέφθηκε και η ανάθεση των αρχιτεκτονικών εργασιών σε ειδικό σώμα αξιωματικών οχυροματοποιών. Για τον λόγο αυτόν ορίστηκε, άλλωστε, στη δεύτερη παράγραφο ότι «καμία οικοδομή, ούτε επισκευή πολεμικών ή πολιτικών κτιρίων δεν θέλει γίγνεσθαι παρά το σώμα… ή από την διεύθυνση αυτού», κάτι που όμως δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης των κατάλληλων μηχανικών. Με τις ρυθμίσεις αυτές τέθηκαν οι θεσμικές βάσεις και δόθηκε η δυνατότητα για συστηματικότερη εξέλιξη της πολεοδομικής νομοθεσίας. Πέραν των ανωτέρω, θεσπίστηκαν επιπλέον κανόνες που ρύθμιζαν τη σύσταση τεχνικού επιτελείου (13560/24.8.1829) ή τη χρηματοδότηση των νέων πόλεων προς ανοικοδόμηση, προκειμένου να τεθεί το κανονιστικό πλαίσιο της πολεοδομικής συμπεριφοράς.

Στη συνέχεια, μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ελλάδα και τον διορισμό του -ανήλικου τότε- Όθωνα, ως βασιλιά, θεσπίστηκε το ΒΔ/03.04.1833 «Περί Σχηματισμού και της Αρμοδιότητος της επί των Εσωτερικών Γραμματείας» (δηλ. του αντιστοίχου Υπουργείου Εσωτερικών). Η Γραμματεία αυτή κατέστη υπεύθυνη για κάθε αρχιτεκτονικό ή πολεοδομικό έργο, αποτελώντας την πρώτη ειδική υπηρεσία με αρμοδιότητα την κατάστρωση σχεδίων πόλεων, τον έλεγχο διατήρησης και ευρυθμίας των οικοδομών, τη συντήρηση των πολιτικών οικοδομών κ.ο.κ.1 Την ίδια περίοδο, στις 27.12.1833 θεσπίστηκε ο Νόμος «περί συστάσεως των Δήμων» (ΦΕΚ 3/10.01.1834), ο οποίος αποτελείτο από 8 μέρη και 124 άρθρα και ρύθμιζε τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με τις διατάξεις του, ανατέθηκε για πρώτη φορά στον Δήμο η ευθύνη για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης, ο οποίος και κατέστη αρμόδιος φορέας-αρχή για την ανέγερση ή επισκευή των οικοδομών. Συμβουλευτικό ρόλο στη Δημοτική Αρχή κατά τις συσκέψεις για τη λήψη αποφάσεων ανέλαβε το Δημοτικό Συμβούλιο (άρθρο 50 παρ. 7). Σε κάποιες περιπτώσεις οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου έχρηζαν της ρητής έγκρισης του αρμοδίου Νομάρχη, όπως, ενδεικτικά στην περίπτωση σύνταξης των γενικών σχεδίων για τις ιδιωτικές οικοδομές και τα σχέδια ευθυγραμμιών τους (άρθρο 119 παρ. 1) και σε αυτήν της οικοδόμησης ή επισκευής δημοσίων κτιρίων (άρθρο 50 παρ. 1γ΄). Όσον αφορά μάλιστα την ανέγερση δημόσιων κτιρίων, τα οικοδομικά σχέδια απαιτούνταν να συνταχθούν από ειδήμονες, όπως και οι αντίστοιχοι προϋπολογισμοί εξόδων (άρθρο 112 παρ. δ΄). Χαρακτηριστικό παράδειγμα έγκρισης αδειών οικοδομής από τον Δήμο, ως αρμόδια αρχή, αποτελεί το έγγραφο με αρ. …/19.2.1847, που αφορά στην άδεια οικοδομής (ανέγερση διωρόφου) ιδιώτη στην Αθήνα, με έγκριση από τον Δήμαρχο Αθηναίων, υπογεγραμμένη μάλιστα αντ’ αυτού από τον Δημαρχιακό Πάρεδρο.

Θεμελιώδες για την πολεοδομική νομοθεσία είναι και το ΒΔ 3.4.1835 (ΦΕΚ 19/15.5.1835) «Περί Υγιεινής Οικοδομής Πόλεων και Κωμών» με το οποίο προβλεπόταν υποχρεωτικά η σύνταξη του σχεδίου οικοδομής από ειδικό τεχνικό (άρθρο 13), καθώς και η έγκρισή του από τις αρμόδιες υπηρεσίες (δήμους πρώτης και δεύτερης κλάσης – έως 2000 κατοίκους). Οι διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού (Νομάρχες, Έπαρχοι, Δήμαρχοι) ανέλαβαν τον έλεγχο εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου και την τήρηση των διατάξεων του διατάγματος (άρθρο 27) «…κατά την ιδίαν αυτού έκαστος πολιτικήν δύναμιν». Η ιδιαίτερη ιστορική σημασία του εν λόγω διατάγματος από άποψη νομοθετικής πρακτικής έγκειται όχι μόνον στο ότι διείπε για 90 σχεδόν χρόνια τη διευθέτηση και ανάπτυξη των πόλεων της Χώρας, αλλά επίσης στο ότι έθεσε στοιχειώδεις οικοδομικούς κανόνες που προσιδίαζαν σε έναν πολύ πρώιμο και εμβρυώδη Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό.

Παρά το ρητά εκφρασμένο ενδιαφέρον της Διοίκησης για τον πολεοδομικό εκσυγχρονισμό της χώρας και την πρόβλεψη της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, ολόκληρη η περίοδος της βασιλείας του Όθωνα χαρακτηρίστηκε από συνεχείς νομοθετικές μεταβολές. Το φαινόμενο αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα νομοθετική εξέλιξη, καθώς, όπως θα δούμε αναλυτικά και στη συνέχεια, εξακολουθεί να υφίσταται έως και σήμερα. Στην περίοδο που ακολούθησε (1863-1911), δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες αλλαγές στο γενικό νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τον τρόπο έκδοσης των αδειών οικοδομής ή στον αρμόδιο φορέα για την έγκρισή τους.

Καθοριστική – από την άποψη του νομοθετικού πλαισίου – ήταν η δημοσίευση του νόμου Ν.Δ.ΝΤ΄/10.2.1912 «περί συστάσεως των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 58), που με το άρθρο 208 κατήργησε τον μέχρι τότε ισχύοντα Ν./27.12.1833 «περί συστάσεως των Δήμων», μεταβάλλοντας και τον αρμόδιο φορέα για την έγκριση των αδειών. Η αρμοδιότητα αυτή πέρασε από τους Δήμους στα Γραφεία Σχεδίου Πόλεως κάθε νομού, τα οποία στη συνέχεια υπήχθησαν στο νεοσύστατο Υπουργείο Συγκοινωνιών (ίδρυση με τον Ν 276/1914). Λίγο αργότερα, εισήχθη, για πρώτη φορά, η έννοια του όρου της άδειας εγκατάστασης ικριωμάτων σε εργασίες δόμησης με το ΒΔ της 10.10.1919 (Α΄ 228 Α) «περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών σε οικοδομές και παρόμοιες εργασίες». Στο διάταγμα αυτό προβλέφθηκαν κανόνες εγκατάστασης ικριωμάτων στις δομικές εργασίες, αλλά και η δυνατότητα του αρμόδιου γραφείου που εκδίδει τις άδειες, να απαιτεί την υποβολή μελέτης και σχεδίων στα οποία να φαίνονται οι διατάξεις, οι διαστάσεις και οι υπολογισμοί των αναγκαίων ικριωμάτων για το προς εκτέλεση έργο.

Σταθμό στην ιστορία του πολεοδομικού σχεδιασμού αποτέλεσε το ΝΔ «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους» του 1923. Σύμφωνα με το άρθρο 52, αρμόδια υπηρεσία χορήγησης της αδείας ορίστηκε η Τεχνική Υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνίας, ενώ κάθε άδεια που χορηγούνταν από άλλη δημόσια, δημοτική και κοινοτική αρχή θεωρούνταν παράνομη και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα για τον κάτοχό της. Για τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας ο ενδιαφερόμενος υπέβαλλε αίτηση καθώς και μελέτη για το προς εκτέλεση έργο. Η άδεια παρεχόταν εφόσον είχε επαληθευτεί ότι τηρούνται οι διατάξεις του διατάγματος αλλά και ότι η εκτέλεση του έργου πραγματοποιείται βάσει της εγκριθείσας μελέτης (άρθρο 53). Ως προς τον έλεγχο των εκτελούμενων εργασιών, θεσμοθετήθηκε ο ρόλος του Επόπτη γι’ αυτόν που «εκτελεί» το έργο, ο οποίος πριν την έναρξη των εργασιών όφειλε να δηλώσει εγγράφως στην υπηρεσία ότι αποδέχεται την ανάληψη της εποπτείας. Καμία εργασία δεν μπορούσε να γίνει απουσία του Επόπτη, ενώ τυχόν απουσία του συνεπαγόταν διακοπή των εργασιών, πέραν όποιων άλλων κυρώσεων μπορούσαν να επιβληθούν αν διαπιστώνονταν επιπλέον παρατυπίες. Τον ρόλο του εκτελούντος το έργο είχε «ο αιτήσας και λαβών επ΄ ονόματί του την σχετικήν άδειαν».

Το 1928, εκδόθηκε το ΠΔ 23.10/3.11.1928 «Περί σχεδίων των εν ταις πόλεσι κλπ. ανεγειρομένων οικοδομών», το οποίο σε εφαρμογή του άρθρου 53 του ΝΔ του 1923, καθόρισε τα κατά περίπτωση απαιτούμενα έγγραφα και σχέδια για τη χορήγηση αδείας ανέγερσης οικοδομών, καθώς και το περιεχόμενο και τις προδιαγραφές που απαιτείτο να έχουν. Παρείχε όμως τη δυνατότητα στην αρμόδια υπηρεσία να ζητά κατά την κρίση της πρόσθετα των καθοριζομένων στοιχεία «δια τον πλήρη έλεγχο του σχεδίου». Προέβλεπε, επίσης, ότι σε περιπτώσεις ουσιωδών μεταβολών των αρχικώς υποβληθέντων σχεδίων, απαιτούνταν υποβολή τροποποιητικών σχεδίων στην αρμόδια υπηρεσία, διαδικασία μετέπειτα γνωστή ως «αναθεώρηση». Με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα επιβλήθηκε η γνωστοποίηση των στοιχείων των μηχανικών που συντάσσουν σχέδια και μελέτες για την έκδοση αδείας στα γραφεία εφαρμογής του σχεδίου πόλεως της οικείας περιφέρειας. Υπεύθυνη για τον έλεγχο εκτέλεσης των εργασιών της οικοδομικής αδείας και την εφαρμογή των θεωρημένων σχεδίων ορίστηκε η «επί της εφαρμογής του σχεδίου Υπηρεσία», η οποία είχε τη δυνατότητα να κατάσχει την άδεια, να διακόπτει τις εργασίες και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα σε τυχόν διαπίστωση αυθαιρεσιών.Παρόμοιο πνεύμα διατηρήθηκε και στις επόμενες μεταρρυθμίσεις που σημειώθηκαν κατά τον 20ο αιώνα (Απόφαση ΥΔΕ Ε.37608/76, ΠΔ 3/08.09.1983, ΠΔ 8/13.7.1993).

Τομή στις ρυθμίσεις περί οικοδομικών αδειών αποτέλεσε ο Ν 4030/2011. Λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αξιοποίηση και προστασία του οικιστικού, φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο νόμος κατέστησε την τελευταία sine qua non για τη διαμόρφωση του σύγχρονου πολεοδομικού δικαίου, στοχεύοντας στην εξισορρόπηση μεταξύ των γενικών αρχών του Δικαίου Περιβάλλοντος και την ανάπτυξη των πόλεων. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4030/2011, η απαίτηση του τεχνικού κόσμου αλλά και της ελληνικής κοινωνίας για νομιμότητα, διαφάνεια και έλεγχο των κατασκευών με επιδίωξη την αποτροπή περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων σε μία εποχή όπου φαινόμενα διαφθοράς των πολεοδομικών υπηρεσιών αποτυπώνονται συχνά σε κοινωνικές έρευνες για τον δημόσιο τομέα και σε πορίσματα των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών τεκμηρίωσης, έκδοσης, διαχείρισης και αρχειοθέτησης των Αδειών Δόμησης, στο πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του «Καλλικράτη», αλλά και τον πλήρη και διάφανο καταμερισμό των ευθυνών όλων των μερών: των αρχών αδειοδότησης, των μηχανικών, των κατασκευαστών και των ιδιοκτητών/επενδυτών.

ΙΙΙ. Οι νομοθετικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4030/2011, η αρμοδιότητα έκδοσης των αδειών δόμησης (εγκριτική) υπήχθη στις Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων και ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης των αδειών (ελεγκτική) στους Ελεγκτές Δόμησης. Οι Ελεγκτές Δόμησης είναι μηχανικοί, µε καθήκοντα ασυμβίβαστα προς αυτά του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ΝΠΔΔ ή υπαλλήλου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λειτουργούν ανεξάρτητα και δεν τελούν σε σχέση ιεραρχικού ελέγχου ή εποπτείας µε τις Υπηρεσίες Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.). Η κρατική και συνεχής εποπτεία της άσκησης του έργου των Υ.ΔΟΜ και των Ελεγκτών Δόμησης ασκείται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας καθώς και τα Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων σε κάθε περιφερειακή ενότητα. Με τον νόμο αυτό εισήχθη και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών, και παράλληλα καθιερώθηκε η λειτουργία διαδραστικής διαδικτυακής πύλης ενημέρωσης και πληροφόρησης σχετικά µε την πολεοδομική νομοθεσία.
Την υποβολή των δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών ακολουθούσε εντός πέντε ημερών η έγκριση δόμησης, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας δόμησης. Για την έγκριση δόμησης ελέγχονταν τα στοιχεία που αποτελούν τον δείκτη περιβαλλοντικής επιβάρυνσης της κατασκευής στο φυσικό ή οικιστικό περιβάλλον και τα κύρια µορφολογικά του στοιχεία. Στο τοπογραφικό διάγραμμα και στο διάγραμμα δόμησης ελέγχονταν περιοριστικά όλα εκείνα τα στοιχεία των οποίων πιθανή παραβίαση θα οδηγούσε σε προσβολή και βλάβη του πολεοδομικού ιστού και του περιβάλλοντος (όροι δόμησης, διατάξεις ΓΟΚ και Κτιριοδοµικού Κανονισμού, όγκος κτιρίου, φύτευση οικοπέδου, χώροι στάθμευσης). Κατά την πρόβλεψη του νόμου, η άδεια δόμησης χορηγούνταν εντός δυο ημερών από την προσκόμιση των απαραίτητων μελετών και την ανάληψη της ευθύνης από τους Μελετητές Μηχανικούς.
Με τον Ν 4030/2011 προβλέφθηκε επίσης η έκδοση υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό της διαδικασίας, της μορφής και των πρωτοκόλλων λειτουργίας των λογισμικών για την ηλεκτρονική υποβολή και την τήρηση αρχείων των δικαιολογητικών στοιχείων και των μελετών που ήταν απαραίτητες για την έγκριση δόμησης και την έκδοση άδειας δόμησης.

Ο νόμος προέβλεψε περαιτέρω δημόσιας πρόσβασης Μητρώα Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών µε τα επαγγελματικά τους προσόντα και δικαιώματα, ώστε να προστατεύονται οι πολίτες από φαινόμενα παράνομης άσκησης επαγγέλματος και να ενισχύεται η νομιμότητα των αδειών δόμησης. Θεσπίστηκε, επίσης, διαδικασία ελέγχου της ορθής εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών που εγκρίνονται µέσω των αδειών, στο πλαίσιο κατασταλτικής δράσης του κράτους για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο έλεγχος όφειλε να διενεργείται από διαφορετικό κάθε φορά όργανο, τον ελεγκτή δόμησης, που οριζόταν µε αντικειμενική και αδιάβλητη διαδικασία ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να αποφεύγονται φαινόμενα συναλλαγής μεταξύ ελεγχόμενων και ελεγκτών. Η θεσμοθέτηση των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας καθώς και του Κεντρικού Συμβουλίου αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης και της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Οι Επιτροπές Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, όργανο το οποίο τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε σαφή προσανατολισμό και δημιουργούσε συνθήκες γραφειοκρατίας και συγκεντρωτισμού, αντικαταστάθηκε. Η σύσταση Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας, ανεξάρτητα από τις Υπηρεσίες Δόμησης και αμφισβητήσεων αντικατέστησε τα προηγούμενα όργανα αμφισβητήσεων και επιλύσεων.
Έξι χρόνια αργότερα ακολούθησε ο Ν 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α΄167). Οι διατάξεις του νόμου αυτού ομοίως εστίασαν στην ελαχιστοποίηση του χρόνου έκδοσης οικοδομικής αδείας, στην απλοποίηση των διαδικασιών αποφόρτισης και αποτελεσματικότερης λειτουργίας των υπηρεσιών δόμησης, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, στην ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην προσέλκυση επενδυτών. Πλέον η διαδικασία υποβολής, ελέγχου και χορήγησης οικοδομικών αδειών και εγκρίσεων εργασιών δόμησης γίνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονική διαδικασία, καθώς επίσης θεσπίζεται και η αυτεπάγγελτη αναζήτηση από τις ΥΔΟΜ, στοιχείων που αφορούν τη χορήγηση οικοδομικών αδειών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας διασύνδεσης υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου. Επιπλέον, θεσπίζεται η διαδικασία της προέγκρισης οικοδομικής αδείας κατ’ αρχήν προαιρετικά και κατ’ εξαίρεση υποχρεωτικά μόνο στις αναφερόμενες στον νόμο περιπτώσεις.

Τέλος, προβλέφθηκε για πρώτη φορά η σύσταση και λειτουργία περιφερειακών συλλογικών οργάνων (ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ, ΠΕΣΑ και Περιφερειακή επιτροπή Προσβασιμότητας) με απολύτως διακριτές αρμοδιότητες, για την αποφόρτιση του έργου των ήδη υφισταμένων αλλά και για την παροχή δυνατότητας εξέτασης προσφυγών. Τούτο, ώστε να επιτευχθεί αφενός η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη και αφετέρου να εξαλειφθεί το φαινόμενο της υπερβολικής συσσώρευσης μεγάλου όγκου υποθέσεων που συνεπάγεται αναπόδραστα ουσιαστική αδυναμία διαχείρισης σε εύλογο χρόνο.

IV. Οι αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020

Λαμβάνοντας υπόψη και την ιστορική καταγραφή που προηγήθηκε αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλόδοξοι στόχοι που καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4495/2017 αλλά και εν μέρει και σε αυτήν του Ν 4030/2011, ως προς το ζήτημα του χρόνου αδειοδότησης, δεν επιτεύχθηκαν. Δέκα χρόνια μετά τον Ν 4030/2011 αναζητούμε ακόμη, δια των αλλαγών, τη σημαντική τομή που θα μειώσει τον χρόνο ελέγχου και έκδοσης της οικοδομικής άδειας.

Κατά την άποψή μου, οι μεγάλες τομές της ηλεκτρονικής έκδοσης των αδειών και των ελεγκτών δόμησης, στο πεδίο του ελέγχου της κατασκευής, πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι οι λοιπές ρυθμίσεις (προέγκριση, διαδικασία ελέγχου όρων δόμησης από την ΥΔΟΜ και έκδοση πράξης με υποβολή στοιχείων από Μηχανικό χωρίς ειδικό έλεγχο) δεν φαίνεται να μείωσαν τον χρόνο ολοκλήρωσης της διοικητικής διαδικασίας, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, δημιούργησαν και ζητήματα ασφάλειας δικαίου σχετικώς με την τελική πράξη που θα εκδοθεί. Αντιθέτως, πρέπει να κατανοήσουμε ότι στον βαθμό που, για την έκδοση της άδειας, απαιτείται πληθώρα παράλληλων εγκρίσεων από άλλες υπηρεσίες με διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα (δασική υπηρεσία, υπηρεσίες Υπουργείου Πολιτισμού, φορείς διαχείρισης κ.ά.), οι νομοθετικές παρεμβάσεις ίσως θα έπρεπε να επικεντρωθούν στη συντόμευση και απλούστευση των παράλληλων αυτών διοικητικών διαδικασιών και όχι στις συνεχείς αλλαγές των διαδικασιών των Υπηρεσιών Δόμησης, μεταλλάσσοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις διοικητικές διαδικασίες ελέγχου. Τούτο δε ιδίως εν όψει της ηλεκτρονικής διαδικασίας έκδοσης αδειών μέσω κοινής βάσης δεδομένων η οποία πλέον γενικεύεται.

Οι σημαντικότερες αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020 στο σύστημα έκδοσης οικοδομικών αδειών, συνοψίζονται ως εξής:

Α. Καταρχάς, με το άρθρο 50 του νέου νόμου, οι ορισμοί των βασικών κατηγοριών των οικοδομικών αδειών, όπως αναφέρονταν στο άρθρο 28 του Ν 4495/2020, τροποποιούνται2 και έχουν πλέον ως εξής:

α) «Οικοδομική Άδεια»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις. Στην έννοια των οικοδομικών εργασιών για ανέγερση νέας οικοδομής ή προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή περιλαμβάνονται και οι εργασίες που καθιστούν το κτίριο άρτιο για λειτουργία, όπως οι εργασίες για την κατασκευή περιτοιχίσεων ή περιφράξεων, βόθρων, υπογείων δεξαμενών νερού, εκσκαφών, επιχώσεων και κοπής δένδρων. Στην έννοια της οικοδομικής άδειας περιλαμβάνονται και άδειες οι οποίες δεν δημιουργούν δόμηση, ιδίως η άδεια κατεδάφισης, η άδεια αλλαγής χρήσης, η άδεια διαμορφώσεων, επισκευής, διασκευής, ενισχύσεων, η άδεια για αυτοτελείς εργασίες περιτοιχίσεων, επιχώσεων ή εκσκαφών, καθώς και κοπής δένδρων. Ως οικοδομική άδεια νοείται και η άδεια δόμησης.

β) «Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 29.

γ) «Προέγκριση οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης»: Η διοικητική πράξη που χορηγείται για την πιστοποίηση του δικαιώματος έκδοσης οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης και την εφαρμογή, κατά τον χρόνο ισχύος της, των πολεοδομικών διατάξεων και πολεοδομικών μεγεθών της (δόμηση, κάλυψη, ύψος), που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της προέγκρισης, εφόσον η οικοδομική άδεια/άδεια αναθεώρησης εκδοθεί εντός του χρόνου ισχύος της προέγκρισης και με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται στη περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 40, κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής αδείας/άδειας αναθεώρησης. Ο χρόνος ισχύος της προέγκρισης της άδειας αναθεώρησης δεν δύναται να υπερβαίνει τον χρόνο ισχύος της άδειας αναθεώρησης. Κατ’ εξαίρεση, αν αφορούν σε τροποποίηση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών ή τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων σε κοινόχρηστους, καθώς και σε περιπτώσεις μεταγενέστερης ένταξης της περιοχής σε καθεστώς προστασίας πολιτιστικής κληρονομίας ή προστασίας της φύσης, η προέγκριση πιστοποιεί το δικαίωμα δόμησης, μόνο κατά τον χρόνο έκδοσής της.

δ) «Γνωστοποίηση εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών»: Η κατά τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης δήλωση του κυρίου του έργου, που συνοδεύεται από τεχνική έκθεση του εξουσιοδοτημένου επιβλέποντος μηχανικού, με την οποία ενημερώνει την οικεία Υπηρεσία Δόμησης ότι προτίθεται να προβεί σε πρόσθετες εργασίες, που επιτρέπονται από τις πολεοδομικές διατάξεις, αλλά εκτελούνται με δική του ευθύνη καθ` υπέρβαση της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης. Για τις πρόσθετες αυτές εργασίες, ο ιδιοκτήτης αναλαμβάνει με δική του ευθύνη την υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για έκδοση προέγκρισης άδειας αναθεώρησης ή άδειας αναθεώρησης, εντός τεσσάρων (4) μηνών, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002 (Α΄ 153).

ε) «Έγκριση εκτέλεσης εργασιών»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών της παρ. 4 του άρθρου 29, ύστερα από υποβολή τεχνικής έκθεσης και δήλωσης ανάληψης επίβλεψης από αρμόδιο μηχανικό.

στ) «Έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαίρετης κατασκευής»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση των εργασιών της παρ. 5 του άρθρου 107.

ζ) «Άδεια Αναθεώρησης»: Είναι η διοικητική πράξη που εκδίδεται κατά τη διάρκεια του χρόνου ισχύος της οικοδομικής αδείας, για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία, όπως προσθήκη ή τροποποίηση μελετών αυτής, είτε για παράταση ισχύος αυτής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

η) «Ενημέρωση του φακέλου της οικοδομικής άδειας»: Είναι η διοικητική πράξη με την οποία καταχωρίζονται στο φάκελο των μελετών, ανεξάρτητα από τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας, τροποποιήσεις των μελετών, που δεν αλλάζουν το διάγραμμα δόμησης και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι απαραίτητες εγκρίσεις από άλλους φορείς ή συλλογικά όργανα, καθώς και η αλλαγή ιδιοκτήτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

θ) «Κοινόχρηστοι χώροι»: Κοινόχρηστοι χώροι στον παρόντα νόμο είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω, είναι οι προορισμένοι χώροι στην κοινή χρήση σε περίπτωση οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας.

ι) «Άδεια νομιμοποίησης» είναι η οικοδομική άδεια ή η έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, που εκδίδεται, μετά την εκτέλεση εργασιών ή κατασκευών ή αλλαγών χρήσης χωρίς την έκδοση της απαιτούμενης διοικητικής πράξης, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού μνημείων για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002, προκειμένου να νομιμοποιηθούν αυτές, εφόσον είναι σύμφωνες είτε με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας νομιμοποίησης διατάξεις, είτε με αυτές που ίσχυαν, κατά τον χρόνο εκτέλεσής αυτών».Οι σχετικές αλλαγές είναι διευκρινιστικού περιεχομένου και κυρίως α) συνδέουν τη διαδικασία προεγκρίσεως και με τις περιπτώσεις διοικητικών πράξεων αναθεώρησης οικοδομικών αδειών και β) διευκρινίζουν την απαίτηση για την, σε κάθε περίπτωση, έκδοση προηγούμενης έγκρισης από το Υπουργείο Πολιτισμού για τις περιπτώσεις προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων.

Β. Με το άρθρο 54 του Ν 4759/2020, που τροποποίησε το άρθρο 35 του Ν 4495/2017, κατέστη, επίσης, υποχρεωτική η προέγκριση οικοδομικής άδειας για όλες τις κατηγορίες αδειών του άρθρου 36 του Ν 4495/20173 πλην της κατηγορίας 3, αν έχει προηγουμένως εκδοθεί βεβαίωση όρων δόμησης. Η προέγκριση εκδίδεται εντός 10 ημερών και σε αυτήν καθορίζονται και οι απαιτούμενες μελέτες, εγκρίσεις και λοιπά δικαιολογητικά που πρέπει να κατατεθούν εν συνεχεία κατά το στάδιο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας. Προβλέπεται επίσης ότι η διαδικασία προέγκρισης άδειας αναθεώρησης είναι υποχρεωτική, εφόσον αφορά σε μεταβολή των πολεοδομικών μεγεθών κάλυψης, δόμησης και όγκου.

Γ. Επιπλέον, στο άρθρο 55 παρ. 2 του Ν 4759/2020 προβλέπεται ότι «Για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος «e-Άδειες» και του συστήματος δηλώσεων αυθαιρέτων του Ν 4495/2017 στις διατάξεις του παρόντος, εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, εντός τεσσάρων (4) μηνών και δύο (2) μηνών αντίστοιχα, από την έναρξη ισχύος του παρόντος». Η εφαρμογή του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου νόμου, θα οδηγήσει στην αυτόματη έκδοση του συνόλου των οικοδομικών αδειών, κατόπιν της έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος e-adeies. Φαίνεται, έτσι, πως η προσπάθεια για την πλήρη ψηφιοποίηση των οικοδομικών αδειών που είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια ολοκληρώνεται.

Δ. Περαιτέρω, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο άρθρο 38 του Ν 4495/2017 με το άρθρο 56 του Ν 4759/2020, οι οικοδομικές άδειες, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, εκδίδονται πλέον ως εξής:

i) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης των Κατηγοριών 1, 2 και 3, με προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες, που προβλέπονται στο άρθρο 40.
Ο αριθμός οικοδομικής αδείας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Οι ανωτέρω έλεγχοι διενεργούνται εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής του φακέλου. 4

ii) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης της Κατηγορίας 3, χωρίς προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες που προβλέπονται στο άρθρο 40, τον έλεγχο του προϋπολογισμού του έργου και τον έλεγχο των αποδεικτικών καταβολής των απαιτούμενων εισφορών και κρατήσεων του έργου υπέρ του Δημοσίου, του οικείου δήμου και του e-ΕΦΚΑ. Μεταξύ των υποβαλλόμενων ηλεκτρονικά στοιχείων, συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ., στην οποία αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών. Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση εκδίδεται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση συνοδεύεται υποχρεωτικά από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν 1599/1986 (A` 75) του μελετητή μηχανικού, ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις δόμησης στην περιοχή του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε. Οαριθμός οικοδομικής άδειας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών.

Η αρμόδια Υ.ΔΟΜ. διενεργεί υποχρεωτικά δειγματοληπτικό έλεγχο της νομιμότητας των υποβαλλόμενων μελετών και στοιχείων, σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον των οικοδομικών αδειών που χορηγούνται με την ανωτέρω διαδικασία. Ο υποχρεωτικός δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργείται ανά εξάμηνο για τις άδειες του παρελθόντος εξαμήνου. Υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας αδείας, ανεξαρτήτως της κατηγορίας αυτής, καθώς και σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας έγκρισης Εργασιών μικρής κλίμακας.

V. Συμπεράσματα

Α. Με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του Ν 4759/2020 επανακαθορίζονται βασικοί ορισμοί της νομοθεσίας περί οικοδομικών αδειών και επέρχονται απαραίτητες βελτιώσεις. Περαιτέρω, επιτυγχάνεται ενιαία αντιμετώπιση όλων των διαδικασιών έκδοσης οικοδομικών αδειών, καθώς καθίσταται υποχρεωτική η προέγκριση (εξαιρουμένης της περίπτωσης της κατηγορίας 35, όπου εκδίδονται όροι δόμησης) και στη συνέχεια η έκδοση της οικοδομικής άδειας πραγματοποιείται αυτόματα.

Η συγκεκριμένη αλλαγή, δηλαδή η υποχρεωτικότητα της προέγκρισης, θα άξιζε να τύχει περαιτέρω μελέτης και να επεκταθεί και στην κατηγορία 3. Και τούτο, καθώς η βεβαίωση όρων δόμησης που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη συγκεκριμένη κατηγορία οικοδομικών αδειών αποτελεί μεν στοιχείο ελέγχου της αρμόδιας αρχής, ωστόσο δεν αποτελεί στοιχείο ελέγχου συμβατό με τις προβλέψεις που ιστορικά τέθηκαν σε αρμονία με το άρθρο 24 του Σ. Ιδίως δε με το αντικείμενο ελέγχου, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ (ΠΔ της 14.7.1999, Δ΄ 580) και δη στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, όπου προβλέπεται ότι: «Κάθε κτίριο ή εγκατάσταση πρέπει:

α) ως προς τη σχέση και τη σύνθεση των όγκων, τις όψεις και γενικά τα ορατά τμήματά του, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αισθητικής, τόσο ως μεμονωμένο κτίριο ή εγκατάσταση όσο και σε σχέση με το οικοδομικό τετράγωνο, β) να εντάσσεται στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ώστε στα πλαίσια των στόχων της οικιστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Ο έλεγχος της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων ασκείται από την πολεοδομική υπηρεσία με βάση τη μελέτη της άδειας οικοδομής, που συνοδεύεται από αιτιολογημένη έκθεση του μελετητή μηχανικού …».

Με τη συγκεκριμένη αλλαγή θεωρώ ότι θα εξαλείφονταν απολύτως όποιοι προβληματισμοί περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων είχαν τεθεί στο παρελθόν και είχαν προβληθεί μέσω αιτήσεων ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας6 και αφορούσαν στις περιπτώσεις έκδοσης διοικητικής πράξης χωρίς έλεγχο από την αρμόδια αρχή. Επισημαίνεται ότι, μέσω της διαδικασίας προέγκρισης, ο έλεγχος που λαμβάνει χώρα είναι ο ελάχιστος δυνατός που θα μπορούσε να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 24 Συντ. και στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ. Σημειώνεται δε ότι κατά το άρθρο 35 του Ν 4495/2017 (Προέγκρισηοικοδομικής άδειας) προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Για την έκδοση της προέγκρισης οικοδομικής άδειας υποβάλλονται ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr), τα εξής δικαιολογητικά και μελέτες: […] β) τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, γ) διάγραμμα κάλυψης, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, δ) τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή κτηματογραφικό φύλλο ή απόσπασμα κτηματογραφικού διαγράμματος για κάθε ακίνητο, ε) αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας των υφιστάμενων κτισμάτων, στ) τεχνική έκθεση που να περιγράφει με ακρίβεια το έργο, τα μεγέθη και τις χρήσεις….» (παρ. 5).

Β. Πέραν του ζητήματος της υποχρεωτικότητας της προέγκρισης, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:
Τόσο με το προϊσχύον δίκαιο όσο και με τις διατάξεις του Ν 4759/2020, κατά τη φάση της προέγκρισης δεν απαιτείται να έχουν εκδοθεί λοιπές εγκρίσεις άλλων υπηρεσιών, με κυριότερες αυτές των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ειδικά αυτές οι εγκρίσεις στις περιπτώσεις περιοχών εκτός σχεδίου πλησίον αρχαιολογικών χώρων και μνημείων ενδέχεται να θέτουν όρους και προϋποθέσεις που οδηγούν σε αλλαγές του διαγράμματος κάλυψης και επί της ουσίας να ακυρώνουν την προηγούμενη διαδικασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα απαιτηθεί η εκ νέου υποβολή στοιχείων και η επανάληψη της διαδικασίας από την αρχή.
Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω προβληματισμό αλλά και το ιστορικό των νομοθετημάτων περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών, εφόσον αναδείχθηκε η αναγκαιότητα και η υποχρεωτικότητα του ελέγχου της αρμόδιας αρχής δια της διαδικασίας προεγκρίσεως, μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε τη θετική πρόβλεψη του Ν 4030/2011 περί έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης; Στη μία περίπτωση η διοικητική πράξη της προεγκρίσεως τίθεται εκ του νόμου (βλ. ορισμό ως ανωτέρω) με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται. Στη δε περίπτωση της έγκρισης δόμησης κατά το πλαίσιο του Ν 4030/2011, η διοικητική πράξη είχε ως αποτέλεσμα την πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, επιτρέποντας στη συνέχεια την έκδοση της άδειας δόμησης χωρίς καμία επιφύλαξη. O νομοθέτης του μέλλοντος ας μελετήσει το δίλημμα…

Γ. Επίσης, ως θετική αξιολογείται η πρόβλεψη της έγγραφης βεβαίωσης όρων δόμησης για την κατηγορία 3 αλλά και ο καθορισμός των απαραιτήτων εγκρίσεων (προφανώς άλλων υπηρεσιών) των οικοδομικών αδειών για όλες τις κατηγορίες αδειών (βλ. περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 35 του Ν 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4759/2020). Η συγκεκριμένη πρόβλεψη προσφέρει ασφάλεια δικαίου για τη συνέχιση της διαδικασίας έκδοσης της άδειας, καθώς στην έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ. αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών.

Δ. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί η θετική πρόβλεψη για την ηλεκτρονική υποβολή όλων των στοιχείων και μελετών καθώς και της βεβαίωσης των όρων δόμησης από την αρμόδια Υ.ΔΟΜ. Η ηλεκτρονική διαδικασία έχει επιφέρει ήδη εξαιρετικά δείγματα ομογενοποίησης των πράξεων των Υ.ΔΟΜ., διαφάνειας και λογοδοσίας.

Ε. Σε κάθε περίπτωση, τόσο για τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και αλλαγές όσο και για οποιεσδήποτε αλλαγές συμβούν στο μέλλον, το νομικό πλαίσιο έκδοσης οικοδομικών αδειών πρέπει να μελετηθεί και υπό το ακόλουθο πρίσμα: O νομοθέτης κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής άδειας επιβάλλει διαχρονικά τη διενέργεια προληπτικού ελέγχου της νομιμότητας της δόμησης. Ενδεχόμενη καταστρατήγηση των όρων και περιορισμών δόμησης συνεπάγεται κινδύνους και καταστροφές για το περιβάλλον, η προστασία του οποίου συνιστά πρωταρχική μέριμνα της Πολιτείας και αποτυπώνεται σε πληθώρα νομοθετημάτων. Πέραν όμως των ανωτέρω, η οικοδομική άδεια συνιστά επί της ουσίας άδεια παρέμβασης στο περιβάλλον, πολιτιστική μαρτυρία που διατηρείται στον χρόνο και αντανακλά τις συνθήκες και την αντίληψη της κοινωνίας και της εποχής κατά την οποία εκδίδεται. Μέσα από αυτή τη μαρτυρία αποτυπώνεται και η επιλογή κάθε φορά της Πολιτείας για τον τρόπο δόμησης και την παραγωγή των έργων, των κτιρίων και συνεπώς του χώρου όπου θα εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας.
Οι αλλαγές σε αυτά τα νομοθετικά πεδία αφενός θα πρέπει κάθε φορά να γίνονται με φειδώ και αφού έχει προηγηθεί μεγάλη ανάλυση, τεκμηρίωση και συζήτηση αφετέρου θα πρέπει να αναγιγνώσκονται υπό ένα αυστηρό πρίσμα από την Έλληνα Δικαστή και Νομικό. Και τούτο διότι μέσω των νομοθετικών αυτών αλλαγών, χωρίς να το κατανοούμε, εκείνη τη χρονική στιγμή αλλάζουμε και διαμορφώνουμε την εικόνα των πόλεων μας.

1. Όλα τέθηκαν υπό την εποπτεία του σώματος Μηχανικών του Στρατού.

2. Οι σχετικές αλλαγές υποδεικνύονται με έντονα γράμματα (bold) στο κείμενο.

3. Το άρθρο 36 του Ν 4495/2017 ρυθμίζει τον τρόπο έκδοσης οικοδομικών αδειών, ανάλογα με την περιοχή, τη θέση, τη χρήση, το μέγεθος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτιρίου που πρόκειται να ανεγερθεί, διακρίνοντας τις σχετικές διαδικασίες σε τρεις (3) κατηγορίες.

4. Παρ. 2 άρθρου 56 Ν 4759/2020 Επιτάχυνση διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών – Τροποποίηση της παρ. 2 και προσθήκη παρ. 6 του άρθρου 38 του Ν 4495/2017

5. Η κατηγορία 3 του άρθρου 36 του Ν 4495/2017, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του νέου νόμου (Ν 4759/2020), περιλαμβάνει τις εξής εργασίες: α) ανέγερση κτιρίου σε εντός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχή, επιφάνειας έως χίλια (1.000) τ.μ. δόμησης για ειδικά κτίρια και έως δύο χιλιάδες (2.000) τ.μ. δόμησης για κτίρια με επικρατούσα χρήση κατοικίας, β) ανέγερση κτιρίου με χρήση κατοικίας σε εκτός σχεδίου περιοχή, στην οποία υφίσταται κτηματογράφηση και εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) σε άρτιο κατά τον κανόνα, γ) ανέγερση κτιρίου σε οικόπεδο εντός οριοθετημένου οικισμού με το από 24.4.1985 ΠΔ (Δ΄ 181) για κτίριο με επικρατούσα χρήση κατοικίας, δ) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση κατοικίας, ε) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση ειδικού κτιρίου, εφόσον η προσθήκη δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της υπάρχουσας δόμησης και σε εντός σχεδίου δόμηση, στ) αλλαγές χρήσης κτιρίων ή αυτοτελών οριζόντιων ή κάθετων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε εντός ή εκτός σχεδίου περιοχές, ζ) κατασκευή πισίνας, εφόσον δεν καλύπτεται από τις περιπτώσεις της έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, η) τοίχοι αντιστήριξης, περιτοιχίσεις και περιφράξεις που δεν εμπίπτουν στην κατηγορία εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας και με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της Κατηγορίας 1, θ) εργασίες τοποθέτησης υπόγειων και προκατασκευασμένων δεξαμενών ύδατος, καθώς και δεξαμενών λυμάτων, ι) εργασίες επισκευής και εργασίες αλλαγής διαρρύθμισης νομίμως υφιστάμενων κτιρίων που δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 30, ια) εργασίες των περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου 29 για τις οποίες απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τον προϋπολογισμό τους».

6. Βλ. ιδίως την αίτηση ακύρωσης της ΕΜΔΥΔΑΣ κατά της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ Β΄ Τεύχος 3136/31.07.18), συνδυαστικά με το άρθρο 36 παρ. 3 του Ν 4495/2017, αφ’ ενός διότι ο εξουσιοδοτικός νόμος είναι αντισυνταγματικός καθώς εκχωρεί την πολεοδομική αρμοδιότητα του Κράτους σε ιδιώτες κατ’ αντίθεση με τα επιτασσόμενα από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος αφ’ ετέρου διότι επιφέρει επί τα χείρω αλλοίωση των όρων δομήσεως με άμεσο αποτέλεσμα και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης κατ’ αντίθεση με το άρθρο 24 παρ.1 σε συνδυασμό με την παρ. 2 αυτού. Τέλος ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης επειδή εξεδόθη χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση κατά παράβαση του άρθρου 43 του Συντάγματος. Διαθέσιμο στο: https://www.amak.gr/index.php/ergasiaka/1927-po-emdydas-prosfygi-sto-ste-gia-ton-elegxo-ekdosis-oikodomikon-adeion.

«Νομοθετικές αλλαγές στο πεδίο έκδοσης οικοδομικών αδειών», δημοσιεύτηκε στο νομικό περιοδικό «Περιβάλλον και Δίκαιο» από τη Νομική Βιβλιοθήκη.

Ι. Εισαγωγή

Με τον πρόσφατο νόμο 4759/2020 «Εκσυγχρονισμός της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Νομοθεσίας και άλλες διατάξεις» (Α΄ 245) επήλθαν αλλαγές στο δίκαιο της δόμησης και ειδικότερα στις διατάξεις του Κεφαλαίου Πρώτου του Τμήματος Β΄ του Ν 4495/2017 «Διαδικασία έκδοσης και ελέγχου οικοδομικών αδειών – Κατηγορίες αδειών» καθώς και στον Νέο Οικοδομικό Κανονισμό (Ν 4067/2012).

Την τελευταία δεκαετία παρατηρούνται συνεχείς αλλαγές στις διατάξεις για τον τρόπο έκδοσης των οικοδομικών αδειών αλλά και σε αυτές του οικοδομικού κανονισμού. Το ίδιο διάστημα σημειώθηκαν σημαντικές αλλαγές του νομικού πλαισίου σε ζητήματα που αφορούν, για παράδειγμα, την ηλεκτρονική διαδικασία έκδοσης οικοδομικών αδειών ή και τον θεσμό των ελεγκτών δόμησης, αλλά παράλληλα και πολλές μικρότερες παρεμβάσεις σε μια προσπάθεια μείωσης της γραφειοκρατίας, ενίσχυσης του κατασταλτικού ελέγχου και μείωσης των απαιτούμενων χρόνων για την έκδοση της άδειας.

Για την κατανόηση των αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο του τρόπου έκδοσης αδειών είναι χρήσιμη μια σύντομη ιστορική αναδρομή στην Ελληνική Πολιτεία καθώς και η καταγραφή των σημαντικότερων νομοθετημάτων ώστε να γίνουν αντιληπτές οι ανάγκες νομοθέτησης, η γενική φιλοσοφία του νομοθετικού πλαισίου για τον τρόπο έκδοσης αδειών και οι νέες ανάγκες που προκύπτουν από την εξέλιξη του δικαίου και τα σύγχρονα θεσμικά εργαλεία (κτηματολόγιο, δασικοί χάρτες, ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων, ψηφιοποίηση σχεδίων και διαγραμμάτων κ.ο.κ).

ΙΙ. Ιστορική καταγραφή του θεσμικού πλαισίου έκδοσης οικοδομικών αδειών

Η φύση της οικοδομικής άδειας ως προϊόν της μονομερούς βούλησης της Διοίκησης είναι εμφανής διαχρονικά στην ελληνική έννομη τάξη. Το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφερόμαστε μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους: α) από το 1828-1923 και β) από το 1923 έως σήμερα. Η πρώτη περίοδος είναι καθοριστική για τη μετέπειτα εξέλιξη του πολεοδομικού δικαίου καθώς η «άδεια οικοδομής» από το 1923 και μετά αποκτά νομική έννοια ενώ προαναγγέλλονται και ρυθμίσεις σχετικά με την τυποποίηση της διαδικασίας (π.χ. το διάταγμα που καθορίζει τα απαιτούμενα στοιχεία το 1932). Το πρώτο διάστημα (1828-1923) διακρίνεται σε τέσσερις υποπεριόδους και ενδιαφέρει ιδιαίτερα όχι μόνο από πλευράς συλλογής νομοθετικού υλικού, αλλά και επειδή κατά τη συγκέντρωση ιστορικών τεκμηρίων σκιαγραφείται ταυτόχρονα το εξελισσόμενο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της εποχής. Πρώτος Κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, της Ελληνικής Πολιτείας, ορίστηκε ο Ιωάννης Καποδίστριας και από τις πρώτες φροντίδες του ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας, ήδη με το πρώτο ψήφισμα (Ι΄ 13.04.1828) της διακυβέρνησής του. Έπειτα, με το υπ’ αριθμόν 13.559 ψήφισμα με τίτλο «Οργανισμός του Σώματος των επί της οχυροματοποιΐας και αρχιτεκτονικών αξιωματικών» ο Καποδίστριας ίδρυσε την πρώτη τεχνική υπηρεσία με καθαρά στρατιωτική οργάνωση. Στο ψήφισμα αυτό έγινε η πρώτη αναφορά στη λέξη «οικοδομή» και «πολιτικά κτίρια», ενώ προβλέφθηκε και η ανάθεση των αρχιτεκτονικών εργασιών σε ειδικό σώμα αξιωματικών οχυροματοποιών. Για τον λόγο αυτόν ορίστηκε, άλλωστε, στη δεύτερη παράγραφο ότι «καμία οικοδομή, ούτε επισκευή πολεμικών ή πολιτικών κτιρίων δεν θέλει γίγνεσθαι παρά το σώμα… ή από την διεύθυνση αυτού», κάτι που όμως δεν υλοποιήθηκε λόγω έλλειψης των κατάλληλων μηχανικών. Με τις ρυθμίσεις αυτές τέθηκαν οι θεσμικές βάσεις και δόθηκε η δυνατότητα για συστηματικότερη εξέλιξη της πολεοδομικής νομοθεσίας. Πέραν των ανωτέρω, θεσπίστηκαν επιπλέον κανόνες που ρύθμιζαν τη σύσταση τεχνικού επιτελείου (13560/24.8.1829) ή τη χρηματοδότηση των νέων πόλεων προς ανοικοδόμηση, προκειμένου να τεθεί το κανονιστικό πλαίσιο της πολεοδομικής συμπεριφοράς.

Στη συνέχεια, μετά την εγκαθίδρυση της μοναρχίας στην Ελλάδα και τον διορισμό του -ανήλικου τότε- Όθωνα, ως βασιλιά, θεσπίστηκε το ΒΔ/03.04.1833 «Περί Σχηματισμού και της Αρμοδιότητος της επί των Εσωτερικών Γραμματείας» (δηλ. του αντιστοίχου Υπουργείου Εσωτερικών). Η Γραμματεία αυτή κατέστη υπεύθυνη για κάθε αρχιτεκτονικό ή πολεοδομικό έργο, αποτελώντας την πρώτη ειδική υπηρεσία με αρμοδιότητα την κατάστρωση σχεδίων πόλεων, τον έλεγχο διατήρησης και ευρυθμίας των οικοδομών, τη συντήρηση των πολιτικών οικοδομών κ.ο.κ. Την ίδια περίοδο, στις 27.12.1833 θεσπίστηκε ο Νόμος «περί συστάσεως των Δήμων» (ΦΕΚ 3/10.01.1834), ο οποίος αποτελείτο από 8 μέρη και 124 άρθρα και ρύθμιζε τη συγκρότηση της τοπικής αυτοδιοίκησης. Με τις διατάξεις του, ανατέθηκε για πρώτη φορά στον Δήμο η ευθύνη για την εφαρμογή του σχεδίου πόλης, ο οποίος και κατέστη αρμόδιος φορέας-αρχή για την ανέγερση ή επισκευή των οικοδομών. Συμβουλευτικό ρόλο στη Δημοτική Αρχή κατά τις συσκέψεις για τη λήψη αποφάσεων ανέλαβε το Δημοτικό Συμβούλιο (άρθρο 50 παρ. 7). Σε κάποιες περιπτώσεις οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμβουλίου έχρηζαν της ρητής έγκρισης του αρμοδίου Νομάρχη, όπως, ενδεικτικά στην περίπτωση σύνταξης των γενικών σχεδίων για τις ιδιωτικές οικοδομές και τα σχέδια ευθυγραμμιών τους (άρθρο 119 παρ. 1) και σε αυτήν της οικοδόμησης ή επισκευής δημοσίων κτιρίων (άρθρο 50 παρ. 1γ΄). Όσον αφορά μάλιστα την ανέγερση δημόσιων κτιρίων, τα οικοδομικά σχέδια απαιτούνταν να συνταχθούν από ειδήμονες, όπως και οι αντίστοιχοι προϋπολογισμοί εξόδων (άρθρο 112 παρ. δ΄). Χαρακτηριστικό παράδειγμα έγκρισης αδειών οικοδομής από τον Δήμο, ως αρμόδια αρχή, αποτελεί το έγγραφο με αρ.…/19.2.1847, που αφορά στην άδεια οικοδομής (ανέγερση διωρόφου) ιδιώτη στην Αθήνα, με έγκριση από τον Δήμαρχο Αθηναίων, υπογεγραμμένη μάλιστα αντ’ αυτού από τον Δημαρχιακό Πάρεδρο. Θεμελιώδες για την πολεοδομική νομοθεσία είναι και το ΒΔ 3.4.1835 (ΦΕΚ 19/15.5.1835) «Περί Υγιεινής Οικοδομής Πόλεων και Κωμών» με το οποίο προβλεπόταν υποχρεωτικά η σύνταξη του σχεδίου οικοδομής από ειδικό τεχνικό (άρθρο 13), καθώς και η έγκρισή του από τις αρμόδιες υπηρεσίες (δήμους πρώτης και δεύτερης κλάσης – έως 2000 κατοίκους). Οι διάφορες βαθμίδες του κρατικού μηχανισμού (Νομάρχες, Έπαρχοι,Δήμαρχοι) ανέλαβαν τον έλεγχο εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου και την τήρηση των διατάξεων τουδιατάγματος (άρθρο 27) «…κατά την ιδίαν αυτού έκαστος πολιτικήν δύναμιν». Η ιδιαίτερη ιστορική σημασία

του εν λόγω διατάγματος από άποψη νομοθετικής πρακτικής έγκειται όχι μόνον στο ότι διείπε για 90 σχεδόν χρόνια τη διευθέτηση και ανάπτυξη των πόλεων της Χώρας, αλλά επίσης στο ότι έθεσε στοιχειώδεις οικοδομικούς κανόνες που προσιδίαζαν σε έναν πολύ πρώιμο και εμβρυώδη Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό. Παρά το ρητά εκφρασμένο ενδιαφέρον της Διοίκησης για τον πολεοδομικό εκσυγχρονισμό της χώρας και την πρόβλεψη της διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών, ολόκληρη η περίοδος της βασιλείας του Όθωνα χαρακτηρίστηκε από συνεχείς νομοθετικές μεταβολές. Το φαινόμενο αυτό καθόρισε σε μεγάλο βαθμό την μετέπειτα νομοθετική εξέλιξη, καθώς, όπως θα δούμε αναλυτικά και στη συνέχεια, εξακολουθεί να υφίσταται έως και σήμερα. Στην περίοδο που ακολούθησε (1863-1911), δεν παρατηρήθηκαν αξιοσημείωτες αλλαγές στο γενικό νομοθετικό πλαίσιο που αφορά τον τρόπο έκδοσης των αδειών οικοδομής ή στον αρμόδιο φορέα για την έγκρισή τους.

Καθοριστική – από την άποψη του νομοθετικού πλαισίου – ήταν η δημοσίευση του νόμου Ν.Δ.ΝΤ΄/10.2.1912 «περί συστάσεως των Δήμων και Κοινοτήτων» (Α΄ 58), που με το άρθρο 208 κατήργησε τον μέχρι τότε ισχύοντα Ν./27.12.1833 «περί συστάσεως των Δήμων», μεταβάλλοντας και τον αρμόδιο φορέα για την έγκριση των αδειών. Η αρμοδιότητα αυτή πέρασε από τους Δήμους στα Γραφεία Σχεδίου Πόλεως κάθε νομού, τα οποία στη συνέχεια υπήχθησαν στο νεοσύστατο Υπουργείο Συγκοινωνιών (ίδρυση με τον Ν 276/1914). Λίγο αργότερα, εισήχθη, για πρώτη φορά, η έννοια του όρου της άδειας εγκατάστασης ικριωμάτων σε εργασίες δόμησης με το ΒΔ της 10.10.1919 (Α΄ 228 Α) «περί υγιεινής και ασφάλειας των εργατών σε οικοδομές και παρόμοιες εργασίες». Στο διάταγμα αυτό προβλέφθηκαν κανόνες εγκατάστασης ικριωμάτων στις δομικές εργασίες, αλλά και η δυνατότητα του αρμόδιου γραφείου που εκδίδει τις άδειες, να απαιτεί την υποβολή μελέτης και σχεδίων στα οποία να φαίνονται οι διατάξεις, οι διαστάσεις και οι υπολογισμοί των αναγκαίων ικριωμάτων για το προς εκτέλεση έργο.

Σταθμό στην ιστορία του πολεοδομικού σχεδιασμού αποτέλεσε το ΝΔ «Περί σχεδίων πόλεων, κωμών και συνοικισμών του Κράτους» του 1923. Σύμφωνα με το άρθρο 52, αρμόδια υπηρεσία χορήγησης της αδείας ορίστηκε η Τεχνική Υπηρεσία του Υπουργείου Συγκοινωνίας, ενώ κάθε άδεια που χορηγούνταν από άλλη δημόσια, δημοτική και κοινοτική αρχή θεωρούνταν παράνομη και δεν επέφερε κανένα έννομο αποτέλεσμα για τον κάτοχό της. Για τη χορήγηση της απαιτούμενης άδειας ο ενδιαφερόμενος υπέβαλλε αίτηση καθώς και μελέτη για το προς εκτέλεση έργο. Η άδεια παρεχόταν εφόσον είχε επαληθευτεί ότι τηρούνται οι διατάξεις του διατάγματος αλλά και ότι η εκτέλεση του έργου πραγματοποιείται βάσει της εγκριθείσας μελέτης (άρθρο 53). Ως προς τον έλεγχο των εκτελούμενων εργασιών, θεσμοθετήθηκε ο ρόλος του Επόπτη γι’ αυτόν που «εκτελεί» το έργο, ο οποίος πριν την έναρξη των εργασιών όφειλε να δηλώσει εγγράφως στην υπηρεσία ότι αποδέχεται την ανάληψη της εποπτείας. Καμία εργασία δεν μπορούσε να γίνει απουσία του Επόπτη, ενώ τυχόν απουσία του συνεπαγόταν διακοπή των εργασιών, πέραν όποιων άλλων κυρώσεων μπορούσαν να επιβληθούν αν διαπιστώνονταν επιπλέον παρατυπίες. Τον ρόλο του εκτελούντος το έργο είχε «ο αιτήσας και λαβών επ΄ ονόματί του την σχετικήν άδειαν».

Το 1928, εκδόθηκε το ΠΔ 23.10/3.11.1928 «Περί σχεδίων των εν ταις πόλεσι κλπ. ανεγειρομένων οικοδομών», το οποίο σε εφαρμογή του άρθρου 53 του ΝΔ του 1923, καθόρισε τα κατά περίπτωση απαιτούμενα έγγραφα και σχέδια για τη χορήγηση αδείας ανέγερσης οικοδομών, καθώς και το περιεχόμενο και τις προδιαγραφές που απαιτείτο να έχουν. Παρείχε όμως τη δυνατότητα στην αρμόδια υπηρεσία να ζητά κατά την κρίση της πρόσθετα των καθοριζομένων στοιχεία «δια τον πλήρη έλεγχο του σχεδίου». Προέβλεπε, επίσης, ότι σε περιπτώσεις ουσιωδών μεταβολών των αρχικώς υποβληθέντων σχεδίων, απαιτούνταν υποβολή τροποποιητικών σχεδίων στην αρμόδια υπηρεσία, διαδικασία μετέπειτα γνωστή ως «αναθεώρηση». Με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα επιβλήθηκε η γνωστοποίηση των στοιχείων των μηχανικών που συντάσσουν σχέδια και μελέτες για την έκδοση αδείας στα γραφεία εφαρμογής του σχεδίου πόλεως της οικείας περιφέρειας. Υπεύθυνη για τον έλεγχο εκτέλεσης των εργασιών της οικοδομικής αδείας και την εφαρμογή των θεωρημένων σχεδίων ορίστηκε η «επί της εφαρμογής του σχεδίου Υπηρεσία», η οποία είχε τη δυνατότητα να κατάσχει την άδεια, να διακόπτει τις εργασίες και να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα σε τυχόν διαπίστωση αυθαιρεσιών. Παρόμοιο πνεύμα διατηρήθηκε και στις επόμενες μεταρρυθμίσεις που σημειώθηκαν κατά τον 20ο αιώνα (Απόφαση ΥΔΕ Ε.37608/76, ΠΔ 3/08.09.1983, ΠΔ 8/13.7.1993).

Τομή στις ρυθμίσεις περί οικοδομικών αδειών αποτέλεσε ο Ν 4030/2011. Λαμβάνοντας υπόψη τις σύγχρονες κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις και το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για την αξιοποίηση και προστασία του οικιστικού, φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, ο νόμος κατέστησε την τελευταία sine qua non για τη διαμόρφωση του σύγχρονου πολεοδομικού δικαίου, στοχεύοντας στην εξισορρόπηση μεταξύ των γενικών αρχών του Δικαίου Περιβάλλοντος και την ανάπτυξη των πόλεων. Παράλληλα, όπως επισημαίνεται και στην Αιτιολογική Έκθεση του Ν 4030/2011, η απαίτηση του τεχνικού κόσμου αλλά και της ελληνικής κοινωνίας για νομιμότητα, διαφάνεια και έλεγχο των κατασκευών με επιδίωξη την αποτροπή περιβαλλοντικών επιβαρύνσεων σε μία εποχή όπου φαινόμενα διαφθοράς των πολεοδομικών υπηρεσιών αποτυπώνονται συχνά σε κοινωνικές έρευνες για τον δημόσιο τομέα και σε πορίσματα των Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης, κατέστησαν επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμού των διαδικασιών τεκμηρίωσης, έκδοσης, διαχείρισης και αρχειοθέτησης των Αδειών Δόμησης, στο πλαίσιο της Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του «Καλλικράτη», αλλά και τον πλήρη και διάφανο καταμερισμό των ευθυνών όλων των μερών: των αρχών αδειοδότησης, των μηχανικών, των κατασκευαστών και των ιδιοκτητών/επενδυτών.

ΙΙΙ. Οι νομοθετικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας

Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4030/2011, η αρμοδιότητα έκδοσης των αδειών δόμησης (εγκριτική) υπήχθη στις Υπηρεσίες Δόμησης των Δήμων και ο έλεγχος της ορθής εκτέλεσης των αδειών (ελεγκτική) στους Ελεγκτές Δόμησης. Οι Ελεγκτές Δόμησης είναι μηχανικοί, με καθήκοντα ασυμβίβαστα προς αυτά του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου ΝΠΔΔ ή υπαλλήλου στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, λειτουργούν ανεξάρτητα και δεν τελούν σε σχέση ιεραρχικού ελέγχου ή εποπτείας με τις Υπηρεσίες Δόμησης (Υ.ΔΟΜ.). Η κρατική και συνεχής εποπτεία της άσκησης του έργου των Υ.ΔΟΜ και των Ελεγκτών Δόμησης ασκείται από την Ειδική Υπηρεσία Επιθεωρητών Δόμησης και Ενέργειας καθώς και τα Συμβούλια Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων σε κάθε περιφερειακή ενότητα.Με τον νόμο αυτό εισήχθη και η πρόβλεψη για τη δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής όλων των απαιτούμενων δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών, και παράλληλα καθιερώθηκε η λειτουργία διαδραστικής διαδικτυακής πύλης ενημέρωσης και πληροφόρησης σχετικά με την πολεοδομική νομοθεσία. Την υποβολή των δικαιολογητικών στοιχείων και μελετών ακολουθούσε εντός πέντε ημερών η έγκριση δόμησης, απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας δόμησης. Για την έγκριση δόμησης ελέγχονταν τα στοιχεία που αποτελούν τον δείκτη περιβαλλοντικής επιβάρυνσης της κατασκευής στο φυσικό ή οικιστικό περιβάλλον και τα κύρια μορφολογικά του στοιχεία. Στο τοπογραφικό διάγραμμα και στο διάγραμμα δόμησης ελέγχονταν περιοριστικά όλα εκείνα τα στοιχεία των οποίων πιθανή παραβίαση θα οδηγούσε σε προσβολή και βλάβη του πολεοδομικού ιστού και του περιβάλλοντος (όροι δόμησης, διατάξεις ΓΟΚ και Κτιριοδομικού Κανονισμού, όγκος κτιρίου, φύτευση οικοπέδου, χώροι στάθμευσης). Κατά την πρόβλεψη του νόμου, η άδεια δόμησης χορηγούνταν εντός δυο ημερών από την προσκόμιση των απαραίτητων μελετών και την ανάληψη της ευθύνης από τους Μελετητές Μηχανικούς.Με τον Ν 4030/2011 προβλέφθηκε επίσης η έκδοση υπουργικών αποφάσεων για τον καθορισμό της διαδικασίας, της μορφής και των πρωτοκόλλων λειτουργίας των λογισμικών για την ηλεκτρονική υποβολή και την τήρηση αρχείων των δικαιολογητικών στοιχείων και των μελετών που ήταν απαραίτητες για την έγκριση δόμησης και την έκδοση άδειας δόμησης.

Ο νόμος προέβλεψε περαιτέρω δημόσιας πρόσβασης Μητρώα Μελετητών και Επιβλεπόντων Μηχανικών με τα επαγγελματικά τους προσόντα και δικαιώματα, ώστε να προστατεύονται οι πολίτες από φαινόμενα παράνομης άσκησης επαγγέλματος και να ενισχύεται η νομιμότητα των αδειών δόμησης. Θεσπίστηκε, επίσης, διαδικασία ελέγχου της ορθής εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών που εγκρίνονται μέσω των αδειών, στο πλαίσιο κατασταλτικής δράσης του κράτους για την προστασία του περιβάλλοντος. Ο έλεγχος όφειλε να διενεργείται από διαφορετικό κάθε φορά όργανο, τον ελεγκτή δόμησης, που οριζόταν με αντικειμενική και αδιάβλητη διαδικασία ώστε να διασφαλίζεται η διαφάνεια και να αποφεύγονται φαινόμενα συναλλαγής μεταξύ ελεγχόμενων και ελεγκτών. Η θεσμοθέτηση των Συμβουλίων Αρχιτεκτονικής στην έδρα κάθε Περιφερειακής Ενότητας καθώς και του Κεντρικού Συμβουλίου αποσκοπούσε στην ενθάρρυνση και την ανάπτυξη της σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης και της βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής. Οι Επιτροπές Αρχιτεκτονικού Ελέγχου, όργανο το οποίο τα προηγούμενα χρόνια δεν είχε σαφή προσανατολισμό και δημιουργούσε συνθήκες γραφειοκρατίας και συγκεντρωτισμού, αντικαταστάθηκε. Η σύσταση Συμβουλίων Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας, ανεξάρτητα από τις Υπηρεσίες Δόμησης και αμφισβητήσεων αντικατέστησε τα προηγούμενα όργανα αμφισβητήσεων και επιλύσεων.

Έξι χρόνια αργότερα ακολούθησε ο Ν 4495/2017 «Έλεγχος και προστασία του Δομημένου Περιβάλλοντος και άλλες διατάξεις» (Α΄167). Οι διατάξεις του νόμου αυτού ομοίως εστίασαν στην ελαχιστοποίηση του χρόνου έκδοσης οικοδομικής αδείας, στην απλοποίηση των διαδικασιών αποφόρτισης και αποτελεσματικότερης λειτουργίας των υπηρεσιών δόμησης, στην αντιμετώπιση της διαφθοράς, στην ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών και στην προσέλκυση επενδυτών. Πλέον η διαδικασία υποβολής, ελέγχου και χορήγησης οικοδομικών αδειών και εγκρίσεων εργασιών δόμησης γίνεται αποκλειστικά με ηλεκτρονική διαδικασία, καθώς επίσης θεσπίζεται και η αυτεπάγγελτη αναζήτηση από τις ΥΔΟΜ, στοιχείων που αφορούν τη χορήγηση οικοδομικών αδειών μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας διασύνδεσης υπηρεσιών και φορέων του Δημοσίου. Επιπλέον, θεσπίζεται η διαδικασία της προέγκρισης οικοδομικής αδείας κατ’ αρχήν προαιρετικά και κατ’εξαίρεση υποχρεωτικά μόνο στις αναφερόμενες στον νόμο περιπτώσεις.

Τέλος, προβλέφθηκε για πρώτη φορά η σύσταση και λειτουργία περιφερειακών συλλογικών οργάνων (ΠΕ.ΣΥ.ΠΟ.ΘΑ, ΠΕΣΑ και Περιφερειακή επιτροπή Προσβασιμότητας) με απολύτως διακριτές αρμοδιότητες, για την αποφόρτιση του έργου των ήδη υφισταμένων αλλά και για την παροχή δυνατότητας εξέτασης προσφυγών. Τούτο, ώστε να επιτευχθεί αφενός η αποτελεσματική παροχή υπηρεσιών προς τον πολίτη και αφετέρου να εξαλειφθεί το φαινόμενο της υπερβολικής συσσώρευσης μεγάλου όγκου υποθέσεων που συνεπάγεται αναπόδραστα ουσιαστική αδυναμία διαχείρισης σε εύλογο χρόνο.

  1. Οι αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020

Λαμβάνοντας υπόψη και την ιστορική καταγραφή που προηγήθηκε αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλόδοξοι στόχοι που καταγράφονται στην αιτιολογική έκθεση του Ν 4495/2017 αλλά και εν μέρει και σε αυτήν του Ν 4030/2011, ως προς το ζήτημα του χρόνου αδειοδότησης, δεν επιτεύχθηκαν. Δέκα χρόνια μετά τον Ν. 4030/2011 αναζητούμε ακόμη, δια των αλλαγών, τη σημαντική τομή που θα μειώσει τον χρόνο ελέγχου και έκδοσης της οικοδομικής άδειας.

Κατά την άποψή μου, οι μεγάλες τομές της ηλεκτρονικής έκδοσης των αδειών και των ελεγκτών δόμησης, στο πεδίο του ελέγχου της κατασκευής, πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω. Αποδεικνύεται, ωστόσο, ότι οι λοιπές ρυθμίσεις (προέγκριση, διαδικασία ελέγχου όρων δόμησης από την ΥΔΟΜ και έκδοση πράξης με υποβολή στοιχείων από Μηχανικό χωρίς ειδικό έλεγχο) δεν φαίνεται να μείωσαν τον χρόνο ολοκλήρωσης της διοικητικής διαδικασίας, ενώ, σε πολλές περιπτώσεις, δημιούργησαν και ζητήματα ασφάλειας δικαίου σχετικώς με την τελική πράξη που θα εκδοθεί. Αντιθέτως, πρέπει να κατανοήσουμε ότι στον βαθμό που, για την έκδοση της άδειας, απαιτείται πληθώρα παράλληλων εγκρίσεων από άλλες υπηρεσίες με διαφορετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα (δασική υπηρεσία, υπηρεσίες Υπουργείου Πολιτισμού, φορείς διαχείρισης κ.ά.), οι νομοθετικές παρεμβάσεις ίσως θα έπρεπε να επικεντρωθούν στη συντόμευση και απλούστευση των παράλληλων αυτών διοικητικών διαδικασιών και όχι στις συνεχείς αλλαγές των διαδικασιών των Υπηρεσιών Δόμησης, μεταλλάσσοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα τις διοικητικές διαδικασίες ελέγχου. Τούτο δε ιδίως εν όψει της ηλεκτρονικής διαδικασίας έκδοσης αδειών μέσω κοινής βάσης δεδομένων η οποία πλέον γενικεύεται.

Οι σημαντικότερες αλλαγές που επήλθαν με τον Ν 4759/2020 στο σύστημα έκδοσης οικοδομικών αδειών, συνοψίζονται ως εξής:

Α. Καταρχάς, με το άρθρο 50 του νέου νόμου, οι ορισμοί των βασικών κατηγοριών των οικοδομικών αδειών, όπως αναφέρονταν στο άρθρο 28 του Ν 4495/2020, τροποποιούνται2 και έχουν πλέον ως εξής:

α) «Οικοδομική Άδεια»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση σε οικόπεδο ή γήπεδο των οικοδομικών εργασιών που προβλέπονται στις μελέτες που τη συνοδεύουν, εφόσον οι εργασίες αυτές είναι σύμφωνες με τις ισχύουσες διατάξεις. Στην έννοια των οικοδομικών εργασιών για ανέγερση νέας οικοδομής ή προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή περιλαμβάνονται και οι εργασίες που καθιστούν το κτίριο άρτιο για λειτουργία, όπως οι εργασίες για την κατασκευή περιτοιχίσεων ή περιφράξεων, βόθρων, υπογείων δεξαμενών νερού, εκσκαφών, επιχώσεων και κοπής δένδρων. Στην έννοια της οικοδομικής άδειας περιλαμβάνονται και άδειες οι οποίες δεν δημιουργούν δόμηση, ιδίως η άδεια κατεδάφισης, η άδεια αλλαγής χρήσης, η άδεια διαμορφώσεων, επισκευής, διασκευής, ενισχύσεων, η άδεια για αυτοτελείς εργασίες περιτοιχίσεων, επιχώσεων ή εκσκαφών, καθώς και κοπής δένδρων. Ως οικοδομική άδεια νοείται και η άδεια δόμησης.

β) «Έγκριση Εργασιών Δόμησης Μικρής Κλίμακας»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών που ορίζονται στην παρ. 2 του άρθρου 29.

γ) «Προέγκριση οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης»: Η διοικητική πράξη που χορηγείται για την πιστοποίηση του δικαιώματος έκδοσης οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης και την εφαρμογή, κατά τον χρόνο ισχύος της, των πολεοδομικών διατάξεων και πολεοδομικών μεγεθών της (δόμηση, κάλυψη, ύψος), που ισχύουν κατά τον χρόνο έκδοσης της προέγκρισης, εφόσον η οικοδομική άδεια/άδεια αναθεώρησης εκδοθεί εντός του χρόνου ισχύος της προέγκρισης και με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται στη περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 40, κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής αδείας/άδειας αναθεώρησης. Ο χρόνος ισχύος της προέγκρισης της άδειας ανα- θεώρησης δεν δύναται να υπερβαίνει τον χρόνο ισχύος της άδειας αναθεώρησης. Κατ’ εξαίρεση, αν αφορούν σε τροποποίηση ρυμοτομικών και οικοδομικών γραμμών ή τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων σε κοινόχρηστους, καθώς και σε περιπτώσεις μεταγενέστερης ένταξης της περιοχής σε καθεστώς προστασίας πολιτιστικής κληρονομίας ή προστασίας της φύσης, η προέγκριση πιστοποιεί το δικαίωμα δόμησης, μόνο κατά τον χρόνο έκδοσής της.

δ) «Γνωστοποίηση εκτέλεσης πρόσθετων εργασιών»: Η κατά τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης δήλωση του κυρίου του έργου, που συνοδεύεται από τεχνική έκθεση του εξουσιοδοτημένου επι- βλέποντος μηχανικού, με την οποία ενημερώνει την οικεία Υπηρεσία Δόμησης ότι προτίθεται να προβεί σε πρόσθετες εργασίες, που επιτρέπονται από τις πολεοδομικές διατάξεις, αλλά εκτελούνται με δική του ευθύνη καθ` υπέρβαση της οικοδομικής άδειας/άδειας αναθεώρησης. Για τις πρόσθετες αυτές εργασίες, ο ιδιοκτήτης αναλαμβάνει με δική του ευθύνη την υποχρέωση να υποβάλει αίτηση για έκδοση προέγκρισης άδειας αναθεώρησης ή άδειας αναθεώρησης, εντός τεσσάρων (4) μηνών, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο

Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002 (Α΄ 153).

ε) «Έγκριση εκτέλεσης εργασιών»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση εργασιών της παρ. 4 του άρθρου 29, ύστερα από υποβολή τεχνικής έκθεσης και δήλωσης ανάληψης επίβλεψης από αρμόδιο μηχανικό.

στ) «Έγκριση εργασιών αποπεράτωσης αυθαίρετης κατασκευής»: Η διοικητική πράξη που επιτρέπει την εκτέλεση των εργασιών της παρ. 5 του άρθρου 107.

ζ) «Άδεια Αναθεώρησης»: Είναι η διοικητική πράξη που εκδίδεται κατά τη διάρκεια του χρόνου ισχύος της οικοδομικής αδείας, για οποιαδήποτε οικοδομική εργασία, όπως προσθήκη ή τροποποίηση μελετών αυτής, είτε για παράταση ισχύος αυτής κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

η) «Ενημέρωση του φακέλου της οικοδομικής άδειας»: Είναι η διοικητική πράξη με την οποία καταχωρίζονται στο φάκελο των μελετών, ανεξάρτητα από τον χρόνο ισχύος της οικοδομικής άδειας, τροποποιήσεις των μελετών, που δεν αλλάζουν το διάγραμμα δόμησης και με την προϋπόθεση ότι δεν είναι απαραίτητες εγκρίσεις από άλλους φορείς ή συλλογικά όργανα, καθώς και η αλλαγή ιδιοκτήτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 του παρόντος.

θ) «Κοινόχρηστοι χώροι»: Κοινόχρηστοι χώροι στον παρόντα νόμο είναι οι κάθε είδους δρόμοι, πλατείες, άλση και γενικά οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι, που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο. Περαιτέρω, είναι οι προορισμένοι χώροι στην κοινή χρήση σε περίπτωση οριζόντιας ή κάθετης συνιδιοκτησίας.

ι) «Άδεια νομιμοποίησης» είναι η οικοδομική άδεια ή η έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας, που εκδίδεται, μετά την εκτέλεση εργασιών ή κατασκευών ή αλλαγών χρήσης χωρίς την έκδοση της απαιτούμενης διοικητικής πράξης, εξαιρουμένων των προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού μνημείων για τις οποίες θα πρέπει να προηγηθεί των εργασιών η έγκριση δυνάμει του Ν 3028/2002, προκειμένου να νομιμοποιηθούν αυτές, εφόσον είναι σύμφωνες είτε με τις ισχύουσες κατά τον χρόνο έκδοσης της άδειας νομιμοποίησης διατάξεις, είτε με αυτές που ίσχυαν, κατά τον χρόνο εκτέλεσής αυτών». Οι σχετικές αλλαγές είναι διευκρινιστικού περιεχομένου και κυρίως α) συνδέουν τη διαδικασία προεγκρίσεως και με τις περιπτώσεις διοικητικών πράξεων αναθεώρησης οικοδομικών αδειών και β) διευκρινίζουν την απαίτηση για την, σε κάθε περίπτωση, έκδοση προηγούμενης έγκρισης από το Υπουργείο Πολιτισμού για τις περιπτώσεις προστατευόμενων από το Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού αρχαιολογικών χώρων και μνημείων.

Β. Με το άρθρο 54 του Ν 4759/2020, που τροποποίησε το άρθρο 35 του Ν 4495/2017, κατέστη, επίσης, υποχρεωτική η προέγκριση οικοδομικής άδειας για όλες τις κατηγορίες αδειών του άρθρου 36 του Ν 4495/20173 πλην της κατηγορίας 3, αν έχει προηγουμένως εκδοθεί βεβαίωση όρων δόμησης. Η προέγκριση εκδίδεται εντός 10 ημερών και σε αυτήν καθορίζονται και οι απαιτούμενες μελέτες, εγκρίσεις και λοιπά δικαιολογητικά που πρέπει να κατατεθούν εν συνεχεία κατά το στάδιο της έκδοσης της οικοδομικής άδειας. Προβλέπεται επίσης ότι η διαδικασία προέγκρισης άδειας αναθεώρησης είναι υποχρεωτική, εφόσον αφορά σε μεταβολή των πολεοδομικών μεγεθών κάλυψης, δόμησης και όγκου.

Γ. Επιπλέον, στο άρθρο 55 παρ. 2 του Ν 4759/2020 προβλέπεται ότι «Για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος «e-Άδειες» και του συστήματος δηλώσεων αυθαιρέτων του Ν 4495/2017 στις διατάξεις του παρόντος, εκδίδονται διαπιστωτικές πράξεις του Προέδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, εντός τεσσάρων (4) μηνών και δύο (2) μηνών αντίστοιχα, από την έναρξη ισχύος του παρόντος». Η εφαρμογή του άρθρου αυτού, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες διατάξεις του νέου νόμου, θα οδηγήσει στην αυτόματη έκδοση του συνόλου των οικοδομικών αδειών, κατόπιν της έκδοσης σχετικής διαπιστωτικής πράξης για την προσαρμογή της λειτουργίας του πληροφοριακού συστήματος e-adeies. Φαίνεται, έτσι, πως η προσπάθεια για την πλήρη ψηφιοποίηση των οικοδομικών αδειών που είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια ολοκληρώνεται.

Δ. Περαιτέρω, μετά τις αλλαγές που επήλθαν στο άρθρο 38 του Ν 4495/2017 με το άρθρο 56 του Ν 4759/2020, οι οικοδομικές άδειες, ανάλογα με την κατηγορία στην οποία ανήκουν, εκδίδονται πλέον ως εξής:

  1. i) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης των Κατηγοριών 1, 2 και 3, με προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες, που προβλέπονται στο άρθρο 40. Ο αριθμός οικοδομικής αδείας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών. Οι ανωτέρω έλεγχοι διενεργούνται εντός τριών (3) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής του φακέλου. 4
  2. ii) Οι άδειες που εμπίπτουν στον τρόπο έκδοσης της Κατηγορίας 3, χωρίς προέγκριση, εκδίδονται αυτόματα, ύστερα από την ηλεκτρονική υποβολή του φακέλου με τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και τις αναγκαίες μελέτες που προβλέπονται στο άρθρο 40, τον έλεγχο του προϋπολογισμού του έργου και τον έλεγχο των αποδεικτικών καταβολής των απαιτούμενων εισφορών και κρατήσεων του έργου υπέρ του Δημοσίου, του οικείου δήμου και του e-ΕΦΚΑ. Μεταξύ των υποβαλλόμενων ηλεκτρονικά στοιχείων, συμπεριλαμβάνεται υποχρεωτικά έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ., στην οποία αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών. Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση εκδίδεται εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την υποβολή της σχετικής αίτησης.

Η ανωτέρω έγγραφη βεβαίωση συνοδεύεται υποχρεωτικά από υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του Ν 1599/1986 (A` 75) του μελετητή μηχανικού, ότι δεν έχουν μεταβληθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις δόμησης στην περιοχή του ακινήτου για το οποίο εκδόθηκε. Οαριθμός οικοδομικής άδειας που εκδίδεται ηλεκτρονικά, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο και επιτρέπεται η έναρξη των οικοδομικών εργασιών.

Η αρμόδια Υ.ΔΟΜ. διενεργεί υποχρεωτικά δειγματοληπτικό έλεγχο της νομιμότητας των υποβαλλόμενων μελετών και στοιχείων, σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον των οικοδομικών αδειών που χορηγούνται με την ανωτέρω διαδικασία. Ο υποχρεωτικός δειγματοληπτικός έλεγχος διενεργείται ανά εξάμηνο για τις άδειες του παρελθόντος εξαμήνου. Υποχρεωτικός έλεγχος διενεργείται σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας αδείας, ανεξαρτήτως της κατηγορίας αυτής, καθώς και σε περίπτωση καταγγελίας για τη νομιμότητα της εκδοθείσας έγκρισης Εργασιών μικρής κλίμακας.

  1. Συμπεράσματα

Α. Με τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις του Ν 4759/2020 επανακαθορίζονται βασικοί ορισμοί της νομοθεσίας περί οικοδομικών αδειών και επέρχονται απαραίτητες βελτιώσεις. Περαιτέρω, επιτυγχάνεται ενιαία αντιμετώπιση όλων των διαδικασιών έκδοσης οικοδομικών αδειών, καθώς καθίσταται υποχρεωτική η προέγκριση (εξαιρουμένης της περίπτωσης της κατηγορίας 35, όπου εκδίδονται όροι δόμησης) και στη συνέχεια η έκδοση της οικοδομικής άδειας πραγματοποιείται αυτόματα.

Η συγκεκριμένη αλλαγή, δηλαδή η υποχρεωτικότητα της προέγκρισης, θα άξιζε να τύχει περαιτέρω μελέτης και να επεκταθεί και στην κατηγορία 3. Και τούτο, καθώς η βεβαίωση όρων δόμησης που προβλέπεται από τις ισχύουσες διατάξεις για τη συγκεκριμένη κατηγορία οικοδομικών αδειών αποτελεί μεν στοιχείο ελέγχου της αρμόδιας αρχής, ωστόσο δεν αποτελεί στοιχείο ελέγχου συμβατό με τις προβλέψεις που ιστορικά τέθηκαν σε αρμονία με το άρθρο 24 του Σ. Ιδίως δε με το αντικείμενο ελέγχου, όπως αποτυπώνεται στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ (ΠΔ της 14.7.1999, Δ΄ 580) και δη στην παρ. 2 του άρθρου αυτού, όπου προβλέπεται ότι: «Κάθε κτίριο ή εγκατάσταση πρέπει:

α) ως προς τη σχέση και τη σύνθεση των όγκων, τις όψεις και γενικά τα ορατά τμήματά του, να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της αισθητικής, τόσο ως μεμονωμένο κτίριο ή εγκατάσταση όσο και σε σχέση με το οικοδομικό τετράγωνο, β) να εντάσσεται στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον, ώστε στα πλαίσια των στόχων της οικιστικής ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης. Ο έλεγχος της τήρησης των πιο πάνω προϋποθέσεων ασκείται από την πολεοδομική υπηρεσία με βάση τη μελέτη της άδειας οικοδομής, που συνοδεύεται από αιτιολογημένη έκθεση του μελετητή μηχανικού …».

Με τη συγκεκριμένη αλλαγή θεωρώ ότι θα εξαλείφονταν απολύτως όποιοι προβληματισμοί περί αντισυνταγματικότητας των σχετικών διατάξεων είχαν τεθεί στο παρελθόν και είχαν προβληθεί μέσω αιτήσεων ακυρώσεως στο Συμβούλιο της Επικρατείας6 και αφορούσαν στις περιπτώσεις έκδοσης διοικητικής πράξης χωρίς έλεγχο από την αρμόδια αρχή. Επισημαίνεται ότι, μέσω της διαδικασίας προέγκρισης, ο έλεγχος που λαμβάνει χώρα είναι ο ελάχιστος δυνατός που θα μπορούσε να εκπληρώσει τις προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 24 Συντ. και στο άρθρο 327 του ΚΒΠΝ. Σημειώνεται δε ότι κατά το άρθρο 35 του Ν 4495/2017 (Προέγκρισηοικοδομικής άδειας) προβλέπεται, μεταξύ άλλων, ότι: «Για την έκδοση της προέγκρισης οικοδομικής άδειας υποβάλλονται ηλεκτρονικά, μέσω της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr), τα εξής δικαιολογητικά και μελέτες: […] β) τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, γ) διάγραμμα κάλυψης, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, δ) τίτλος ιδιοκτησίας και πρόσφατο πιστοποιητικό ιδιοκτησίας ή κτηματογραφικό φύλλο ή απόσπασμα κτηματογραφικού διαγράμματος για κάθε ακίνητο, ε) αποδεικτικά στοιχεία νομιμότητας των υφιστάμενων κτισμάτων, στ) τεχνική έκθεση που να περιγράφει με ακρίβεια το έργο, τα μεγέθη και τις χρήσεις….» (παρ. 5).

Β. Πέραν του ζητήματος της υποχρεωτικότητας της προέγκρισης, θα πρέπει να επισημανθούν τα εξής:

Τόσο με το προϊσχύον δίκαιο όσο και με τις διατάξεις του Ν 4759/2020, κατά τη φάση της προέγκρισης δεν απαιτείται να έχουν εκδοθεί λοιπές εγκρίσεις άλλων υπηρεσιών, με κυριότερες αυτές των υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού. Ειδικά αυτές οι εγκρίσεις στις περιπτώσεις περιοχών εκτός σχεδίου πλησίον αρχαιολογικών χώρων και μνημείων ενδέχεται να θέτουν όρους και προϋποθέσεις που οδηγούν σε αλλαγές του διαγράμματος κάλυψης και επί της ουσίας να ακυρώνουν την προηγούμενη διαδικασία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα απαιτηθεί η εκ νέου υποβολή στοιχείων και η επανάληψη της διαδικασίας από την αρχή. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη τον ως άνω προβληματισμό αλλά και το ιστορικό των νομοθετημάτων περί εκδόσεως οικοδομικών αδειών, εφόσον αναδείχθηκε η αναγκαιότητα και η υποχρεωτικότητα του ελέγχου της αρμόδιας αρχής δια της διαδικασίας προεγκρίσεως, μήπως θα πρέπει να επανεξετάσουμε τη θετική πρόβλεψη του Ν 4030/2011 περί έγκρισης δόμησης και άδειας δόμησης; Στη μία περίπτωση η διοικητική πράξη της προεγκρίσεως τίθεται εκ του νόμου (βλ. ορισμό ως ανωτέρω) με την επιφύλαξη της εξασφάλισης και υποβολής των απαιτούμενων εγκρίσεων που προβλέπονται. Στη δε περίπτωση της έγκρισης δόμησης κατά το πλαίσιο του Ν 4030/2011, η διοικητική πράξη είχε ως αποτέλεσμα την πιστοποίηση του δικαιώματος δόμησης σύμφωνα με τους ισχύοντες όρους δόμησης, επιτρέποντας στη συνέχεια την έκδοση της άδειας δόμησης χωρίς καμία επιφύλαξη. O νομοθέτης του μέλλοντος ας μελετήσει το δίλημμα…

Γ. Επίσης, ως θετική αξιολογείται η πρόβλεψη της έγγραφης βεβαίωσης όρων δόμησης για την κατηγορία 3 αλλά και ο καθορισμός των απαραιτήτων εγκρίσεων (προφανώς άλλων υπηρεσιών) των οικοδομικών αδειών για όλες τις κατηγορίες αδειών (βλ. περ. δ΄ της παρ. 6 του άρθρου 35 του Ν 4495/2017, όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4759/2020). Η συγκεκριμένη πρόβλεψη προσφέρει ασφάλεια δικαίου για τη συνέχιση της διαδικασίας έκδοσης της άδειας, καθώς στην έγγραφη βεβαίωση της αρμόδιας Υ.ΔΟΜ. αναγράφονται οι όροι δόμησης που ισχύουν στη θέση του ακινήτου και οι κατά περίπτωση απαραίτητες εγκρίσεις φορέων και υπηρεσιών.

Δ. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί η θετική πρόβλεψη για την ηλεκτρονική υποβολή όλων των στοιχείων και μελετών καθώς και της βεβαίωσης των όρων δόμησης από την αρμόδια Υ.ΔΟΜ. Η ηλεκτρονική διαδικασία έχει επιφέρει ήδη εξαιρετικά δείγματα ομογενοποίησης των πράξεων των Υ.ΔΟΜ., διαφάνειας και λογοδοσίας.

Ε. Σε κάθε περίπτωση, τόσο για τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις και αλλαγές όσο και για οποιεσδήποτε αλλαγές συμβούν στο μέλλον, το νομικό πλαίσιο έκδοσης οικοδομικών αδειών πρέπει να μελετηθεί και υπό το ακόλουθο πρίσμα: O νομοθέτης κατά τη διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής άδειας επιβάλλει διαχρονικά τη διενέργεια προληπτικού ελέγχου της νομιμότητας της δόμησης. Ενδεχόμενη καταστρατήγηση των όρων και περιορισμών δόμησης συνεπάγεται κινδύνους και καταστροφές για το περιβάλλον, η προστασία του οποίου συνιστά πρωταρχική μέριμνα της Πολιτείας και αποτυπώνεται σε πληθώρα νομοθετημάτων. Πέραν όμως των ανωτέρω, η οικοδομική άδεια συνιστά επί της ουσίας άδεια παρέμβασης στο περιβάλλον, πολιτιστική μαρτυρία που διατηρείται στον χρόνο και αντανακλά τις συνθήκες και την αντίληψη της κοινωνίας και της εποχής κατά την οποία εκδίδεται. Μέσα από αυτή τη μαρτυρία αποτυπώνεται και η επιλογή κάθε φορά της Πολιτείας για τον τρόπο δόμησης και την παραγωγή των έργων, των κτιρίων και συνεπώς του χώρου όπου θα εκπληρώνουμε τις επιθυμίες μας. Οι αλλαγές σε αυτά τα νομοθετικά πεδία αφενός θα πρέπει κάθε φορά να γίνονται με φειδώ και αφού έχει προηγηθεί μεγάλη ανάλυση, τεκμηρίωση και συζήτηση αφετέρου θα πρέπει να αναγιγνώσκονται υπό ένα αυστηρό πρίσμα από την Έλληνα Δικαστή και Νομικό. Και τούτο διότι μέσω των νομοθετικών αυτών αλλαγών, χωρίς να το κατανοούμε, εκείνη τη χρονική στιγμή αλλάζουμε και διαμορφώνουμε την εικόνα των πόλεων μας.

  1. Όλα τέθηκαν υπό την εποπτεία του σώματος Μηχανικών του Στρατού.
  2. Οι σχετικές αλλαγές υποδεικνύονται με έντονα γράμματα (bold) στο κείμενο.
  3. Το άρθρο 36 του Ν 4495/2017 ρυθμίζει τον τρόπο έκδοσης οικοδομικών αδειών, ανάλογα με την περιοχή, τη θέση, τη χρήση, το μέγεθος και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κτιρίου που πρόκειται να ανεγερθεί, διακρίνοντας τις σχετικές διαδικασίες σε τρεις (3) κατηγορίες.
  4. Παρ. 2 άρθρου 56 Ν 4759/2020 Επιτάχυνση διαδικασίας έκδοσης οικοδομικών αδειών – Τροποποίηση της παρ. 2 και προσθήκη παρ. 6 του άρθρου 38 του Ν 4495/2017
  5. Η κατηγορία 3 του άρθρου 36 του Ν 4495/2017, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 55 του νέου νόμου (Ν 4759/2020), περιλαμβάνει τις εξής εργασίες: α) ανέγερση κτιρίου σε εντός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχή, επιφάνειας έως χίλια (1.000) τ.μ. δόμησης για ειδικά κτίρια και έως δύο χιλιάδες (2.000) τ.μ. δόμησης για κτίρια με επικρατούσα χρήση κατοικίας, β) ανέγερση κτιρίου με χρήση κατοικίας σε εκτός σχεδίου περιοχή, στην οποία υφίσταται κτηματογράφηση και εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (ΓΠΣ) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (ΣΧΟΟΑΠ) σε άρτιο κατά τον κανόνα, γ) ανέγερση κτιρίου σε οικόπεδο εντός οριοθετημένου οικισμού με το από 24.4.1985 ΠΔ (Δ΄ 181) για κτίριο με επικρατούσα χρήση κατοικίας, δ) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση κατοικίας, ε) προσθήκη δόμησης σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο, με χρήση ειδικού κτιρίου, εφόσον η προσθήκη δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%) της υπάρχουσας δόμησης και σε εντός σχεδίου δόμηση, στ) αλλαγές χρήσης κτιρίων ή αυτοτελών οριζόντιων ή κάθετων ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε εντός ή εκτός σχεδίου περιοχές, ζ) κατασκευή πισίνας, εφόσον δεν καλύπτεται από τις περιπτώσεις της έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας, η) τοίχοι αντιστήριξης, περιτοιχίσεις και περιφράξεις που

δεν εμπίπτουν στην κατηγορία εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας και με την επιφύλαξη των περιπτώσεων της Κατηγορίας 1, θ) εργασίες τοποθέτησης υπόγειων και προκατασκευασμένων δεξαμενών ύδατος, καθώς και δεξαμενών λυμάτων, ι) εργασίες επισκευής και εργασίες αλλαγής διαρρύθμισης νομίμως υφιστάμενων κτιρίων που δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις του άρθρου 30, ια) εργασίες των περιπτώσεων της παρ. 2 του άρθρου 29 για τις οποίες απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας σύμφωνα με τον προϋπολογισμό τους».

  1. Βλ. ιδίως την αίτηση ακύρωσης της ΕΜΔΥΔΑΣ κατά της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΦΕΚ Β΄ Τεύχος 3136/31.07.18), συνδυαστικά με το άρθρο 36 παρ. 3 του Ν 4495/2017, αφ’ ενός διότι ο εξουσιοδοτικός νόμος είναι αντισυνταγματικός καθώς εκχωρεί την πολεοδομική αρμοδιότητα του Κράτους σε ιδιώτες κατ’ αντίθεση με τα επιτασσόμενα από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος αφ’ ετέρου διότι επιφέρει επί τα χείρω αλλοίωση των όρων δομήσεως με άμεσο αποτέλεσμα και την επιδείνωση των όρων διαβίωσης κατ’ αντίθεση με το άρθρο 24 παρ.1 σε συνδυασμό με την παρ. 2 αυτού. Τέλος ζητείται η ακύρωση της προσβαλλομένης επειδή εξεδόθη χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση κατά παράβαση του άρθρου 43 του Συντάγματος. Διαθέσιμο στο: https://www.amak.gr/index.php/ergasiaka/1927-po-emdydasprosfygi-sto-ste-gia-ton-elegxo-ekdosis-oikodomikon-adeion.